ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
Α. ΑΠΟΡΡΙΨΕΙΣ ΥΔΑΤΙΝΩΝ ΛΥΜΑΤΩΝ
Η μέθοδος ανάλυσης αναφοράς για τον προσδιορισμό της ολικής αιωρούμενης ύλης (διηθητής ύλης από δείγμα που δεν έχει υποστεί καθίζηση) εκφρασμένης σε mg/l είναι η διήθηση με διηθητική μεμβράνη των 0,45 μm, ξήρανση στους 105 °C και ζύγιση (
4
).
Τα δείγματα πρέπει να λαμβάνονται κατά τρόπον ώστε να είναι αντιπροσωπευτικά για την απόρριψη σε χρονική περίοδο 24 ωρών.
Ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να πραγματοποιείται με προσέγγιση (
5
) ± 5 % και ακρίβεια (
6
) ± 10 %.
Β. ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΕΘΟΔΟΥ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ
I. Βαρυμετρική μέθοδος
1. Η μέθοδος που θα επιλεγεί πρέπει να είναι μια βαρυμετρική μέθοδος κατάλληλα για τη μέτρηση της συνολικής ποσότητας σκόνης που εκπέμπεται μέσω του συστήματος απαγωγής.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα της σκόνης σε αμίαντο. Εάν απαιτούνται μετρήσεις περιεκτικοτήτων, η περιεκτικότητα της σκόνης σε αμίαντο πρέπει, είτε να μετράται είτε να υπολογίζεται. Η ελέγχουσα αρχή αποφασίζει για τη συχνότητα της μέτρησης αυτής, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης και την παραγωγή της· η μέτρηση όμως πρέπει να γίνεται στην αρχή τουλάχιστον κάθε έξι μήνες. Εάν ένα κράτος μέλος έχει διαπιστώσει ότι η εν λόγω περιεκτικότητα δεν παρουσιάζει αξιοσημείωτες διακυμάνσεις, η συχνότητα των μετρήσεων μπορεί να μειωθεί. Στις περιπτώσεις που δεν γίνονται περιοδικές μετρήσεις, η οριακή τιμή που καθορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας ισχύει για το σύνολο των εκπομπών σκόνης.
Η δειγματοληψία πρέπει να γίνεται πριν από οποιαδήποτε αραίωση της προς μέτρηση ροής.
2. Η δειγματοληψία πρέπει να πραγματοποιείται με προσέγγιση ± 40 % και ακρίβεια ± 20 % στα πλαίσια της οριακής τιμής. Το όριο ανίχνευσης πρέπει να είναι 20 %. Πρέπει να πραγματοποιούνται τουλάχιστον δύο μετρήσεις υπό τις ίδιες συνθήκες για να ελέγχεται η τήρηση της οριακής τιμής.
3.
Όροι λειτουργίας της εγκατάστασης
Οι μετρήσεις είναι έγκυρες μόνον εάν η δειγματοληψία γίνεται κατά τη διάρκεια κανονικής λειτουργίας της εγκατάστασης.
4.
Επιλογή του σημείου δειγματοληψίας
Το σημείο δειγματοληψίας πρέπει να βρίσκεται σε μέρος που να παρουσιάζει συνθήκες γραμμικής ροής. Συνθήκες στροβιλώδους ροής και εμπόδια τα οποία ενδέχεται να διαταράξουν τη ροή του διερχόμενου αέρα, πρέπει κατά το δυνατό να αποφεύγονται επιμελώς.
5.
Μετατροπές που απαιτούνται για τη δειγματοληψία
Στους αγωγούς από τους οποίους θα γίνει δειγματοληψία πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλα ανοίγματα και εξέδρες.
6.
Προκαταρκτικές μετρήσεις πριν από τη δειγματοληψία
Πριν αρχίσει η δειγματοληψία πρέπει να διεξαχθούν ορισμένες προκαταρκτικές μετρήσεις, και δη της θερμοκρασίας, της πίεσης και της ταχύτητας του αέρα στον αγωγό. Κανονικά, η θερμοκρασία και η πίεση του αέρα μετριούνται στη γραμμή δειγματοληψίας υπό κανονικές συνθήκες ροής. Υπό εξαιρετικές συνθήκες πρέπει να γίνονται επί πλέον μετρήσεις όσον αφορά τη συγκέντρωση υδρατμών έτσι ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις στα αποτελέσματα.
7.
Γενικές απαιτήσεις κατά τη διαδικασία δειγματοληψίας
Η διαδικασία απαιτεί τη διήθηκη δείγματος αέρος από αγωγό που απάγει τις εκπομπές σκόνης αμιάντου και τη μέτρηση της περιεκτικότητας σε αμίαντο της σκόνης που κατακρατείται στο φίλτρο.
7.1. Διεξάγεται κατ' αρχήν δοκιμή στεγανότητας στη γραμμή δειγματοληψίας για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν διαρροές ικανές να οδηγήσουν σε σφάλματα μέτρησης. Η κεφαλή του δειγματολήπτη φράσσεται επιμελώς και η αντλία δειγματοληψίας τίθεται σε λειτουργία. Η διαρροή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 % της κανονικής παροχής της δειγματοληψίας.
7.2. Η δειγματοληψία διεξάγεται κανονικά υπό ισοκινητικές συνθήκες.
7.3. Η διάρκεια της δειγματοληψίας εξαρτάται από τον τύπο της διεργασίας που υπόκειται σε έλεγχο και από τη χρησιμοποιούμενη γραμμή δειγματοληψίας, και η διάρκεια δειγματοληψίας πρέπει να επαρκεί ώστε να εξασφαλίζεται ότι συλλέγεται η ενδεδειγμένη ποσότητα του υλικού προς ζύγιση. Η δειγματοληψία πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική της συνολικής διεργασίας που υπόκειται σε έλεγχο.
7.4. Όταν το φίλτρο του δειγματολήπτη δεν βρίσκεται πλησίον της κεφαλής του δειγματολήπτη, πρέπει να χρησιμοποιούνται μέθοδοι ανάκτησης των υλών που ενδέχεται να έχουν επικαθήσει στον καθετήρα δειγματοληψίας
7.5. Η κεφαλή του δειγματολήπτη και ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας προσδιορίζονται σύμφωνα με το επιλεγόμενο εθνικό πρότυπο.
8.1. Πρέπει να επιλέγεται το κατάλληλο φίλτρο για τη χρησιμοποιούμενη τεχνική ανάλυσης. Για τη βαρυμετρική μέθοδο προτιμώνται τα φίλτρα από υαλοβάμβακα.
8.2. Απαιτείται ελάχιστη διηθητική ικανότητα 99 %, όπως αυτή καθορίζεται σε συνάρτηση με τη δοκιμασία DOP όπου χρησιμοποιείται αερόλυμα με σωματίδια διαμέτρου 0,3 μm.
9.1. Πρέπει να χρησιμοποιείται κατάλληλος ζυγός μεγάλης ακριβείας.
9.2. Για να επιτυγχάνεται η απαιτούμενη ακρίβεια κατά τη ζύγιση, τα φίλτρα πρέπει να υποβάλλονται σε σχολαστική προεργασία πριν και μετά τη δειγματοληψία.
10.
Έκφραση των αποτελεσμάτων
Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία της μέτρησης, τις παραμέτρους που αφορούν τη θερμοκρασία, την πίεση και τη ροή και πρέπει να περιλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία όπως ένα απλό σχήμα που να δείχνει τη θέση των σημείων δειγματοληψίας, τις διαστάσεις των αγωγών, τους όγκους στους οποίους αναφέρεται η δειγματοληψία και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα αυτά εκφράζονται σε κανονικές συνθήκες θερμοκρασίας (273 °K) και πίεσης (101,3 kPa).
II. Μέθοδοι καταμετρήσιμων ινών
Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται μέθοδοι καταμέτρησης ινών για τον έλεγχο της τήρησης της οριακής τιμής του άρθρου 4 της οδηγίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας, συντελεστής μετατροπής 2 ίνες/ml σε 0,1 mg/m3 σκόνης αμιάντου.
Κατά την έννοια της οδηγίας ως «ίνα» θεωρείται, κάθε αντικείμενο με μήκος μεγαλύτερο των 5 μm, πλάτος μικρότερο των 3 μm και λόγο μήκους/πλάτους μεγαλύτερο του 3/1, το οποίο μετριέται με μικροσκόπιο αντίθεσης φάσης με βάση την ευρωπαϊκή μέθοδο αναφοράς που ορίζεται στο παράρτημα I της οδηγίας 83/477/ΕΟΚ.
Μια μέθοδος καταμέτρησης ινών πρέπει να ανταποκρίνεται στις ακόλουθες προδιαγραφές:
1. Η μέθοδος πρέπει να επιτρέπει τη μέτρηση της συγκέντρωσης καταμετρήσιμων ινών στα εκπεμπόμενα αέρια.
Η ελέγχουσα αρχή αποφασίζει για τη συχνότητα της μέτρησης αυτής, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης και την παραγωγή της· η μέτρηση όμως πρέπει να γίνεται τουλάχιστον κάθε 6 μήνες. Στις περιπτώσεις που δεν γίνονται περιοδικές μετρήσεις οι οριακές τιμές που καθορίζονται στο άρθρο 4 ισχύουν για το σύνολο των εκπομπών σκόνης.
Η δειγματοληψία πρέπει να γίνεται πριν από οποιαδήποτε αραίωση της προς μέτρηση ροής.
2.
Όροι λειτουργίας της εγκατάστασης
Οι μετρήσεις είναι έγκυρες μόνον εάν η δειγματοληψία γίνεται κατά τη διάρκεια κανονικής λειτουργίας της εγκατάστασης.
3.
Επιλογή του σημείου δειγματοληψίας
Το σημείο δειγματοληψίας πρέπει να βρίσκεται σε μέρος που να παρουσιάζει συνθήκες γραμμικής ροής. Συνθήκες στροβιλώδους ροής και εμπόδια τα οποία ενδέχεται να δημιουργήσουν κακές συνθήκες ροής του αέρα πρέπει κατά το δυνατό να αποφεύγονται επιμελώς.
4.
Μετατροπές που απαιτούνται για τη δειγματοληψία
Στους αγωγούς από τους οποίους θα γίνει η δειγματοληψία πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλα ανοίγματα και εξέδρες.
5.
Προκαταρκτικές μετρήσεις πριν από τη δειγματοληψία
Πριν αρχίσει η δειγματοληψία πρέπει να διεξαχθούν ορισμένες προκαταρκτικές μετρήσεις, και δη της θερμοκρασίας, της πίεσης και της ταχύτητας του αέρα στον αγωγό. Κανονικά, η θερμοκρασία και η πίεση του αέρα μετριούνται στη γραμμή δειγματοληψίας υπό κανονικές συνθήκες ροής. Υπό εξαιρετικές συνθήκες πρέπει να λαμβάνονται επί πλέον μετρήσεις όσον αφορά τη συγκέντρωση υδρατμών έτσι ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις στα αποτελέσματα.
6.
Γενικές απαιτήσεις για τη διαδικασία δειγματοληψίας
Η διαδικασία απαιτεί τη διάθεση δείγματος αέρος από αγωγό που απάγει τις εκπομπές σκόνης αμίαντου και τη μέτρηση των καταμετρήσεων ινών αμίαντου στη σκόνη που κατακρατείται στο φίλτρο.
6.1. Διεξάγεται κατ' αρχήν δοκιμή στεγανότητας στη γραμμή δειγματοληψίας για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν διαρροές ικανές να οδηγήσουν σε σφάλματα μέτρησης. Η κεφαλή του δειγματολήπτη φράσσεται επιμελώς και η αντλία δειγματοληψίας τίθεται σε λειτουργία. Η διαρροή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 % της κανονικής παροχής της δειγματοληψίας.
6.2. Η δειγματοληψία των εκπεμπομένων αερίων διεξάγεται μέσα στον αγωγό εκπομπής υπό ισοκινητικές συνθήκες.
6.3. Η διάρκεια της δειγματοληψίας εξαρτάται από τον τύπο της διεργασίας που υπόκειται σε έλεγχο και από το μέγεθος του χρησιμοποιούμενου δειγματοληπτικού ακροφυσίου. Η διάρκεια δειγματοληψίας πρέπει να επαρκεί ώστε το φίλτρο συλλογής του δείγματος να κατακρατεί 100 έως 600 καταμετρήσιμες ίνες αμίαντου/mm2. Η δειγματοληψία πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική της συνολικής διεργασίας που υπόκεινται σε έλεγχο.
6.4. Η κεφαλή του δειγματολήπτη και ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας προσδιορίζονται σύμφωνα με το επιλεγόμενο εθνικό πρότυπο.
7.1. Πρέπει να επιλέγεται το κατάλληλο φίλτρο για την τεχνική μέτρησης. Για τη μέθοδο καταμετρήσιμων ινών χρησιμοποιούνται φίλτρα από μεμβράνες (μεικτοί εστέρες κυτταρίνης ή νιτροκυτταρίνη) με ονομαστικό μέγεθος πόρων 5 mm, τυπωμένα τετραγωνίδια και διάμετρο 25 mm.
7.2. Το φίλτρο συλλογής δειγμάτων πρέπει να έχει ελάχιστη διηθητική ικανότητα 99 % όσον αφορά τις καταμετρήσιμες ίνες αμιάντου.
Η μέθοδος καταμέτρησης ινών πρέπει να είναι σύμφωνη με την ευρωπαϊκή μέθοδο αναφοράς, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας 83/477/ΕΟΚ.
9.
Έκφραση των αποτελεσμάτων
Η παρουσίαση των αποτελεσμάτων πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία της μέτρησης, τις παραμέτρους που αφορούν τη θερμοκρασία, την πίεση και τη ροή και πρέπει να περιλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία όπως ένα απλό σχήμα που να δείχνει τη θέση των σημείων δειγματοληψίας, τις διαστάσεις των αγωγών, τους όγκους στους οποίους αναφέρεται η δειγματοληψία και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα αυτά εκφράζονται σε κανονικές συνθήκες θερμοκρασίας (273 K) και πίεσης (101,3 kPa).