+ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EE) 2024/1991 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Ιουνίου 2024 για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
---+Preamble: 1
---+CHAPTER I GENERAL PROVISIONS
------+Άρθρο 1 Αντικείμενο
---------+Άρθρο 1 1
---------+Άρθρο 1 2
------+Άρθρο 2 Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής
---------+Article 2 (a)
---------+Article 2 (b)
---------+Article 2 (c)
---------+Άρθρο 2 2
------+Άρθρο 3 Ορισμοί
---------+Άρθρο 3 1)
---------+Άρθρο 3 2)
---------+Άρθρο 3 3)
---------+Άρθρο 3 4)
---------+Άρθρο 3 5)
---------+Άρθρο 3 6)
---------+Άρθρο 3 7)
---------+Άρθρο 3 8)
---------+Άρθρο 3 9)
---------+Άρθρο 3 10)
---------+Άρθρο 3 11)
---------+Άρθρο 3 12)
---------+Άρθρο 3 13)
---------+Άρθρο 3 14)
---------+Άρθρο 3 15)
---------+Άρθρο 3 16)
---------+Άρθρο 3 17)
---------+Άρθρο 3 18)
---------+Άρθρο 3 19)
---------+Άρθρο 3 20)
---------+Άρθρο 3 21)
---------+Άρθρο 3 22)
---------+Άρθρο 3 23)
---------+Άρθρο 3 24)
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
------+Άρθρο 4 Αποκατάσταση χερσαίων και παράκτιων οικοσυστημάτων και οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων
---------+Άρθρο 4 1
---------+Άρθρο 4 2
---------+Άρθρο 4 3
---------+Άρθρο 4 4
---------+Άρθρο 4 5
---------+Άρθρο 4 6
---------+Άρθρο 4 7
---------+Άρθρο 4 8
---------+Άρθρο 4 9
---------+Άρθρο 4 10
---------+Άρθρο 4 11
---------+Άρθρο 4 12
---------+Άρθρο 4 13
---------+Άρθρο 4 14
---------+Άρθρο 4 15
---------+Άρθρο 4 16
---------+Άρθρο 4 17
------+Άρθρο 5 Αποκατάσταση θαλάσσιων οικοσυστημάτων
---------+Άρθρο 5 1
---------+Άρθρο 5 2
---------+Άρθρο 5 3
---------+Άρθρο 5 4
---------+Άρθρο 5 5
---------+Άρθρο 5 6
---------+Άρθρο 5 7
---------+Άρθρο 5 8
---------+Άρθρο 5 9
---------+Άρθρο 5 10
---------+Άρθρο 5 11
---------+Άρθρο 5 12
---------+Άρθρο 5 13
---------+Άρθρο 5 14
------+Άρθρο 6 Ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές
---------+Άρθρο 6 1
---------+Άρθρο 6 2
------+Άρθρο 7 Εθνική άμυνα
---------+Άρθρο 7 1
---------+Άρθρο 7 2
------+Άρθρο 8 Αποκατάσταση αστικών οικοσυστημάτων
---------+Άρθρο 8 1
---------+Άρθρο 8 2
---------+Άρθρο 8 3
------+Άρθρο 9 Αποκατάσταση της φυσικής συνδεσιμότητας των ποταμών και των φυσικών λειτουργιών των σχετικών πλημμυρικών περιοχών
---------+Άρθρο 9 1
---------+Άρθρο 9 2
---------+Άρθρο 9 3
---------+Άρθρο 9 4
------+Άρθρο 10 Αποκατάσταση των πληθυσμών των επικονιαστών
---------+Άρθρο 10 1
---------+Άρθρο 10 2
---------+Άρθρο 10 3
---------+Άρθρο 10 4
---------+Άρθρο 10 5
------+Άρθρο 11 Αποκατάσταση γεωργικών οικοσυστημάτων
---------+Άρθρο 11 1
---------+Άρθρο 11 2
---------+Άρθρο 11 3
---------+Άρθρο 11 4
------+Άρθρο 12 Αποκατάσταση δασικών οικοσυστημάτων
---------+Άρθρο 12 1
---------+Άρθρο 12 2
---------+Άρθρο 12 3
---------+Άρθρο 12 4
------+Άρθρο 13 Φύτευση τριών δισεκατομμυρίων επιπλέον δέντρων
---------+Άρθρο 13 1
---------+Άρθρο 13 2
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΕΘΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
------+Άρθρο 14 Κατάρτιση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης
---------+Άρθρο 14 1
---------+Άρθρο 14 2
---------+Άρθρο 14 3
---------+Άρθρο 14 4
---------+Άρθρο 14 5
---------+Άρθρο 14 6
---------+Άρθρο 14 7
---------+Άρθρο 14 8
---------+Άρθρο 14 9
---------+Άρθρο 14 10
---------+Άρθρο 14 11
---------+Άρθρο 14 12
---------+Άρθρο 14 13
---------+Άρθρο 14 14
---------+Άρθρο 14 15
---------+Άρθρο 14 16
---------+Άρθρο 14 17
---------+Άρθρο 14 18
---------+Άρθρο 14 19
---------+Άρθρο 14 20
------+Άρθρο 15 Περιεχόμενο του εθνικού σχεδίου αποκατάστασης
---------+Άρθρο 15 1
---------+Άρθρο 15 2
---------+Άρθρο 15 3
---------+Άρθρο 15 4
---------+Άρθρο 15 5
---------+Άρθρο 15 6
---------+Άρθρο 15 7
------+Άρθρο 16 Υποβολή του προσχεδίου του εθνικού σχεδίου αποκατάστασης
------+Άρθρο 17 Αξιολόγηση του εθνικού σχεδίου αποκατάστασης
---------+Άρθρο 17 1
---------+Άρθρο 17 2
---------+Άρθρο 17 3
---------+Άρθρο 17 4
---------+Άρθρο 17 5
---------+Άρθρο 17 6
------+Άρθρο 18 Συντονισμός των μέτρων αποκατάστασης στα θαλάσσια οικοσυστήματα
---------+Άρθρο 18 1
---------+Άρθρο 18 2
---------+Άρθρο 18 3
---------+Άρθρο 18 4
------+Άρθρο 19 Επανεξέταση του εθνικού σχεδίου αποκατάστασης
---------+Άρθρο 19 1
---------+Άρθρο 19 2
---------+Άρθρο 19 3
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ
------+Άρθρο 20 Παρακολούθηση
---------+Άρθρο 20 1
---------+Άρθρο 20 2
---------+Άρθρο 20 3
---------+Άρθρο 20 4
---------+Άρθρο 20 5
---------+Άρθρο 20 6
---------+Άρθρο 20 7
---------+Άρθρο 20 8
---------+Άρθρο 20 9
---------+Άρθρο 20 10
---------+Άρθρο 20 11
---------+Άρθρο 20 12
------+Άρθρο 21 Υποβολή εκθέσεων
---------+Άρθρο 21 1
---------+Άρθρο 21 2
---------+Άρθρο 21 3
---------+Άρθρο 21 4
---------+Άρθρο 21 5
---------+Άρθρο 21 6
---------+Άρθρο 21 7
---------+Άρθρο 21 8
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
------+Άρθρο 22 Τροποποίηση των παραρτημάτων
---------+Άρθρο 22 1
---------+Άρθρο 22 2
---------+Άρθρο 22 3
---------+Άρθρο 22 4
---------+Άρθρο 22 5
---------+Άρθρο 22 6
---------+Άρθρο 22 7
------+Άρθρο 23 Άσκηση της εξουσιοδότησης
---------+Άρθρο 23 1
---------+Άρθρο 23 2
---------+Άρθρο 23 3
---------+Άρθρο 23 4
---------+Άρθρο 23 5
---------+Άρθρο 23 6
------+Άρθρο 24 Διαδικασία επιτροπής
---------+Άρθρο 24 1
---------+Άρθρο 24 2
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
------+Άρθρο 25 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869
------+Άρθρο 26 Επανεξέταση
---------+Άρθρο 26 1
---------+Άρθρο 26 2
------+Άρθρο 27 Προσωρινή αναστολή
---------+Άρθρο 27 1
---------+Άρθρο 27 2
---------+Άρθρο 27 3
------+Άρθρο 28 Έναρξη ισχύος
---+ANNEX I TERRESTRIAL, COASTAL AND FRESHWATER ECOSYSTEMS – HABITAT TYPES AND GROUPS OF HABITAT TYPES REFERRED TO IN ARTICLE 4(1) AND (4)
------+1. GROUP 1: Wetlands (coastal & inland)
------+2. GROUP 2: Grasslands and other pastoral habitats
------+3. GROUP 3: River, lake, alluvial and riparian habitats
------+4. GROUP 4: Forests
------+5. GROUP 5: Steppe, heath and scrub habitats
------+6. GROUP 6: Rocky and dune habitats
---+ANNEX II MARINE ECOSYSTEMS – HABITAT TYPES AND GROUPS OF HABITAT TYPES REFERRED TO IN ARTICLE 5(1) AND (2)
------+1. Group 1: Seagrass beds
------+2. Group 2: Macroalgal forests
------+3. Group 3: Shellfish beds
------+4. Group 4: Maerl beds
------+5. Group 5: Sponge, coral and coralligenous beds
------+6. Group 6: Vents and seeps
------+7. Group 7: Soft sediments (not deeper than 1 000 metres of depth)
---+ANNEX III MARINE SPECIES REFERRED TO IN ARTICLE 5(5)
---+ANNEX IV LIST OF BIODIVERSITY INDICATORS FOR AGRICULTURAL ECOSYSTEMS REFERRED TO IN ARTICLE 11(2)
---+ANNEX V COMMON FARMLAND BIRD INDEX AT NATIONAL LEVEL
---+ANNEX VI LIST OF BIODIVERSITY INDICATORS FOR FOREST ECOSYSTEMS REFERRED TO IN ARTICLE 12(2) AND 12(3)
---+ANNEX VII LIST OF EXAMPLES OF RESTORATION MEASURES REFERRED TO IN ARTICLE 14(16)
English - European Union - Environment -

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EE) 2024/1991 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Ιουνίου 2024 για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EE) 2024/1991 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 24ης Ιουνίου 2024

για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Preamble: 1

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Είναι απαραίτητη η θέσπιση κανόνων σε επίπεδο Ένωσης για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων ώστε να διασφαλιστεί η ανάκαμψη της βιοποικιλότητας και της ανθεκτικότητας της φύσης σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης. Η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων συμβάλλει επίσης στους στόχους της Ένωσης για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν.

(2)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2019, με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» («Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία») καθορίζει έναν φιλόδοξο χάρτη πορείας για τον μετασχηματισμό της Ένωσης σε δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία, με μια σύγχρονη, αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων και ανταγωνιστική οικονομία, με στόχο την προστασία, τη διατήρηση και την ενίσχυση του φυσικού κεφαλαίου της Ένωσης και την προστασία της υγείας και της ευημερίας των πολιτών από κινδύνους και επιπτώσεις που σχετίζονται με το περιβάλλον. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 2020, με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 — Επαναφορά της φύσης στη ζωή μας» καθορίζει τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030.

(3)

Η Ένωση και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα (4). Ως εκ τούτου, έχουν δεσμευτεί στο μακροπρόθεσμο στρατηγικό όραμα, το οποίο εγκρίθηκε κατά τη δέκατη σύνοδο της διάσκεψης των μερών της εν λόγω σύμβασης στις 18-29 Οκτωβρίου 2010 με την απόφαση X/2 — Στρατηγικό σχέδιο για τη βιοποικιλότητα 2011-2020, βάσει του οποίου, έως το 2050, η βιοποικιλότητα θα αναγνωρίζεται ως αξία, θα διατηρείται, θα αποκαθίσταται και θα χρησιμοποιείται συνετά, με τη διατήρηση των οικοσυστημικών υπηρεσιών, με τη διαφύλαξη ενός υγιούς πλανήτη και με την παροχή οφελών απαραίτητων για όλους τους ανθρώπους.

(4)

Το παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιοποικιλότητα, το οποίο εγκρίθηκε κατά τη δέκατη πέμπτη σύνοδο της διάσκεψης των μερών της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα στις 7-19 Δεκεμβρίου 2022, καθορίζει παγκόσμιους, προσανατολισμένους στη δράση στόχους με σκοπό την επείγουσα ανάληψη δράσης κατά τη δεκαετία έως το 2030. Ο στόχος 1 συνίσταται στο να διασφαλιστεί ότι όλες οι περιοχές υπόκεινται σε συμμετοχικό, ολοκληρωμένο χωρικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει τη βιοποικιλότητα και/ή σε αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης που λαμβάνουν υπόψη τις αλλαγές χρήσης γης και θάλασσας· να μειωθεί η απώλεια περιοχών υψηλής σημασίας για τη βιοποικιλότητα, συμπεριλαμβανομένων των οικοσυστημάτων υψηλής οικολογικής ακεραιότητας, σχεδόν στο μηδέν έως το 2030, με παράλληλο σεβασμό των δικαιωμάτων των αυτοχθόνων πληθυσμών και των τοπικών κοινοτήτων, όπως ορίζονται στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Αυτοχθόνων Λαών. Ο στόχος 2 συνίσταται στο να εξασφαλιστεί ότι, έως το 2030, τουλάχιστον το 30 % των περιοχών των υποβαθμισμένων χερσαίων, θαλάσσιων και παράκτιων οικοσυστημάτων και των οικοσυστημάτων εσωτερικών υδάτων θα βρίσκονται υπό αποτελεσματική αποκατάσταση, ώστε να ενισχυθούν η βιοποικιλότητα και οι οικοσυστημικές λειτουργίες και υπηρεσίες, καθώς και η οικολογική ακεραιότητα και συνδεσιμότητα. Ο στόχος 11 συνίσταται στο να αποκατασταθεί, να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η προσφορά της φύσης στον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων των οικοσυστημικών λειτουργιών και υπηρεσιών, όπως η κανονιστική ρύθμιση του αέρα, των υδάτων και του κλίματος, η υγεία του εδάφους, η επικονίαση και η μείωση του κινδύνου εκδήλωσης ασθενειών, καθώς και η προστασία από φυσικούς κινδύνους και καταστροφές, μέσω λύσεων που βασίζονται στη φύση και/ή προσεγγίσεων με βάση το οικοσύστημα, προς όφελος όλων των ανθρώπων και της φύσης. Με το παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιοποικιλότητα θα μπορέσει να σημειωθεί πρόοδος προς την επίτευξη των προσανατολισμένων στα αποτελέσματα στόχων για το 2050.

(5)

Οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, και ειδικότερα οι στόχοι 14.2, 15.1, 15.2 και 15.3, αναφέρονται στην ανάγκη διασφάλισης της διατήρησης, αποκατάστασης και βιώσιμης χρήσης των χερσαίων και εσωτερικών οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και των συναφών υπηρεσιών, ιδίως των δασών, των υγροτόπων, των βουνών και των ξηρών εκτάσεων.

(6)

Στο ψήφισμα της, της 1ης Μαρτίου 2019, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ανακήρυξε την περίοδο 2021–2030 ως δεκαετία των Ηνωμένων Εθνών για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, με στόχο την υποστήριξη και κλιμάκωση των προσπαθειών για την πρόληψη, ανάσχεση και αναστροφή της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων παγκοσμίως και την ευαισθητοποίηση όσον αφορά τη σημασία της αποκατάστασης των οικοσυστημάτων.

(7)

Η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι η βιοποικιλότητα της Ευρώπης θα τεθεί σε πορεία ανάκαμψης έως το 2030, προς όφελος των ανθρώπων, του πλανήτη, του κλίματος και της οικονομίας μας. Καθορίζει ένα φιλόδοξο σχέδιο αποκατάστασης της φύσης της ΕΕ με αρκετές βασικές δεσμεύσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η δέσμευση για υποβολή πρότασης για νομικά δεσμευτικούς στόχους αποκατάστασης της φύσης στην ΕΕ με στόχο την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων, ιδίως εκείνων που διαθέτουν το μεγαλύτερο δυναμικό δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα, και την πρόληψη και μείωση των επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών.

(8)

Στο ψήφισμά του της 9ης Ιουνίου 2021 σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επικρότησε θερμά τη δέσμευση για την εκπόνηση νομοθετικής πρότασης με δεσμευτικούς στόχους αποκατάστασης της φύσης και, επιπλέον, θεώρησε ότι, εκτός από έναν συνολικό στόχο αποκατάστασης, θα πρέπει να περιλαμβάνονται συγκεκριμένοι στόχοι αποκατάστασης για οικοσυστήματα, οικοτόπους και είδη, που θα καλύπτουν τα δάση, τους λειμώνες, τους υγροβιότοπους, τους τυρφώνες, τους επικονιαστές, τους ποταμούς ελεύθερης ροής, τις παράκτιες περιοχές και τα θαλάσσια οικοσυστήματα.

(9)

Στα συμπεράσματά του της 23ης Οκτωβρίου 2020, το Συμβούλιο αναγνώρισε ότι η πρόληψη της περαιτέρω υποβάθμισης της σημερινής κατάστασης της βιοποικιλότητας και της φύσης έχει μεν ουσιαστική σημασία αλλά δεν επαρκεί για να επαναφέρει τη φύση στη ζωή μας. Το Συμβούλιο επαναβεβαίωσε ότι χρειάζεται μεγαλύτερη φιλοδοξία όσον αφορά την αποκατάσταση της φύσης, όπως προτείνεται με το νέο σχέδιο αποκατάστασης της φύσης της ΕΕ, το οποίο περιλαμβάνει μέτρα για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και πέραν των προστατευόμενων περιοχών. Το Συμβούλιο δήλωσε επίσης ότι ανέμενε πρόταση για νομικά δεσμευτικούς στόχους αποκατάστασης της φύσης, με την επιφύλαξη εκτίμησης επιπτώσεων.

(10)

Η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 καθορίζει δέσμευση για νομική προστασία τουλάχιστον του 30 % της χερσαίας έκτασης, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών υδάτων, και του 30 % της θαλάσσιας περιοχής στην Ένωση, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα τρίτο θα πρέπει να τελεί υπό αυστηρή προστασία, συμπεριλαμβανομένων όλων των εναπομεινάντων πρωτογενών και παλαιών δασών. Τα κριτήρια και οι κατευθύνσεις για τον χαρακτηρισμό πρόσθετων προστατευόμενων περιοχών από τα κράτη μέλη («κριτήρια και κατευθύνσεις»), που ανέπτυξε η Επιτροπή το 2022 σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη, τονίζουν ότι, εάν οι αποκατεστημένες περιοχές συμμορφώνονται ή αναμένεται να συμμορφώνονται, όταν η αποκατάσταση παράξει πλήρως τα αποτελέσματά της, με τα κριτήρια για τις προστατευόμενες περιοχές, οι εν λόγω αποκατεστημένες περιοχές θα συμβάλουν επίσης στους στόχους της Ένωσης για τις προστατευόμενες περιοχές. Στα κριτήρια και τις κατευθύνσεις επισημαίνεται, επίσης, ότι οι προστατευόμενες περιοχές μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στους στόχους αποκατάστασης της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, με τη δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε να είναι επιτυχείς οι προσπάθειες αποκατάστασης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για περιοχές που μπορούν να ανακάμψουν με φυσικό τρόπο σταματώντας ή περιορίζοντας ορισμένες από τις πιέσεις που ασκούνται από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η θέση τέτοιου είδους περιοχών, μεταξύ άλλων στο θαλάσσιο περιβάλλον, υπό αυστηρή προστασία, θα είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, επαρκής για να οδηγήσει στην ανάκαμψη των φυσικών αξιών που φιλοξενούν. Επιπλέον, τονίζεται στα κριτήρια και την καθοδήγηση ότι όλα τα κράτη μέλη αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για τις προστατευόμενες περιοχές που ορίζονται στη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, σε βαθμό ανάλογο με τις φυσικές αξίες που φιλοξενούν και τις δυνατότητες που έχουν για αποκατάσταση της φύσης.

(11)

Η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 θέτει τον στόχο να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει επιδείνωση των τάσεων διατήρησης ή της κατάστασης των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών και ότι τουλάχιστον το 30 % των ειδών και οικοτόπων που δεν βρίσκονται επί του παρόντος σε ικανοποιητική κατάσταση θα ενταχθούν στην εν λόγω κατηγορία ή θα παρουσιάσουν ισχυρή θετική τάση για ένταξη στην εν λόγω κατηγορία έως το 2030. Οι κατευθυντήριες γραμμές που ανέπτυξε η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη για να υποστηρίξει την επίτευξη των στόχων αυτών υπογραμμίζουν ότι είναι πιθανό να απαιτηθούν προσπάθειες διατήρησης και αποκατάστασης για τους περισσότερους από αυτούς τους οικοτόπους και τα είδη, είτε με την ανάσχεση των τρεχουσών αρνητικών τους τάσεων έως το 2030 είτε με τη διατήρηση των τρεχουσών σταθερών ή βελτιούμενων τάσεων είτε με την πρόληψη της μείωσης των οικοτόπων και των ειδών με ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές υπογραμμίζουν περαιτέρω ότι οι εν λόγω προσπάθειες αποκατάστασης πρέπει πρωτίστως να προγραμματιστούν, να εφαρμοστούν και να συντονιστούν σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο και ότι, κατά την επιλογή και την ιεράρχηση των ειδών και των οικοτόπων που πρόκειται να βελτιωθούν έως το 2030, πρέπει να επιδιωχθούν συνέργειες με άλλους ενωσιακούς και διεθνείς στόχους, ιδίως στόχους πολιτικής για το περιβάλλον και το κλίμα.

(12)

Στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση της φύσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της 15ης Οκτωβρίου 2020 (η «έκθεση του 2020 για την κατάσταση της φύσης») επισημαίνεται ότι η Ένωση δεν έχει ακόμα κατορθώσει να αναχαιτίσει την επιδείνωση της κατάστασης των προστατευόμενων τύπων οικοτόπων και ειδών που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την Ένωση όσον αφορά τη διατήρησή τους. Η εν λόγω μείωση προκαλείται κυρίως από την εγκατάλειψη της εκτατικής γεωργίας, την εντατικοποίηση των πρακτικών διαχείρισης, την τροποποίηση των υδρολογικών καθεστώτων, την αστικοποίηση και τη ρύπανση, καθώς και από τις μη βιώσιμες δασοκομικές δραστηριότητες και την εκμετάλλευση των ειδών. Επιπλέον, τα χωροκατακτητικά ξένα είδη και η κλιματική αλλαγή αντιπροσωπεύουν πολύ σοβαρές και αυξανόμενες απειλές για την αυτόχθονα πανίδα και χλωρίδα της Ένωσης.

(13)

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία θα οδηγήσει σε έναν σταδιακό και εις βάθος μετασχηματισμό της οικονομίας της Ένωσης και των κρατών μελών της, ο οποίος με τη σειρά του θα έχει έντονη επίδραση στην εξωτερική δράση της Ένωσης. Είναι σημαντικό η Ένωση να χρησιμοποιεί την εμπορική πολιτική της και το εκτεταμένο δίκτυο εμπορικών συμφωνιών για να συνεργάζεται και σε παγκόσμιο επίπεδο με εταίρους για την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, προωθώντας παράλληλα ισότιμους όρους ανταγωνισμού.

(14)

Είναι σκόπιμο να τεθεί ένας πρωταρχικός στόχος για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων με στόχο την προώθηση του οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού, της δημιουργίας θέσεων εργασίας υψηλής ποιότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα πλούσια σε βιοποικιλότητα οικοσυστήματα, όπως τα οικοσυστήματα υγροτόπων, γλυκών υδάτων, δασών, καθώς και τα γεωργικά, με αραιή βλάστηση, θαλάσσια, παράκτια και αστικά οικοσυστήματα προσφέρουν, εάν βρίσκονται σε καλή κατάσταση, σειρά βασικών οικοσυστημικών υπηρεσιών, τα δε οφέλη της αποκατάστασης των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων σε επίπεδο καλής κατάστασης σε όλες τις χερσαίες και θαλάσσιες περιοχές υπερβαίνουν κατά πολύ το κόστος αποκατάστασης. Οι υπηρεσίες αυτές συμβάλλουν σε ευρύ φάσμα κοινωνικοοικονομικών οφελών, ανάλογα με τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, περιφερειακά και τοπικά χαρακτηριστικά.

(15)

Η Στατιστική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών θέσπισε, κατά την 52η σύνοδό της τον Μάρτιο του 2021, το Σύστημα Περιβαλλοντικών Οικονομικών Λογαριασμών – Λογιστική Οικοσυστημάτων (SEEA EA). Το SEEA EA αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και πλήρες στατιστικό πλαίσιο για την οργάνωση δεδομένων σχετικά με τους οικοτόπους και τα τοπία, τη μέτρηση της έκτασης, της κατάστασης και των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων, την παρακολούθηση αλλαγών στα στοιχεία των οικοσυστημάτων και τη σύνδεση των εν λόγω πληροφοριών με την οικονομική και άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα.

(16)

Η εξασφάλιση οικοσυστημάτων πλούσιων σε βιοποικιλότητα και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής συνδέονται εγγενώς. Η φύση και οι λύσεις που βασίζονται στη φύση, όπως τα φυσικά αποθέματα άνθρακα και οι φυσικές καταβόθρες άνθρακα, είναι θεμελιώδους σημασίας για την καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης. Ταυτόχρονα, η κλιματική κρίση αποτελεί ήδη παράγοντα αλλαγής των χερσαίων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων και η Ένωση χρειάζεται να προετοιμαστεί για την αυξανόμενη ένταση, συχνότητα και ευρύτητα των επιπτώσεών της. Στην ειδική έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) σχετικά με τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά 1,5 oC επισημάνθηκε ότι ορισμένες επιπτώσεις μπορεί να είναι μακροχρόνιες ή μη αναστρέψιμες. Η έκτη έκθεση αξιολόγησης της IPCC αναφέρει ότι η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων θα είναι θεμελιώδους σημασίας για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής καθώς και για τη μείωση των κινδύνων για την επισιτιστική ασφάλεια. Η διακυβερνητική πλατφόρμα επιστήμης-πολιτικής για τη βιοποικιλότητα και τις υπηρεσίες οικοσυστημάτων (IPBES), στην έκθεση συνολικής αξιολόγησης σχετικά με τη βιοποικιλότητα και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες του 2019, θεωρεί την κλιματική αλλαγή βασικό παράγοντα της αλλαγής στη φύση και αναμένει ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα αυξηθούν τις επόμενες δεκαετίες, ξεπερνώντας σε ορισμένες περιπτώσεις τον αντίκτυπο άλλων παραγόντων αλλαγής των οικοσυστημάτων, όπως η αλλαγή στη χρήσης της γης και της θάλασσας.

(17)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) ορίζει δεσμευτικό στόχο για κλιματική ουδετερότητα στην Ένωση έως το 2050 και αρνητικές εκπομπές στη συνέχεια, καθώς και για προτεραιότητα στην ταχεία και προβλέψιμη μείωση των εκπομπών και, ταυτόχρονα, ενίσχυση των απορροφήσεων από φυσικές καταβόθρες. Η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη διατήρηση, τη διαχείριση και την ενίσχυση των φυσικών καταβοθρών και στην αύξηση της βιοποικιλότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 απαιτεί επίσης από τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν διαρκή πρόοδο στη βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και τη μείωση της ευπάθειας στην κλιματική αλλαγή. Απαιτεί επίσης από τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν την προσαρμογή σε όλους τους τομείς πολιτικής και να προωθήσουν μια προσαρμογή βασιζόμενη στα οικοσυστήματα και λύσεις βασιζόμενες στη φύση. Οι λύσεις που βασίζονται στη φύση ορίζονται ως οικονομικά αποδοτικές λύσεις που εμπνέονται και υποστηρίζονται από τη φύση και παρέχουν ταυτόχρονα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά οφέλη και συμβάλλουν στην οικοδόμηση ανθεκτικότητας. Οι λύσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα περισσότερη, και πιο ποικιλόμορφη, φύση και φυσικά χαρακτηριστικά και διεργασίες στις πόλεις και στα χερσαία και θαλάσσια τοπία, μέσω τοπικά προσαρμοσμένων, αποδοτικών ως προς τη χρήση των πόρων και συστημικών παρεμβάσεων. Επομένως, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση πρέπει να ωφελούν τη βιοποικιλότητα και να στηρίζουν την παροχή διαφόρων οικοσυστημικών υπηρεσιών.

(18)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Φεβρουαρίου 2021, με τίτλο «Διαμορφώνοντας μια Ευρώπη ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή η νέα —στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή», τονίζει την ανάγκη προώθησης λύσεων που βασίζονται στη φύση και αναγνωρίζει ότι η οικονομικά αποδοτική προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί με την προστασία και αποκατάσταση των υγροτόπων και των τυρφώνων, καθώς και των παράκτιων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων, με την ανάπτυξη αστικών χώρων πρασίνου και την εγκατάσταση πράσινων στεγών και τοίχων, καθώς και με την προώθηση και τη βιώσιμη διαχείριση των δασών και των γεωργικών εκτάσεων. Η ύπαρξη μεγαλύτερου αριθμού οικοσυστημάτων πλούσιων σε βιοποικιλότητα έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και παρέχει αποτελεσματικότερες μορφές μείωσης και πρόληψης των καταστροφών.

(19)

Η πολιτική της Ένωσης για το κλίμα αναθεωρείται επί του παρόντος προκειμένου να ακολουθήσει την πορεία που ορίζεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 για μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (των εκπομπών αφού αφαιρεθούν οι απορροφήσεις) κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Ειδικότερα, ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/839 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) στοχεύει στην ενίσχυση της συμβολής του τομέα της γης στη γενική κλιματική φιλοδοξία για το 2030 και ευθυγραμμίζει τους στόχους που αφορούν τη λογιστική καταγραφή των εκπομπών και των απορροφήσεων από τον τομέα χρήσης γης, της αλλαγής χρήσης γης και της δασοπονίας («LULUCF») με σχετικές πρωτοβουλίες πολιτικής για τη βιοποικιλότητα. Ο εν λόγω κανονισμός δίνει έμφαση στην ανάγκη για προστασία και ενίσχυση των απορροφήσεων άνθρακα που βασίζονται στη φύση, για βελτίωση της ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων έναντι της κλιματικής αλλαγής, για αποκατάσταση υποβαθμισμένων εδαφών και οικοσυστημάτων και για επανύγρανση των τυρφώνων. Στοχεύει περαιτέρω στη βελτίωση της παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων για τις εκπομπές και τις απορροφήσεις αερίων του θερμοκηπίου από εκτάσεις που τελούν υπό προστασία και αποκατάσταση. Στο εν λόγω πλαίσιο, είναι σημαντικό τα οικοσυστήματα σε όλες τις κατηγορίες γης, όπως δάση, λειμώνες, καλλιέργειες και υγρότοποι, να βρίσκονται σε καλή κατάσταση προκειμένου να μπορούν να δεσμεύουν και να αποθηκεύουν αποτελεσματικά τον άνθρακα.

(20)

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 23ης Μαρτίου 2022, με τίτλο «Διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των συστημάτων τροφίμων», οι γεωπολιτικές εξελίξεις ανέδειξαν περαιτέρω την ανάγκη για διασφάλιση της ανθεκτικότητας των συστημάτων τροφίμων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η αποκατάσταση των γεωργικών οικοσυστημάτων έχει θετικό αντίκτυπο μακροπρόθεσμα στην παραγωγικότητα τροφίμων και ότι η αποκατάσταση της φύσης λειτουργεί ως ασφαλιστήριο για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα της Ένωσης.

(21)

Στην τελική έκθεση της Διάσκεψης για το μέλλον της Ευρώπης, τον Μάιο του 2022, οι πολίτες απεύθυναν έκκληση στην Ένωση για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας, του τοπίου και των ωκεανών, την εξάλειψη της ρύπανσης και την προώθηση της γνώσης, της ευαισθητοποίησης, της εκπαίδευσης και των διαλόγων σχετικά με το περιβάλλον, την κλιματική αλλαγή, τη χρήση της ενέργειας και τη βιωσιμότητα.

(22)

Η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες για τη μείωση του εμπορίου και της κατανάλωσης άγριων ειδών, θα συμβάλει επίσης στην πρόληψη και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε πιθανές μελλοντικές μεταδοτικές νόσους με ζωονοσογόνο δυναμικό, μειώνοντας, κατά συνέπεια, τον κίνδυνο εμφάνισης επιδημικών εξάρσεων και πανδημιών, και θα συμβάλει στη στήριξη των ενωσιακών και παγκόσμιων προσπαθειών για την εφαρμογή της προσέγγισης «Μία υγεία», η οποία αναγνωρίζει την εγγενή σύνδεση μεταξύ της υγείας των ανθρώπων, της υγείας των ζώων και της υγιούς και ανθεκτικής φύσης.

(23)

Τα εδάφη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των χερσαίων οικοσυστημάτων. Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2021, με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030 — Αποκομίζοντας τα οφέλη του υγιούς εδάφους για τους ανθρώπους, τα τρόφιμα, τη φύση και το κλίμα» περιγράφει την ανάγκη αποκατάστασης των υποβαθμισμένων εδαφών και ενίσχυσης της βιοποικιλότητας του εδάφους. Ο Παγκόσμιος Μηχανισμός, ένα όργανο που έχει συσταθεί στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερήμωσης στις χώρες εκείνες που αντιμετωπίζουν σοβαρή ξηρασία ή/και απερήμωση, ιδιαίτερα στην Αφρική (7), και η γραμματεία της Σύμβασης, έχουν θεσπίσει το πρόγραμμα καθορισμού στόχων για ουδετερότητα ως προς την υποβάθμιση της γης, προκειμένου να βοηθήσουν τις χώρες να επιτύχουν ουδετερότητα ως προς την υποβάθμιση της γης έως το 2030.

(24)

Η οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (8) και η οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) αποσκοπούν στη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης προστασίας, διατήρησης και επιβίωσης των πιο πολύτιμων και απειλούμενων ειδών και οικοτόπων της Ευρώπης, καθώς και των οικοσυστημάτων στα οποία ανήκουν. Βασικό μέσο υλοποίησης των στόχων των δύο αυτών οδηγιών αποτελεί το δίκτυο Natura 2000, το οποίο θεσπίσθηκε το 1992 και είναι το μεγαλύτερο συντονισμένο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών στον κόσμο. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζονται οι Συνθήκες, ευθυγραμμιζόμενος ως εκ τούτου με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ και την οδηγία 2009/147/ΕΚ καθώς και με την οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

(25)

Η Επιτροπή εκπόνησε πλαίσιο και κατευθυντήριες γραμμές για τον προσδιορισμό της καλής κατάστασης των τύπων οικοτόπων που προστατεύονται βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και για τον προσδιορισμό της επαρκούς ποιότητας και ποσότητας των οικοτόπων των ειδών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Οι στόχοι αποκατάστασης για τους εν λόγω τύπους οικοτόπων και οικοτόπους των ειδών μπορούν να τεθούν βάσει του συγκεκριμένου πλαισίου και των συγκεκριμένων κατευθυντήριων γραμμών. Ωστόσο, η αποκατάσταση αυτή δεν θα είναι επαρκής για να αναστραφεί η απώλεια βιοποικιλότητας και για να ανακάμψουν όλα τα οικοσυστήματα. Ως εκ τούτου, προκειμένου να ενισχυθεί η βιοποικιλότητα στην κλίμακα ευρύτερων οικοσυστημάτων, θα πρέπει να θεσπιστούν πρόσθετες υποχρεώσεις που θα βασίζονται σε ειδικούς δείκτες.

(26)

Με βάση τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ, και προκειμένου να υποστηριχθεί η επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στις εν λόγω οδηγίες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα αποκατάστασης ώστε να διασφαλίσουν την ανάκαμψη των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών, μεταξύ άλλων των άγριων πτηνών, σε όλες τις περιοχές της Ένωσης, καθώς και σε περιοχές εκτός των τόπων Natura 2000.

(27)

Η οδηγία 92/43/ΕΟΚ αποσκοπεί στη συντήρηση και αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας ενωσιακού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, δεν θέτει προθεσμία για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ομοίως, η οδηγία 2009/147/ΕΚ δεν ορίζει προθεσμία για την ανάκαμψη των πληθυσμών πτηνών στην Ένωση.

(28)

Θα πρέπει να καθοριστούν προθεσμίες για τη θέσπιση μέτρων αποκατάστασης εντός και εκτός των τόπων Natura 2000, προκειμένου να βελτιωθεί σταδιακά η κατάσταση των προστατευόμενων τύπων οικοτόπων σε ολόκληρη την Ένωση, και με στόχο την επαναφορά τους μέχρι την επίτευξη της ικανοποιητικής περιοχής αναφοράς που απαιτείται για την επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης των εν λόγω τύπων οικοτόπων στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά περίπτωση, έως το 2030, να δίνουν προτεραιότητα σε περιοχές τύπων οικοτόπων που δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση και βρίσκονται σε τόπους Natura 2000 κατά τη θέσπιση μέτρων αποκατάστασης, δεδομένου του ουσιώδους ρόλου των εν λόγω τόπων για τη διατήρηση της φύσης και του γεγονότος ότι, βάσει της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας, υπάρχει ήδη υποχρέωση θέσπισης αποτελεσματικών συστημάτων για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης αποτελεσματικότητας των μέτρων αποκατάστασης στους τόπους Natura 2000. Προκειμένου να δοθεί η αναγκαία ευελιξία στα κράτη μέλη ώστε να καταβάλλουν προσπάθειες αποκατάστασης μεγάλης κλίμακας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν μέτρα αποκατάστασης σε περιοχές τύπων οικοτόπων που δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση και που βρίσκονται εκτός των τόπων Natura 2000, όταν αυτό δικαιολογείται από ειδικές τοπικές περιστάσεις και συνθήκες. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να ομαδοποιηθούν οι τύποι οικοτόπων ανάλογα με το οικοσύστημα στο οποίο ανήκουν και να τεθούν χρονικά περιορισμένοι και ποσοτικά προσδιορισμένοι στόχοι βάσει περιοχής για ομάδες τύπων οικοτόπων. Με τον τρόπο αυτό τα κράτη μέλη θα μπορούν να επιλέγουν τους οικοτόπους που θα αποκαθιστούν πρώτα εντός της ομάδας.

(29)

Οι απαιτήσεις που θα τεθούν για τους οικοτόπους ειδών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και για τους οικοτόπους άγριων πτηνών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/147/ΕΚ θα πρέπει να είναι παρεμφερείς, λαμβανομένης ιδιαίτερα υπόψη της συνδεσιμότητας που απαιτείται μεταξύ των δύο αυτών οικοτόπων ώστε να ευδοκιμούν οι πληθυσμοί των ειδών.

(30)

Είναι απαραίτητο τα μέτρα αποκατάστασης για τους τύπους οικοτόπων να είναι επαρκή και κατάλληλα ώστε αυτοί οι τύποι οικοτόπων να βρεθούν σε καλή κατάσταση και να θεσπιστούν ικανοποιητικές περιοχές αναφοράς όσο το δυνατόν συντομότερα, με σκοπό την επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησής των εν λόγω τύπων οικοτόπων. Είναι σημαντικό τα μέτρα αποκατάστασης να είναι τα απαραίτητα για την επίτευξη των χρονικά περιορισμένων και ποσοτικά προσδιορισμένων στόχων βάσει περιοχής. Είναι επίσης απαραίτητο τα μέτρα αποκατάστασης για τους οικοτόπους των ειδών να είναι επαρκή και κατάλληλα για την επίτευξη επαρκούς ποιότητας και ποσότητας όσο το δυνατόν συντομότερα, με σκοπό την επίτευξη της ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης των ειδών.

(31)

Τα μέτρα αποκατάστασης που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού για την αποκατάσταση ή τη διατήρηση ορισμένων τύπων οικοτόπων που απαριθμούνται στο παράρτημα I, όπως λειμώνων, χέρσων εδαφών ή υγροτόπων, θα μπορούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις να απαιτούν την εκκαθάριση δασών προκειμένου να αποκατασταθεί μια διαχείριση με γνώμονα τη διατήρηση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως η χορτοκοπή ή η βόσκηση. Η αποκατάσταση της φύσης και η ανάσχεση της αποψίλωσης των δασών είναι σημαντικοί και αλληλοενισχυόμενοι περιβαλλοντικοί στόχοι. Η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 36 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), προκειμένου να αποσαφηνίσει την ερμηνεία του ορισμού της «γεωργικής χρήσης» που περιλαμβάνεται στον εν λόγω κανονισμό, ιδίως σε σχέση με τη μετατροπή δασών σε γη που δεν αποσκοπεί σε γεωργική χρήση.

(32)

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα αποκατάστασης που θεσπίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού αποφέρουν συγκεκριμένη και μετρήσιμη βελτίωση στην κατάσταση των οικοσυστημάτων, τόσο σε επίπεδο επιμέρους περιοχών που υπόκεινται σε αποκατάσταση όσο και σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο.

(33)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα αποκατάστασης είναι αποτελεσματικά και ότι τα αποτελέσματά τους μπορούν να μετρηθούν με την πάροδο του χρόνου, είναι σημαντικό οι περιοχές που υπόκεινται στα εν λόγω μέτρα αποκατάστασης να παρουσιάζουν συνεχή βελτίωση έως ότου επιτευχθεί καλή κατάσταση με σκοπό τη βελτίωση της κατάστασης των οικοτόπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος I της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ώστε να επανέλθουν οι οικότοποι αυτοί και να βελτιωθεί η συνδεσιμότητά τους.

(34)

Είναι επίσης σημαντικό οι περιοχές που υπόκεινται σε μέτρα αποκατάστασης με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας και ποσότητας των οικοτόπων ειδών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθώς και οι οικότοποι άγριων πτηνών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/147/ΕΚ, να παρουσιάζουν συνεχή βελτίωση ώστε να συμβάλουν στην επίτευξη επαρκούς ποσότητας και ποιότητας των οικοτόπων των εν λόγω ειδών.

(35)

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι περιοχές που καλύπτονται από τύπους οικοτόπων, οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και βρίσκονται σε καλή κατάσταση σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια των κρατών μελών και της Ένωσης συνολικά, αυξάνονται σταδιακά έως ότου επιτευχθεί η ικανοποιητική περιοχή αναφοράς για κάθε τύπο οικοτόπου και τουλάχιστον το 90 % των περιοχών αυτών σε επίπεδο κράτους μέλους να είναι σε καλή κατάσταση, ώστε να μπορούν οι εν λόγω τύποι οικοτόπων στην Ένωση να επιτύχουν ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης. Τα κράτη μέλη, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και για τύπους οικοτόπων που είναι πολύ κοινοί και ευρέως διαδεδομένοι στην Ένωση και καλύπτουν πάνω από το 3 % της ευρωπαϊκής επικράτειας του οικείου κράτους μέλους, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν ποσοστό χαμηλότερο του 90 % για την περιοχή που πρέπει να βρίσκεται σε καλή κατάσταση για μεμονωμένους τύπους οικοτόπων που παρατίθενται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, εάν το εν λόγω ποσοστό δεν εμποδίζει την επίτευξη ή τη διατήρηση σε εθνικό βιογεωγραφικό επίπεδο ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης για τους εν λόγω τύπους οικοτόπων, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Εάν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την εν λόγω παρέκκλιση, το κράτος μέλος θα πρέπει να την αιτιολογεί στο εθνικό του σχέδιο αποκατάστασης.

(36)

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι αυξάνονται σταδιακά η ποιότητα και η ποσότητα των οικοτόπων ειδών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθώς και των οικοτόπων άγριων πτηνών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/147/ΕΚ, σε όλο το ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών και στην Ένωση συνολικά, έως ότου επαρκούν ώστε να διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη επιβίωση των εν λόγω ειδών.

(37)

Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μέτρα που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι οι περιοχές που καλύπτονται από τύπους οικοτόπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και υπόκεινται σε μέτρα αποκατάστασης παρουσιάζουν συνεχή βελτίωση της κατάστασης έως ότου φτάσουν σε καλή κατάσταση, και τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μέτρα που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι μόλις φτάσουν σε καλή κατάσταση, οι εν λόγω τύποι οικοτόπων δεν υποβαθμίζονται σημαντικά, ώστε να μην κινδυνεύει η μακροπρόθεσμη διατήρηση ή η επίτευξη καλής κατάστασης. Η μη επίτευξη των εν λόγω αποτελεσμάτων δεν συνεπάγεται μη συμμόρφωση με την υποχρέωση θέσπισης μέτρων κατάλληλων για την επίτευξη των εν λόγω αποτελεσμάτων. Είναι επίσης σημαντικό τα κράτη μέλη να επιχειρούν να καταβάλουν προσπάθειες με στόχο την πρόληψη σημαντικής υποβάθμισης των περιοχών που καλύπτονται από τέτοιους τύπους οικοτόπων είτε βρίσκονται ήδη σε καλή κατάσταση είτε δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση αλλά δεν υπόκεινται ακόμη σε μέτρα αποκατάστασης. Τα μέτρα αυτά είναι σημαντικά για να αποφεύγεται η αύξηση των αναγκών αποκατάστασης στο μέλλον και θα πρέπει να εστιάζουν σε περιοχές τύπων οικοτόπων, όπως αυτές προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη στα εθνικά τους σχέδια αποκατάστασης, των οποίων η αποκατάσταση είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτυγχάνονται οι στόχοι αποκατάστασης. Είναι σκόπιμο να εξεταστεί η πιθανότητα ανωτέρας βίας, όπως οι φυσικές καταστροφές, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην υποβάθμιση περιοχών που καλύπτονται από τους εν λόγω τύπους οικοτόπων, καθώς και αναπόφευκτων μετασχηματισμών οικοτόπων που προκαλούνται άμεσα από την κλιματική αλλαγή. Εκτός των τόπων Natura 2000, είναι σκόπιμο να εξετάζεται επίσης το αποτέλεσμα σχεδίου ή έργου υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, για το οποίο δεν υπάρχουν λιγότερο επιζήμιες εναλλακτικές λύσεις. Για περιοχές που υπόκεινται σε μέτρα αποκατάστασης, αυτό θα πρέπει να καθορίζεται κατά περίπτωση. Για τους τόπους Natura 2000, τα σχέδια και τα έργα εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Είναι σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, να εφαρμόζουν την απαίτηση μη υποβάθμισης στο επίπεδο κάθε βιογεωγραφικής περιοχής της επικράτειάς τους για κάθε τύπο οικοτόπου και κάθε οικότοπο είδους. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να επιτρέπεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της λήψης αντισταθμιστικών μέτρων για κάθε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης. Όταν, ως επιθυμητό αποτέλεσμα ενός μέτρου αποκατάστασης, μια περιοχή μετασχηματίζεται από έναν τύπο οικοτόπου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε άλλον τύπο οικοτόπου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η περιοχή δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει υποβαθμιστεί.

(38)

Για τους σκοπούς των παρεκκλίσεων από τις υποχρεώσεις για συνεχή βελτίωση και για μη υποβάθμιση εκτός των τόπων Natura 2000 στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεωρούν ότι οι μονάδες παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η σύνδεσή τους με το δίκτυο, το ίδιο το σχετικό δίκτυο και τα στοιχεία αποθήκευσης εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν να περιορίσουν την εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου σε δεόντως αιτιολογημένες και ειδικές περιστάσεις, όπως για λόγους που σχετίζονται με την εθνική άμυνα. Επιπλέον τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν τα εν λόγω έργα ανανεώσιμης ενέργειας από την υποχρέωση να μην υπάρχουν λιγότερο επιζήμιες εναλλακτικές λύσεις για τους σκοπούς της εφαρμογής των εν λόγω παρεκκλίσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά έχουν υποβληθεί σε στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εάν εκτιμηθεί ότι οι προαναφερθείσες μονάδες εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και περιοριστεί, κατά περίπτωση, η απαίτηση αξιολόγησης λιγότερο επιζήμιων εναλλακτικών λύσεων, τα εν λόγω έργα θα μπορούν να επωφελούνται από απλουστευμένη αξιολόγηση όσον αφορά τις παρεκκλίσεις από την αξιολόγηση του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(39)

Θα πρέπει να δοθεί ύψιστη προτεραιότητα στις δραστηριότητες που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την άμυνα ή την εθνική ασφάλεια. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν περιοχές που χρησιμοποιούνται για τέτοιες δραστηριότητες όταν θεσπίζουν μέτρα αποκατάστασης εάν τα μέτρα αυτά κρίνεται ότι είναι ασύμβατα με τη συνεχιζόμενη χρήση των εν λόγω περιοχών για στρατιωτικούς σκοπούς. Επιπλέον, προκειμένου να εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις παρεκκλίσεις από τις υποχρεώσεις για συνεχή βελτίωση και μη υποβάθμιση όσον αφορά τόπους εκτός Natura 2000, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεωρούν ότι τα σχέδια και τα έργα που αφορούν τις εν λόγω δραστηριότητες εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν τα εν λόγω σχέδια και έργα από την υποχρέωση να μην υπάρχουν λιγότερο επιζήμιες εναλλακτικές λύσεις. Ωστόσο, εάν εφαρμόζουν αυτή την εξαίρεση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτείται να θεσπίζουν μέτρα, στον βαθμό που αυτό είναι εύλογο και εφικτό, με στόχο τον μετριασμό των επιπτώσεων των εν λόγω σχεδίων και έργων στους τύπους οικοτόπων.

(40)

Η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 τονίζει την ανάγκη εντονότερης δράσης για την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων θαλάσσιων οικοσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των πλούσιων σε άνθρακα οικοσυστημάτων και των σημαντικών περιοχών ωοτοκίας και αναπαραγωγής ιχθύων. Η εν λόγω στρατηγική ορίζει επίσης ότι η Επιτροπή πρόκειται να υποβάλει νέο σχέδιο δράσης για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων και την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

(41)

Οι τύποι θαλάσσιων οικοτόπων που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ορίζονται ευρέως και περιλαμβάνουν πολλούς οικολογικά διαφορετικούς επιμέρους τύπους με διαφορετικό δυναμικό αποκατάστασης, γεγονός το οποίο καθιστά δύσκολο για τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή κατάλληλα μέτρα αποκατάστασης στο επίπεδο των εν λόγω τύπων οικοτόπων. Οι τύποι θαλάσσιων οικοτόπων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει, επομένως, να προσδιοριστούν περαιτέρω με τη χρήση των σχετικών επιπέδων ταξινόμησης θαλάσσιων οικοτόπων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών για τη Φύση (EUNIS). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν ικανοποιητικές περιοχές αναφοράς για την επίτευξη της ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης καθενός από τους εν λόγω τύπους οικοτόπων, στον βαθμό που αυτές οι περιοχές αναφοράς δεν καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία της Ένωσης. Η ομάδα των θαλάσσιων τύπων οικοτόπων μαλακών ιζημάτων, που αντιστοιχούν σε ορισμένους από τους βενθικούς ευρείς τύπους οικοτόπων που προσδιορίζονται στην οδηγία 2008/56/ΕΚ, εκπροσωπείται ευρέως στα θαλάσσια ύδατα αρκετών κρατών μελών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τα μέτρα αποκατάστασης, τα οποία τίθενται σταδιακά σε εφαρμογή, σε μικρότερο ποσοστό της περιοχής των εν λόγω τύπων οικοτόπων που δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρεμποδίζεται η επίτευξη ή διατήρηση της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης, όπως ορίζεται δυνάμει της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των κατώτατων τιμών των χαρακτηριστικών περιγραφής για τον καθορισμό της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης που αναφέρονται στα σημεία 1 και 6 του παραρτήματος I της εν λόγω οδηγίας, που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, για την έκταση της απώλειας αυτών των τύπων οικοτόπων, για δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάσταση αυτών των τύπων οικοτόπων και για τη μέγιστη επιτρεπόμενη έκταση των εν λόγω δυσμενών επιπτώσεων.

(42)

Όταν η προστασία των παράκτιων και θαλάσσιων οικοτόπων απαιτεί τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων αλιείας ή υδατοκαλλιέργειας, εφαρμόζεται η κοινή αλιευτική πολιτική (ΚΑΠ). Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) προβλέπει, ειδικότερα, ότι η ΚΑΠ υλοποιεί μια οικοσυστημική προσέγγιση της διαχείρισης της αλιείας προκειμένου να διασφαλίσει ότι θα μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις των αλιευτικών δραστηριοτήτων στο θαλάσσιο οικοσύστημα. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει επίσης ότι η ΚΑΠ επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι δραστηριότητες υδατοκαλλιέργειας και αλιείας δεν συμβάλλουν στην υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

(43)

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της συνεχούς, μακροπρόθεσμης και βιώσιμης ανάκαμψης της βιοποικιλότητας και της ανθεκτικότητας της φύσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες που παρέχονται στο πλαίσιο της ΚΑΠ. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης όσον αφορά τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων, να λαμβάνουν μέτρα που δεν εισάγουν διακρίσεις για τη διατήρηση και διαχείριση αποθεμάτων ιχθύων και για τη διατήρηση ή βελτίωση της κατάστασης διατήρησης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων εντός του ορίου των 12 ναυτικών μιλίων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη που έχουν άμεσο διαχειριστικό συμφέρον, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1380/2013, έχουν τη δυνατότητα να συμφωνούν να υποβάλουν κοινές συστάσεις για τα μέτρα διατήρησης που είναι απαραίτητα για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο περιβάλλοντος. Όταν ένα κράτος μέλος περιλαμβάνει στο εθνικό του σχέδιο αποκατάστασης μέτρα διατήρησης αναγκαία για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού και τα εν λόγω μέτρα διατήρησης απαιτούν την υποβολή κοινών συστάσεων, το οικείο κράτος μέλος θα πρέπει να συμμετέχει σε διαβούλευση και να υποβάλλει τις εν λόγω κοινές συστάσεις εντός προθεσμίας που επιτρέπει την έγκαιρη έγκρισή τους πριν από τις αντίστοιχες προθεσμίες τους, με σκοπό την προώθηση της συνοχής μεταξύ των διαφόρων πολιτικών για τη διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να αξιολογούνται και να εγκρίνονται σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται βάσει της ΚΑΠ.

(44)

Η οδηγία 2008/56/ΕΚ απαιτεί από τα κράτη μέλη να συνεργάζονται διμερώς και στο πλαίσιο περιφερειακών και υποπεριφερειακών μηχανισμών συνεργασίας, μεταξύ άλλων μέσω περιφερειακών συμβάσεων για τις θάλασσες, και συγκεκριμένα της Σύμβασης για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος του βορειοανατολικού Ατλαντικού (13), της Σύμβασης για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος στην περιοχή της Βαλτικής (14), της Σύμβασης για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και των παρακτίων περιοχών της Μεσογείου (15) και της Σύμβασης για την προστασία του Ευξείνου Πόντου, που υπεγράφη στο Βουκουρέστι στις 21 Απριλίου 1992, καθώς και, όσον αφορά τα μέτρα στον τομέα της αλιείας, στο πλαίσιο των περιφερειακών ομάδων που έχουν συσταθεί στο πλαίσιο της ΚΑΠ.

(45)

Είναι σημαντικό να τεθούν σε εφαρμογή μέτρα αποκατάστασης και για τους οικοτόπους ορισμένων θαλάσσιων ειδών, όπως οι καρχαρίες και τα σελάχια, τα οποία, για παράδειγμα, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης για τη διατήρηση των αποδημητικών ειδών της άγριας πανίδας, που υπεγράφη στη Βόννη στις 23 Ιουνίου 1979, ή στους καταλόγους απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση ειδών των συμβάσεων για τις περιφερειακές θάλασσες, βρίσκονται όμως εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, δεδομένου ότι έχουν σημαντική λειτουργία στο οικοσύστημα.

(46)

Για να υποστηρίξουν την αποκατάσταση και τη μη υποβάθμιση των χερσαίων, παράκτιων και θαλάσσιων οικοτόπων και των οικοτόπων γλυκών υδάτων, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να χαρακτηρίσουν πρόσθετες περιοχές ως «προστατευόμενες περιοχές» ή «αυστηρά προστατευόμενες περιοχές», να εφαρμόσουν άλλα αποτελεσματικά μέτρα διατήρησης βάσει περιοχής και να προωθήσουν μέτρα διατήρησης ιδιωτικής γης.

(47)

Τα αστικά οικοσυστήματα αντιπροσωπεύουν το 22 % περίπου της επιφάνειας του εδάφους της Ένωσης και αποτελούν την περιοχή στην οποία ζει η πλειονότητα των πολιτών της Ένωσης. Οι αστικοί χώροι πρασίνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αστικά δάση, πάρκα και κήπους, αστικά αγροκτήματα, οδούς με δενδροστοιχίες, αστικούς λειμώνες και αστικούς φυτοφράκτες. Τα αστικά οικοσυστήματα, όπως και τα άλλα οικοσυστήματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, παρέχουν σημαντικούς οικοτόπους για τη βιοποικιλότητα, ιδίως φυτά, πτηνά και έντομα, συμπεριλαμβανομένων των επικονιαστών. Παρέχουν επίσης πολλές άλλες ζωτικές οικοσυστημικές υπηρεσίες, όπως μείωση του κινδύνου και περιορισμό των φυσικών καταστροφών (π.χ. για τις πλημμύρες και το φαινόμενο θερμικής νησίδας), δροσιά, αναψυχή, φιλτράρισμα νερού και αέρα, καθώς και μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και προσαρμογή σε αυτήν. Η αύξηση του αστικού χώρου πρασίνου αποτελεί σημαντική παράμετρο για τη μέτρηση της αύξησης της δυνατότητας των αστικών οικοσυστημάτων να παρέχουν αυτές τις ζωτικές υπηρεσίες. Η αύξηση της κάλυψης πρασίνου σε μια δεδομένη αστική περιοχή επιβραδύνει την απορροή των υδάτων, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον κίνδυνο ρύπανσης των ποταμών από την υπερχείλιση των ομβρίων υδάτων, και συμβάλλει στη συγκράτηση των θερμοκρασιών της θερινής περιόδου, αναπτύσσοντας ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή, παρέχει δε πρόσθετο χώρο στη φύση για να θάλλει. Σε πολλές περιπτώσεις, η αύξηση του επιπέδου του αστικού χώρου πρασίνου θα βελτιώσει την υγεία του αστικού οικοσυστήματος. Με τη σειρά τους, τα υγιή αστικά οικοσυστήματα είναι απαραίτητα για τη στήριξη της υγείας άλλων βασικών ευρωπαϊκών οικοσυστημάτων καθώς, για παράδειγμα, συνδέουν φυσικές περιοχές στη γύρω ύπαιθρο, βελτιώνουν την υγεία των ποταμών μακριά από την πόλη, παρέχουν καταφύγιο και τόπους αναπαραγωγής για είδη πτηνών και επικονιαστών που συνδέονται με γεωργικούς και δασικούς οικοτόπους, και παρέχουν σημαντικούς οικοτόπους για τα αποδημητικά πτηνά.

(48)

Πρέπει να ενισχυθεί δραστικά η ανάληψη δράσεων ώστε να διασφαλιστεί ότι η κάλυψη των αστικών χώρων πρασίνου, ιδίως των δένδρων, δεν θα κινδυνεύει πλέον να μειωθεί. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αστικοί χώροι πρασίνου θα συνεχίσουν να παρέχουν τις απαραίτητες οικοσυστημικές υπηρεσίες, θα πρέπει να ανασχεθεί η απώλειά τους και να αποκατασταθούν και να αυξηθούν, μεταξύ άλλων με την ενσωμάτωση πράσινων υποδομών και λύσεων που βασίζονται στη φύση, όπως οι πράσινες στέγες και οι πράσινοι τοίχοι, στον σχεδιασμό κτιρίων. Η ενσωμάτωση αυτή μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση και την αύξηση όχι μόνο της περιοχής του αστικού χώρου πρασίνου, αλλά, εάν συμπεριληφθούν τα δένδρα, και στην περιοχή της αστικής συγκόμωσης.

(49)

Τα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι το τεχνητό φως επηρεάζει αρνητικά τη βιοποικιλότητα. Το τεχνητό φως μπορεί επίσης να επηρεάσει την ανθρώπινη υγεία. Κατά την κατάρτιση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης δυνάμει του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εξετάσουν το ενδεχόμενο να σταματήσουν ή να μειώσουν τη φωτορύπανση, ή να λαμβάνουν διορθωτικά γι’ αυτήν μέτρα, σε όλα τα οικοσυστήματα.

(50)

Στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 απαιτείται να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και των φυσικών λειτουργιών των ποταμών. Η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων θα πρέπει να περιλαμβάνει προσπάθειες για την αποκατάσταση της φυσικής συνδεσιμότητας των ποταμών, καθώς και των παρόχθιων και πλημμυρικών περιοχών τους, μεταξύ άλλων μέσω της άρσης των τεχνητών φραγμών προκειμένου να υποστηριχθεί η επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης για ποταμούς, λίμνες και αλλουβιακούς οικοτόπους και είδη που ζουν στους εν λόγω οικοτόπους τα οποία προστατεύονται από τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ, όπως επίσης και να υποστηριχθεί η επίτευξη ενός από τους βασικούς στόχους της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, δηλαδή της αποκατάστασης τουλάχιστον 25 000 χλμ. ποταμών ελεύθερης ροής, σε σύγκριση με το 2020 οπότε και εκδόθηκε η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030. Κατά την άρση των φραγμών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στους απαρχαιωμένους φραγμούς, οι οποίοι δεν είναι πλέον απαραίτητοι για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, την εσωτερική ναυσιπλοΐα, την υδροδότηση ή άλλες χρήσεις.

(51)

Στην Ένωση, οι επικονιαστές έχουν μειωθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς ένα στα τρία είδη μελισσών και πεταλούδων βρίσκεται σε μείωση και ένα στα δέκα από αυτά τα είδη στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Οι επικονιαστές είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία των χερσαίων οικοσυστημάτων, την ανθρώπινη ευημερία και την επισιτιστική ασφάλεια, με την επικονίαση άγριων και καλλιεργούμενων φυτών. Η έκθεση του 2021 που βασίζεται στα αποτελέσματα του έργου «Ολοκληρωμένο σύστημα Λογιστικής Φυσικού Κεφαλαίου» (INCA), το οποίο ανέλαβαν από κοινού οι υπηρεσίες της Επιτροπής και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), δείχνει ότι σχεδόν 5 000 000 000 EUR της ετήσιας γεωργικής παραγωγής της Ένωσης αποδίδονται άμεσα σε έντομα επικονιαστές.

(52)

Με την ανακοίνωσή της, της 1ης Ιουνίου 2018, η Επιτροπή δρομολόγησε την πρωτοβουλία της ΕΕ για τους επικονιαστές ανταποκρινόμενη στις εκκλήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αντιμετώπιση της μείωσης των επικονιαστών. Η έκθεση προόδου της 27ης Μαΐου 2021 για την υλοποίηση της πρωτοβουλίας κατέδειξε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των παραγόντων μείωσης των επικονιαστών, μεταξύ άλλων της χρήσης φυτοφαρμάκων. Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 9ης Ιουνίου, όσο και το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 17ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με την ειδική έκθεση αριθ. 15/2020 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου έχουν απευθύνει έκκληση για ισχυρότερη δράση για την αντιμετώπιση της μείωσης των επικονιαστών, για τη δημιουργία πλαισίου παρακολούθησης για τους επικονιαστές σε επίπεδο Ένωσης, και για ξεκάθαρους στόχους και δείκτες όσον αφορά τη δέσμευση αναστροφής της μείωσης των επικονιαστών. Στη ειδική του έκθεση που εκδόθηκε το 2020, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο συνέστησε στην Επιτροπή να δημιουργήσει κατάλληλους μηχανισμούς διακυβέρνησης και παρακολούθησης για τις δράσεις που έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση των απειλών για τους επικονιαστές. Στην ανακοίνωσή της, της 24ης Ιανουαρίου 2023, η Επιτροπή παρουσίασε αναθεωρημένη πρωτοβουλία της ΕΕ για τους επικονιαστές με τίτλο «Αναθεώρηση της πρωτοβουλίας της ΕΕ για τους επικονιαστές — Μια νέα συμφωνία για τους επικονιαστές», η οποία καθορίζει τις δράσεις που πρέπει να αναλάβουν η Ένωση και τα κράτη μέλη της για την αντιστροφή της μείωσης των επικονιαστών έως το 2030.

(53)

Η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ορθολογική χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων αποσκοπεί στη ρύθμιση ενός από τους παράγοντες μείωσης των επικονιαστών με την απαγόρευση της χρήσης φυτοφαρμάκων σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές, πολλές από τις οποίες καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, για παράδειγμα περιοχές όπου διαβιούν είδη επικονιαστών τα οποία ταξινομούνται ως απειλούμενα με εξαφάνιση στους ευρωπαϊκούς κόκκινους καταλόγους ειδών.

(54)

Για την παροχή ασφαλών, βιώσιμων, θρεπτικών και οικονομικά προσιτών τροφίμων απαιτούνται βιώσιμα, ανθεκτικά γεωργικά οικοσυστήματα, με βιοποικιλότητα. Τα πλούσια σε βιοποικιλότητα γεωργικά οικοσυστήματα αυξάνουν επίσης την ανθεκτικότητα της γεωργίας στην κλιματική αλλαγή και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους, διασφαλίζοντας παράλληλα την επισιτιστική ασφάλεια και την ασφάλεια των τροφίμων και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας στις αγροτικές περιοχές, ιδίως θέσεις εργασίας που συνδέονται με τη βιολογική γεωργία, καθώς και με τον αγροτουρισμό και την αναψυχή. Ως εκ τούτου, η Ένωση οφείλει να βελτιώσει τη βιοποικιλότητα των γεωργικών εκτάσεών της μέσω μιας ποικιλίας υφιστάμενων πρακτικών που είναι επωφελείς για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας, ή συμβατές με αυτήν, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης εκτατικής γεωργίας. Η εκτατική γεωργία είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση πολλών ειδών και οικοτόπων σε περιοχές πλούσιες σε βιοποικιλότητα. Υπάρχουν πολλές πρακτικές εκτατικής γεωργίας με πολλαπλά και σημαντικά οφέλη για την προστασία της βιοποικιλότητας, τις υπηρεσίες οικοσυστήματος και τα χαρακτηριστικά τοπίου, όπως η γεωργία ακριβείας, η βιολογική γεωργία, η αγροοικολογία, η αγροδασοκομία και οι μόνιμοι λειμώνες χαμηλής έντασης. Οι πρακτικές αυτές δεν αποσκοπούν στην παύση της γεωργικής χρήσης γης, αλλά στην προσαρμογή της προς όφελος της μακροπρόθεσμης λειτουργίας και παραγωγικότητας των γεωργικών οικοσυστημάτων. Τα οικονομικώς ελκυστικά συστήματα χρηματοδότησης για ιδιοκτήτες, γεωργούς και άλλους διαχειριστές γης ώστε να συμμετέχουν οικειοθελώς σε τέτοιες πρακτικές είναι σημαντικά για να επιτευχθούν τα μακροπρόθεσμα οφέλη της αποκατάστασης.

(55)

Πρέπει να ληφθούν μέτρα αποκατάστασης για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας των γεωργικών οικοσυστημάτων σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων στις περιοχές που δεν καλύπτονται από τύπους οικοτόπων οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Ελλείψει κοινής μεθόδου για την αξιολόγηση της κατάστασης των γεωργικών οικοσυστημάτων που θα επέτρεπε τον καθορισμό ειδικών στόχων αποκατάστασης για τα γεωργικά οικοσυστήματα, είναι σκόπιμο να καθοριστεί γενική υποχρέωση για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας στα γεωργικά οικοσυστήματα και να μετρηθεί η εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης με βάση μια επιλογή δεικτών μεταξύ του δείκτη πεταλούδων χορτολιβαδικών εκτάσεων, του αποθέματος οργανικού άνθρακα σε ανόργανα εδάφη καλλιεργήσιμων εκτάσεων ή του μεριδίου των γεωργικών εκτάσεων με χαρακτηριστικά τοπίου υψηλής ποικιλομορφίας.

(56)

Δεδομένου ότι τα πτηνά γεωργικών εκτάσεων αποτελούν γνωστούς και ευρέως αναγνωρισμένους βασικούς δείκτες της υγείας των γεωργικών οικοσυστημάτων, είναι σκόπιμο να τεθούν στόχοι για την ανάκαμψή τους. Η υποχρέωση επίτευξης των στόχων αυτών θα πρέπει να ισχύει για τα κράτη μέλη και όχι για μεμονωμένους γεωργούς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτύχουν τους εν λόγω στόχους θεσπίζοντας αποτελεσματικά μέτρα αποκατάστασης των γεωργικών εκτάσεων, συνεργαζόμενα με τους γεωργούς και στηρίζοντας τους γεωργούς και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη στον σχεδιασμό και την εφαρμογή τους στην πράξη.

(57)

Τα χαρακτηριστικά τοπίου υψηλής ποικιλομορφίας σε γεωργικές εκτάσεις, όπως ζώνες ανάσχεσης, εκτάσεις σε εκ περιτροπής ή μη εκ περιτροπής αγρανάπαυση, θαμνοστοιχίες, μεμονωμένα δένδρα ή συστάδες δένδρων, δενδροστοιχίες, παρυφές αγρών, αγροτεμάχια, τάφροι, ρέματα, μικροί υγρότοποι, αναβαθμίδες, σωροί λίθων που χρησιμεύουν ως ορόσημα, πέτρινοι τοίχοι, μικρές λίμνες και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, παρέχουν χώρο για άγρια φυτά και ζώα, συμπεριλαμβανομένων των επικονιαστών, αποτρέπουν τη διάβρωση και εξάντληση των εδαφών, φιλτράρουν τον αέρα και τα ύδατα, στηρίζουν τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν, καθώς και τη γεωργική παραγωγικότητα των καλλιεργειών που εξαρτώνται από την επικονίαση. Παραγωγικά χαρακτηριστικά μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως χαρακτηριστικά τοπίου υψηλής ποικιλομορφίας υπό ορισμένες συνθήκες.

(58)

Η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) αποσκοπεί στη στήριξη και την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της βιοποικιλότητας. Στους ειδικούς σκοπούς της περιλαμβάνεται η ανάσχεση και αντιστροφή της απώλειας βιοποικιλότητας, η ενίσχυση των οικοσυστημικών υπηρεσιών και η διατήρηση των οικοτόπων και των τοπίων. Το νέο πρότυπο αιρεσιμότητας υπ’ αριθ. 8 της ΚΓΠ για την καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάστασης της γης (ΚΓΠΚ 8), που αναφέρεται στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), απαιτεί από τους δικαιούχους ενισχύσεων που συνδέονται με την περιοχή να διαθέτουν τουλάχιστον το 4 % της αρόσιμης γης σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης για μη παραγωγικές περιοχές και χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένης της γης υπό αγρανάπαυση, και να διατηρούν τα υφιστάμενα χαρακτηριστικά τοπίου. Το ποσοστό του 4 % που πρέπει να αποδίδεται στη συμμόρφωση με το πρότυπο ΚΓΠΚ 8 μπορεί να μειωθεί στο 3 % εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Η υποχρέωση αυτή θα συμβάλει στην επίτευξη θετικής τάσης για τα κράτη μέλη όσον αφορά τα χαρακτηριστικά τοπίου υψηλής ποικιλομορφίας στις γεωργικές εκτάσεις. Επιπλέον, στο πλαίσιο της ΚΓΠ, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν οικολογικά προγράμματα για γεωργικές πρακτικές που εφαρμόζονται από γεωργούς σε γεωργικές περιοχές, που μπορούν να περιλαμβάνουν τη διατήρηση και τη δημιουργία χαρακτηριστικών τοπίου ή μη παραγωγικών περιοχών. Ομοίως, στα στρατηγικά τους σχέδια για την ΚΓΠ, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να συμπεριλαμβάνουν γεωργο-περιβαλλοντικο-κλιματικές δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της ενισχυμένης διαχείρισης των χαρακτηριστικών του τοπίου που υπερβαίνει το πρότυπο ΚΓΠΚ 8 ή οικολογικά προγράμματα. Έργα που υπάγονται στο υποπρόγραμμα «Φύση και Βιοποικιλότητα» του προγράμματος LIFE, το οποίο θεσπίστηκε μέσω του κανονισμού (ΕΕ) 2021/783 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) θα συμβάλουν επίσης στο να τεθεί η βιοποικιλότητα της Ευρώπης σε γεωργικές εκτάσεις σε τροχιά ανάκαμψης έως το 2030, στηρίζοντας την εφαρμογή της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και της οδηγίας 2009/147/ΕΚ, καθώς και της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030.

(59)

Η αποκατάσταση και η επανύγρανση οργανικών εδαφών –όπως ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές του IPCC του 2006 για τις εθνικές απογραφές αερίων θερμοκηπίου– γεωργικής χρήσης, που χρησιμοποιούνται δηλαδή ως λειμώνες και ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα οποία αποτελούν αποστραγγισμένους τυρφώνες, συμβάλλουν στην επίτευξη σημαντικών οφελών για τη βιοποικιλότητα, σημαντικής μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και άλλων περιβαλλοντικών οφελών, και ταυτόχρονα συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ποικιλόμορφου γεωργικού τοπίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν από ένα ευρύ φάσμα μέτρων αποκατάστασης των αποστραγγισμένων τυρφώνων γεωργικής χρήσης, τα οποία ποικίλλουν από τη μετατροπή καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε μόνιμους λειμώνες και μέτρα εκτατικοποίησης που συνοδεύονται από μειωμένη αποστράγγιση έως την πλήρη επανύγρανση επ’ ευκαιρία καλλιέργειας ελωδών εκτάσεων ή τη φύτευση βλάστησης προς τυρφοποίηση. Τα σημαντικότερα οφέλη για το κλίμα προκύπτουν από την αποκατάσταση και επανύγρανση καλλιεργήσιμων εκτάσεων και, στη συνέχεια, την αποκατάσταση εντατικά καλλιεργούμενων λειμώνων. Για να καταστεί δυνατή η ευέλικτη υλοποίηση του στόχου αποκατάστασης των αποστραγγισμένων τυρφώνων υπό γεωργική χρήση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προσμετρούν τα μέτρα αποκατάστασης και επανύγρανσης των αποστραγγισμένων τυρφώνων σε περιοχές με χώρους εξόρυξης τύρφης, καθώς και, σε ορισμένο βαθμό, την αποκατάσταση και επανύγρανση των αποστραγγισμένων τυρφώνων υπό άλλες χρήσεις γης (π.χ. δάσος) ως συμβολή στην επίτευξη των στόχων αποκατάστασης για αποστραγγισμένους τυρφώνες υπό γεωργική χρήση. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, και εάν η επανύγρανση αποστραγγισμένων τυρφώνων υπό γεωργική χρήση δεν μπορεί να εφαρμοστεί λόγω σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων στα κτίρια, τις υποδομές, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, και δεν είναι εφικτή η επανύγρανση τυρφώνων υπό άλλες χρήσεις γης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μειώνουν την έκταση επανύγρανσης τυρφώνων.

(60)

Για να αποκομίζονται πλήρως τα οφέλη της βιοποικιλότητας, η αποκατάσταση και επανύγρανση περιοχών αποστραγγισμένων τυρφώνων θα πρέπει να επεκταθεί πέρα από τις περιοχές των υγροτοπικών τύπων οικοτόπων που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και οι οποίοι πρέπει να αποκατασταθούν και να επανέλθουν. Τα δεδομένα σχετικά με την έκταση των οργανικών εδαφών, καθώς και τις οικείες εκπομπές και απορροφήσεις αερίων του θερμοκηπίου, παρακολουθούνται και διατίθενται μέσω υποβολής εκθέσεων του τομέα LULUCF στις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου των κρατών μελών, που υποβάλλονται στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή. Οι τυρφώνες που έχουν αποκατασταθεί και επανυγρανθεί μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται παραγωγικά με εναλλακτικούς τρόπους. Για παράδειγμα, η καλλιέργεια ελωδών εκτάσεων, η πρακτική δηλ. της καλλιέργειας σε υγρούς τυρφώνες, μπορεί να περιλαμβάνει την καλλιέργεια διαφόρων τύπων καλαμιών, ορισμένες μορφές ξυλείας, την καλλιέργεια μύρτιλλων και μακρόκαρπων μύρτιλλων, την καλλιέργεια σφάγνου και τη βόσκηση νεροβούβαλων. Οι εν λόγω πρακτικές θα πρέπει να βασίζονται στις αρχές της βιώσιμης διαχείρισης και να αποσκοπούν στην ενίσχυση της βιοποικιλότητας, ώστε να μπορούν να έχουν υψηλή αξία τόσο από οικονομική όσο και από οικολογική άποψη. Η καλλιέργεια ελωδών εκτάσεων μπορεί επίσης να είναι επωφελής για πολλά είδη που απειλούνται με εξαφάνιση στην Ένωση, αλλά και να διευκολύνει τη συνδεσιμότητα υγροτοπικών περιοχών και των πληθυσμών συναφών ειδών στην Ένωση. Η χρηματοδότηση για μέτρα αποκατάστασης και επανύγρανσης αποστραγγισμένων τυρφώνων και για την αντιστάθμιση πιθανών απωλειών εισοδήματος μπορεί να προέλθει από ευρύ φάσμα πηγών, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της Ένωσης και των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της Ένωσης.

(61)

Η νέα δασική στρατηγική της ΕΕ για το 2030, η οποία περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 16ης Ιουλίου 2021, υπογράμμισε την ανάγκη αποκατάστασης της δασικής βιοποικιλότητας. Τα δάση και οι λοιπές δασικές εκτάσεις καλύπτουν πάνω από το 43,5 % του χερσαίου χώρου της Ένωσης. Τα δασικά οικοσυστήματα που φιλοξενούν πλούσια βιοποικιλότητα είναι ευάλωτα στην κλιματική αλλαγή, αποτελούν όμως και έναν φυσικό σύμμαχο στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και την καταπολέμησή της καθώς και των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα, μεταξύ άλλων μέσω των λειτουργιών αποθέματος άνθρακα και απορρόφησης άνθρακα, και παρέχουν πολλές άλλες ζωτικής σημασίας οικοσυστημικές υπηρεσίες και οφέλη, όπως η παροχή ξυλείας και ξύλου, τροφίμων και άλλων προϊόντων εκτός της ξυλείας, η ρύθμιση του κλίματος, η σταθεροποίηση του εδάφους και ο περιορισμός της διάβρωσης, καθώς και ο καθαρισμός του αέρα και των υδάτων.

(62)

Πρέπει να ληφθούν μέτρα αποκατάστασης για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας των δασικών οικοσυστημάτων σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων στις περιοχές που δεν καλύπτονται από τύπους οικοτόπων οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Ελλείψει κοινής μεθόδου για την αξιολόγηση της κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων που θα επέτρεπε τον καθορισμό ειδικών στόχων αποκατάστασης για τα δασικά οικοσυστήματα, είναι σκόπιμο να θεσπιστεί γενική υποχρέωση για τη βελτίωση της βιοποικιλότητας στα δασικά οικοσυστήματα και να μετρηθεί η εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης με βάση τον δείκτη κοινών δασικών πτηνών και μιας επιλογής από άλλους δείκτες, μεταξύ των όρθιων νεκρών ξύλων, των πεσμένων νεκρών ξύλων, του ποσοστού δασών με μη ομήλικη δομή, της δασικής συνδεσιμότητας, του αποθέματος οργανικού άνθρακα, του ποσοστού δασών που κυριαρχείται από αυτόχθονα είδη δέντρων και της ποικιλομορφίας των ειδών δένδρων.

(63)

Κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μέτρων αποκατάστασης που είναι αναγκαία για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας στα δασικά οικοσυστήματα και κατά τον καθορισμό ικανοποιητικών επιπέδων για τους δείκτες βιοποικιλότητας για τα δάση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους δασικών πυρκαγιών, με βάση τις τοπικές συνθήκες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κάνουν χρήση των βέλτιστων πρακτικών για τη μείωση των εν λόγω κινδύνων, ιδίως όπως περιγράφεται στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την πρόληψη των ανεξέλεγκτων πυρκαγιών βάσει χερσαίων λύσεων που εκδόθηκαν το 2021.

(64)

Η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 θέτει μια δέσμευση για φύτευση τουλάχιστον τριών δισεκατομμυρίων επιπλέον δέντρων στην Ένωση έως το 2030, με πλήρη σεβασμό των οικολογικών αρχών. Η νέα δασική στρατηγική της ΕΕ για το 2030, η οποία περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 16ης Ιουλίου 2021, περιλαμβάνει χάρτη πορείας για την υλοποίηση της εν λόγω δέσμευσης με βάση τη γενική αρχή της φύτευσης και της καλλιέργειας του κατάλληλου δένδρου στο σωστό μέρος και για τον σωστό σκοπό. Διατίθεται διαδικτυακός μετρητής δέντρων ως εργαλείο για την καταγραφή των συνεισφορών και της προόδου όσον αφορά τη δέσμευση και τα κράτη μέλη θα πρέπει να τεκμηριώνουν τα δέντρα που φυτεύονται στο εργαλείο. Όπως ορίζεται στη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 και στον χάρτη πορείας της νέας δασικής στρατηγικής της ΕΕ για το 2030, στις 17 Μαρτίου 2023 η Επιτροπή εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές για τη φιλική προς τη βιοποικιλότητα δάσωση, αναδάσωση και δενδροφύτευση. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, που διατυπώνουν το πλαίσιο των οικολογικών αρχών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, έχουν ως στόχο να συμβάλουν στη δέσμευση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να στηρίξουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(65)

Οι στόχοι αποκατάστασης και οι υποχρεώσεις για τους οικοτόπους και τα είδη που προστατεύονται δυνάμει των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ, για τους επικονιαστές και για τα οικοσυστήματα γλυκών υδάτων, τα αστικά, γεωργικά και δασικά οικοσυστήματα θα πρέπει να είναι συμπληρωματικοί και να λειτουργούν σε συνέργεια, με σκοπό την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου της αποκατάστασης των οικοσυστημάτων σε όλες τις χερσαίες και θαλάσσιες περιοχές των κρατών μελών. Τα μέτρα αποκατάστασης που απαιτούνται για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου θα συμβάλουν σε πολλές περιπτώσεις στην επίτευξη άλλων στόχων ή την εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να σχεδιάζουν τα μέτρα αποκατάστασης στρατηγικά, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητάς τους όσον αφορά τη συμβολή τους στην αποκατάσταση της φύσης σε ολόκληρη την Ένωση. Τα μέτρα αποκατάστασης θα πρέπει επίσης να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να αντιμετωπίζουν τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, καθώς και την πρόληψη και τον έλεγχο των επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών, όπως επίσης την υποβάθμιση της γης. Θα πρέπει να αποσκοπούν στη βελτιστοποίηση των οικολογικών, οικονομικών και κοινωνικών λειτουργιών των οικοσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένου του δυναμικού παραγωγικότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη τη συμβολή τους στη βιώσιμη ανάπτυξη των σχετικών περιφερειών και κοινοτήτων. Προκειμένου να αποφεύγονται ακούσιες συνέπειες, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις προβλέψιμες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και τα εκτιμώμενα οφέλη της εφαρμογής των μέτρων αποκατάστασης. Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να εκπονήσουν λεπτομερή εθνικά σχέδια αποκατάστασης με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία. Ο καθορισμός της ικανοποιητικής περιοχής αναφοράς για τους τύπους οικοτόπων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τεκμηριωμένες καταγραφές της ιστορικής κατανομής και των περιοχών, καθώς και τις προβλεπόμενες μεταβολές των περιβαλλοντικών συνθηκών λόγω της κλιματικής αλλαγής. Επιπλέον, είναι σημαντικό να παρέχονται εγκαίρως στο κοινό εγκαίρως ουσιαστικές ευκαιρίες συμμετοχής στην κατάρτιση των σχεδίων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές συνθήκες και ανάγκες στην επικράτειά τους, ώστε τα σχέδια να ανταποκρίνονται στις σχετικές πιέσεις, απειλές και παράγοντες απώλειας βιοποικιλότητας, θα πρέπει δε να συνεργάζονται ώστε να διασφαλίζεται διασυνοριακή αποκατάσταση και συνδεσιμότητα.

(66)

Για να διασφαλιστούν συνέργειες μεταξύ των διαφόρων μέτρων που έχουν ληφθεί και πρόκειται να ληφθούν για την προστασία, τη διατήρηση και την αποκατάσταση της φύσης στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, κατά την εκπόνηση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης, τα εξής: τα μέτρα διατήρησης που θεσπίστηκαν για τους τόπους Natura 2000 και τα πλαίσια δράσης προτεραιότητας που εκπονούνται σύμφωνα με τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ· τα μέτρα για την επίτευξη καλής οικολογικής και χημικής κατάστασης των υδατικών συστημάτων που περιλαμβάνονται σε σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, τα οποία εκπονούνται σύμφωνα με την οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18)· τις θαλάσσιες στρατηγικές για την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης για όλες τις θαλάσσιες περιοχές της Ένωσης που εκπονούνται σύμφωνα με την οδηγία 2008/56/ΕΚ· τα εθνικά προγράμματα ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που καταρτίζονται βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19)· τις εθνικές στρατηγικές και σχέδια δράσης για τη βιοποικιλότητα που αναπτύσσονται σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα, καθώς και μέτρα διατήρησης που θεσπίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 και τεχνικά μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20).

(67)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των στόχων του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21), του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) και της οδηγίας 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23) όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ιδίως κατά την εκπόνηση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα των έργων ανανεώσιμης ενέργειας να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων αποκατάστασης της φύσης.

(68)

Δεδομένης της σημασίας της συνεπούς αντιμετώπισης των διττών προκλήσεων της απώλειας βιοποικιλότητας και της κλιματικής αλλαγής, η αποκατάσταση της βιοποικιλότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αντιστρόφως. Θα πρέπει να είναι δυνατός ο συνδυασμός δραστηριοτήτων αποκατάστασης και ανάπτυξης έργων ανανεώσιμης ενέργειας, όπου είναι δυνατόν, μεταξύ άλλων σε περιοχές επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε ειδικές περιοχές δικτύου. Η οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε συντονισμένη χαρτογράφηση για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην επικράτειά τους με σκοπό τον προσδιορισμό του εγχώριου δυναμικού και των διαθέσιμων χερσαίων, υπόγειων ή θαλάσσιων εκτάσεων ή εκτάσεων εσωτερικών υδάτων που απαιτούνται για την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και των σχετικών υποδομών τους, όπως οι εγκαταστάσεις δικτύου και αποθήκευσης, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης θερμικής ενέργειας, και οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να εκπληρωθούν τουλάχιστον οι εθνικές συνεισφορές τους στον αναθεωρημένο στόχο για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για το 2030. Οι απαραίτητες αυτές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των υφιστάμενων σταθμών παραγωγής και των μηχανισμών συνεργασίας, πρέπει να αντιστοιχούν με τις εκτιμώμενες πορείες και τη συνολική προγραμματισμένη εγκατεστημένη ισχύ από τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας που ορίζονται στα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν ένα υποσύνολο περιοχών ως περιοχές επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Περιοχές επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι συγκεκριμένες περιοχές, είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα, που είναι ιδιαίτερα κατάλληλες για την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπου η ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου τύπου ανανεώσιμης ενέργειας δεν αναμένεται να επιφέρει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της επιλεγμένης περιοχής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε τεχνητές και δομημένες επιφάνειες, όπως στέγες και προσόψεις κτιρίων, μεταφορικές υποδομές και τον άμεσο περίγυρό τους, χώρους στάθμευσης, αγροκτήματα, χώρους αποβλήτων, βιομηχανικούς χώρους, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδάτινα συστήματα, τεχνητές λίμνες ή δεξαμενές και, κατά περίπτωση, χώρους επεξεργασίας αστικών λυμάτων, καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς. Η οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 ορίζει επίσης ότι τα κράτη μέλη επιτρέπεται να εγκρίνουν ένα ή περισσότερα σχέδια για τον καθορισμό χώρων που προορίζονται για υποδομές για την ανάπτυξη έργων δικτύου και αποθήκευσης που είναι αναγκαία για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, όπου η ανάπτυξη αυτή δεν αναμένεται να επιφέρει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις ή οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να μετριαστούν δεόντως ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, να αντισταθμιστούν δεόντως. Στόχος των περιοχών αυτών πρέπει να είναι το να λειτουργούν υποστηρικτικά και συμπληρωματικά στις περιοχές επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και των περιοχών που προορίζονται για υποδομές, τα κράτη μέλη πρέπει να αποφεύγουν τις προστατευόμενες περιοχές και να λαμβάνουν υπόψη τα εθνικά τους σχέδια αποκατάστασης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συντονίζουν την ανάπτυξη εθνικών σχεδίων αποκατάστασης με τη χαρτογράφηση των περιοχών που απαιτούνται προκειμένου να ανταποκριθούν τουλάχιστον στις εθνικές τους συνεισφορές για την επίτευξη του στόχου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για το 2030 και, κατά περίπτωση, με τον καθορισμό των περιοχών επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και των περιοχών που προορίζονται για υποδομές. Κατά την κατάρτιση των εθνικών τους σχεδίων αποκατάστασης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν συνέργειες με την ανάπτυξη των υποδομών ανανεώσιμης ενέργειας και ενέργειας και με τις περιοχές επιτάχυνσης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και περιοχές που προορίζονται για το δίκτυο που έχουν ήδη καθοριστεί και να διασφαλίζουν ότι η λειτουργία των εν λόγω περιοχών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών αδειοδότησης που ισχύουν για τις εν λόγω περιοχές οι οποίες προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001, παραμένει αμετάβλητη.

(69)

Προκειμένου να διασφαλιστούν συνέργειες με μέτρα αποκατάστασης που έχουν ήδη προγραμματιστεί ή τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη, τα εθνικά σχέδια αποκατάστασης θα πρέπει να αναγνωρίζουν τα εν λόγω μέτρα αποκατάστασης και να τα λαμβάνουν υπόψη. Υπό το πρίσμα της επείγουσας ανάγκης που επισήμανε η έκτη έκθεση αξιολόγησης της IPCC όσον αφορά την ανάληψη δράσης για την αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα παράλληλα με την εκπόνηση των σχεδίων αποκατάστασης.

(70)

Τα εθνικά σχέδια αποκατάστασης και τα μέτρα για την αποκατάσταση των οικοτόπων, καθώς και τα μέτρα για την πρόληψη της υποβάθμισης των οικοτόπων, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα των ερευνητικών έργων που σχετίζονται με την αξιολόγηση της κατάστασης των οικοσυστημάτων, τον προσδιορισμό και τη θέσπιση μέτρων αποκατάστασης και τους σκοπούς παρακολούθησης. Κατά περίπτωση, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιφέρειες της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), όπως τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές απαιτήσεις και τα περιφερειακά και τοπικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένης της πληθυσμιακής πυκνότητας.

(71)

Είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η ειδική κατάσταση των εξόχως απόκεντρων περιοχών της Ένωσης, όπως παρατίθενται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ, η οποία προβλέπει ειδικά μέτρα προς στήριξη των συγκεκριμένων περιοχών. Όπως προβλέπεται στη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων των εξόχως απόκεντρων περιοχών, δεδομένης της εξαιρετικά πλούσιας αξίας τους όσον αφορά τη βιοποικιλότητα. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να συνυπολογίζονται το κόστος που σχετίζεται με την προστασία και την αποκατάσταση αυτών των οικοσυστημάτων και ο απομακρυσμένος ή νησιωτικός χαρακτήρας, το μικρό μέγεθος, η δύσκολη μορφολογία και το κλίμα των εξόχως απόκεντρων περιοχών, ιδίως κατά την κατάρτιση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης. Τα κράτη μέλη παροτρύνονται να συμπεριλαμβάνουν, σε προαιρετική βάση, ειδικά μέτρα αποκατάστασης σε όσες εξόχως απόκεντρες περιοχές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(72)

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ) θα πρέπει να στηρίζει τα κράτη μέλη στην εκπόνηση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης, καθώς και στην παρακολούθηση της προόδου προς την εκπλήρωση των στόχων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αποκατάστασης. Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον τα εθνικά σχέδια αποκατάστασης είναι επαρκή για την επίτευξη των εν λόγω στόχων και την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων, για την εκπλήρωση των πρωταρχικών στόχων της Ένωσης να καλύπτουν από κοινού, ως στόχο της Ένωσης, σε όλες τις περιοχές και τα οικοσυστήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τουλάχιστον το 20 % των χερσαίων περιοχών και τουλάχιστον το 20 % των θαλάσσιων περιοχών έως το 2030, και όλα τα οικοσυστήματα που χρήζουν αποκατάστασης έως το 2050, τους στόχους για την αποκατάσταση τουλάχιστον 25 000 χλμ. ποταμών σε ποταμούς ελεύθερης ροής στην Ένωση έως το 2030, καθώς και για τη συμβολή στη δέσμευση για φύτευση τουλάχιστον 3 δισεκατομμυρίων επιπλέον δέντρων στην Ένωση έως το 2030.

(73)

Η έκθεση του 2020 για την κατάσταση της φύσης κατέδειξε ότι σημαντικό μέρος των πληροφοριών που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και το άρθρο 12 της οδηγίας 2009/147/ΕΚ, ιδίως όσον αφορά την κατάσταση και τις τάσεις διατήρησης των οικοτόπων και των ειδών που προστατεύονται δυνάμει των εν λόγω οδηγιών, προέρχεται από μη πλήρεις έρευνες ή βασίζεται αποκλειστικά σε γνώμες εμπειρογνωμόνων. Η εν λόγω έκθεση κατέδειξε επίσης ότι η κατάσταση πολλών τύπων οικοτόπων και ειδών που προστατεύονται βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ είναι ακόμη άγνωστη. Η κάλυψη αυτών των κενών γνώσης και η επένδυση στην παρακολούθηση και επιτήρηση είναι απαραίτητες προκειμένου να υποστηριχθούν έγκυρα εθνικά σχέδια αποκατάστασης που βασίζονται σε επιστημονικά στοιχεία. Προκειμένου οι διάφορες μέθοδοι παρακολούθησης να γίνουν πιο επίκαιρες, αποτελεσματικές και συνεκτικές, η παρακολούθηση και επιτήρηση θα πρέπει να αξιοποιούν όσο το δυνατόν καλύτερα τα αποτελέσματα των έργων έρευνας και καινοτομίας που χρηματοδοτούνται από την Ένωση, των νέων τεχνολογιών, όπως η επιτόπια παρακολούθηση και η τηλεπισκόπηση με τη χρήση διαστημικών δεδομένων και υπηρεσιών που προσφέρονται στο πλαίσιο των συνιστωσών EGNOS, Galileo και Copernicus του διαστημικού προγράμματος της Ένωσης, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/696 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24). Οι αποστολές της ΕΕ «Αποκατάσταση των ωκεανών και των υδάτων μας», «Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» και «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος», που περιγράφονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 29ης Σεπτεμβρίου 2021 για τις ευρωπαϊκές αποστολές, θα στηρίξουν την υλοποίηση των στόχων αποκατάστασης.

(74)

Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις που συνδέονται με τη χαρτογράφηση και την παρακολούθηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, συμπληρωματικά προς τις πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, να χρησιμοποιούν πληροφορίες σχετικά με πιέσεις και απειλές ή άλλες σχετικές πληροφορίες ως βάση για παρέκταση κατά την αξιολόγηση της κατάστασης των θαλάσσιων οικοτόπων που απαριθμούνται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια προσέγγιση ως βάση για τον σχεδιασμό μέτρων αποκατάστασης σε θαλάσσιους οικοτόπους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η συνολική αξιολόγηση της κατάστασης των θαλάσσιων οικοτόπων που απαριθμούνται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να βασίζεται στις βέλτιστες διαθέσιμες γνώσεις και στην πλέον πρόσφατη τεχνική και επιστημονική πρόοδο.

(75)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η παρακολούθηση της προόδου στην εφαρμογή των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης, των μέτρων αποκατάστασης που έχουν ληφθεί, των περιοχών που υπόκεινται σε μέτρα αποκατάστασης, καθώς και των δεδομένων σχετικά με την απογραφή των φραγμών στη συνέχεια ποταμού, θα πρέπει να θεσπιστεί σύστημα που θα απαιτεί από τα κράτη μέλη να δημιουργούν, να τηρούν ενημερωμένα και να καθιστούν προσβάσιμα σχετικά δεδομένα που αφορούν τα αποτελέσματα της εν λόγω παρακολούθησης. Η ηλεκτρονική υποβολή στοιχείων στην Επιτροπή θα πρέπει να πραγματοποιείται με χρήση του συστήματος Reportnet του ΕΟΠ και να αποσκοπεί στον περιορισμό του διοικητικού φόρτου για όλες τις οντότητες στο μέτρο του δυνατού. Για να διασφαλιστεί κατάλληλη υποδομή για την πρόσβαση του κοινού, την υποβολή εκθέσεων και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των δημόσιων αρχών, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά περίπτωση, να βασίζουν τις προδιαγραφές δεδομένων στις προδιαγραφές που αναφέρονται στις οδηγίες 2003/4/ΕΚ (25), 2007/2/ΕΚ (26) και (ΕΕ) 2019/1024 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27).

(76)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να στηρίζει τα κράτη μέλη κατόπιν αιτήματος στο Μέσο Τεχνικής Υποστήριξης, που θεσπίσθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2021/240 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28), το οποίο παρέχει εξατομικευμένη τεχνική υποστήριξη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Στην τεχνική υποστήριξη που παρέχεται στο πλαίσιο του εν λόγω μέσου περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας, η εναρμόνιση των νομοθετικών πλαισίων και η ανταλλαγή σχετικών βέλτιστων πρακτικών.

(77)

Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο που σημειώνουν τα κράτη μέλη προς την επίτευξη των στόχων αποκατάστασης και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού με βάση εκθέσεις προόδου σε επίπεδο Ένωσης που καταρτίζει ο ΕΟΠ καθώς και άλλες αναλύσεις και εκθέσεις που διατίθενται από τα κράτη μέλη σε σχετικούς τομείς πολιτικής, όπως η πολιτική για τη φύση και τα ύδατα ή η θαλάσσια πολιτική.

(78)

Για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, είναι εξαιρετικά σημαντικό να πραγματοποιηθούν επαρκείς ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις για την αποκατάσταση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να προβλέψουν στους εθνικούς τους προϋπολογισμούς τις δαπάνες για τους στόχους βιοποικιλότητας, μεταξύ άλλων σε σχέση με το κόστος ευκαιρίας και το κόστος μετάβασης που προκύπτει από την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης, καθώς και να αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η χρηματοδότηση της Ένωσης. Όσον αφορά την ενωσιακή χρηματοδότηση, οι δαπάνες μέσω του προϋπολογισμού της Ένωσης και των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της Ένωσης —όπως το Πρόγραμμα LIFE,, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (ΕΤΘΑΥ), που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1139 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29), το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), που θεσπίστηκαν αμφότερα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/2220 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και το Ταμείο Συνοχής, που θεσπίστηκαν αμφότερα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1058 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31) και το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1056 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32), καθώς και το «Ορίζων Ευρώπη» —το πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/695 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33)— συμβάλλουν στους στόχους βιοποικιλότητας, με τη φιλοδοξία το 7,5 % για το 2024, και το 10 % για το 2026 και το 2027, των ετήσιων δαπανών του πολυετούς δημοσιονομικού προγράμματος για τα έτη 2021 έως 2027 που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2093 του Συμβουλίου (το «ΠΔΠ 2021-2027») (34) να κατευθύνονται σε στόχους βιοποικιλότητας. Ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (35), αποτελεί περαιτέρω πηγή χρηματοδότησης για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων. Όσον αφορά το πρόγραμμα LIFE, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην κατάλληλη χρήση των στρατηγικών έργων για τη φύση ως ειδικού εργαλείου που θα μπορούσε να στηρίξει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού μέσω της ενσωμάτωσης των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων κατά τρόπο αποτελεσματικό και αποδοτικό.

(79)

Η κατάρτιση των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να αναπρογραμματίσουν οποιαδήποτε χρηματοδότηση στο πλαίσιο της ΚΓΠ, της ΚΑΠ ή άλλων προγραμμάτων ή μέσων χρηματοδότησης της γεωργίας και της αλιείας στο πλαίσιο του ΠΔΠ 2021-2027 με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(80)

Διάφορες ενωσιακές, εθνικές και ιδιωτικές πρωτοβουλίες είναι διαθέσιμες για την τόνωση της ιδιωτικής χρηματοδότησης, όπως το πρόγραμμα InvestEU, το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/523 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36), και προσφέρει ευκαιρίες κινητοποίησης δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης για τη στήριξη, μεταξύ άλλων, της ενίσχυσης της φύσης και της βιοποικιλότητας μέσω πράσινων και γαλάζιων έργων υποδομής, και της ανθρακοδεσμευτικής γεωργίας ως πράσινου επιχειρηματικού μοντέλου. Θα μπορούσε να προωθηθεί η χρηματοδότηση πρακτικών μέτρων αποκατάστασης της φύσης, μέσω ιδιωτικής ή δημόσιας χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης βάσει αποτελεσμάτων και καινοτόμων συστημάτων, όπως τα συστήματα πιστοποίησης της απορρόφησης άνθρακα. Θα μπορούσαν επίσης να δοθούν κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις μέσω δημόσιων επενδυτικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων χρηματοδοτικών μέσων, επιδοτήσεων και άλλων μηχανισμών, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

(81)

Για να διασφαλιστεί η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού είναι απαραίτητη η πραγματοποίηση κατάλληλων ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων σε μέτρα για την αποκατάστασης της φύσης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού και σε διαβούλευση με τα κράτη μέλη, να υποβάλει έκθεση με ανάλυση στην οποία θα προσδιορίζονται τυχόν κενά στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω έκθεση θα πρέπει να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από προτάσεις για επαρκή μέτρα, συμπεριλαμβανομένων χρηματοοικονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που έχουν εντοπιστεί, όπως η θέσπιση ειδικής χρηματοδότησης, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των συννομοθετών όσον αφορά την έγκριση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου μετά το 2027.

(82)

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που καθορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), εναπόκειται στα δικαστήρια των κρατών μελών να διασφαλίζουν τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου βάσει του δικαίου της Ένωσης. Εξάλλου, το άρθρο 19 παράγραφος 1 ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Η Ένωση και τα κράτη μέλη αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (37) («Σύμβαση του Aarhus»). Σύμφωνα με τη Σύμβαση του Aarhus, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με το σχετικό εθνικό νομικό σύστημα, το ενδιαφερόμενο κοινό έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

(83)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν μια δίκαιη προσέγγιση που θα αγγίζει όλες τις κοινωνικές ομάδες κατά την κατάρτιση και την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης. Θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, των ιδιοκτητών γης και των χρηστών γης και των ενώσεών τους, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, της επιχειρηματικής κοινότητας, των ερευνητικών και εκπαιδευτικών κοινοτήτων, των γεωργών, των αλιέων, των δασοκόμων, των επενδυτών και άλλων σχετικών ενδιαφερόμενων μερών και του ευρέος κοινού, σε όλες τις φάσεις της προετοιμασίας, της επανεξέτασης και της εφαρμογής των εθνικών σχεδίων αποκατάστασης, και για την προώθηση του διαλόγου και της διάδοσης επιστημονικά τεκμηριωμένων πληροφοριών σχετικά με τη βιοποικιλότητα και τα οφέλη της αποκατάστασης.

(84)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/2115, τα στρατηγικά σχέδια για την ΚΓΠ πρέπει να συμβάλλουν στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων εθνικών αριθμητικών στόχων που ορίζονται ή απορρέουν από τις νομοθετικές πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα XIII του εν λόγω κανονισμού και να συμφωνούν μαζί τους. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν, σύμφωνα με το άρθρο 159 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2115, η Επιτροπή επανεξετάσει, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, τον κατάλογο που παρατίθεται στο παράρτημα XIII του εν λόγω κανονισμού.

(85)

Σύμφωνα με τη δέσμευση στο πλαίσιο του 8ου προγράμματος δράσης για το περιβάλλον, που θεσπίστηκε με την απόφαση (ΕΕ) 2022/591 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (38), τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταργήσουν σταδιακά τις επιζήμιες για το περιβάλλον επιδοτήσεις σε εθνικό επίπεδο, με τη βέλτιστη χρήση μέσων που βασίζονται στην αγορά και εργαλείων κατάρτισης πράσινου προϋπολογισμού και χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαιτούνται για τη διασφάλιση κοινωνικά δίκαιης μετάβασης, και στήριξη των επιχειρήσεων και άλλων συμφεροντούχων στην ανάπτυξη τυποποιημένων λογιστικών πρακτικών όσον αφορά το φυσικό κεφάλαιο.

(86)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναγκαία προσαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση και επικαιροποίηση επιστημονικά τεκμηριωμένης μεθόδου για την παρακολούθηση της ποικιλομορφίας και των πληθυσμών των επικονιαστών, και όσον αφορά την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως VII του παρόντος κανονισμού προσαρμόζοντας στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο τις ομάδες και τους καταλόγους των τύπων οικοτόπων, τον κατάλογο των θαλάσσιων ειδών, τον κατάλογο των ειδών που χρησιμοποιούνται για τον δείκτη κοινών πτηνών γεωργικών εκτάσεων, την περιγραφή, τη μονάδα και τη μεθοδολογία των δεικτών βιοποικιλότητας για τα αγροτικά οικοσυστήματα και τα δασικά οικοσυστήματα και τον κατάλογο παραδειγμάτων μέτρων αποκατάστασης, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η εμπειρία που έχει αντληθεί από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ή να διασφαλίζεται η συνέπεια με τους τύπους οικοτόπων του EUNIS. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξαγάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, εκτιμήσεις των επιπτώσεων και τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (39). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(87)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον προσδιορισμό των μεθόδων παρακολούθησης των δεικτών για τα γεωργικά οικοσυστήματα που απαριθμούνται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού και των δεικτών για τα δασικά οικοσυστήματα που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του παρόντος κανονισμού, τη δημιουργία πλαισίων καθοδήγησης για τον καθορισμό ικανοποιητικών επιπέδων για τον αστικό χώρο πρασίνου, για την αστική συγκόμωση σε αστικά οικοσυστήματα, για τους επικονιαστές, για τους δείκτες βιοποικιλότητας για γεωργικά οικοσυστήματα που απαριθμούνται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού και για τους δείκτες για τα δασικά οικοσυστήματα που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του παρόντος κανονισμού, τον καθορισμό ενιαίου μορφότυπου για τα εθνικά σχέδια αποκατάστασης και τον ορισμό του μορφότυπου, της δομής και των λεπτομερών ρυθμίσεων για την ηλεκτρονική υποβολή στοιχείων και πληροφοριών στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (40).

(88)

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση σε περίπτωση απρόβλεπτου, έκτακτου και απρόκλητου συμβάντος που εκφεύγει του ελέγχου της Ένωσης, με σοβαρές συνέπειες σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά τη διαθεσιμότητα της γης που απαιτείται για τη διασφάλιση επαρκούς γεωργικής παραγωγής για την κατανάλωση τροφίμων στην Ένωση, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά την προσωρινή αναστολή της εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο, έως 12 μήνες κατ’ ανώτατο όριο, με παράλληλη διατήρηση των στόχων του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(89)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού. Σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται στα κριτήρια της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας, της συνάφειας, της συνεκτικότητας και της προστιθέμενης αξίας και θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για τις εκτιμήσεις των επιπτώσεων ενδεχόμενων περαιτέρω μέτρων. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη καθορισμού πρόσθετων στόχων αποκατάστασης με βάση κοινές μεθόδους για την αξιολόγηση της κατάστασης των οικοσυστημάτων που δεν καλύπτονται από τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα πλέον πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία.

(90)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/869 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (41) θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(91)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η διασφάλιση της μακροπρόθεσμης και διαρκούς ανάκαμψης ανθεκτικών και πλούσιων σε βιοποικιλότητα οικοσυστημάτων σε όλο το ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών, μέσω μέτρων αποκατάστασης που θα θεσπίσουν τα κράτη μέλη για τη συλλογική επίτευξη του στόχου της Ένωσης για την αποκατάσταση των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών έως το 2030, και όλων των περιοχών που χρήζουν αποκατάστασης έως το 2050, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 24 Ιουνίου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. MARON

CHAPTER I GENERAL PROVISIONS CHAPTER I GENERAL PROVISIONS
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΕΘΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΕΘΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ANNEX I TERRESTRIAL, COASTAL AND FRESHWATER ECOSYSTEMS – HABITAT TYPES AND GROUPS OF HABITAT TYPES REFERRED TO IN ARTICLE 4(1) AND (4)

ANNEX I

TERRESTRIAL, COASTAL AND FRESHWATER ECOSYSTEMS – HABITAT TYPES AND GROUPS OF HABITAT TYPES REFERRED TO IN ARTICLE 4(1) AND (4)

ANNEX II MARINE ECOSYSTEMS – HABITAT TYPES AND GROUPS OF HABITAT TYPES REFERRED TO IN ARTICLE 5(1) AND (2)

ANNEX II

MARINE ECOSYSTEMS – HABITAT TYPES AND GROUPS OF HABITAT TYPES REFERRED TO IN ARTICLE 5(1) AND (2)

ANNEX III MARINE SPECIES REFERRED TO IN ARTICLE 5(5)

ANNEX III

MARINE SPECIES REFERRED TO IN ARTICLE 5(5)

(1)   

dwarf sawfish (Pristis clavata);

(2)   

smalltooth sawfish (Pristis pectinata);

(3)   

largetooth sawfish (Pristis pristis);

(4)   

basking shark (Cetorhinus maximus) and white shark (Carcharodon carcharias);

(5)   

smooth lantern shark (Etmopterus pusillus);

(6)   

reef manta ray (Mobula alfredi);

(7)   

giant manta ray (Mobula birostris);

(8)   

devil fish (Mobula mobular);

(9)   

lesser Guinean devil ray (Mobula rochebrunei);

(10)   

spinetail mobula (Mobula japanica);

(11)   

smoothtail mobula (Mobula thurstoni);

(12)   

longhorned mobula (Mobula eregoodootenkee);

(13)   

Chilean devil ray (Mobula tarapacana);

(14)   

shortfin devil ray (Mobula kuhlii);

(15)   

lesser devil ray (Mobula hypostoma);

(16)   

Norwegian skate (Dipturus nidarosiensis);

(17)   

white skate (Rostroraja alba);

(18)   

guitarfishes (Rhinobatidae);

(19)   

angel shark (Squatina squatina);

(20)   

salmon (Salmo salar);

(21)   

sea trout (Salmo trutta);

(22)   

houting (Coregonus oxyrhynchus).

ANNEX IV LIST OF BIODIVERSITY INDICATORS FOR AGRICULTURAL ECOSYSTEMS REFERRED TO IN ARTICLE 11(2)

ANNEX IV

LIST OF BIODIVERSITY INDICATORS FOR AGRICULTURAL ECOSYSTEMS REFERRED TO IN ARTICLE 11(2)

Indicator

Description, units, and methodology for determining and monitoring the indicator

Grassland butterfly index

Description: This indicator is composed of species considered to be characteristic of European grasslands and which occur in a large part of Europe, covered by the majority of the Butterfly Monitoring Schemes. It is based on the geometric mean of species trends.

Unit: Index.

Methodology: as developed and used by Butterfly Conservation Europe, Van Swaay, C.A.M, Assessing Butterflies in Europe - Butterfly Indicators 1990-2018, Technical report, Butterfly Conservation Europe, 2020.

Stock of organic carbon in cropland mineral soils

Description: This indicator describes the stock of organic carbon in cropland mineral soils at a depth of 0 to 30 cm.

Unit: Tonnes of organic carbon/ha.

Methodology: as set out in Annex V to Regulation (EU) 2018/1999 in accordance with the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories, and as supported by the Land Use and Coverage Area frame Survey (LUCAS) Soil, Jones A. et al., LUCAS Soil 2022, JRC technical report, Publications Office of the European Union, 2021.

Share of agricultural land with high-diversity landscape features

Description: High-diversity landscape features, such as buffer strips, hedgerows, individual or groups of trees, tree rows, field margins, patches, ditches, streams, small wetlands, terraces, cairns, stonewalls, small ponds and cultural features, are elements of permanent natural or semi-natural vegetation present in an agricultural context which provide ecosystem services and support for biodiversity.

In order to do so, landscape features need to be subject to as little negative external disturbances as possible to provide safe habitats for various taxa, and therefore need to comply with the following conditions:

(a)

they cannot be under productive agricultural use (including grazing or fodder production), unless such use is necessary for the preservation of biodiversity; and

(b)

they should not receive fertilizer or pesticide treatment, except for low input treatment with solid manure.

Land lying fallow, including temporarily, can be considered as high diversity landscape features if it complies with criteria set out under (a) and (b) of the second paragraph. Productive trees part of sustainable agroforestry systems or trees in extensive old orchards on permanent grassland and productive elements in hedges can also be considered as high diversity landscape features, if they comply with criterion set out under (b) of the second paragraph, and if harvests take place only at moments where it would not compromise high biodiversity levels.

Unit: Percent (share of Utilised Agricultural Area).

Methodology: as developed under indicator I.21, Annex I to Regulation (EU) 2021/2115, as based on latest updated version of LUCAS for landscape elements, Ballin M. et al., Redesign sample for Land Use/Cover Area frame Survey (LUCAS), Eurostat 2018, and for land laying fallow, Farm Structure, Reference Metadata in Single Integrated Metadata Structure, online publication, Eurostat and, where applicable, for high diversity landscape features not covered by the methodology above, methodology developed by Member States in accordance with Article 14(7) of this Regulation.

The LUCAS methodology is updated on a regular basis to enhance the reliability of the data used in the Union and, at national level, by Member States when implementing their national restoration plans.

ANNEX V COMMON FARMLAND BIRD INDEX AT NATIONAL LEVEL

ANNEX V

COMMON FARMLAND BIRD INDEX AT NATIONAL LEVEL

Description

The common farmland bird index summarises population trends of common and widespread birds of farmland and is intended as a proxy to assess the biodiversity status of agricultural ecosystems in Europe. The national common farmland bird index is a composite, multispecies index that measures the rate of change in the relative abundance of farmland bird species across selected survey sites at national level. That index is based on specially selected species that are dependent on farmland habitats for feeding or nesting, or both. National common farmland bird indices are based on species sets that are relevant to each Member State. The national common farmland bird index is calculated with reference to a base year when the index value is typically set at 100. Trend values express the overall population change in the population size of the constituent farmland birds over a period of years.

Methodology: Brlík et al. (2021): Long-term and large-scale multispecies dataset tracking population changes of common European breeding birds. Sci Data 8, 21. https://doi.org/10.1038/s41597-021-00804-2

‘Member States with historically more depleted populations of farmland birds’ means Member States where half or more species contributing to the national common farmland bird index have a negative long-term population trend. In Member States where information on long-term population trends is not available for some species, information on the European status of species is used.

These Member States are:

Czechia

Denmark

Germany

Estonia

Spain

France

Italy

Luxembourg

Hungary

Netherlands

Finland

‘Member States with historically less depleted populations of farmland birds’ means Member States where less than half of species contributing to the national common farmland bird index have a negative long-term population trend. In Member States, where information on long-term population trends is not available for some species, information on the European status of species is used.

These Member States are:

Belgium

Bulgaria

Ireland

Greece

Croatia

Cyprus

Latvia

Lithuania

Malta

Austria

Poland

Portugal

Romania

Slovenia

Slovakia

Sweden

List of species used for the common farmland bird index in the Member States

Belgium - Flanders

Belgium - Wallonia

Alauda arvensis

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Anthus pratensis

Emberiza citrinella

Corvus frugilegus

Falco tinnunculus

Emberiza citrinella

Haematopus ostralegus

Falco tinnunculus

Hirundo rustica

Hirundo rustica

Limosa limosa

Lanius collurio

Linaria cannabin

Linaria cannabina

Motacilla flava

Miliaria calandra

Numenius arquata

Motacilla flava

Passer montanus

Passer montanus

Perdix perdi

Perdix perdix

Saxicola torquatus

Saxicola torquatus

Sylvia communis

Streptopelia turtur

Vanellus vanellus

Sturnus vulgaris

 

Sylvia communis

 

Vanellus vanellus

Bulgaria

Alauda arvensis

Carduelis carduelis

Coturnix coturnix

Corvus frugilegus

Emberiza hortulana

Emberiza melanocephala

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Lanius collurio

Linaria cannabina

Miliaria calandra

Motacilla flava

Perdix perdix

Passer montanus

Sylvia communis

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Upupa epops

Czechia

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Ciconia ciconia

Corvus frugilegus

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Hirundo rustica

Lanius collurio

Linaria cannabina

Miliaria calandra

Motacilla flava

Passer montanus

Perdix perdix

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Serinus serinus

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Vanellus vanellus

Denmark

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Carduelis carduelis

Corvus corone

Corvus frugilegus

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Gallinago gallinago

Hirundo rustica

Lanius collurio

Linaria cannabina

Miliaria calandra

Motacilla alba

Motacilla flava

Oenanthe oenanthe

Passer montanus

Perdix perdix

Saxicola rubetra

Sylvia communis

Sylvia curruca

Turdus pilaris

Vanellus vanellus

Germany

Alauda arvensis

Athene noctua

Emberiza citrinella

Lanius collurio

Limosa limosa

Lullula arborea

Miliaria calandra

Milvus milvus

Saxicola rubetra

Vanellus vanellus

Estonia

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Corvus frugilegus

Emberiza citrinella

Hirundo rustica

Lanius collurio

Linaria cannabina

Motacilla flava

Passer montanus

Saxicola rubetra

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Vanellus vanellus

Ireland

Carduelis carduelis

Columba oenas

Columba palumbus

Corvus cornix

Corvus frugilegus

Corvus monedula

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Fringilla coelebs

Hirundo rustica

Chloris chloris

Linaria cannabina

Motacilla alba

Passer domesticus

Phasianus colchicus

Pica pica

Saxicola torquatus

Sturnus vulgaris

Greece

Alauda arvensis

Apus apus

Athene noctua

Calandrella brachydactyla

Carduelis carduelis

Carduelis chloris

Ciconia ciconia

Corvus corone

Corvus monedula

Delichon urbicum

Emberiza cirlus

Emberiza hortulana

Emberiza melanocephala

Falco naumanni

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo daurica

Hirundo rustica

Lanius collurio

Lanius minor

Lanius senator

Linaria cannabina

Lullula arborea

Luscinia megarhynchos

Melanocorypha calandra

Miliaria calandra

Motacilla flava

Oenanthe hispanica

Oenanthe oenanthe

Passer domesticus

Passer hispaniolensis

Passer montanus

Pica pica

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Streptopelia decaocto

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia melanocephala

Upupa epops

Spain

Alauda arvensis

Alectoris rufa

Athene noctua

Calandrella brachydactyla

Carduelis carduelis

Cisticola juncidis

Corvus monedula

Coturnix coturnix

Emberiza calandra

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Linaria cannabina

Melanocorypha calandra

Merops apiaster

Oenanthe hispanica

Passer domesticus

Passer montanus

Pica pica

Pterocles orientalis

Streptopelia turtur

Sturnus unicolor

Tetrax tetrax

Upupa epops

France

Alauda arvensis

Alectoris rufa

Anthus campestris

Anthus pratensis

Buteo buteo

Corvus frugilegus

Coturnix coturnix

Emberiza cirlus

Emberiza citrinella

Emberiza hortulana

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Lanius collurio

Linaria cannabina

Lullula arborea

Melanocorypha calandra

Motacilla flava

Oenanthe oenanthe

Perdix perdix

Saxicola torquatus

Saxicola rubetra

Sylvia communis

Upupa epops

Vanellus vanellus

Croatia

Alauda arvensis

Anthus campestris

Anthus trivialis

Carduelis carduelis

Coturnix coturnix

Emberiza cirlus

Emberiza citrinella

Emberiza melanocephala

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Jynx torquilla

Lanius collurio

Lanius senator

Linaria cannabina

Lullula arborea

Luscinia megarhynchos

Miliaria calandra

Motacilla flava

Oenanthe hispanica

Oriolus oriolus

Passer montanus

Pica pica

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Streptopelia turtur

Sylvia communis

Upupa epops

Vanellus vanellus

Italy

Alauda arvensis

Anthus campestris

Calandrella brachydactyla

Carduelis carduelis

Carduelis chloris

Corvus cornix

Emberiza calandra

Emberiza hortulana

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Jynx torquilla

Lanius collurio

Luscinia megarhynchos

Melanocorypha calandra

Motacilla alba

Motacilla flava

Oriolus oriolus

Passer domesticus italiae

Passer hispaniolensis

Passer montanus

Pica pica

Saxicola torquatus

Serinus serinus

Streptopelia turtur

Sturnus unicolor

Sturnus vulgaris

Upupa epops

Cyprus

Alectoris chukar

Athene noctua

Carduelis carduelis

Cisticola juncidis

Clamator glandarius

Columba palumbus

Coracias garrulus

Corvus corone cornix

Coturnix coturnix

Emberiza calandra

Emberiza melanocephala

Falco tinnunculus

Francolinus francolinus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Chloris chloris

Iduna pallida

Linaria cannabina

Oenanthe cypriaca

Parus major

Passer hispaniolensis

Pica pica

Streptopelia turtur

Sylvia conspicillata

Sylvia melanocephala

Latvia

Acrocephalus palustris

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Carduelis carduelis

Carpodacus erythrinus

Ciconia ciconia

Crex crex

Emberiza citrinella

Lanius collurio

Locustella naevia

Motacilla flava

Passer montanus

Saxicola rubetra

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Vanellus vanellus

Lithuania

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Carduelis carduelis

Ciconia ciconia

Crex crex

Emberiza citrinella

Hirundo rustica

Lanius collurio

Motacilla flava

Passer montanus

Saxicola rubetra

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Vanellus vanellus

Luxembourg

Alauda arvensis

Emberiza citrinella

Lanius collurio

Linaria cannabina

Passer montanus

Saxicola torquatus

Sylvia communis

Hungary

Alauda arvensis

Anthus campestris

Coturnix coturnix

Emberiza calandra

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Lanius collurio

Lanius minor

Locustella naevia

Merops apiaster

Motacilla flava

Perdix perdix

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Sylvia nisoria

Vanellus vanellus

Malta

Calandrella brachydactyla

Linaria cannabina

Cettia cetti

Cisticola juncidis

Coturnix coturnix

Emberiza calandra

Lanius senator

Monticola solitarius

Passer hispaniolensis

Passer montanus

Serinus serinus

Streptopelia decaocto

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia conspicillata

Sylvia melanocephala

Netherlands

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Athene noctua

Calidris pugnax

Carduelis carduelis

Corvus frugilegus

Coturnix coturnix

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Gallinago gallinago

Haematopus ostralegus

Hippolais icterina

Hirundo rustica

Limosa limosa

Miliaria calandra

Motacilla fl ava

Numenius arquata

Passer montanus

Perdix perdix

Saxicola torquatus

Spatula clypeata

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Tringa totanus

Turdus viscivorus

Vanellus vanellus

Austria

Acrocephalus palustris

Alauda arvensis

Anthus spinoletta

Anthus trivialis

Carduelis carduelis

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Jynx torquilla

Lanius collurio

Linaria cannabina

Lullula arborea

Miliaria calandra

Oenanthe oenanthe

Passer montanus

Perdix perdix

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Serinus citrinella

Serinus serinus

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Turdus pilaris

Vanellus vanellus

Poland

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Ciconia ciconia

Emberiza citrinella

Emberiza hortulana

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Lanius collurio

Limosa limosa

Linaria cannabina

Miliaria calandra

Motacilla flava

Passer montanus

Saxicola torquatus

Saxicola rubetra

Serinus serinus

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Upupa epops

Vanellus vanellus

Portugal

Athene noctua

Bubulcus ibis

Carduelis carduelis

Chloris chloris

Ciconia ciconia

Cisticola juncidis

Coturnix coturnix

Delichon urbicum

Emberiza cirlus

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Lanius meridionalis

Linaria cannabina

Merops apiaster

Miliaria calandra

Milvus migrans

Passer domesticus

Pica pica

Saxicola torquatus

Serinus serinus

Sturnus unicolor

Upupa epops

Romania

Alauda arvensis

Anthus campestris

Calandrella brachydactyla

Ciconia ciconia

Corvus frugilegus

Emberiza calandra

Emberiza citrinella

Emberiza hortulana

Emberiza melanocephala

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Lanius collurio

Lanius minor

Linaria cannabina

Melanocorypha calandra

Motacilla flava

Passer montanus

Perdix perdix

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Upupa epops

Vanellus vanellus

Slovenia

Acrocephalus palustris

Alauda arvensis

Anthus trivialis

Carduelis carduelis

Columba oenas

Columba palumbus

Emberiza calandra

Emberiza cirlus

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Galerida cristata

Hirundo rustica

Jynx torquilla

Lanius collurio

Linaria cannabina

Lullula arborea

Luscinia megarhynchos

Motacilla flava

Passer montanus

Phoenicurus phoenicurus

Picus viridis

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Serinus serinus

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Upupa epops

Vanellus vanellus

Slovakia

Alauda arvensis

Carduelis carduelis

Emberiza calandra

Emberiza citrinella

Falco tinnunculus

Hirundo rustica

Chloris chloris

Lanius collurio

Linaria cannabina

Locustella naevia

Motacilla flava

Passer montanus

Saxicola rubetra

Saxicola torquatus

Serinus serinus

Streptopelia turtur

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Sylvia nisoria

Vanellus vanellus

Finland

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Corvus monedula

Crex crex

Delichon urbica

Emberiza hortulana

Hirundo rustica

Numenius arquata

Passer montanus

Saxicola rubertra

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Turdus pilaris

Vanellus vanellus

Sweden

Alauda arvensis

Anthus pratensis

Corvus frugilegus

Emberiza citrinella

Emberiza hortulana

Falco tinnunculus

Hirundo rustica

Lanius collurio

Linaria cannabina

Motacilla flava

Passer montanus

Saxicola rubetra

Sturnus vulgaris

Sylvia communis

Vanellus vanellus

ANNEX VI LIST OF BIODIVERSITY INDICATORS FOR FOREST ECOSYSTEMS REFERRED TO IN ARTICLE 12(2) AND 12(3)

ANNEX VI

LIST OF BIODIVERSITY INDICATORS FOR FOREST ECOSYSTEMS REFERRED TO IN ARTICLE 12(2) AND 12(3)

Indicator

Description, units, and methodology for determining and monitoring the indicator

Standing deadwood

Description: This indicator shows the amount of non-living standing woody biomass in forest and other wooded land.

Unit: m3/ha.

Methodology: as developed and used by FOREST EUROPE, State of Europe’s Forests 2020, FOREST EUROPE 2020, and in the description of national forest inventories in Tomppo E. et al., National Forest Inventories, Pathways for Common Reporting, Springer, 2010, and taking into account the methodology as set out in Annex V to Regulation (EU) 2018/1999 in accordance with the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories.

Lying deadwood

Description: This indicator shows the amount of non-living woody biomass lying on the ground in forest and other wooded land.

Unit: m3/ha.

Methodology: as developed and used by FOREST EUROPE, State of Europe’s Forests 2020, FOREST EUROPE 2020, and in the description of national forest inventories in Tomppo E. et al., National Forest Inventories, Pathways for Common Reporting, Springer, 2010, and taking into account the methodology as set out in Annex V to Regulation (EU) 2018/1999 in accordance with the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories.

Share of forests with uneven-aged structure

Description: This indicator refers to the share of forests available for wood supply (FAWS) with uneven-aged structure in forests as compared to even-aged structure in forests.

Unit: Percent of FAWS with uneven-aged structure.

Methodology: as developed and used by FOREST EUROPE, State of Europe’s Forests 2020, FOREST EUROPE 2020, and in the description of national forest inventories in Tomppo E. et al., National Forest Inventories, Pathways for Common Reporting, Springer, 2010.

Forest connectivity

Description: Forest connectivity is the degree of compactness of forest covered areas. It is defined in the range of 0 to 100.

Unit: Index.

Methodology: as developed by FAO, Vogt P., et al., FAO – State of the World’s Forests: Forest Fragmentation, JRC Technical Report, Publications Office of the European Union, Luxembourg, 2019.

Common forest birds index

Description: The forest bird indicator describes trends in the abundance of common forest birds across their European ranges over time. It is a composite index created from observational data of bird species characteristic for forest habitats in Europe. The index is based on a specific list of species in each Member State.

Unit: Index.

Methodology: Brlík et al. Long-term and large-scale multispecies dataset tracking population changes of common European breeding birds, Sci Data 8, 21. 2021.

Stock of organic carbon

Description: This indicator describes the stock of organic carbon in the litter and in the mineral soil at a depth of 0 to 30 cm in forest ecosystems.

Unit: Tonnes organic carbon/ha.

Methodology: as set out in Annex V to Regulation (EU) 2018/1999 in accordance with the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories, and as supported by the Land Use and Coverage Area frame Survey (LUCAS) Soil, Jones A. et al., LUCAS Soil 2022, JRC technical report, Publications Office of the European Union, 2021.

Share of forest dominated by native tree species

Description: Share of forest and other wooded land dominated by (>50 % coverage) native tree species.

Unit: Percent.

Methodology: as developed and used by FOREST EUROPE, State of Europe’s Forests 2020, FOREST EUROPE 2020, and in the description of national forest inventories in Tomppo E. et al., National Forest Inventories, Pathways for Common Reporting, Springer, 2010.

Tree species diversity

Description: This indicator describes the mean number of tree species occurring in forest areas.

Unit: Index.

Methodology: Based on FOREST EUROPE, State of Europe’s Forests 2020, FOREST EUROPE 2020, and in the description of national forest inventories in Tomppo E. et al., National Forest Inventories, Pathways for Common Reporting, Springer, 2010.

ANNEX VII LIST OF EXAMPLES OF RESTORATION MEASURES REFERRED TO IN ARTICLE 14(16)

ANNEX VII

LIST OF EXAMPLES OF RESTORATION MEASURES REFERRED TO IN ARTICLE 14(16)

(1)   

Restore wetlands, by rewetting drained peatlands, removing peatland drainage structures or de-poldering and discontinuing peat excavation.

(2)   

Improve hydrological conditions by increasing quantity, quality and dynamics of surface waters and groundwater levels for natural and semi-natural ecosystems.

(3)   

Remove unwanted scrub encroachment or non-native plantations on grasslands, wetlands, forests and sparsely vegetated land.

(4)   

Apply paludiculture.

(5)   

Re-establish the meandering of rivers and reconnect artificially cut meanders or oxbow lakes.

(6)   

Remove longitudinal and lateral barriers,such as dikes and dams; give more space to river dynamics and restore free-flowing river stretches.

(7)   

Re-naturalise riverbeds and lakes and lowland watercourses by, for example. removing artificial bed fixation, optimising substrate composition, improving or developing habitat cover.

(8)   

Restore natural sedimentation processes.

(9)   

Establish riparian buffers, such as riparian forests, buffer strips, meadows or pastures.

(10)   

Increase ecological features in forests, such as large, old and dying trees (habitat trees) and amounts of lying and standing deadwood.

(11)   

Work towards a diversified forest structure in terms of, for example, species composition and age, enable natural regeneration and succession of tree species.

(12)   

Assist migration of provenances and species where it may be needed due to climate change.

(13)   

Enhance forest diversity by restoring mosaics of non-forest habitats such as open patches of grassland or heathland, ponds or rocky areas.

(14)   

Make use of ‘close-to-nature’ or ‘continuous cover’ forestry approaches; introduce native tree species.

(15)   

Enhance the development of old-growth native forests and mature stands, for example, by abandonment of harvesting or by active management which favours development of autoregulatory functions and appropriate resilience.

(16)   

Introduce high-diversity landscape features in arable land and intensively used grassland, such as buffer strips, field margins with native flowers, hedgerows, trees, small forests, terrace walls, ponds, habitat corridors and stepping stones, etc.

(17)   

Increase the agricultural area subject to agro-ecological management approaches such as organic agriculture or agro-forestry, multicropping and crop rotation, integrated pest and nutrient management.

(18)   

Reduce grazing intensity or mowing regimes on grasslands where relevant and re-establish extensive grazing with domestic livestock and extensive mowing regimes where they were abandoned.

(19)   

Stop or reduce the use of chemical pesticides as well as chemical and animal manure fertilisers.

(20)   

Stop ploughing grassland and introducing seeds of productive grasses.

(21)   

Remove plantations on former dynamic inland dune systems to re-enable natural wind dynamics in favour of open habitats.

(22)   

Improve connectivity across habitats to enable the development of populations of species, and to allow for sufficient individual or genetic exchange as well as for species’ migration and adaptation to climate change.

(23)   

Allow ecosystems to develop their own natural dynamics for example by abandoning harvesting and promoting naturalness and wilderness.

(24)   

Remove and control invasive alien species, and prevent or minimise new introductions.

(25)   

Minimise negative impacts of fishing activities on the marine ecosystem, for example by using gear with less impact on seabed.

(26)   

Restore important fish spawning and nursery areas.

(27)   

Provide structures or substrates to encourage the return of marine life in support of the restoration of coral, oyster or boulder reefs.

(28)   

Restore seagrass meadows and kelp forests by actively stabilising the sea bottom, reducing and, where possible, eliminating pressures or by active propagation and planting.

(29)   

Restore or improve the state of characteristic native species population vital to the ecology of marine habitats by conducting passive or active restoration measures, for example, introducing juveniles.

(30)   

Reduce various forms of marine pollution, such as nutrient loading, noise pollution and plastic waste.

(31)   

Increase urban green spaces with ecological features, such as parks, trees and woodland patches, green roofs, wildflower grasslands, gardens, city horticulture, tree-lined streets, urban meadows and hedges, ponds and watercourses, taking into consideration, inter alia, species diversity, native species, local conditions and resilience to climate change.

(32)   

Stop, reduce or remediate pollution from pharmaceuticals, hazardous chemicals, urban and industrial wastewater, and other waste including litter and plastics as well as light in all ecosystems.

(33)   

Convert brownfield sites, former industrial areas and quarries into natural sites.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση