|
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2004 για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων ("Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων") (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 83 και 308, την πρόταση της Επιτροπής(1), τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2), τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4064/89, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων(4), έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο ουσιαστικό. Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας η αναδιατύπωση του εν λόγω κανονισμού. (2) Για την επίτευξη των στόχων της συνθήκης, το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) αναθέτει ως στόχο στην Κοινότητα την εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της συνθήκης ορίζει ότι η δράση των κρατών μελών και της Κοινότητας ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό. Οι αρχές αυτές είναι ουσιώδεις για την περαιτέρω ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς. (3) H ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και η οικονομική και νομισματική ένωση, η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η μείωση των διεθνών εμποδίων στο εμπόριο και τις επενδύσεις θα συνεχίσουν να οδηγούν σε σημαντικές αναδιαρθρώσεις των επιχειρήσεων μέσα στην Κοινότητα, ιδίως με τη μορφή συγκεντρώσεων. (4) Μια τέτοια εξέλιξη πρέπει να τύχει ευνοϊκής αποδοχής επειδή συμφωνεί με τις επιταγές ενός δυναμικού ανταγωνισμού και είναι δυνατόν να τονώσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, να βελτιώσει τους όρους ανάπτυξης και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο στην Κοινότητα. (5) Πρέπει να εξασφαλισθεί, ωστόσο, ότι η διαδικασία αναδιάρθρωσης δεν θα αποδειχθεί στη διάρκεια του χρόνου επιβλαβής για τον ανταγωνισμό. Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει, ως εκ τούτου, να συμπεριλάβει διατάξεις που να ρυθμίζουν τις συγκεντρώσεις οι οποίες μπορεί να παρακωλύσουν σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην κοινή αγορά, ή σε μεγάλο τμήμα της. (6) Είναι, επομένως, αναγκαία η θέσπιση μιας ειδικής νομικής πράξης που θα εξασφαλίσει τον αποτελεσματικό έλεγχο όλων των συγκεντρώσεων ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στη διάρθρωση του ανταγωνισμού στην Κοινότητα και η οποία θα είναι η μόνη που θα ισχύει για τις εν λόγω συγκεντρώσεις. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4064/89 επέτρεψε την άσκηση κοινοτικής πολιτικής στον τομέα αυτόν. Με βάση την σχετική εμπειρία, ωστόσο, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει τώρα να αναδιατυπωθεί σε μία νομοθετική πράξη που θα εκπονηθεί κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις μιας πιο ενοποιημένης αγοράς και της μελλοντικής διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που διατυπώνονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εξασφάλισης ανόθευτου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό. (7) Τα άρθρα 81 και 82, αν και δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου έχουν εφαρμογή σε ορισμένες συγκεντρώσεις, δεν επαρκούν για τον έλεγχο όλων των συγκεντρώσεων που ενδέχεται να αποδειχθούν ασυμβίβαστες με το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού που επιδιώκει η συνθήκη. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, κατά συνέπεια, να βασισθεί όχι μόνο στο άρθρο 83 αλλά, κυρίως, στο άρθρο 308 της συνθήκης, δυνάμει του οποίου η Κοινότητα μπορεί να αναλάβει πρόσθετες εξουσίες ώστε να προβεί στις ενέργειες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της, και επίσης εξουσίες δράσης όσον αφορά τις συγκεντρώσεις στις αγορές των γεωργικών προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της συνθήκης. (8) Οι διατάξεις που θα θεσπισθούν με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν για τις σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές των οποίων τα αποτελέσματα στην αγορά υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα ενός κράτους μέλους. Οι εν λόγω συγκεντρώσεις θα πρέπει, κατά κανόνα, να εξετάζονται αποκλειστικά, στο επίπεδο της Κοινότητας, κατ' εφαρμογή ενός συστήματος ενιαίου ελέγχου και σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Οι συγκεντρώσεις που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό υπάγονται καταρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. (9) Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καθορισθεί σύμφωνα με τη γεωγραφική έκταση των δραστηριοτήτων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων και να περιορισθεί με όρια ποσοτικού χαρακτήρα ώστε να καλύπτει μόνον εκείνες τις συγκεντρώσεις που έχουν κοινοτική διάσταση. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των ισχυόντων κατωτάτων ορίων και κριτηρίων, ούτως ώστε το Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 202 της συνθήκης, να είναι σε θέση να επανεξετάζει τακτικά τα όρια αυτά καθώς και τους κανόνες σχετικά με την προ της κοινοποίησης παραπομπή με βάση την αποκτηθείσα πείρα· Αυτό απαιτεί την υποβολή στατιστικών στοιχείων από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή για να είναι η τελευταία σε θέση να εκπονεί τις εν λόγω εκθέσεις και ενδεχόμενες προτάσεις τροποποιήσεων. Οι εκθέσεις και οι προτάσεις της Επιτροπής θα πρέπει να βασίζονται σε σχετικά στοιχεία που της παρέχουν τακτικά τα κράτη μέλη. (10) Συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση θα πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο συνολικός κύκλος εργασιών όλων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων υπερβαίνει ορισμένα κατώτατα όρια· αυτό ισχύει ανεξαρτήτως εάν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τη συγκέντρωση έχουν την έδρα ή τα κύρια πεδία δραστηριότητάς τους στην Κοινότητα, υπό τον όρο ότι αναπτύσσουν εκεί σημαντικές δραστηριότητες. (11) Οι κανόνες που διέπουν την παραπομπή των συγκεντρώσεων από την Επιτροπή προς τα κράτη μέλη και από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή θα πρέπει να εφαρμόζονται ως αποτελεσματικός διορθωτικός μηχανισμός με βάση την αρχή της επικουρικότητας. Οι κανόνες αυτοί προστατεύουν δεόντως τα συμφέροντα των κρατών μελών όσον αφορά τον ανταγωνισμό και λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ασφάλειας του δικαίου και την αρχή του ενιαίου ελέγχου. (12) Οι συγκεντρώσεις μπορούν να πληρούν τις προϋποθέσεις εξέτασής τους βάσει ορισμένων εθνικών συστημάτων ελέγχου συγκεντρώσεων, εάν δεν φθάνουν τα αναφερόμενα στον παρόντα κανονισμό κατώτατα όρια κύκλου εργασιών. Η πολλαπλή κοινοποίηση της ίδιας πράξης συγκέντρωσης αυξάνει τη νομική αβεβαιότητα, τις προσπάθειες και τα έξοδα των επιχειρήσεων και μπορεί να οδηγήσει σε αλληλοσυγκρουόμενες εκτιμήσεις. Θα πρέπει, επομένως, να αναπτυχθεί περαιτέρω το σύστημα παραπομπής συγκεντρώσεων στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη. (13) Η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί σε στενή και συνεχή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών από τα οποία συγκεντρώνει παρατηρήσεις και πληροφορίες. (14) Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να δημιουργήσουν από κοινού ένα δίκτυο δημόσιων αρχών, όπου θα συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, χρησιμοποιώντας αποτελεσματικές ρυθμίσεις όσον αφορά την αμοιβαία ενημέρωση και τις σχετικές διαβουλεύσεις, προκειμένου να εξασφαλίζουν την εξέταση κάθε υπόθεσης από την πλέον κατάλληλη αρχή, με βάση την αρχή της επικουρικότητας και για να αποφευχθεί, όσο είναι δυνατόν, η πολλαπλή υποβολή κοινοποιήσεων μιας δεδομένης συγκέντρωσης. Η παραπομπή των συγκεντρώσεων από την Επιτροπή στα κράτη μέλη και από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή θα πρέπει να γίνεται με αποτελεσματικό τρόπο και να αποφεύγονται, στο μέτρο του δυνατού, καταστάσεις στις οποίες η συγκέντρωση υπόκειται σε παραπομπή τόσο πριν όσο και μετά την κοινοποίησή της. (15) Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παραπέμπει σε κράτος μέλος κοινοποιημένες συγκεντρώσεις με κοινοτική δράση που απειλούν να επηρεάσουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σε αγορά του κράτους μέλους αυτού, εφόσον φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας διακριτής αγοράς. Αν η συγκέντρωση επηρεάζει τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά, η οποία δεν αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, η Επιτροπή θα πρέπει να υποχρεούται, εφόσον της ζητηθεί, να παραπέμψει το σύνολο ή μέρος της υπόθεσης στο εν λόγω κράτος μέλος. Ένα κράτος μέλος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παραπέμπει στην Επιτροπή μια συγκέντρωση που δεν έχει κοινοτική διάσταση αλλά επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και απειλεί να επηρεάσει σημαντικά τον ανταγωνισμό στο έδαφός του. Άλλα κράτη μέλη τα οποία επίσης είναι αρμόδια για την εξέταση της συγκέντρωσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συντάσσονται με το αίτημα αυτό. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα και το προβλέψιμο του συστήματος, οι εθνικές προθεσμίες θα πρέπει να αναστέλλονται έως ότου ληφθεί απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία να εξετάζει και να αποφασίζει σχετικά με μια συγκέντρωση για λογαριασμό ενός ή περισσότερων αιτούντων κρατών μελών. (16) Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις να ζητούν, πριν από τη κοινοποίηση μιας συγκέντρωσης, την παραπομπή της προς ή από την Επιτροπή, ώστε να βελτιωθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου των συγκεντρώσεων εντός της Κοινότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να αποφασίζουν, εντός σύντομης και σαφώς καθορισμένης προθεσμίας, εάν μια παραπομπή προς ή από την Επιτροπή, πρέπει να γίνεται, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Κατόπιν αιτήματος των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παραπέμπει σε κράτος μέλος μια συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τον ανταγωνισμό σε αγορά του κράτους μέλους αυτού, εφόσον φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας διακριτής αγοράς. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να απαιτείται από τις εν λόγω επιχειρήσεις να αποδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις της συγκέντρωσης θα είναι επιζήμιες για τον ανταγωνισμό. Μια συγκέντρωση δεν θα πρέπει να παραπέμπεται από την Επιτροπή σε κράτος μέλος το οποίο έχει εκφράσει τη διαφωνία του με την παραπομπή αυτή. Πριν από την κοινοποίηση στις εθνικές αρχές, οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν την παραπομπή στην Επιτροπή μιας συγκέντρωσης χωρίς κοινοτική διάσταση η οποία υπόκειται σε εξέταση δυνάμει των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού τουλάχιστον τριών κρατών μελών. Τέτοια αιτήματα παραπομπής στην Επιτροπή πριν από την κοινοποίηση είναι ιδιαιτέρως προσήκοντα στις περιπτώσεις όπου η συγκέντρωση επηρεάζει τον ανταγωνισμό και πέραν του εδάφους ενός κράτους μέλους. Στις περιπτώσεις όπου μια συγκέντρωση που υπόκειται σε εξέταση δυνάμει των νομοθεσιών ανταγωνισμού τριών ή περισσότερων κρατών μελών και κανένα κράτος μέλος αρμόδιο να εξετάσει την υπόθεση δεν εκφράζει διαφωνία, η Επιτροπή θα πρέπει να αποκτά αποκλειστική αρμοδιότητα για την εξέταση της συγκέντρωσης και η συγκεκριμένη συγκέντρωση θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει κοινοτική διάσταση. Ωστόσο, αυτές οι παραπομπές από κράτος μέλος προς την Επιτροπή πριν από την κοινοποίηση δεν θα πρέπει να γίνονται εάν τουλάχιστον ένα κράτος μέλος αρμόδιο για την εξέταση της υπόθεσης έχει εκφράσει τη διαφωνία του με την εν λόγω παραπομπή. (17) Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου. (18) Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία τους περί ανταγωνισμού στις συγκεντρώσεις με κοινοτική διάσταση, εκτός εάν ο παρών κανονισμός το προβλέπει. Οι σχετικές εξουσίες των εθνικών αρχών θα πρέπει να περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις όπου, ελλείψει παρεμβάσεως της Επιτροπής, κινδυνεύει να παρεμποδισθεί σημαντικά ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός στο έδαφος κράτους μέλους και εφόσον τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους μέλους όσον αφορά τον ανταγωνισμό δεν μπορούν να προστατευθούν επαρκώς με άλλο τρόπο εκτός από τον παρόντα κανονισμό. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να ενεργούν με ταχύτητα σ' αυτές τις περιπτώσεις· λόγω των διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, δεν είναι δυνατό να καθορισθεί, στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, μία και μόνη προθεσμία για την έκδοση οριστικών αποφάσεων βάσει του εθνικού δικαίου. (19) Η αποκλειστική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στις συγκεντρώσεις με κοινοτική διάσταση γίνεται με την επιφύλαξη του άρθρου 296 της συνθήκης και δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία άλλων εννόμων συμφερόντων, εκτός των καλυπτομένων από τον παρόντα κανονισμό, εφόσον τα εν λόγω μέτρα είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές και τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. (20) Είναι σκόπιμο να ορισθεί η έννοια της συγκέντρωσης κατά τρόπο ώστε να καλύπτονται οι πράξεις που επιφέρουν μόνιμη μεταβολή στον έλεγχο των συμμετεχουσών επιχειρήσεων και, συνεπώς, στη διάρθρωση της αγοράς. Ενδείκνυται, επομένως, να υπαχθούν, στο πεδίο του παρόντος κανονισμού, όλες οι κοινές επιχειρήσεις που εκπληρώνουν μόνιμα όλες τις λειτουργίες μιας αυτόνομης οικονομικής οντότητας. Ενδείκνυται επιπλέον να αντιμετωπίζονται ως ενιαία συγκέντρωση οι πράξεις οι οποίες είναι στενά συναφείς υπό την έννοια ότι συνδέονται υπό όρους ή λαμβάνουν τη μορφή μιας σειράς πράξεων σε τίτλους, που πραγματοποιούνται εντός ευλόγως βραχείας προθεσμίας. (21) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις δέχονται περιορισμούς που συνδέονται άμεσα και είναι αναγκαίοι για την πραγματοποίηση της συγκέντρωσης. Οι αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες κηρύσσονται οι συγκεντρώσεις συμβατές με την κοινή αγορά κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να καλύπτουν αυτομάτως τους περιορισμούς αυτούς, χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να αξιολογεί τους εν λόγω περιορισμούς, κατά περίπτωση. Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει, σε υποθέσεις που παρουσιάζουν καινοφανή ή ανεπίλυτα ζητήματα που προκαλούν πραγματική αβεβαιότητα, να αξιολογεί ρητά το κατά πόσον δεδομένος περιορισμός συνδέεται άμεσα και είναι αναγκαίος για την πραγματοποίηση της συγκέντρωσης. Μια υπόθεση παρουσιάζει ένα καινοφανές ή ανεπίλυτο ζήτημα που προκαλεί πραγματική αβεβαιότητα, εάν το εν λόγω ζήτημα δεν καλύπτεται από την ισχύουσα ανακοίνωση της Επιτροπής ή από δημοσιευμένη απόφαση της Επιτροπής. (22) Στο πλαίσιο του καθεστώτος που θα θεσπισθεί για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων θα πρέπει, με την επιφύλαξη του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης, να τηρείται η αρχή περί μη διακρίσεων μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Στο δημόσιο τομέα, κατά τον υπολογισμό του κύκλου εργασιών μιας επιχείρησης που συμμετέχει σε συγκέντρωση, θα πρέπει, ως εκ τούτου, να λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρήσεις που αποτελούν μία οικονομική μονάδα με αυτόνομη εξουσία λήψης αποφάσεων ανεξάρτητα από τον τρόπο κατοχής του κεφαλαίου τους ή τους κανόνες διοικητικής εποπτείας που ισχύουν γι' αυτές. (23) Για να διαπιστωθεί εάν οι συγκεντρώσεις με κοινοτική διάσταση είναι συμβατές ή μη με την κοινή αγορά, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διατήρησης και ανάπτυξης συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή πρέπει να τοποθετεί τις εκτιμήσεις της στο γενικό πλαίσιο της επίτευξης των βασικών στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 2 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και στο άρθρο 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. (24) Για να εξασφαλισθεί ένα σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, στα πλαίσια της προώθησης μια πολιτικής που διεξάγεται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο όλων των συγκεντρώσεων από πλευράς επιπτώσεων στον ανταγωνισμό στην Κοινότητα. Κατόπιν τούτου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4064/89 καθιερώνει την αρχή βάσει της οποίας θα πρέπει να κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κάθε συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση που δημιουργεί ή ενισχύει δεσπόζουσα θέση που συνεπάγεται μία σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της. (25) Λόγω των συνεπειών που μπορεί να έχουν οι συγκεντρώσεις στην ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών, είναι ακόμη περισσότερο αναγκαία η διατήρηση συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις εν λόγω αγορές. Σε πολλές ολιγοπωλιακές αγορές υπάρχει ορισμένος βαθμός υγιούς ανταγωνισμού. Ωστόσο, υπό ορισμένες συνθήκες, οι συγκεντρώσεις που συνεπάγονται την εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που είχαν ασκηθεί μεταξύ των συμμετεχόντων επιχειρήσεων, καθώς και η μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης επί των λοιπών ανταγωνιστών, μπορεί, ακόμη και εν απουσία του ενδεχομένου ενός συντονισμού μεταξύ των μελών του ολιγοπωλίου, να οδηγήσει σε σημαντική παρακώλυση του ανταγωνισμού. Τα κοινοτικά δικαστήρια, ωστόσο, δεν έχουν μέχρι στιγμής ερμηνεύσει ρητά τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4064/89 ως απαιτούντα, οι συγκεντρώσεις που προκαλούν τέτοιας φύσεως μη συντονισμένα αποτελέσματα να κηρύσσονται μη συμβατές με την κοινή αγορά. Ως εκ τούτου, προς το συμφέρον της ασφάλειας του δικαίου, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο παρών κανονισμός προνοεί για τον αποτελεσματικό έλεγχο τέτοιων συγκεντρώσεων καθιερώνοντας την αρχή βάσει της οποίας θα πρέπει να κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά οιαδήποτε συγκέντρωση που παρακωλύει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Η έννοια της "σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού" στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3, θα πρέπει να ερμηνευθεί ως εκτεινόμενη, πέρα από την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, μόνο στις αντιανταγωνιστικές επιπτώσεις μιας συγκέντρωσης που προκύπτουν από τη μη συντονισμένη συμπεριφορά των επιχειρήσεων που δεν έχουν δεσπόζουσα θέση στην εν λόγω αγορά. (26) Ένα σημαντικό εμπόδιο για τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό οφείλεται γενικά στη δημιουργία ή την ενίσχυση μιας δεσπόζουσας θέσης. Προκειμένου να διασφαλισθούν οι κατευθυντήριες γραμμές που μπορεί να προκύπτουν από προγενέστερες αποφάσεις των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και τις αποφάσεις της Επιτροπής βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4064/89, ενώ παράλληλα θα διατηρείται η συνέπεια με τους κανόνες περί ανταγωνιστικής βλάβης που έχουν εφαρμοσθεί από την Επιτροπή και τα κοινοτικά δικαστήρια όσον αφορά το συμβατό μιας συγκέντρωσης με την κοινή αγορά, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, συνεπώς, να καθιερώσει την αρχή βάσει της οποίας κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κάθε συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση που παρακωλύει σημαντικά την ύπαρξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή της ενίσχυσης μιας δεσπόζουσας θέσης, στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της. (27) Eπιπλέον, τα κριτήρια του άρθρου 81 παράγραφοι 1 και 3 της συνθήκης θα πρέπει να εφαρμόζονται στις κοινές επιχειρήσεις που εκπληρώνουν μόνιμα όλες τις λειτουργίες μιας αυτόνομης οικονομικής οντότητας, εφόσον η δημιουργία τους έχει ως άμεση συνέπεια τον σημαντικό περιορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων που παραμένουν ανεξάρτητες. (28) Για να διευκρινισθεί και να επεξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή θα αξιολογεί τις συγκεντρώσεις βάσει του παρόντος κανονισμού, είναι σκόπιμο η Επιτροπή να δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές που θα παρέχουν ένα σωστό οικονομικό πλαίσιο για την εκτίμηση των συγκεντρώσεων προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο μπορούν να κηρυχθούν συμβατές με την κοινή αγορά. (29) Για τον καθορισμό των επιπτώσεων που έχει μια συγκέντρωση επί του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι αποτελεσματικότητας που προβάλλουν βάσιμα οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις. Είναι δυνατόν, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας που προκύπτει από τη συγκέντρωση να αντισταθμίζει τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, και ιδίως τη δυνητική ζημία των καταναλωτών που θα είχε άλλως και, επομένως, η συγκέντρωση να μην παρακωλύει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα αυτής, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή της ενίσχυσης μιας δεσπόζουσας θέσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να λαμβάνει υπόψη λόγους αποτελεσματικότητας. (30) Εάν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις τροποποιήσουν μία κοινοποιηθείσα συγκέντρωση, ιδίως με την πρόταση δεσμεύσεων, προκειμένου να καταστεί συμβατή με την κοινή αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κηρύσσει την τροποποιημένη συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά. Οι εν λόγω δεσμεύσεις θα πρέπει να είναι ανάλογες με το δημιουργούμενο πρόβλημα ανταγωνισμού και να το επιλύουν πλήρως. Θα πρέπει να προβλέπεται ρητά ότι η Επιτροπή μπορεί να συνοδεύει την απόφασή της με όρους και υποχρεώσεις ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση των συμμετεχουσών επιχειρήσεων με τις δεσμεύσεις τους έγκαιρα και αποτελεσματικά ώστε να καταστεί η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, θα πρέπει να εξασφαλίζεται διαφάνεια και αποτελεσματική διαβούλευση με τα κράτη μέλη καθώς και με τους ενδιαφερόμενους τρίτους. (31) Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει στη διάθεσή της κατάλληλα μέσα για να εξασφαλίζει την τήρηση των εν λόγω δεσμεύσεων και για να αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις που δεν τηρούνται. Σε περιπτώσεις αδυναμίας τήρησης ενός όρου που υπάρχει σε απόφαση με την οποία κηρύσσεται η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά, το γεγονός που θα καθιστούσε τη συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά δεν εκπληρώνεται και, επομένως, η συγκέντρωση, όπως πραγματοποιείται, δεν μπορεί να λάβει την έγκριση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, εάν πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μη κοινοποιηθείσα συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε χωρίς άδεια. Επί πλέον, στις περιπτώσεις που η Επιτροπή έχει ήδη διαπιστώσει ότι, λόγω της μη τήρησης ενός όρου, η συγκέντρωση δεν είναι συμβατή με την κοινή αγορά, θα πρέπει να έχει την εξουσία να διατάσσει άμεσα τη διάλυση της συγκέντρωσης προκειμένου να αποκατασταθούν οι συνθήκες που επικρατούσαν πριν από την πραγματοποίησή της. Σε περίπτωση που μια υποχρέωση που συνδέεται με απόφαση με την οποία κηρύσσεται η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά δεν τηρείται, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανακαλεί την απόφασή της. Επίσης, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβάλει χρηματικά πρόστιμα σε περίπτωση μη τήρησης των όρων ή των υποχρεώσεων. (32) Οι συγκεντρώσεις, οι οποίες λόγω του περιορισμένου μεριδίου αγοράς των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, δεν μπορούν να παρακωλύσουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, μπορούν να θεωρούνται ότι είναι συμβατές με την κοινή αγορά. Με την επιφύλαξη των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, τέτοια ένδειξη υπάρχει ιδίως στις περιπτώσεις που το μερίδιο αγοράς των συμμετεχουσών επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει το 25 % είτε στην κοινή αγορά είτε σε σημαντικό τμήμα αυτής. (33) Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι αρμόδια για τη λήψη όλων των απαιτούμενων αποφάσεων με τις οποίες θα κρίνει αν οι συγκεντρώσεις, με κοινοτική διάσταση, μη συμβατές με την κοινή αγορά, καθώς και αποφάσεων για την αποκατάσταση των συνθηκών που επικρατούσαν πριν από την πραγματοποίηση της συγκέντρωσης που κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. (34) Για να εξασφαλισθεί αποτελεσματικός έλεγχος, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεωθούν να κοινοποιούν εκ των προτέρων τις συγκεντρώσεις με κοινοτική διάσταση που προκύπτουν από τη σύναψη συμφωνίας, την ανακοίνωση δημόσιας προσφοράς εξαγοράς ή την απόκτηση ελέγχουσας συμμετοχής. Κοινοποίηση θα μπορεί επίσης να γίνεται εφόσον οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις ενημερώνουν την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να συνάψουν συμφωνία για προτεινόμενη συγκέντρωση και αποδεικνύουν στην Επιτροπή ότι το σχέδιό τους για την προτεινόμενη συγκέντρωση είναι επαρκώς σαφές, παραδείγματος χάριν βάσει μιας συμφωνίας επί της αρχής, ενός μνημονίου συνεννόησης ή μιας επιστολής δήλωσης προθέσεων που υπογράφεται από όλα τα μέρη, ή, σε περίπτωση δημόσιας προσφοράς εξαγοράς, εφόσον έχουν ανακοινώσει δημόσια την πρόθεσή τους για την πραγματοποίηση τέτοιας προσφοράς εξαγοράς, υπό τον όρο ότι η σχεδιαζόμενη συμφωνία ή προσφορά εξαγοράς θα καταλήξει σε συγκέντρωση με κοινοτική διάσταση. Η πραγματοποίηση των συγκεντρώσεων θα πρέπει να αναστέλλεται μέχρι τη λήψη της οριστικής απόφασης της Επιτροπής. Ωστόσο, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής από την αναστολή αυτή κατ' αίτηση των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, εφόσον κρίνεται σκόπιμο. Προκειμένου να αποφασίσει αν θα επιτρέψει ή μη την εν λόγω απαλλαγή, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεκτιμά όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως η φύση και η σοβαρότητα της ζημίας των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ή των τρίτων και η απειλή που συνιστά η συγκέντρωση για τον ανταγωνισμό. Για λόγους ασφάλειας του δικαίου, θα πρέπει ωστόσο η εγκυρότητα των πράξεων να προστατεύεται στο βαθμό που είναι αναγκαίος. (35) Θα πρέπει να προβλεφθεί προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να κινήσει διαδικασία έναντι μιας κοινοποιηθείσας συγκέντρωσης, καθώς και προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να λάβει οριστική απόφαση για τη συμβατότητα ή το ασυμβίβαστο της συγκέντρωσης αυτής με την κοινή αγορά. Οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να παρατείνονται στις περιπτώσεις που οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις προτείνουν δεσμεύσεις για να καταστεί η συγκέντρωση συμβατή με την κοινή αγορά, προκειμένου να παρέχεται επαρκής χρόνος για την ανάλυση των εν λόγω προτάσεων και την εξέταση των επιπτώσεών τους στην αγορά, καθώς και για τις διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και με τους ενδιαφερόμενους τρίτους. Θα πρέπει επίσης να υπάρχει δυνατότητα για περιορισμένη παράταση της προθεσμίας εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να εκδώσει οριστική απόφαση, προκειμένου να παρέχεται επαρκής χρόνος για την εξέταση της υπόθεσης και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και των ισχυρισμών που υποβάλλονται στην Επιτροπή. (36) Η Κοινότητα σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(5). Συνεπώς, ο παρών κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται, τηρουμένων των εν λόγω δικαιωμάτων και αρχών. (37) Στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις, πρέπει να παρέχεται το δικαίωμα ακρόασης εκ μέρους της Επιτροπής, μόλις κινηθεί η σχετική διαδικασία. Η ευκαιρία ακρόασης πρέπει να παρέχεται επίσης στα μέλη των διοικητικών και εποπτικών οργάνων και στους αναγνωρισμένους εκπροσώπους των εργαζομένων στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις, καθώς και σε ενδιαφερόμενους τρίτους. (38) Για την ορθή αξιολόγηση των συγκεντρώσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητά όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και να διεξάγει όλες τις αναγκαίες έρευνες σε όλη την Κοινότητα. Για το σκοπό αυτό και για την αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού, οι εξουσίες έρευνας που διαθέτει η Επιτροπή πρέπει να επεκταθούν. Η Επιτροπή θα πρέπει, συγκεκριμένα, να έχει το δικαίωμα εξέτασης οποιωνδήποτε προσώπων μπορεί να κατέχουν χρήσιμες πληροφορίες και να καταγράφει τις σχετικές δηλώσεις. (39) Κατά τη διάρκεια, έρευνας, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ζητούν οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με το αντικείμενο και το σκοπό της έρευνας. Θα πρέπει επίσης να έχουν το δικαίωμα να επιθέτουν σφραγίδες, κατά τη διάρκεια έρευνας, ιδίως σε περιπτώσεις που υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι μια συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχει κοινοποιηθεί, ότι τα στοιχεία που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή είναι εσφαλμένα, ελλιπή ή παραπλανητικά, ή ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν τηρούν κάποιον όρο ή κάποια υποχρέωση που επιβάλλεται με την απόφαση της Επιτροπής. Εν πάση περιπτώσει, οι σφραγίδες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο για τον έλεγχο, το οποίο κατά κανόνα δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες. (40) Με την επιφύλαξη της νομολογίας του Δικαστηρίου, είναι επίσης χρήσιμο να διευκρινισθεί το πεδίο του δικαστικού ελέγχου που μπορούν να ασκήσουν τα εθνικά δικαστήρια, όταν παρέχουν άδεια, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και ως προληπτικό μέτρο, συνδρομής στις αρχές επιβολής του νόμου προκειμένου να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη εναντίωση εκ μέρους της επιχείρησης στην έρευνα, καθώς και στην επίθεση σφραγίδων, που έχει διαταχθεί με απόφαση της Επιτροπής. Από τη νομολογία προκύπτει ότι οι εθνικές δικαστικές αρχές μπορούν ιδίως να ζητούν από την Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες που χρειάζεται για την πραγματοποίηση του ελέγχου της και ελλείψει των οποίων θα μπορούσε να αρνηθεί τη χορήγηση της άδειας. Η νομολογία επίσης επιβεβαιώνει την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά τον έλεγχο της εφαρμογής των εθνικών κανόνων που διέπουν την εκτέλεση των μέτρων καταναγκασμού. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να συνεργάζονται ενεργά κατά την άσκηση των εξουσιών έρευνας της Επιτροπής. (41) Όταν συμμορφώνονται με αποφάσεις της Επιτροπής, οι επιχειρήσεις και τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να παραδεχθούν ότι έχουν διαπράξει παραβάσεις, αλλά είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένοι να απαντούν σε ερωτήσεις σχετικές με πραγματικά γεγονότα και να παρέχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη στοιχειοθέτηση τέτοιων παραβάσεων εκ μέρους τους ή εκ μέρους άλλων. (42) Για λόγους διαφάνειας, όλες οι αποφάσεις της Επιτροπής που δεν έχουν καθαρά διαδικαστικό χαρακτήρα θα πρέπει να τυγχάνουν ευρείας δημοσιότητας. Στο πλαίσιο της διασφάλισης των δικαιωμάτων άμυνας των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, ιδίως το δικαίωμα πρόσβασης στο σχετικό φάκελο, έχει σημασία να προστατεύεται το επιχειρηματικό απόρρητο. Θα πρέπει επίσης να τηρούνται εμπιστευτικές οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών στο πλαίσιο του δικτύου. (43) Η τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εξασφαλίζεται με την επιβολή, κατά περίπτωση, προστίμων και χρηματικών ποινών. Θα πρέπει να αναγνωρισθεί στο Δικαστήριο πλήρης σχετική δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 229 της συνθήκης. (44) Θα πρέπει να παρακολουθούνται οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιούνται σε τρίτες χώρες συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετέχουν επιχειρήσεις που έχουν την έδρα ή τα κύρια πεδία της δραστηριότητός τους στην Κοινότητα, και να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να λαμβάνει από το Συμβούλιο κατάλληλη εντολή διαπραγματεύσεων, προκειμένου να αντιμετωπίζει τις εν λόγω επιχειρήσεις χωρίς διακρίσεις. (45) Ο παρών κανονισμός δεν θίγει καθ' ουδένα τρόπο τα συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων, όπως αναγνωρίζονται στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις, ιδίως όσον αφορά τυχόν υποχρέωση ενημέρωσής των αναγνωρισμένων εκπροσώπων τους ή διαβούλευσης μαζί τους βάσει του κοινοτικού ή του εθνικού δικαίου. (46) Η Επιτροπή θα πρέπει να δύναται να καθορίζει λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με τις διαδικασίες για την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή. Για τη θέσπιση των εκτελεστικών διατάξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να επικουρείται από συμβουλευτική επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 23, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
|