+ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2025/2360 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Νοεμβρίου 2025 σχετικά με την παρακολούθηση και την ανθεκτικότητα του εδάφους (οδηγία για την παρακολούθηση του εδάφους)
---+Preamble: 1
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
------+Άρθρο 1 Στόχοι και αντικείμενο
---------+Άρθρο 1 1
---------+Άρθρο 1 2
------+Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής
------+Άρθρο 3 Ορισμοί
---------+Άρθρο 3 1)
---------+Άρθρο 3 2)
---------+Άρθρο 3 3)
---------+Άρθρο 3 4)
---------+Άρθρο 3 5)
---------+Άρθρο 3 6)
---------+Άρθρο 3 7)
---------+Άρθρο 3 8)
---------+Άρθρο 3 9)
---------+Άρθρο 3 10)
---------+Άρθρο 3 11)
---------+Άρθρο 3 12)
---------+Άρθρο 3 13)
---------+Άρθρο 3 14)
---------+Άρθρο 3 15)
---------+Άρθρο 3 16)
---------+Άρθρο 3 17)
---------+Άρθρο 3 18)
---------+Άρθρο 3 19)
---------+Άρθρο 3 20)
---------+Άρθρο 3 21)
---------+Άρθρο 3 22)
---------+Άρθρο 3 23)
---------+Άρθρο 3 24)
---------+Άρθρο 3 25)
---------+Άρθρο 3 26)
---------+Άρθρο 3 27)
---------+Άρθρο 3 28)
------+Άρθρο 4 Εδαφικές περιοχές και εδαφικές μονάδες
---------+Άρθρο 4 1
---------+Άρθρο 4 2
---------+Άρθρο 4 3
------+Άρθρο 5 Αρμόδιες αρχές
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
------+Άρθρο 6 Πλαίσιο παρακολούθησης για την υγεία του εδάφους, και για τη σφράγιση εδάφους και την αφαίρεση εδάφους
---------+Άρθρο 6 1
---------+Άρθρο 6 2
---------+Άρθρο 6 3
---------+Άρθρο 6 4
---------+Άρθρο 6 5
---------+Άρθρο 6 6
---------+Άρθρο 6 7
---------+Άρθρο 6 8
---------+Άρθρο 6 9
------+Άρθρο 7 Χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους, κριτήρια για την υγιή κατάσταση του εδάφους και δείκτες σφράγισης του εδάφους και αφαίρεσης του εδάφους
---------+Άρθρο 7 1
---------+Άρθρο 7 2
---------+Άρθρο 7 3
---------+Άρθρο 7 4
---------+Άρθρο 7 5
---------+Άρθρο 7 6
---------+Άρθρο 7 7
---------+Άρθρο 7 8
------+Άρθρο 8 Ενδεικτικός κατάλογος των ρύπων του εδάφους
---------+Άρθρο 8 1
---------+Άρθρο 8 2
---------+Άρθρο 8 3
------+Άρθρο 9 Μετρήσεις και μεθοδολογίες
---------+Άρθρο 9 1
---------+Άρθρο 9 2
---------+Άρθρο 9 3
---------+Άρθρο 9 4
---------+Άρθρο 9 5
---------+Άρθρο 9 6
---------+Άρθρο 9 7
---------+Άρθρο 9 8
---------+Άρθρο 9 9
---------+Άρθρο 9 10
---------+Άρθρο 9 11
---------+Άρθρο 9 12
---------+Άρθρο 9 13
------+Άρθρο 10 Εκτίμηση της υγείας του εδάφους
---------+Άρθρο 10 1
---------+Άρθρο 10 2
---------+Άρθρο 10 3
---------+Άρθρο 10 4
---------+Άρθρο 10 5
---------+Άρθρο 10 6
---------+Άρθρο 10 7
---------+Άρθρο 10 8
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
------+Άρθρο 11 Στήριξη της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους
---------+Άρθρο 11 1
---------+Άρθρο 11 2
------+Άρθρο 12 Αρχές μετριασμού της δέσμευσης γης
---------+Article 12 (a)
---------+Article 12 (b)
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΟΛΥΣΜΕΝΩΝ ΧΩΡΩΝ
------+Άρθρο 13 Σταδιακή προσέγγιση βάσει κινδύνου
---------+Άρθρο 13 1
---------+Άρθρο 13 2
---------+Άρθρο 13 3
---------+Άρθρο 13 4
------+Άρθρο 14 Προσδιορισμός δυνητικά μολυσμένων χώρων
---------+Άρθρο 14 1
---------+Άρθρο 14 2
---------+Άρθρο 14 3
------+Άρθρο 15 Διερεύνηση δυνητικά μολυσμένων χώρων
---------+Άρθρο 15 1
---------+Άρθρο 15 2
---------+Άρθρο 15 3
------+Άρθρο 16 Ειδική ανά χώρο εκτίμηση κινδύνου και διαχείριση μολυσμένων χώρων
---------+Άρθρο 16 1
---------+Άρθρο 16 2
---------+Άρθρο 16 3
---------+Άρθρο 16 4
---------+Άρθρο 16 5
---------+Άρθρο 16 6
------+Άρθρο 17 Μητρώο
---------+Άρθρο 17 1
---------+Άρθρο 17 2
---------+Άρθρο 17 3
---------+Άρθρο 17 4
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
------+Άρθρο 18 Ενωσιακή χρηματοδότηση
---------+Άρθρο 18 2
---------+Άρθρο 18 3
------+Άρθρο 19 Υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη
---------+Άρθρο 19 1
---------+Άρθρο 19 2
---------+Άρθρο 19 3
---------+Άρθρο 19 4
---------+Άρθρο 19 5
---------+Άρθρο 19 6
------+Άρθρο 20 Ενημέρωση του κοινού
---------+Άρθρο 20 1
---------+Άρθρο 20 2
---------+Άρθρο 20 3
---------+Άρθρο 20 4
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
------+Άρθρο 21 Άσκηση της εξουσιοδότησης
---------+Άρθρο 21 1
---------+Άρθρο 21 2
---------+Άρθρο 21 3
---------+Άρθρο 21 4
---------+Άρθρο 21 5
---------+Άρθρο 21 6
------+Άρθρο 22 Διαδικασία επιτροπής
---------+Άρθρο 22 1
---------+Άρθρο 22 2
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
------+Άρθρο 23 Πρόσβαση στη δικαιοσύνη
---------+Άρθρο 23 1
---------+Άρθρο 23 2
---------+Άρθρο 23 3
------+Άρθρο 24 Υποστήριξη από την Επιτροπή
---------+Άρθρο 24 1
---------+Άρθρο 24 2
---------+Άρθρο 24 3
---------+Άρθρο 24 4
------+Άρθρο 25 Αξιολόγηση και επανεξέταση
---------+Άρθρο 25 1
---------+Άρθρο 25 2
------+Άρθρο 26 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
---------+Άρθρο 26 1
---------+Άρθρο 26 2
------+Άρθρο 27 Έναρξη ισχύος
------+Άρθρο 28 Αποδέκτες
---+ANNEX I SOIL DESCRIPTORS, CRITERIA FOR HEALTHY SOIL CONDITION, AND SOIL SEALING AND SOIL REMOVAL INDICATORS
---+ANNEX II METHODOLOGIES
---+ANNEX III PROGRAMMES, PLANS, TARGETS AND MEASURES REFERRED TO IN ARTICLE 10
---+ANNEX IV INDICATIVE LIST OF RISK REDUCTION MEASURES
---+ANNEX V PHASES AND PRINCIPLES FOR SITE-SPECIFIC RISK ASSESSMENT
---+ANNEX VI CONTENT OF REGISTER OF POTENTIALLY CONTAMINATED SITES AND CONTAMINATED SITES
|
English -
European Union -
Environment -
ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2025/2360 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Νοεμβρίου 2025 σχετικά με την παρακολούθηση και την ανθεκτικότητα του εδάφους (οδηγία για την παρακολούθηση του εδάφους)
ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2025/2360 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 12ης Νοεμβρίου 2025
σχετικά με την παρακολούθηση και την ανθεκτικότητα του εδάφους
(οδηγία για την παρακολούθηση του εδάφους)
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Preamble: 1
|
TO ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ KAI ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1)
|
Το έδαφος αποτελεί ζωτικό και περιορισμένο πόρο, ο οποίος θεωρείται μη ανανεώσιμος και αναντικατάστατος σε ανθρώπινη χρονική κλίμακα. Είναι καθοριστικής σημασίας για την οικονομία, το περιβάλλον και την κοινωνία εν γένει.
|
|
(2)
|
Τα υγιή εδάφη είναι εκείνα που βρίσκονται σε καλή χημική, βιολογική και φυσική κατάσταση και τα οποία μπορούν συνεπώς να παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες ζωτικές για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, όπως ασφαλή, θρεπτικά και επαρκή τρόφιμα, βιομάζα, καθαρό νερό, κύκλο θρεπτικών ουσιών, αποθήκευση άνθρακα και οικότοπο για τη βιοποικιλότητα. Τα εδάφη είναι επίσης απαραίτητα για τη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας. Ωστόσο, εκτιμάται ότι το 60 έως 70 % των εδαφών στην Ένωση είναι υποβαθμισμένο και η κατάστασή του εξακολουθεί να επιδεινώνεται.
|
|
(3)
|
Τα εδάφη παρέχουν και άλλες υπηρεσίες, για παράδειγμα λειτουργούν ως φυσική πλατφόρμα για υποδομές και ανθρώπινες δραστηριότητες, συνιστούν πηγή πρώτων υλών ή αποτελούν αρχείο γεωλογικής, γεωμορφολογικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς. Αυτές οι άλλες υπηρεσίες δεν έχουν όλες ανάγκη από ένα λειτουργικό οικοσύστημα για να παρασχεθούν. Οι εν λόγω υπηρεσίες συνιστούν συχνά τις πιο διαδεδομένες χρήσεις του εδάφους, που προκαλούν σημαντική απώλεια ζωτικών οικοσυστημικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να εξευρεθεί ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο ειδών υπηρεσιών που παρέχουν τα εδάφη.
|
|
(4)
|
Η υποβάθμιση του εδάφους επηρεάζει τις οικοσυστημικές υπηρεσίες που παρέχουν τα εδάφη, με αρνητικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Η υποβάθμιση του εδάφους μπορεί να καλύπτει πτυχές που σχετίζονται με τη φυσική υποβάθμιση, όπως η σφράγιση του εδάφους και η τεχνητοποίηση του εδάφους εν γένει, η διάβρωση του εδάφους, η συμπύκνωση του εδάφους και η μείωση της κατακράτησης και της διήθησης των υδάτων του εδάφους, καθώς και πτυχές που σχετίζονται με τη χημική ή βιολογική υποβάθμιση, όπως το πλεόνασμα και η εξάντληση θρεπτικών ουσιών, η οξίνιση, η αλάτωση και η μόλυνση του εδάφους, η απώλεια οργανικού άνθρακα του εδάφους, η βιοποικιλότητα του εδάφους και η βιολογική δραστηριότητα του εδάφους.
|
|
(5)
|
Η υποβάθμιση του εδάφους κοστίζει στην Ένωση δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η υγεία του εδάφους επηρεάζει την παροχή οικοσυστημικών υπηρεσιών που έχουν σημαντική οικονομική απόδοση. Η βελτίωση της υγείας τους εδάφους έχει νόημα από οικονομική άποψη και θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την τιμή και την αξία της γης στην Ένωση. Επιπλέον, μπορεί να χρειαστούν εκατοντάδες χρόνια για την παραγωγή μόλις ενός εκατοστού επιφανειακού εδάφους, ενώ αντιθέτως η διαδικασία υποβάθμισης και η πλήρης απώλεια του εδάφους μπορούν να συμβούν ταχέως.
|
|
(6)
|
Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2019 με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» καθορίζει έναν φιλόδοξο χάρτη πορείας για τη μετατροπή της Ένωσης σε μια δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία, με μια οικονομία σύγχρονη, ανταγωνιστική και αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων, με στόχο την προστασία, τη διατήρηση και την ενίσχυση του φυσικού κεφαλαίου της Ένωσης, καθώς και την προστασία της υγείας και της ευημερίας των πολιτών της. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, η Επιτροπή θέσπισε τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, η οποία περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 2020 με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 — Επαναφορά της φύσης στη ζωή μας», τη στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο», η οποία περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 2020 με τίτλο «Από το αγρόκτημα στο πιάτο – Μια στρατηγική για ένα δίκαιο, υγιές και φιλικό προς το περιβάλλον σύστημα τροφίμων», το σχέδιο δράσης για μηδενική ρύπανση, το οποίο περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 2021 με τίτλο «Πορεία προς έναν υγιή πλανήτη για όλους – Σχέδιο δράσης της ΕΕ για μηδενική ρύπανση των υδάτων, του αέρα, και του εδάφους», τη στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η οποία περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2021 με τίτλο «Διαμορφώνοντας μια Ευρώπη ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή — η νέα στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή», και τη στρατηγική της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030, η οποία περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 2021 με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030: Αποκομίζοντας τα οφέλη του υγιούς εδάφους για τους ανθρώπους, τα τρόφιμα, τη φύση και το κλίμα».
|
|
(7)
|
Η Ένωση έχει δεσμευτεί για την υλοποίηση της Ατζέντας του 2030 των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη και των οικείων στόχων βιώσιμης ανάπτυξης («ΣΒΑ»). Τα υγιή εδάφη συμβάλλουν άμεσα στην επίτευξη διαφόρων ΣΒΑ, ιδίως του ΣΒΑ 2 (μηδενική πείνα), του ΣΒΑ 3 (καλή υγεία και ευημερία), του ΣΒΑ 6 (καθαρό νερό και αποχέτευση), του ΣΒΑ 11 (βιώσιμες πόλεις και κοινότητες), του ΣΒΑ 12 (υπεύθυνη κατανάλωση και παραγωγή), του ΣΒΑ 13 (δράση για το κλίμα) και του ΣΒΑ 15 (ζωή στη στεριά). Ο ΣΒΑ 15.3 αποσκοπεί στην καταπολέμηση της απερήμωσης, στην αποκατάσταση υποβαθμισμένων γαιών και εδαφών, συμπεριλαμβανομένων γαιών που έχουν πληγεί από ερημοποίηση, ξηρασία και πλημμύρες, και στην επιδίωξη ενός ουδέτερου από πλευράς υποβάθμισης της γης κόσμου με ορίζοντα το 2030.
|
|
(8)
|
Η Ένωση και τα κράτη μέλη της, ως μέρη της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη βιολογική ποικιλομορφία (4), που εγκρίθηκε με την απόφαση 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), συμφώνησαν, κατά τη 15η διάσκεψη των μερών της εν λόγω σύμβασης, σχετικά με το «παγκόσμιο πλαίσιο βιοποικιλότητας Kunming-Montreal», το οποίο περιλαμβάνει διάφορους παγκόσμιους στόχους προσανατολισμένους στη δράση για το 2030, που είναι σημαντικοί για την υγεία του εδάφους. Σύμφωνα με το εν λόγω πλαίσιο, η προσφορά της φύσης στον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένης της υγείας του εδάφους, πρέπει να αποκατασταθεί, να διατηρηθεί και να ενισχυθεί.
|
|
(9)
|
Η Ένωση και τα κράτη μέλη της, ως μέρη της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερήμωσης στις χώρες που πλήττονται από σοβαρή ξηρασία ή/και απερήμωση, ιδίως στην Αφρική (UNCCD) (6), η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 98/216/ΕΚ του Συμβουλίου (7), έχουν δεσμευτεί να καταπολεμήσουν την απερήμωση και να μετριάσουν τις επιπτώσεις της ξηρασίας στις πληττόμενες χώρες. Δεκατέσσερα κράτη μέλη, και συγκεκριμένα η Βουλγαρία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Κροατία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Λετονία, η Ουγγαρία, η Μάλτα, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβενία και η Σλοβακία, έχουν δηλώσει ότι είναι χώρες που πλήττονται από απερήμωση στο πλαίσιο της UNCCD.
|
|
(10)
|
Στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC), η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 94/69/ΕΚ του Συμβουλίου (8), η γη και το έδαφος θεωρούνται ταυτόχρονα πηγή και καταβόθρα άνθρακα. Η Ένωση και τα κράτη μέλη της, ως μέρη της UNFCCC, έχουν δεσμευτεί να προωθήσουν τη βιώσιμη διαχείριση, τη διατήρηση και την ενίσχυση των καταβοθρών και ταμιευτήρων άνθρακα.
|
|
(11)
|
Στη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 αναφέρεται ότι είναι σημαντικό να ενταθούν οι προσπάθειες για την προστασία της γονιμότητας του εδάφους, τη μείωση της διάβρωσης του εδάφους και την αύξηση της οργανικής ύλης του εδάφους με την υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης διαχείρισης του εδάφους. Αναφέρεται επίσης ότι απαιτείται σημαντική πρόοδος για να εντοπιστούν χώροι μολυσμένων εδαφών, να αποκατασταθούν τα υποβαθμισμένα εδάφη, να καθοριστούν οι συνθήκες για την καλή οικολογική κατάσταση των εδαφών, να καθιερωθούν στόχοι αποκατάστασης και να βελτιωθεί η παρακολούθηση της υγείας του εδάφους.
|
|
(12)
|
Η στρατηγική της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030 θέτει το μακροπρόθεσμο όραμα να βρίσκονται όλα τα εδαφικά οικοσυστήματα της Ένωσης, έως το 2050, σε υγιή κατάσταση και, ως εκ τούτου, να είναι πιο ανθεκτικά. Αποτελώντας λύση κρίσιμης σημασίας, τα υγιή εδάφη θα συμβάλουν στην επιδίωξη των στόχων της Ένωσης όσον αφορά την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και ανθεκτικότητας σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, την ανάπτυξη καθαρής και κυκλικής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της καθαρής και κυκλικής βιοοικονομίας, την αντιστροφή της απώλειας βιοποικιλότητας, την προστασία της ανθρώπινης υγείας, την ανάσχεση της απερήμωσης και την αντιστροφή της υποβάθμισης του εδάφους.
|
|
(13)
|
Η χρηματοδότηση είναι ζωτικής σημασίας για τη μετάβαση σε υγιή εδάφη. Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027, που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2093 του Συμβουλίου (9), παρουσιάζει διάφορες ευκαιρίες χρηματοδότησης για την προστασία, τη βιώσιμη διαχείριση και την αναγέννηση των εδαφών. Η αποστολή της ΕΕ με τίτλο «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος» είναι μία από τις πέντε αποστολές της ΕΕ στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη», του προγράμματος-πλαισίου έρευνας και καινοτομίας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/695 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), και αφορά ειδικά την προώθηση της υγείας του εδάφους. Η αποστολή της ΕΕ με τίτλο «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος» αποτελεί βασικό μέσο υλοποίησης της παρούσας οδηγίας και έχει ως στόχο να ηγηθεί της μετάβασης σε υγιή εδάφη μέσω της χρηματοδότησης ενός φιλόδοξου προγράμματος έρευνας και καινοτομίας, της δημιουργίας ενός δικτύου 100 ζωντανών εργαστηρίων και φάρων σε αγροτικές και αστικές περιοχές, της προώθησης της ανάπτυξης εναρμονισμένου πλαισίου παρακολούθησης του εδάφους και της αύξησης της ευαισθητοποίησης σχετικά με τη σημασία του εδάφους. Άλλες πολιτικές και προγράμματα της Ένωσης που παρουσιάζουν στόχους που συμβάλλουν στην υγεία των εδαφών είναι η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ), τα ταμεία της πολιτικής συνοχής, το πρόγραμμα για το περιβάλλον και τη δράση για το κλίμα (LIFE), που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/783 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), το πρόγραμμα «Ορίζων Ευρώπη», το μέσο τεχνικής υποστήριξης, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/240 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), και το πρόγραμμα InvestEU, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/523 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14). Δεδομένου ότι η υγιής κατάσταση όλων των εδαφών εντός της Ένωσης αποτελεί στόχο κοινού ενδιαφέροντος, είναι αναγκαίο να αυξηθεί η κινητοποίηση πόρων, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών κεφαλαίων, και να ενισχυθεί η συνεργασία με τα σχετικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, προκειμένου να στηριχθούν η υγεία του εδάφους και η ανθεκτικότητα του εδάφους.
|
|
(14)
|
Στη στρατηγική της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα υποβάλει νομοθετική πρόταση για την υγεία του εδάφους, προκειμένου να μπορέσουν να εκπληρωθούν οι στόχοι της εν λόγω στρατηγικής και να επιτευχθεί καλή υγεία του εδάφους σε ολόκληρη την Ένωση έως το 2050. Στο ψήφισμά του της 28ης Απριλίου 2021 σχετικά με την προστασία του εδάφους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τόνισε τη σημασία της προστασίας του εδάφους και της προώθησης υγιών εδαφών στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι συνεχίζεται η υποβάθμιση του εδάφους, παρά την περιορισμένη και άνιση δράση που αναλαμβάνεται σε ορισμένα κράτη μέλη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να σχεδιάσει ένα κοινό νομικό πλαίσιο σε ολόκληρη την Ένωση, με πλήρη σεβασμό της αρχής της επικουρικότητας, για την προστασία και τη βιώσιμη χρήση του εδάφους, το οποίο θα εξετάζει όλες τις μείζονες απειλές για το έδαφος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπογράμμισε τους κινδύνους που απορρέουν από την απουσία ίσων όρων ανταγωνισμού για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τις σημαντικές δυνατότητες που προσφέρει ένα κοινό νομικό πλαίσιο για το έδαφος με σκοπό την τόνωση του θεμιτού ανταγωνισμού στον ιδιωτικό τομέα, την ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων και τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της εξαγωγής τεχνολογιών εκτός της Ένωσης.
|
|
(15)
|
Στα συμπεράσματά του της 23ης Οκτωβρίου 2020, το Συμβούλιο υποστήριξε την Επιτροπή στην εντατικοποίηση των προσπαθειών για την καλύτερη προστασία των εδαφών και της βιοποικιλότητας του εδάφους, ως μη ανανεώσιμου πόρου ζωτικής σημασίας.
|
|
(16)
|
Στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) τίθεται ως δεσμευτικός στόχος η κλιματική ουδετερότητα στην Ένωση έως το 2050 και οι αρνητικές εκπομπές στη συνέχεια, στόχος που πρέπει να επιτευχθεί με την ταχεία και προβλέψιμη μείωση των εκπομπών κατά προτεραιότητα και, ταυτόχρονα, με την ενίσχυση των απορροφήσεων από φυσικές καταβόθρες. Η βιώσιμη διαχείριση του εδάφους οδηγεί σε αυξημένη παγίδευση του άνθρακα και, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε παράλληλα οφέλη για τα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2021 με τίτλο «Βιώσιμοι κύκλοι άνθρακα» υπογραμμίστηκε η ανάγκη για σαφή και διαφανή προσδιορισμό των δραστηριοτήτων που αφαιρούν αδιαμφισβήτητα τον άνθρακα από την ατμόσφαιρα, όπως η ανάπτυξη ενός πλαισίου της Ένωσης για την πιστοποίηση των απορροφήσεων άνθρακα από τα φυσικά οικοσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/841 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) όχι μόνο τοποθετεί τον άνθρακα του εδάφους στο επίκεντρο της επίτευξης των στόχων στην πορεία προς μια κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη, αλλά και καλεί τα κράτη μέλη να ετοιμάσουν ένα σύστημα για την παρακολούθηση των αποθεμάτων άνθρακα του εδάφους, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τα σύνολα δεδομένων της στατιστικής έρευνας του πλαισίου χρήσης/κάλυψης γης (LUCAS).
|
|
(17)
|
Στη στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή υπογραμμίστηκε ότι η χρήση λύσεων που βασίζονται στη φύση, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης της σπογγοειδούς λειτουργίας των εδαφών, θα αυξήσει την παροχή καθαρού και γλυκού νερού, θα μειώσει τις επιπτώσεις των πλημμυρών και θα μετριάσει τις επιπτώσεις της ξηρασίας. Είναι σημαντικό να μεγιστοποιηθεί η ικανότητα των εδαφών να κατακρατούν και να καθαρίζουν τα ύδατα και να μειώνουν τη ρύπανση.
|
|
(18)
|
Στο σχέδιο δράσης για μηδενική ρύπανση παρουσιάζεται το όραμα με ορίζοντα το 2050 για περιορισμό της ρύπανσης του αέρα, των υδάτων και του εδάφους σε επίπεδα που δεν θεωρούνται πλέον επιβλαβή για την υγεία και τα φυσικά οικοσυστήματα, και εντός ορίων στα οποία μπορεί να αντεπεξέλθει ο πλανήτης μας, ώστε να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από τοξικές ουσίες.
|
|
(19)
|
Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Μαρτίου 2022 με τίτλο «Διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των συστημάτων τροφίμων» τονίζεται ότι η βιωσιμότητα των τροφίμων είναι θεμελιώδους σημασίας για την επισιτιστική ασφάλεια. Τα υγιή εδάφη καθιστούν το σύστημα τροφίμων της Ένωσης πιο ανθεκτικό παρέχοντας τη βάση για θρεπτικά και επαρκή τρόφιμα.
|
|
(20)
|
Είναι αναγκαίο να καθοριστούν μέτρα για εναρμονισμένη σε επίπεδο Ένωσης παρακολούθηση και αξιολόγηση και υποστήριξη της υγείας του εδάφους και της ανθεκτικότητας του εδάφους και για την αντιμετώπιση των μολυσμένων χώρων με σκοπό την επίτευξη υγιών εδαφών έως το 2050, τη διατήρηση των εδαφών σε υγιή κατάσταση και την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα, την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ξηρασίας και των φυσικών καταστροφών, την προστασία της ανθρώπινης υγείας και τη διασφάλιση της επισιτιστικής προστασίας και ασφάλειας.
|
|
(21)
|
Τα εδάφη φιλοξενούν περισσότερο από το 25 % της συνολικής βιοποικιλότητας και αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη δεξαμενή άνθρακα στον πλανήτη. Χάρη στην ικανότητά τους να δεσμεύουν και να αποθηκεύουν άνθρακα, τα υγιή εδάφη συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την κλιματική αλλαγή. Η βιοποικιλότητα του εδάφους περιλαμβάνει μικροοργανισμούς, μεταξύ των οποίων βακτήρια, μύκητες, πρώτιστα και νηματώδεις, καθώς και μεγαλύτερους οργανισμούς, όπως γαιοσκώληκες και έντομα, καθώς και ρίζες φυτών, που συμβάλλουν συλλογικά στην οικολογική και λειτουργική ποικιλότητα των εδαφικών οικοσυστημάτων. Τα υγιή εδάφη παρέχουν επίσης έναν ευνοϊκό οικότοπο για την ευημερία των οργανισμών και είναι ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της βιοποικιλότητας και της σταθερότητας των σχετικών οικοσυστημάτων. Οι οργανισμοί που συνιστούν τη βιοποικιλότητα κάτω και πάνω από το έδαφος συνδέονται στενά και αλληλεπιδρούν μέσω σχέσεων αλληλοβοήθειας μεταξύ των ειδών, όπως οι μυκορριζικοί μύκητες που συνδέουν τις ρίζες των φυτών. Ως εκ τούτου, η σημασία της συλλογής και της ανάλυσης πληροφοριών σχετικά με την παρουσία βακτηρίων και μυκήτων του εδάφους θα πρέπει να αναγνωριστεί και να χρησιμεύσει ως βάση για την πιθανή μελλοντική επέκταση της παρακολούθησης της βιοποικιλότητας.
|
|
(22)
|
Η οργανική ύλη του εδάφους είναι ζωτικής σημασίας για την παροχή οικοσυστημικών υπηρεσιών και λειτουργιών του εδάφους, καθώς μειώνει την υποβάθμιση του εδάφους, όπως η διάβρωση και η συμπύκνωση, ενώ παράλληλα αυξάνει την ικανότητα του εδάφους για ρύθμιση, συγκράτηση και διήθηση των υδάτων, καθώς και την ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων του εδάφους. Η οργανική ύλη του εδάφους μπορεί να βελτιώσει όχι μόνο τη δομική σταθερότητα των εδαφών, αλλά και την ανάπτυξη βιομάζας, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της απόδοσης των καλλιεργειών. Επιπλέον, η οργανική ύλη του εδάφους επηρεάζει θετικά τη βιοποικιλότητα του εδάφους και μπορεί να αυξήσει την ποσότητα άνθρακα που παγιδεύεται στα εδάφη και, ως εκ τούτου, τα αποθέματα οργανικού άνθρακα του εδάφους, συμβάλλοντας έτσι στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και στην προσαρμογή σε αυτήν.
|
|
(23)
|
Οι πλημμύρες, οι δασικές πυρκαγιές και τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούν κινδύνους φυσικών καταστροφών που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ανησυχίες για την ξηρασία και τη λειψυδρία αυξάνονται ραγδαία σε ολόκληρη την Ένωση. Το 2020, 24 κράτη μέλη θεωρούσαν ότι η ξηρασία και η λειψυδρία αποτελούν βασικούς αναδυόμενους κινδύνους καταστροφών ή κινδύνους καταστροφών που συνδέονται με το κλίμα, σε σύγκριση με μόλις 11 κράτη μέλη το 2015. Τα υγιή εδάφη είναι καθοριστικής σημασίας για τη διασφάλιση ανθεκτικότητας σε ξηρασίες και φυσικές καταστροφές. Πρακτικές που ενισχύουν την κατακράτηση των υδάτων και τη διαθεσιμότητα θρεπτικών ουσιών στο έδαφος, τη δομή του εδάφους, τη βιοποικιλότητα του εδάφους και την παγίδευση του άνθρακα αυξάνουν την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων, των φυτών και των καλλιεργειών, ώστε να αντέχουν στην ξηρασία, τις φυσικές καταστροφές, τους καύσωνες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα και να ανακάμπτουν από αυτά, τα οποία θα καταστούν συχνότερα στο μέλλον λόγω της κλιματικής αλλαγής. Αντιθέτως, χωρίς κατάλληλη διαχείριση του εδάφους, η ξηρασία και οι φυσικές καταστροφές προκαλούν υποβάθμιση του εδάφους και βλάπτουν την υγεία των εδαφών. Η βελτίωση της υγείας του εδάφους συμβάλλει στον μετριασμό των θανάτων και των οικονομικών απωλειών που συνδέονται με ακραίες κλιματικές συνθήκες, ανελθόντων σε περισσότερα από 182 000 θύματα και περίπου 560 δισεκατομμύρια EUR στην Ένωση μεταξύ του 1980 και του 2021.
|
|
(24)
|
Η υγεία του εδάφους συμβάλλει άμεσα στην ανθρώπινη υγεία και ευημερία. Τα υγιή εδάφη παρέχουν ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα και έχουν την ικανότητα να φιλτράρουν τους ρύπους, με αποτέλεσμα να διατηρείται η ποιότητα του πόσιμου νερού. Η μόλυνση του εδάφους μπορεί να βλάψει την ανθρώπινη υγεία μέσω της κατάποσης, της εισπνοής ή της δερματικής επαφής. Η έκθεση του ανθρώπου στην υγιή μικροβιακή κοινότητα του εδάφους είναι επωφελής σε σχέση με την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος και της ανθεκτικότητας σε ορισμένες ασθένειες και αλλεργίες. Τα υγιή εδάφη στηρίζουν την ανάπτυξη δένδρων, ανθέων και αγρωστωδών και δημιουργούν πράσινες υποδομές που προσφέρουν αισθητική αξία, ευημερία και καλύτερη ποιότητα ζωής.
|
|
(25)
|
Η υποβάθμιση του εδάφους επηρεάζει τη γονιμότητα του εδάφους, τις αποδόσεις, την ανθεκτικότητα των επιβλαβών οργανισμών και τη διατροφική ποιότητα των τροφίμων. Δεδομένου ότι το 95 % των τροφίμων μας παράγεται άμεσα ή έμμεσα στα εδάφη και ο παγκόσμιος πληθυσμός εξακολουθεί να αυξάνεται, είναι καίριας σημασίας αυτός ο πεπερασμένος φυσικός πόρος να παραμείνει υγιής για τη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας μακροπρόθεσμα και για την εξασφάλιση της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας της γεωργίας της Ένωσης. Είναι σημαντική η διατήρηση ή η ενίσχυση της υγείας του εδάφους και η συμβολή στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος τροφίμων.
|
|
(26)
|
Ο φιλόδοξος μακροπρόθεσμος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η επίτευξη υγιών εδαφών έως το 2050. Λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων γνώσεων σχετικά με την κατάσταση των εδαφών και την αποτελεσματικότητα και το κόστος των μέτρων για την αναγέννηση της υγείας τους, η παρούσα οδηγία επικεντρώνεται στη θέσπιση πλαισίου παρακολούθησης του εδάφους και στην αξιολόγηση της κατάστασης των εδαφών σε ολόκληρη την Ένωση. Η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει επίσης στήριξη για την υγεία του εδάφους και την ανθεκτικότητα του εδάφους, καθώς και για την εκτίμηση και τη διαχείριση των κινδύνων των μολυσμένων χώρων. Ωστόσο, δεν επιβάλλει υποχρέωση στα κράτη μέλη να επιτύχουν υγιή εδάφη έως το 2050 ούτε θέτει ενδιάμεσους στόχους. Μόλις καταστούν διαθέσιμα τα αποτελέσματα της πρώτης εκτίμησης της υγείας του εδάφους και της σχετικής ανάλυσης τάσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε απολογισμό της προόδου που έχει σημειωθεί ως προς την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας και να εκτιμήσει την ανάγκη πιθανής τροποποίησής της.
|
|
(27)
|
Για την αντιμετώπιση των πιέσεων που ασκούνται στα εδάφη και τη στήριξη της υγείας του εδάφους και της ανθεκτικότητας του εδάφους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένα χαρακτηριστικά, ήτοι η ποικιλία των τύπων του εδάφους, οι ειδικές τοπικές και κλιματικές συνθήκες και η χρήση γης ή η κάλυψη γης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να καθορίσουν εδαφικές περιοχές και εδαφικές μονάδες. Οι εδαφικές περιοχές θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τα διοικητικά εδάφη υπό την ευθύνη των κατάλληλων δομών διακυβέρνησης και να καλύπτουν μία ή περισσότερες ολόκληρες εδαφικές μονάδες. Οι εδαφικές μονάδες με τη σειρά τους θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν έναν ορισμένο βαθμό ομοιογένειας των εν λόγω χαρακτηριστικών, για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της υγείας του εδάφους σε ολόκληρη την επικράτεια των κρατών μελών. Οι εδαφικές μονάδες θα πρέπει να τελούν υπό την ευθύνη των εν λόγω δομών διακυβέρνησης, οι οποίες θα επιτρέπουν στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι η παρακολούθηση και η εκτίμηση της υγείας του εδάφους διεξάγονται ορθά και ότι η στήριξη της υγείας του εδάφους και της ανθεκτικότητας του εδάφους συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.
|
|
(28)
|
Για τον σχεδιασμό της δειγματοληπτικής έρευνας για την παρακολούθηση του εδάφους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη τις εδαφικές περιοχές και τις εδαφικές μονάδες τους. Για να εξασφαλιστεί επαρκές επίπεδο εναρμόνισης μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να θεσπιστούν σε επίπεδο Ένωσης ελάχιστα κριτήρια για τον καθορισμό των εδαφικών μονάδων, λαμβανομένων τουλάχιστον υπόψη του τύπου του εδάφους και της χρήσης γης. Για τον σκοπό αυτό, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο χάρτης των εδαφικών περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των όμορων χωρών 1:5 000 000, που δημοσιεύτηκε από το Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Γεωεπιστημών και Φυσικών Πόρων (BGR), σε συνεργασία με το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC). Ο εν λόγω χάρτης βασίζεται σε τύπους εδάφους, όπως ορίζονται στην παγκόσμια βάση αναφοράς για τους εδαφικούς πόρους, τον συντονισμό της οποίας εξασφαλίζει η Διεθνής Ένωση Επιστημών του Εδάφους, καθώς και σε πλήρως συγκρίσιμα και εναρμονισμένα βασικά δεδομένα σε ηπειρωτικό επίπεδο, όπως το κλίμα, η τοπογραφία, το ανάγλυφο, η γεωλογία και η βλάστηση. Όσον αφορά τη χρήση γης, οι κατηγορίες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/841 και στις κατευθυντήριες γραμμές της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) χρησιμεύουν ως εναρμονισμένη βάση για την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη χρήση γης. Ως εκ τούτου, για την οριοθέτηση των εδαφικών μονάδων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη τουλάχιστον τις εδαφικές περιοχές, καθώς και τις εδαφικές περιφέρειες και τις κατηγορίες χρήσης γης. Λόγω της χωρικής μεταβλητότητας των ιδιοτήτων του εδάφους και της χρήσης γης, μια εδαφική μονάδα μπορεί να αποτελείται από μη παρακείμενες εκτάσεις. Επιπλέον, κατά την οριοθέτηση των εδαφικών μονάδων μπορούν να ληφθούν υπόψη οι κλιματικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λεπτομερέστερες ή επικαιροποιημένες πληροφορίες σε ενωσιακό, εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο, εφόσον είναι διαθέσιμες. Κατά τον καθορισμό των εδαφικών μονάδων τους, τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζονται σε πρόσθετα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με το κλίμα, τις περιβαλλοντικές ζώνες ή τις λεκάνες απορροής ποταμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση Alterra 2281 με τίτλο «Descriptions of the European Environmental Zones and Strata» (Περιγραφές των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών ζωνών και στρωμάτων) του Ιανουαρίου του 2012 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παρέχει σύνολα δεδομένων για τη γενική ταξινόμηση της περιβαλλοντικής διαστρωμάτωσης της Ευρώπης, ανά περιβαλλοντικές ζώνες, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό εδαφικών μονάδων από τα κράτη μέλη.
|
|
(29)
|
Για να διασφαλιστεί κατάλληλη διακυβέρνηση σε σχέση με τα εδάφη, θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες σε κατάλληλο επίπεδο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών για κάθε εδαφική περιοχή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν οποιαδήποτε πρόσθετη αρμόδια αρχή στο κατάλληλο επίπεδο, μεταξύ άλλων σε εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο. Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να παρέχουν στην Επιτροπή επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις οριζόμενες αρμόδιες αρχές.
|
|
(30)
|
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν την κατάλληλη αρμόδια αρχή για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον, δεδομένα και πληροφορίες που αφορούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, εάν η δημοσιοποίησή τους επηρεάζει αρνητικά τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική άμυνα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να μην καθιστούν προσβάσιμα στο κοινό δεδομένα και πληροφορίες των οποίων η δημοσιοποίηση θα επηρέαζε αρνητικά τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική άμυνα„ ακόμα και μέσω ψηφιακής πύλης δεδομένων για την υγεία του εδάφους την οποία θα δημιουργήσουν η Επιτροπή και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), ή μέσω εθνικού μητρώου δυνητικά μολυσμένων χώρων και μολυσμένων χώρων το οποίο θα καταρτίσουν τα κράτη μέλη, και να μην αναφέρουν τα εν λόγω δεδομένα και τις εν λόγω πληροφορίες στην Επιτροπή και στον ΕΟΠ.
|
|
(31)
|
Προκειμένου να υπάρχει κοινή αντίληψη της υγιούς κατάστασης του εδάφους, είναι αναγκαίο να καθοριστεί ένα ελάχιστο κοινό σύνολο μετρήσιμων κριτηρίων, τα οποία, εάν δεν τηρηθούν, θα οδηγήσουν σε κρίσιμη απώλεια της ικανότητας του εδάφους να λειτουργεί ως ζωτικό σύστημα διαβίωσης και να παρέχει οικοσυστημικές υπηρεσίες. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν και να βασίζονται στο υφιστάμενο επίπεδο επιστήμης του εδάφους.
|
|
(32)
|
Για να περιγραφεί η υποβάθμιση του εδάφους, είναι αναγκαίο να καθοριστούν κοινά χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους που μπορούν να μετρηθούν ή να εκτιμηθούν. Ακόμη και αν υπάρχει σημαντική διακύμανση μεταξύ των τύπων εδάφους, των κλιματικών συνθηκών και των χρήσεων γης, οι τρέχουσες επιστημονικές γνώσεις καθιστούν δυνατό τον καθορισμό κριτηρίων σε επίπεδο Ένωσης για ορισμένα από τα εν λόγω χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προσαρμόζουν τα κριτήρια για ορισμένα από τα εν λόγω χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους με βάση τις ειδικές εθνικές ή τοπικές συνθήκες και να καθορίζουν τα κριτήρια για άλλα χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους για τα οποία δεν μπορούν να καθοριστούν κοινά κριτήρια σε επίπεδο Ένωσης στο παρόν στάδιο. Για τα χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους για τα οποία δεν μπορούν να καθοριστούν στο παρόν στάδιο σαφή κριτήρια που να επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ υγιών και μη υγιών καταστάσεων του εδάφους, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση θα διευκολύνουν την πιθανή ανάπτυξη τέτοιων κριτηρίων στο μέλλον.
|
|
(33)
|
Τα κριτήρια για την υγιή κατάσταση του εδάφους των χαρακτηριστικών περιγραφής εδάφους θα πρέπει να διαχωρίζονται σε μη δεσμευτικές τιμές-στόχους βιωσιμότητας και σε λειτουργικές τιμές ενεργοποίησης. Οι μη δεσμευτικές τιμές-στόχοι βιωσιμότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τον φιλόδοξο μακροπρόθεσμο στόχο της παρούσας οδηγίας και δεν δημιουργούν υποχρέωση δράσης. Οι εν λόγω μη δεσμευτικές τιμές-στόχοι βιωσιμότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν, με βάση τις τρέχουσες επιστημονικές γνώσεις, την ιδανική κατάσταση κατά την οποία η ικανότητα των εδαφών να παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες δεν θα μειωθεί και δεν θα προκληθεί σημαντική βλάβη για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη της ανάγκης για αποδοτικότητα και των περιορισμένων διαθέσιμων πόρων, και προκειμένου να συνεκτιμηθούν οι τοπικές συνθήκες, είναι αναγκαίο να οριστούν από τα κράτη μέλη λειτουργικές τιμές ενεργοποίησης. Οι εν λόγω λειτουργικές τιμές ενεργοποίησης θα πρέπει να κινητοποιούν τη στήριξη για την επίτευξη της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους. Για κάθε πτυχή της υποβάθμισης του εδάφους, θα πρέπει να καθοριστούν μία ή περισσότερες αναλογικές και εφικτές λειτουργικές τιμές ενεργοποίησης. Ο καθορισμός των τιμών ενεργοποίησης σε εθνικό επίπεδο θα διασφαλίσει ότι οι τοπικές συνθήκες και πρακτικές, η χρήση του εδάφους και οι τρέχουσες πολιτικές μπορούν να ληφθούν πλήρως υπόψη. Τα κράτη μέλη θα μπορούν να αποφασίζουν να καθορίσουν τη λειτουργική τιμή ενεργοποίησης για μία ή περισσότερες πτυχές της υποβάθμισης του εδάφους στο ίδιο επίπεδο με τη μη δεσμευτική τιμή-στόχο βιωσιμότητας για τις εν λόγω πτυχές της υποβάθμισης του εδάφους. Η Επιτροπή θα πρέπει να στηρίξει τα κράτη μέλη στον καθορισμό των μη δεσμευτικών τιμών-στόχων βιωσιμότητας και των λειτουργικών τιμών ενεργοποίησης.
|
|
(34)
|
Ορισμένα εδάφη έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είτε επειδή είναι άτυπα από τη φύση τους και αποτελούν σπάνιους οικοτόπους για τη βιοποικιλότητα ή μοναδικά τοπία είτε επειδή έχουν μεταβληθεί σε μεγάλο βαθμό από τον άνθρωπο και θα μπορούσαν να περιέχουν απτά ίχνη της ανθρώπινης ιστορίας. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του ορισμού των υγιών εδαφών και των απαιτήσεων για την επίτευξη υγιούς εδάφους.
|
|
(35)
|
Όπως και με τον φιλόδοξο μακροπρόθεσμο στόχο της για την επίτευξη υγιών εδαφών έως το 2050, και προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030 και ιδίως στην επίτευξη του στόχου «μηδενικής καθαρής δέσμευσης γης», η παρούσα οδηγία αποσκοπεί επίσης στην υιοθέτηση σταδιακής προσέγγισης όσον αφορά το θέμα της δέσμευσης γης. Για να επιτευχθεί ο εν λόγω μακροπρόθεσμος στόχος, είναι σημαντικό να αξιολογηθούν οι διάφορες διαδικασίες δέσμευσης γης και να τεθεί ως στόχος να μειωθούν και να μετριαστούν οι επιπτώσεις τους στην υγεία του εδάφους και στις οικοσυστημικές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία ενός πλαισίου παρακολούθησης του εδάφους για τις πιο ορατές πτυχές της δέσμευσης γης, ήτοι τη σφράγιση εδάφους και την αφαίρεση εδάφους, με τη χρήση εργαλείων που είναι ήδη διαθέσιμα σε επίπεδο Ένωσης μέσω υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της συνιστώσας Copernicus του ενωσιακού διαστημικού προγράμματος, το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/696 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) («υπηρεσίες Copernicus»), και οι οποίες συμπληρώνονται προαιρετικά με εθνικά δεδομένα τηλεπισκόπησης και εθνικές απογραφές. Σκοπός είναι να υπάρξει κοινή αντίληψη όσον αφορά τη σφράγιση εδάφους και την αφαίρεση εδάφους και να ξεκινήσει ένα πρώτο στάδιο προβληματισμού σε εθνικό επίπεδο, με βάση αξιόπιστα δεδομένα.
|
|
(36)
|
Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών σε θέματα φορολογίας και της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», οι διατάξεις σχετικά με την παρακολούθηση της υγείας του εδάφους που προβλέπονται στο κεφάλαιο II της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι δημιουργούν οικονομική επιβάρυνση στους ιδιοκτήτες γης και στους διαχειριστές γης πέραν των κρατών μελών και των αρμόδιων αρχών.
|
|
(37)
|
Το έδαφος είναι ένας περιορισμένος πόρος που αποτελεί πεδίο διαρκώς αυξανόμενου ανταγωνισμού για διαφορετικές χρήσεις. Η δέσμευση γης είναι μια διαδικασία που προκαλεί τροποποίηση της χρήσης γης και των χαρακτηριστικών του εδάφους. Μπορεί να εκλαμβάνεται ως γενική έννοια που μπορεί να περιλαμβάνει πολλαπλές επιμέρους πτυχές. Η πρώτη πτυχή της δέσμευσης γης συνίσταται στην αλλαγή της χρήσης γης από φυσικές και ημιφυσικές χρήσεις γης σε περιοχές οικισμού. Η δεύτερη πτυχή της δέσμευσης γης συνίσταται στην τεχνητοποίηση του εδάφους λόγω της διαρκούς μετατροπής των συστατικών και των χαρακτηριστικών του εδάφους, με αποτέλεσμα την απώλεια της ικανότητας των εδαφών να παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες. Η τεχνητοποίηση του εδάφους μπορεί να υποδιαιρεθεί περαιτέρω σε τρεις κύριες διεργασίες, ήτοι τη σφράγιση εδάφους, την αφαίρεση εδάφους και άλλα είδη τεχνητοποίησης του εδάφους. Η σφράγιση εδάφους ισοδυναμεί με την κάλυψη των εδαφών με τεχνητά υλικά που είναι πλήρως ή μερικώς αδιαπέραστα. Τα κτίρια αποτελούν παράδειγμα αδιαπέραστης σφράγισης εδάφους. Οι σιδηροτροχιές που έχουν κατασκευαστεί με διαπερατά υλικά είναι ένα είδος μερικώς αδιαπέραστης σφράγισης εδάφους. Οι δρόμοι, οι χώροι διάθεσης αποβλήτων και οι χώροι απόρριψης θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως άλλα παραδείγματα σφράγισης εδάφους. Η αφαίρεση εδάφους είναι η προσωρινή ή μακροχρόνια αφαίρεση του επιφανειακού στρώματος του εδάφους και ενίοτε του υπεδάφους μιας έκτασης. Πραγματοποιείται, παραδείγματος χάριν, κατά τη διάρκεια κατασκευαστικών εργασιών, εργασιών επιφανειακής εξόρυξης ή λατόμευσης. Υπάρχουν και άλλα, λιγότερο ορατά, είδη τεχνητοποίησης του εδάφους, όπως η σκόπιμη σταθεροποίηση και συμπύκνωση του εδάφους, η τροποποίηση των στρωμάτων του εδάφους ή του υπεδάφους με την ενσωμάτωση τεχνητών υλικών ή τη μερική κάλυψη του εδάφους με σύνθετα υλικά. Τα πιο ορατά υποείδη τεχνητοποίησης του εδάφους με σημαντικό αντίκτυπο, ήτοι η σφράγιση εδάφους και η αφαίρεση εδάφους, είναι αυτά που παρακολουθούνται πιο εύκολα, ιδίως μέσω της τηλεπισκόπησης και της μηχανικής μάθησης. Ως εκ τούτου, η σφράγιση εδάφους και η αφαίρεση εδάφους θα πρέπει να παρακολουθούνται μαζί με τις επιπτώσεις τους στην ικανότητα του εδάφους να παρέχει οικοσυστημικές υπηρεσίες.
|
|
(38)
|
Μεταξύ των πτυχών της δέσμευσης γης, η ανάπτυξη περιοχών οικισμού είναι μια διαδικασία που συχνά καθοδηγείται από ανάγκες οικονομικής ανάπτυξης και η οποία συνεπάγεται αλλαγή της χρήσης γης από φυσικές και ημιφυσικές εκτάσεις, συμπεριλαμβανομένων των προστατευόμενων δασών, των φυσικών λειμώνων, των τυρφώνων, των γεωργικών και δασικών εκτάσεων, των κήπων και των πάρκων, σε περιοχές οικισμού, για παράδειγμα στο πλαίσιο αστικής ανάπτυξης. Οι περιοχές οικισμού, όπως περιγράφονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/841, περιλαμβάνουν κάθε αναπτυγμένη γη, ήτοι οικιστική, μεταφορική, εμπορική και παραγωγική υποδομή κάθε μεγέθους, εκτός εάν υπάγονται ήδη σε άλλες κατηγορίες χρήσης γης. Οι περιοχές οικισμού περιλαμβάνουν επίσης εδάφη, ποώδη πολυετή βλάστηση, όπως χλωροτάπητα και φυτά κήπου, δέντρα σε αγροτικούς οικισμούς, οικιακούς κήπους και αστικές περιοχές. Ειδικότερα, η δέσμευση γης γεωργικών εκτάσεων για οικισμούς συχνά επηρεάζει τη λειτουργία του εδάφους όσον αφορά την παροχή τροφίμων. Τέτοιες αλλαγές της χρήσης γης αποτελούν συχνά πρόδρομο ορισμένων άλλων πτυχών της δέσμευσης γης, ιδίως της σφράγισης εδάφους, και είναι σημαντικό να παρακολουθούνται προκειμένου να προβλέπεται τουλάχιστον μέρος της διαδικασίας σφράγισης εδάφους. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι οι οικισμοί δεν είναι πάντα πλήρως σφραγισμένοι. Αντιθέτως, σημαντικός αριθμός αστικών περιοχών εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτάσεις εδαφών που δεν είναι σφραγισμένα, και για ορισμένες αστικές περιοχές η έκταση αυτή υπερβαίνει το 50 % της επιφάνειάς τους. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω δείκτης που συνδέεται με την εν λόγω πτυχή δέσμευσης γης από μόνος του δεν επαρκεί για την πλήρη παρακολούθηση του ζητήματος της δέσμευσης γης ως συνόλου, καθώς δεν κάνει διάκριση μεταξύ σφραγισμένων και μη σφραγισμένων εδαφών και καθιστά αόρατους τους χώρους πρασίνου στις περιοχές οικισμού, δυσχεραίνοντας την παρακολούθηση και τη βιώσιμη διαχείρισή τους.
|
|
(39)
|
Τα εδάφη που δεν είναι σφραγισμένα σε περιοχές οικισμού, και ιδίως σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, είναι εξίσου σημαντικά για παρακολούθηση και βιώσιμη διαχείριση με οποιοδήποτε άλλο έδαφος, καθώς εξακολουθούν να παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση καλής ποιότητας ζωής εντός των αστικών περιοχών. Είναι ευρύ το φάσμα των περιβαλλοντικών ζητημάτων που υπάρχουν και συγκεντρώνονται σε σχετικά μικρή έκταση, σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές. Τα εν λόγω ζητήματα θα μπορούσαν να καλύπτουν, μεταξύ άλλων, ένα υψηλότερο ποσοστό μολυσμένων χώρων λόγω προηγούμενων βιομηχανικών δραστηριοτήτων, έναν υψηλότερο κίνδυνο πλημμυρών λόγω της σφράγισης εδάφους, μια υψηλότερη επικράτηση των θερμικών νησίδων και μια πιο περιορισμένη πρόσβαση σε χώρους πρασίνου που είναι απαραίτητοι για την ψυχική και τη σωματική ευεξία. Με την αντιμετώπιση αυτών των συγκεκριμένων ζητημάτων, οι οικοσυστημικές υπηρεσίες εδάφους που παρέχονται από υγιή εδάφη σε αστικές περιοχές μπορούν να έχουν πολύ ισχυρό θετικό αντίκτυπο σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων, και η σημασία τους δεν θα πρέπει να υποτιμάται. Οι αστικοί χώροι πρασίνου, τόσο οι δημόσιοι όσο και οι ιδιωτικοί, συμβάλλουν επίσης στο «κυανοπράσινο δίκτυο» και τη βιοποικιλότητα και αποτελούν βασικό στοιχείο άλλων περιβαλλοντικών πολιτικών. Αυτό είναι επίσης σύμφωνο με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) για την αποκατάσταση αστικών οικοσυστημάτων, το οποίο αντικατοπτρίζει την ανάγκη διατήρησης και αύξησης της επιφάνειας των αστικών χώρων πρασίνου από τα κράτη μέλη.
|
|
(40)
|
Η σφράγιση εδάφους και η αφαίρεση εδάφους, στο πλαίσιο της πτυχής της δέσμευσης γης που αφορά την τεχνητοποίηση του εδάφους, διαφέρουν από την ανάπτυξη οικισμών, καθώς δεν συνιστούν απαραίτητα αλλαγή της χρήσης γης, αλλά σε μια συγκεκριμένη και μετρήσιμη αλλαγή της κάλυψης του εδάφους και των χαρακτηριστικών του εδάφους. Η σφράγιση εδάφους και η αφαίρεση εδάφους μπορούν να προκαλέσουν την απώλεια —που είναι συχνά μη αναστρέψιμη— της ικανότητας των εδαφών να παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες ζωτικής σημασίας, όπως την παροχή τροφίμων και βιομάζας, τον κύκλο νερού και θρεπτικών στοιχείων, μια βάση για τη βιοποικιλότητα ή την αποθήκευση άνθρακα. Το σφραγισμένο έδαφος εκθέτει επίσης τους ανθρώπινους οικισμούς σε υψηλότερες αιχμές πλημμύρας και εντονότερες επιπτώσεις θερμικής νησίδας.
|
|
(41)
|
Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα κράτη μέλη μπορούν να χαρακτηρίζουν το έδαφος ως σφραγισμένο, ως έδαφος σε έκταση που έχει υποστεί αφαίρεση εδάφους ή ως έδαφος που δεν είναι σφραγισμένο ή έδαφος σε έκταση που δεν έχει υποστεί αφαίρεση εδάφους, ανάλογα με το είδος της κατασκευής. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα ηλιακά πάρκα είτε συνιστούν σφράγιση εδάφους είτε όχι, ανάλογα με το τι γίνεται με το έδαφος στη βάση των ηλιακών συλλεκτών. Εάν το έδαφος μπορεί ακόμη να διατηρήσει επαρκώς ένα οικοσύστημα, τότε τα ηλιακά πάρκα δεν θεωρείται ότι συνιστούν σφράγιση εδάφους. Η εν λόγω εκτίμηση θα πρέπει να γίνεται με βάση τον αντίκτυπο στο έδαφος, ανεξαρτήτως του σκοπού ή της εμφάνισης της σχετικής κατασκευής. Οι απογραφές εκτάσεων με τέτοια είδη κατασκευών, όταν διατίθενται πληροφορίες σχετικά με το τι γίνεται με το έδαφος στη βάση τέτοιων ειδών κατασκευών, μπορούν να διασταυρώνονται με τους χάρτες τηλεπισκόπησης της σφράγισης εδάφους για τον χαρακτηρισμό αυτών των εκτάσεων ως εδαφών που δεν είναι σφραγισμένα.
|
|
(42)
|
Ο μετριασμός είναι απαραίτητος όσον αφορά τον αντίκτυπο της σφράγισης εδάφους και της αφαίρεσης εδάφους εν γένει. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ορισμένες αρχές για τον μετριασμό του αντικτύπου της σφράγισης εδάφους και της αφαίρεσης εδάφους, με την υιοθέτηση μιας προσέγγισης βάσει προσπαθειών που λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ σύνολο ορθών πρακτικών που αποσκοπούν στην ελαχιστοποίηση και την αντιστάθμιση της απώλειας της ικανότητας του εδάφους να παρέχει οικοσυστημικές υπηρεσίες. Οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να βασίζονται στην ιεράρχηση της δέσμευσης γης της στρατηγικής της ΕΕ για το έδαφος με ορίζοντα το 2030, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών συνθηκών και των διαφορετικών γεωγραφικών και διοικητικών καταστάσεων στα κράτη μέλη. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη δέσμευση γης δεν επιβάλλουν νέες διαδικασίες αδειοδότησης, δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την αδειοδότηση δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων για έργα υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, και δεν θα πρέπει να θίγουν τις αποφάσεις χωροταξικού σχεδιασμού που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών, περιφερειακών ή τοπικών αρχών. Οι εν λόγω αρχές θα μπορούσαν να καλύπτουν ευρύ φάσμα πρακτικών, όπως η ελαχιστοποίηση της σφράγισης εδάφους, η αποσφράγιση και η ανασύσταση προηγουμένως σφραγισμένων εδαφών, η ορθολογική πύκνωση των αστικοποιημένων περιοχών και παράλληλα η διαφύλαξη χώρων πρασίνου, συμπεριλαμβανομένων των αστικών χώρων πρασίνου, και φυσικών εκτάσεων, η αναζωογόνηση εγκαταλελειμμένων εκτάσεων, η πρόκριση της χρονικά περιορισμένης δέσμευσης γης και η εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης της γης μετά τον τερματισμό της δέσμευσης γης. Για να μετριαστεί ο αντίκτυπος της σφράγισης εδάφους και της αφαίρεσης εδάφους με όσο το δυνατόν πιο βιώσιμο τρόπο, τα αντισταθμιστικά μέτρα, ανάλογα με την οικοσυστημική υπηρεσία που πρέπει να αντισταθμιστεί, ενδέχεται να πρέπει να είναι γεωγραφικά όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην πηγή της απώλειας της οικοσυστημικής υπηρεσίας. Μια συνέπεια της εσφαλμένης εφαρμογής αυτών των αρχών μπορεί να είναι η μετατόπιση εκτάσεων και υπηρεσιών πράσινων οικοσυστημάτων υψηλής αξίας μακριά από εκτάσεις με σφραγισμένα εδάφη, με πλήρη συγκέντρωση της σφράγισης εδάφους και της αφαίρεσης εδάφους στις πληγείσες εκτάσεις.
|
|
(43)
|
Η εκτίμηση της υγείας του εδάφους βάσει του δικτύου παρακολούθησης θα πρέπει να είναι ακριβής, το δε κόστος της εν λόγω παρακολούθησης θα πρέπει να διατηρείται σε εύλογο επίπεδο. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να καθοριστούν κριτήρια για τα σημεία δειγματοληψίας που είναι αντιπροσωπευτικά των εδαφικών μονάδων που αντικατοπτρίζουν έναν ορισμένο βαθμό ομοιογένειας της κατάστασης του εδάφους υπό διαφορετικούς τύπους εδάφους, κλιματικές συνθήκες και χρήση γης. Είναι επίσης σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η ειδική κατάσταση των εξόχως απόκεντρων περιοχών της Ένωσης, όπως παρατίθενται στο άρθρο 349 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η οποία αιτιολογεί την πρόβλεψη ειδικών μέτρων προς στήριξη των συγκεκριμένων περιοχών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προσαρμόζουν, όταν είναι αναγκαίο, τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της υγείας του εδάφους στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εξόχως απόκεντρων περιοχών τους. Το πλέγμα των σημείων δειγματοληψίας θα πρέπει να προσδιορίζεται με τη χρήση γεωστατιστικών μεθόδων, να βασίζεται σε εδαφικές μονάδες και να είναι επαρκώς πυκνό, ώστε να παρέχει εκτίμηση της έκτασης των υποβαθμισμένων εδαφών σε ολόκληρη την επικράτεια των κρατών μελών, με περιθώριο λάθους που δεν θα υπερβαίνει το 5 % σε επίπεδο εδαφικής μονάδας. Η εν λόγω τιμή θεωρείται συνήθως ότι παρέχει στατιστικά ορθή εκτίμηση και εύλογη βεβαιότητα ότι ο σχετικός στόχος έχει επιτευχθεί. Ο σχεδιασμός της δειγματοληπτικής έρευνας για την παρακολούθηση του εδάφους θα πρέπει να βασίζεται στις βέλτιστες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την κατανομή των ιδιοτήτων του εδάφους, όπως πληροφορίες που προέρχονται από προηγούμενες εθνικές ή υποεθνικές έρευνες, σχετικές μετρήσεις που διεξάγονται από διαχειριστές εδάφους και μετρήσεις που διενεργούνται δυνάμει της ενωσιακής και της διεθνούς νομοθεσίας ή ειδικών προγραμμάτων όπως οι εκστρατείες για το έδαφος του προγράμματος LUCAS ή το διεθνές πρόγραμμα συνεργασίας για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των επιπτώσεων της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα δάση (ICP Forests). Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που προβλέπονται βάσει της παρούσας οδηγίας για τη διαχείριση των μολυσμένων χώρων, τα δεδομένα που λαμβάνονται από σημεία δειγματοληψίας κατά τη διάρκεια εδαφολογικών ερευνών σε μολυσμένους χώρους μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των κριτηρίων για την υγιή κατάσταση του εδάφους.
|
|
(44)
|
Στα αρχεία εδάφους αποθηκεύεται ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο δειγμάτων εδάφους, γεγονός που καθιστά δυνατή τη χρήση ενός δείγματος για διάφορους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας, μειώνοντας έτσι το μακροπρόθεσμο κόστος της επιτόπιας παρακολούθησης. Επιπλέον, χάρη στα αρχεία εδάφους, τα δείγματα εδάφους που λήφθηκαν στο παρελθόν μπορούν να επαναξιολογηθούν στο πλαίσιο του παρόντος για καλύτερη κατανόηση της μακροπρόθεσμης αλλαγής του εδάφους ή για άλλους ερευνητικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής έρευνας. Η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών όπως το ΚΚΕρ, και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο δειγμάτων εδάφους διατηρείται καλά σε φυσικά αρχεία και παραμένουν διαθέσιμα για περαιτέρω έρευνα και καινοτομία. Όταν τα κράτη μέλη προβαίνουν σε τέτοια αρχειοθέτηση, ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο δειγμάτων εδάφους θα πρέπει να αποθηκεύεται σε ειδικά αρχεία εδάφους τουλάχιστον για δύο κύκλους παρακολούθησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν να μεταφέρουν ένα αντιπροσωπευτικό υποσύνολο των δειγμάτων εδάφους τους στο ειδικό αρχείο εδάφους της Επιτροπής.
|
|
(45)
|
Η Επιτροπή θα πρέπει να επικουρεί και να στηρίζει τα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματός τους, στην παρακολούθηση της υγείας του εδάφους τους, συνεχίζοντας να διενεργεί και ενισχύοντας την τακτική επιτόπια δειγματοληψία του εδάφους και τις σχετικές μετρήσεις του εδάφους (έρευνα LUCAS για το έδαφος) ως μέρος του προγράμματος LUCAS που εκτελείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19). Για τον σκοπό αυτό και με την επιφύλαξη της συμφωνίας των κρατών μελών, το πρόγραμμα LUCAS πρέπει να ενισχυθεί και να αναβαθμιστεί ώστε να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις ειδικές απαιτήσεις ποιότητας που πρέπει να πληρούνται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Προκειμένου να μειωθούν η διοικητική και η χρηματοδοτική επιβάρυνση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τα δεδομένα για την υγεία του εδάφους που συλλέγονται στο πλαίσιο του προγράμματος LUCAS. Τα εν λόγω δεδομένα για την υγεία του εδάφους θα πρέπει να διατίθενται εγκαίρως στα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη που υποστηρίζονται με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να προβούν στις αναγκαίες νομικές ρυθμίσεις για να διασφαλίσουν ότι η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί επιτόπια δειγματοληψία εδάφους, μεταξύ άλλων και σε γη που ανήκει σε ιδιώτες, και σύμφωνα με την ισχύουσα ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία.
|
|
(46)
|
Η Επιτροπή αναπτύσσει υπηρεσίες τηλεπισκόπησης στο πλαίσιο του Copernicus ως προγράμματος καθοδηγούμενου από τους χρήστες που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/696, στηρίζοντας επίσης με αυτόν τον τρόπο τα κράτη μέλη. Προκειμένου να αυξηθούν η εγκαιρότητα και η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης της υγείας του εδάφους, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιούν δεδομένα τηλεπισκόπησης, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων από τις υπηρεσίες Copernicus, για την παρακολούθηση των σχετικών χαρακτηριστικών περιγραφής εδάφους και δεικτών σφράγισης εδάφους και αφαίρεσης εδάφους, και, κατά περίπτωση, για την εκτίμηση της υγείας του εδάφους. Η Επιτροπή και ο ΕΟΠ θα πρέπει να στηρίξουν τη διερεύνηση δυνατοτήτων όσον αφορά προϊόντα τηλεπισκόπησης του εδάφους και την ανάπτυξή τους, ώστε να συνδράμουν τα κράτη μέλη στην παρακολούθηση των σχετικών χαρακτηριστικών περιγραφής εδάφους και δεικτών σφράγισης εδάφους και αφαίρεσης εδάφους.
|
|
(47)
|
Αξιοποιώντας και αναβαθμίζοντας το υφιστάμενο παρατηρητήριο της ΕΕ για το έδαφος, η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει μια ψηφιακή πύλη δεδομένων για την υγεία του εδάφους, η οποία θα πρέπει να είναι συμβατή με τη στρατηγική της ΕΕ για τα δεδομένα που καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Φεβρουαρίου 2020 με τίτλο «Ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα», και με τους χώρους δεδομένων της ΕΕ. Η ψηφιακή πύλη δεδομένων για την υγεία του εδάφους θα πρέπει να αποτελεί κόμβο που θα παρέχει πρόσβαση σε δεδομένα για το έδαφος τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές, σε συγκεντρωτική μορφή, σε επίπεδο εδαφικής μονάδας ή λεπτομερέστερο επίπεδο κατά περίπτωση, εφόσον δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι επιμέρους τιμές ή η θέση των υποκείμενων δειγμάτων με γεωαναφορά. Η πύλη αυτή θα πρέπει πρωτίστως να περιλαμβάνει όλα τα δεδομένα που συλλέγονται από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, όπως απαιτείται από την παρούσα οδηγία. Η επεξεργασία και η προσβασιμότητα αυτών των δεδομένων, μεταξύ άλλων για επιστημονικούς σκοπούς, θα πρέπει να συνάδουν με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, όπως τις οδηγίες 2003/4/ΕΚ (20), 2007/2/ΕΚ (21), (ΕΕ) 2019/1024 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22), καθώς και με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/2854 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επανεξετάζουν τα δεδομένα για την υγεία του εδάφους και να ζητούν τη διόρθωση τυχόν σφαλμάτων, προτού τα δεδομένα αυτά δημοσιοποιηθούν μέσω της ψηφιακής πύλης δεδομένων για την υγεία του εδάφους. Επιπλέον, θα πρέπει επίσης να είναι δυνατή η ενσωμάτωση στη διαδικτυακή πύλη, σε εθελοντική βάση, άλλων σχετικών δεδομένων για το έδαφος που συλλέγονται από τα κράτη μέλη ή οποιοδήποτε άλλο μέρος, και ιδίως δεδομένων που προκύπτουν από έργα στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη» και της αποστολής της ΕΕ με τίτλο «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος», υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω δεδομένα πληρούν ορισμένες απαιτήσεις όσον αφορά τον μορφότυπο και τις προδιαγραφές. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να καθοριστούν από την Επιτροπή με εκτελεστικές πράξεις.
|
|
(48)
|
Είναι επίσης αναγκαίο να βελτιωθεί η εναρμόνιση των συστημάτων παρακολούθησης του εδάφους που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη και να αξιοποιηθούν οι συνέργειες μεταξύ των ενωσιακών και των εθνικών συστημάτων παρακολούθησης, ώστε να υπάρχουν πιο συγκρίσιμα δεδομένα σε ολόκληρη την Ένωση. Είναι πολύ σημαντικό να διασφαλιστούν η ποιότητα και η συγκρισιμότητα των μετρήσεων του εδάφους μέσω της εφαρμογής πρακτικών συστήματος διαχείρισης της ποιότητας από τα συμμετέχοντα εργαστήρια. Για να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος για τα εργαστήρια, ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να θεωρήσει επαρκές τα εργαστήρια να διαθέτουν διαπίστευση για μία από τις μεθοδολογίες για τον καθορισμό των τιμών των χαρακτηριστικών περιγραφής εδάφους. Τα εργαστήρια, ή τα μέρη που έχουν συμβληθεί με εργαστήρια, που εκτελούν τις μετρήσεις εδάφους θα πρέπει να εφαρμόζουν πρακτικές συστήματος διαχείρισης της ποιότητας σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC-17025. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ισοδύναμα πρότυπα διαχείρισης της ποιότητας σε ενωσιακό ή διεθνές επίπεδο και, κατά περίπτωση, να επιδιωχθούν συνέργειες με το σύστημα διαχείρισης ποιότητας του ICP-Forests.
|
|
(49)
|
Είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται μεθοδολογίες ελέγχου του εδάφους που έχουν πιστοποιηθεί από διεθνώς αναγνωρισμένους φορείς, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), και είναι αναγνωρισμένες από την παγκόσμια ερευνητική κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεθοδολογίες αυτές είναι διαθέσιμες. Είναι επίσης δυνατόν να χρησιμοποιούνται για έλεγχο εδάφους άλλες ισοδύναμες μεθοδολογίες, και συγκεκριμένα αναλυτικές διαδικασίες που προσδιορίζουν την ίδια παράμετρο ή χαρακτηριστικό περιγραφής και αποδεδειγμένα παράγουν πανομοιότυπα αποτελέσματα εντός του περιθωρίου του συντελεστή επαναληψιμότητάς τους (0,95). Η πιστοποίηση οποιωνδήποτε ισοδύναμων μεθοδολογιών θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται από διεθνώς αναγνωρισμένους φορείς, όπως ο ISO και η CEN, και αυτές οι ισοδύναμες μεθοδολογίες θα πρέπει να αναγνωρίζονται από την παγκόσμια ερευνητική κοινότητα.
|
|
(50)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των εδαφών από μόλυνση με ουσίες που είναι ικανές να επιφέρουν σημαντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και να μολύνουν περιβάλλοντα αέρα, επιφανειακά ύδατα, υπόγεια ύδατα και, στη συνέχεια, τους ωκεανούς, θα πρέπει να θεσπιστούν μηχανισμοί πολιτικής για τον εντοπισμό και την εκτίμηση των εν λόγω ουσιών που προκαλούν ανησυχίες. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει, όσον αφορά τη μόλυνση του εδάφους, να αναπτυχθεί μια προσέγγιση που θα επιτρέπει την παρακολούθηση και την ανάλυση των εν λόγω ουσιών ή ομάδων ουσιών μέσω ενδεικτικού καταλόγου, παρόμοια με την προσέγγιση που χρησιμοποιείται για τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα. Οι ουσίες ή οι ομάδες ουσιών που θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον εν λόγω ενδεικτικό κατάλογο θα πρέπει να περιλαμβάνουν ουσίες που συνιστούν σημαντικό κίνδυνο για την υγεία και την ανθεκτικότητα του εδάφους, την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον και ουσίες για τις οποίες οι διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν ότι θα μπορούσαν να ενέχουν σημαντικό κίνδυνο για το έδαφος, ή μέσω αυτού, και για τις οποίες τα διαθέσιμα δεδομένα παρακολούθησης είναι ανεπαρκή. Δεν θα πρέπει να υπάρχει ανώτατο όριο στον αριθμό των ουσιών ή ομάδων ουσιών που μπορούν να περιλαμβάνονται στον ενδεικτικό κατάλογο ρύπων του εδάφους για τους σκοπούς της παρακολούθησης και της ανάλυσης.
|
|
(51)
|
Είναι αναγκαίο να συγκεντρωθούν δεδομένα σχετικά με την παρουσία ρύπων του εδάφους που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων των φυτοφαρμάκων, των μεταβολιτών τους, των υπερφθοριωμένων και πολυφθοριωμένων αλκυλιωμένων ουσιών (PFAS) και άλλων αναδυόμενων ρύπων του εδάφους. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να παρέχει ένα πλαίσιο για τη συμπερίληψη των εν λόγω ρύπων σε ενδεικτικό κατάλογο ρύπων του εδάφους για τους οποίους απαιτούνται περισσότερα δεδομένα παρακολούθησης του εδάφους ώστε να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Προκειμένου να περιοριστεί το κόστος παρακολούθησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν μετρήσεις σε περιορισμένο αριθμό σημείων δειγματοληψίας για τους εν λόγω ρύπους. Η Επιτροπή θα μπορούσε να παράσχει στήριξη στα κράτη μέλη μετρώντας επιλεγμένους ρύπους του εδάφους από τον ενδεικτικό κατάλογο ρύπων του εδάφους που περιέχεται στο LUCAS.
|
|
(52)
|
Τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά είναι ουσίες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του εδάφους, καθώς και βασικές δραστηριότητες, όπως η γεωργική παραγωγή. Η παρουσία τους στο έδαφος μπορεί να έχει επιπτώσεις στη γονιμότητα του εδάφους, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την υγεία και την υγιή ανάπτυξη των καλλιεργειών. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό η παρούσα οδηγία να επιτρέπει τη συμπερίληψη των μικροπλαστικών και των νανοπλαστικών στην παρακολούθηση των ρύπων του εδάφους.
|
|
(53)
|
Προκειμένου να γίνεται η ευρύτερη δυνατή χρήση των δεδομένων για την υγεία του εδάφους που προκύπτουν από την παρακολούθηση που διενεργείται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διευκολύνουν την πρόσβαση του κοινού στα εν λόγω δεδομένα, σε συγκεντρωτική μορφή, σε επίπεδο εδαφικής μονάδας ή λεπτομερέστερο επίπεδο κατά περίπτωση, εφόσον δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι επιμέρους τιμές ή η θέση των υποκείμενων, χαρακτηρισμένων με γεωαναφορά, δειγμάτων. Τα εμπιστευτικά δεδομένα που συλλέγονται από την Επιτροπή ή από τα κράτη μέλη για την παραγωγή ευρωπαϊκών στατιστικών θα πρέπει να προστατεύονται σύμφωνα με τους κανόνες και τα μέτρα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009, προκειμένου να κερδηθεί και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των μερών που είναι υπεύθυνα για την παροχή των εν λόγω πληροφοριών. Όταν η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη παράγουν στατιστικά για την υγεία του εδάφους, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εμπιστευτικά δεδομένα τηρούν τις αρχές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Επιπλέον, για την προστασία της κυριότητας των δεδομένων, είναι σημαντικό η Επιτροπή, ο ΕΟΠ ή τα κράτη μέλη να δημοσιοποιούν δεδομένα μόνο με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη των δεδομένων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν τα δεδομένα για την υγεία του εδάφους και τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων της υγείας του εδάφους στα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, όπως τους γεωργούς, τους δασοκαλλιεργητές, τους ιδιοκτήτες γης και τις τοπικές αρχές. Είναι σημαντικό οι μελλοντικοί αγοραστές και μισθωτές γης να λαμβάνουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και κατόπιν αιτήματός τους, τα δεδομένα για την υγεία του εδάφους και τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων της υγείας του εδάφους. Επιπλέον, τα δεδομένα για την υγεία του εδάφους που διατίθενται δυνάμει της παρούσας οδηγίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση πτυχών που σχετίζονται με το έδαφος στο πλαίσιο άλλων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, κατά περίπτωση.
|
|
(54)
|
Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων της υγείας του εδάφους που διενεργούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα τροφοδοτήσουν τη διαδικασία προσδιορισμού των συγκεκριμένων πρακτικών που απαιτούνται για τη βιώσιμη διαχείριση του εδάφους και, ως εκ τούτου, τη στήριξη που θα πρέπει να παρέχουν τα κράτη μέλη για την αύξηση της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από άλλη ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη στήριξη της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους δεν επιβάλλουν πρόσθετες υποχρεώσεις στους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές γης. Ταυτόχρονα, οι διαχειριστές εδάφους, οι ιδιοκτήτες γης, οι διαχειριστές γης και οι σχετικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν στήριξη για τη βελτίωση της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους. Η στήριξη αυτή θα πρέπει να έχει, μεταξύ άλλων, την εξής μορφή: πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με πρακτικές που βελτιώνουν την υγεία και την ανθεκτικότητα του εδάφους, λαμβανομένων υπόψη των τοπικών συνθηκών του εδάφους· ανάπτυξη ικανοτήτων· προώθηση της συνειδητοποίησης των οφελών που έχουν οι πρακτικές που βελτιώνουν την υγεία και την ανθεκτικότητα του εδάφους· προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας· εκτίμηση των τεχνικών και οικονομικών αναγκών· και διευκόλυνση της πρόσβασης στη διαθέσιμη χρηματοδότηση και της αξιοποίησής της.
|
|
(55)
|
Τα οικονομικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των μέσων στο πλαίσιο της ΚΓΠ που παρέχουν στήριξη στους γεωργούς, διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διατήρηση και στη βελτίωση της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους και, σε μικρότερο βαθμό, των δασικών εδαφών. Η ΚΓΠ αποσκοπεί στη στήριξη της υγείας του εδάφους μέσω της εφαρμογής της αιρεσιμότητας, οικολογικών προγραμμάτων και μέτρων αγροτικής ανάπτυξης. Η χρηματοδοτική στήριξη σε γεωργούς και δασοκαλλιεργητές οι οποίοι εφαρμόζουν πρακτικές που βελτιώνουν την υγεία και την ανθεκτικότητα του εδάφους μπορεί επίσης να προέλθει από τον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, τα εθελοντικά σήματα βιωσιμότητας στη βιομηχανία τροφίμων, ξυλείας, βιοπροϊόντων και ενέργειας, τα οποία καθιερώνονται από ιδιωτικούς φορείς, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις συνεισφορές των γεωργών και των δασοκαλλιεργητών για τη βελτίωση της υγείας και της ανθεκτικότητας του εδάφους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Τα σήματα αυτά μπορούν να δώσουν τη δυνατότητα στους παραγωγούς τροφίμων, ξυλείας και άλλης βιομάζας που ακολουθούν τις εν λόγω πρακτικές στην παραγωγή τους να τις αντικατοπτρίσουν στην αξία των προϊόντων τους. Πρόσθετη χρηματοδότηση θα παρασχεθεί για ένα δίκτυο πραγματικών χώρων για τη δοκιμή, την επίδειξη και την ανάπτυξη σε μεγάλη κλίμακα λύσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανθρακοδεσμευτική γεωργία, μέσω των ζωντανών εργαστηρίων και φάρων της αποστολής της ΕΕ με τίτλο «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος». Με την επιφύλαξη της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν στήριξη και συμβουλές για να βοηθούν τους ιδιοκτήτες γης, τους διαχειριστές γης και τους χρήστες γης που επηρεάζονται από τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τις ανάγκες και τις περιορισμένες ικανότητες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
|
|
(56)
|
Δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24), τα κράτη μέλη πρέπει να περιγράφουν στα στρατηγικά τους σχέδια για την ΚΓΠ τον τρόπο με τον οποίο η περιβαλλοντική και κλιματική αρχιτεκτονική των εν λόγω σχεδίων προορίζεται να συμβάλει στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων εθνικών στόχων που καθορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που παρατίθενται στο παράρτημα XIII του εν λόγω κανονισμού ή παράγονται από αυτές, και να συνάδει με αυτές.
|
|
(57)
|
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να παρακολουθούν στενά τον αντίκτυπο της στήριξης για την υγεία του εδάφους και την ανθεκτικότητα του εδάφους, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες γνώσεις από την έρευνα και την καινοτομία. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένονται πολύτιμες συνεισφορές από την αποστολή της ΕΕ με τίτλο «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος», και ιδίως από τα ζωντανά εργαστήρια και τις δραστηριότητές της για τη στήριξη της παρακολούθησης του εδάφους, της εκπαίδευσης σε σχέση με το έδαφος και της συμμετοχής των πολιτών.
|
|
(58)
|
Η αναγέννηση του εδάφους επαναφέρει τα υποβαθμισμένα εδάφη σε υγιή κατάσταση. Στο πλαίσιο της αναγέννησης του εδάφους, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων της υγείας του εδάφους, και τα μέτρα αναγέννησης ενδείκνυται να προσαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης κατάστασης, του τύπου, της χρήσης και της ποιότητας του εδάφους, καθώς και στις τοπικές, κλιματικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Σε περίπτωση περιοχών με σφράγιση εδάφους ή αφαίρεση εδάφους, η ανάκτηση της ικανότητας των εδαφών να παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες απαιτεί πρώτα την αναδόμηση του εδάφους, με στόχο να επιτευχθεί ένα επίπεδο λειτουργίας του εδάφους και παροχής οικοσυστημικών υπηρεσιών όσο το δυνατόν πλησιέστερο στη φυσική του λειτουργία και στο βέλτιστο επίπεδο παροχής οικοσυστημικών υπηρεσιών του εδάφους.
|
|
(59)
|
Για να διασφαλιστεί η ύπαρξη συνεργειών μεταξύ των διαφορετικών μέτρων που εγκρίνονται βάσει άλλων ενωσιακών νομοθετημάτων που θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στην υγεία του εδάφους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες για τη στήριξη της υγείας του εδάφους και της ανθεκτικότητας του εδάφους είναι συνεπείς με: τα εθνικά σχέδια αποκατάστασης που καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1991· τις εθνικές στρατηγικές για τη βιοποικιλότητα και τα σχέδια δράσης για τη βιοποικιλότητα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη βιολογική ποικιλότητα· τα στρατηγικά σχέδια για την ΚΓΠ που πρέπει να καταρτίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/2115· τους κώδικες ορθών γεωργικών πρακτικών και τα προγράμματα δράσης για τις χαρακτηρισμένες ευπρόσβλητες ζώνες που εγκρίθηκαν σύμφωνα με την οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου (25)· τα μέτρα διατήρησης και το πλαίσιο δράσης προτεραιότητας που θεσπίστηκαν για τους τόπους Natura 2000 σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (26)· τα μέτρα για την επίτευξη καλής οικολογικής κατάστασης και καλής χημικής κατάστασης των υδατικών συστημάτων που περιλαμβάνονται σε σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, τα οποία εκπονούνται σύμφωνα με την οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27)· τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων πλημμύρας που θεσπίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2007/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28)· τα σχέδια διαχείρισης της ξηρασίας που προωθούνται στη στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή· τα εθνικά σχέδια δράσης που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερήμωσης· τους στόχους που ορίζονται βάσει των κανονισμών (ΕΕ) 2018/841 και (ΕΕ) 2018/842 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29)· τα ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα που καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30)· τα εθνικά προγράμματα ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που εκπονούνται βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31)·τις εκτιμήσεις κινδύνων και τον σχεδιασμό διαχείρισης κινδύνων από καταστροφές που εκπονούνται σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 1313/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32)· τα εθνικά σχέδια δράσης που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33) και τις εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργούνται σύμφωνα με την οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34). Οι δραστηριότητες για τη στήριξη της υγείας του εδάφους και της ανθεκτικότητας του εδάφους θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ενσωματωθούν στα εν λόγω προγράμματα, κώδικες, πλαίσια δράσης, στόχους, σχέδια και μέτρα, στον βαθμό που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων τους. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί δείκτες και δεδομένα, όπως οι δείκτες αποτελεσμάτων που σχετίζονται με το έδαφος βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2115 και τα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τις γεωργικές εισροές και εκροές που υποβάλλονται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2379 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (35), θα πρέπει να είναι προσβάσιμα στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να γίνεται διασταύρωση των εν λόγω δεδομένων και δεικτών και, ως εκ τούτου, να καθίσταται δυνατή η ακριβέστερη δυνατή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των επιλεγέντων μέτρων.
|
|
(60)
|
Οι μολυσμένοι χώροι αποτελούν συχνά την κληρονομιά δεκαετιών δραστηριοτήτων στην Ένωση, όπως βιομηχανικών ή στρατιωτικών δραστηριοτήτων, και μπορούν να οδηγήσουν σε κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον σήμερα και στο μέλλον. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο πρώτα να εντοπιστούν και να ερευνηθούν δυνητικά μολυσμένοι χώροι και, στη συνέχεια, σε περίπτωση επιβεβαιωμένης μόλυνσης, να εκτιμηθούν οι κίνδυνοι του μολυσμένου χώρου και να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση των μη αποδεκτών κινδύνων. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να εξεταστεί επίσης ο αντίκτυπος των μολυσμένων χώρων σε περιβαλλοντικά μέσα ή μήτρες εκτός από το έδαφος, όπως τα υπόγεια ή τα επιφανειακά ύδατα. Ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες, όπως η χρήση υπόγειων εγκαταστάσεων αποθήκευσης επικίνδυνων ουσιών, μπορεί να έχουν πραγματοποιηθεί στο υπόστρωμα ή στο μητρικό υλικό. Όταν έχει σημειωθεί διαρροή στην εν λόγω υπόγεια εγκατάσταση αποθήκευσης, οι ρύποι θα μπορούσαν να έχουν μετακινηθεί στο υπόστρωμα ή στο μητρικό υλικό, και πιθανότατα δεν θα ανιχνευθούν στο έδαφος. Ωστόσο, οι ρύποι θα μπορούσαν να εξαπλωθούν και, ως εκ τούτου, να έχουν αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον. Ως εκ τούτου, εάν αναληφθούν τέτοιες δραστηριότητες σε δυνητικά μολυσμένους χώρους, θα πρέπει επίσης να ερευνηθεί το υπόστρωμα ή το μητρικό υλικό πλησίον της δραστηριότητας, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η δραστηριότητα προκάλεσε μόλυνση που έχει αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον.
|
|
(61)
|
Η εδαφολογική έρευνα πρέπει να προσδιορίζει αν ένας δυνητικά μολυσμένος χώρος είναι πράγματι μολυσμένος, και αν η μόλυνση συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον. Η παρούσα οδηγία δεν απαιτεί την ανάλυση χαρακτηριστικών περιγραφής εδάφους εκτός της μόλυνσης του εδάφους στο πλαίσιο της εδαφολογικής έρευνας. Δεδομένου ότι η χρήση γης μπορεί να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου, είναι σημαντικό οι πληροφορίες σχετικά με τη μόλυνση να είναι προσβάσιμες στο κοινό. Για παράδειγμα, όταν πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά με αλλαγή της χρήσης γης, είναι σημαντικό να αξιολογηθεί αν μια μόλυνση που διαπιστώθηκε σε προηγούμενη εδαφολογική έρευνα θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή κινδύνου για την προβλεπόμενη νέα χρήση γης. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένας δυνητικά μολυσμένος χώρος είναι πράγματι μολυσμένος, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον που συνδέονται με την ευαίσθητη χρήση του χώρου. Οι ευαίσθητες χρήσεις των χώρων περιλαμβάνουν χρήσεις παιδικών χαρών, σχολείων ή χώρων που χρησιμοποιούνται για τη φροντίδα παιδιών, ή κοντινές σε αυτά περιοχές, χρήση περιοχής για κατοικία ή η χρήση άλλων περιοχών από ευάλωτους πληθυσμούς. Όταν αποδεικνύεται από εδαφολογική έρευνα ότι ένας δυνητικά μολυσμένος χώρος δεν είναι πράγματι μολυσμένος, ο χώρος δεν θα πρέπει πλέον να θεωρείται από το κράτος μέλος ως δυνητικά μολυσμένος, εκτός εάν υπάρχουν υπόνοιες μόλυνσης βάσει νέων αποδεικτικών στοιχείων.
|
|
(62)
|
Δεδομένου ότι ο αριθμός των δυνητικά μολυσμένων χώρων και των μολυσμένων χώρων θα μπορούσε να είναι πολύ μεγάλος και το επίπεδο κινδύνου που ενέχει ένας μολυσμένος χώρος μπορεί να ποικίλλει από πολύ χαμηλό έως πολύ υψηλό, ενδείκνυται να ακολουθείται μια σταδιακή προσέγγιση βάσει κινδύνου για τον εντοπισμό και την έρευνα δυνητικά μολυσμένων χώρων και τη διαχείριση μολυσμένων χώρων. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να επιτρέπει στα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα σε ορισμένους χώρους. Με το να δίνουν προτεραιότητα σε ορισμένους χώρους, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τον δυνητικό κίνδυνο που ενέχει μια δυνητική ή επιβεβαιωμένη περίπτωση μόλυνσης για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, καθώς και το κοινωνικό ή οικονομικό πλαίσιο. Η αξιολόγηση του δυνητικού κινδύνου που συνεπάγεται μια τέτοιου είδους ιεράρχηση είναι πολύ πιο γενική από την ειδική ανά χώρο εκτίμηση κινδύνου, η οποία διενεργείται κατά την έρευνα μολυσμένου χώρου.
|
|
(63)
|
Για τον εντοπισμό δυνητικά μολυσμένων χώρων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συλλέγουν αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων μέσω ιστορικής έρευνας για την ανάσυρση πληροφοριών σχετικά με βιομηχανικές δραστηριότητες, συμβάντα και ατυχήματα, χρησιμοποιώντας παλαιούς χάρτες, αρχεία, άρθρα του Τύπου, περιβαλλοντικές άδειες και κοινοποιήσεις από το κοινό ή τις αρχές, και δεδομένα βιολογικής παρακολούθησης ανθρώπων ή του περιβάλλοντος από ερευνητικά προγράμματα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν κατάλογο δυνητικά μολυνουσών δραστηριοτήτων και να έχουν τη δυνατότητα να δίνουν προτεραιότητα σε ορισμένους δυνητικά μολυσμένους χώρους που είναι πιθανότερο να ενέχουν δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, με βάση το είδος της δραστηριότητας, την έκταση της πιθανής μόλυνσης, την ένδειξη ύπαρξης άμεσου κινδύνου ή άλλες σχετικές πληροφορίες. Δεδομένου ότι ο αριθμός των δυνητικά μολυσμένων χώρων θα μπορούσε να εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, ένας πρώτος προσδιορισμός τέτοιου είδους χώρων θα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός καθορισμένου χρονικού πλαισίου, με βάση τα υφιστάμενα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ ο περαιτέρω προσδιορισμός τέτοιου είδους χώρων θα πρέπει να διενεργείται μέσω συστηματικής προσέγγισης.
|
|
(64)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εδαφολογικές έρευνες σε δυνητικά μολυσμένους χώρους διεξάγονται κατά τρόπο έγκαιρο και αποτελεσματικό, τα κράτη μέλη θα πρέπει, επιπλέον της υποχρέωσης καθορισμού του χρονοδιαγράμματος εντός του οποίου θα πρέπει να διενεργούνται οι εδαφολογικές έρευνες, να υποχρεούνται να προσδιορίζουν συγκεκριμένα γεγονότα που θα ενεργοποιούν τη διενέργεια σχετικών ερευνών. Στα εν λόγω γεγονότα ενεργοποίησης θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται η αίτηση, ή η επανεξέταση, περιβαλλοντικής ή οικοδομικής άδειας ή αδειοδότησης που απαιτείται δυνάμει της ενωσιακής ή της εθνικής νομοθεσίας, δραστηριότητες εκσκαφής εδάφους, αλλαγές στη χρήση γης ή συναλλαγές επί γης ή ακινήτων. Οι εδαφολογικές έρευνες θα μπορούσαν να ακολουθούν διάφορα στάδια, όπως προκαταρκτική μελέτη βάσει εγγράφων, ειδική ανά χώρο ιστορική μελέτη για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με παρελθοντικές βιομηχανικές δραστηριότητες, συμβάντα ή ατυχήματα, επίσκεψη του χώρου, προκαταρκτική ή διερευνητική έρευνα, λεπτομερέστερη ή περιγραφική έρευνα, και επιτόπιο ή εργαστηριακό έλεγχο, και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ειδική ανά χώρο εκτίμηση των κινδύνων της μόλυνσης για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Εάν διαπιστωθεί μόλυνση, η εδαφολογική έρευνα θα πρέπει να αποτελεί τη βάση του χαρακτηρισμού της μόλυνσης και του περιβαλλοντικού της πλαισίου και να παρέχει βασικές πληροφορίες για την ειδική ανά χώρο εκτίμηση κινδύνου και τον σχεδιασμό τυχόν μέτρων μείωσης του κινδύνου που θα μπορούσε να απαιτείται. Οι βασικές εκθέσεις και τα μέτρα παρακολούθησης που εφαρμόζονται σύμφωνα με την οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36) θα μπορούσαν επίσης να χαρακτηριστούν ως εδαφολογική έρευνα, κατά περίπτωση.
|
|
(65)
|
Απαιτείται ευελιξία όσον αφορά τη διαχείριση μολυσμένων χώρων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη το κόστος, τα οφέλη και οι τοπικές ιδιαιτερότητες. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει τουλάχιστον να υιοθετήσουν μια σταδιακή προσέγγιση βάσει κινδύνου για τον προσδιορισμό και την έρευνα δυνητικά μολυσμένων χώρων και τη διαχείριση μολυσμένων χώρων, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών, και ως εκ τούτου καθιστώντας δυνατή την κατανομή πόρων με συνεκτίμηση του ειδικού περιβαλλοντικού, κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου. Οι αποφάσεις όσον αφορά τη διαχείριση μολυσμένων χώρων, μεταξύ άλλων σχετικά με τη σταδιακή προσέγγιση βάσει κινδύνου, θα πρέπει να λαμβάνονται με βάση τη φύση και την έκταση των δυνητικών κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία —συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης σε ρύπους ευπαθών πληθυσμών, όπως οι έγκυες γυναίκες, τα άτομα με αναπηρία, οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά— και για το περιβάλλον που προκύπτουν από την έκθεση σε ρύπους του εδάφους ή σε ρύπους που μεταφέρονται στα υπόγεια ύδατα και, ει δυνατόν, τις σωρευτικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, στα εδαφικά οικοσυστήματα και στις συναφείς οικοσυστημικές υπηρεσίες.
|
|
(66)
|
Τα επίπεδα υποβάθρου φυσικής ή ανθρωπογενούς προέλευσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην εκτίμηση κινδύνου, καθώς θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στον καθορισμό στόχων αποκατάστασης ή διαχείρισης του εδάφους.
|
|
(67)
|
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης κόστους-οφέλους από τη διενέργεια ειδικής ανά χώρο εκτίμησης κινδύνου ή αποκατάστασης του εδάφους θα πρέπει να είναι θετικά. Για παράδειγμα, για τους μολυσμένους χώρους μικρής κλίμακας, η λεπτομερής ειδική ανά χώρο εκτίμηση κινδύνου θα μπορούσε να είναι ακριβότερη από την άμεση αποκατάσταση του εδάφους, ή ο χώρος θα μπορούσε να είναι εμφανώς και σοβαρά μολυσμένος κατά τρόπο τέτοιο που να μην είναι αναγκαία η διενέργεια λεπτομερούς ειδικής ανά χώρο εκτίμησης κινδύνου προκειμένου να ληφθεί απόφαση για αποκατάσταση του εδάφους. Στις περιπτώσεις αυτές, ο αριθμός των σταδίων της σταδιακής προσέγγισης βάσει κινδύνου για τον προσδιορισμό και την έρευνα δυνητικά μολυσμένων χώρων και για τη διαχείριση μολυσμένων χώρων μπορεί να μειωθεί, δεδομένου ότι η λεπτομερής ειδική ανά χώρο εκτίμηση κινδύνου αποφέρει μικρή προστιθέμενη αξία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν την ειδική μεθοδολογία για την εκτίμηση κινδύνου των μολυσμένων χώρων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να προσδιορίσουν τι συνιστά μη αποδεκτό κίνδυνο από έναν μολυσμένο χώρο με βάση τις επιστημονικές γνώσεις, την αρχή της προφύλαξης, τις τοπικές ιδιαιτερότητες και την τρέχουσα και την προγραμματισμένη χρήση γης.
|
|
(68)
|
Προκειμένου να μειωθούν σε αποδεκτό επίπεδο οι κίνδυνοι των μολυσμένων χώρων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα μείωσης του κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης του εδάφους. Τα βέλτιστα μέτρα μείωσης του κινδύνου θα πρέπει να είναι βιώσιμα και να επιλέγονται μέσω μιας ισορροπημένης διαδικασίας λήψης αποφάσεων που λαμβάνει υπόψη τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Η επιλογή της τεχνικής ή του μέτρου εξαρτάται από συνδυασμό κριτηρίων, όπως η φύση των ρύπων, τα χαρακτηριστικά του εδάφους, ο όγκος της μόλυνσης, ο διαθέσιμος χρόνος και χώρος, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, οι στόχοι αποκατάστασης του εδάφους, η τρέχουσα και η προγραμματισμένη χρήση γης και η δυνατότητα βελτίωσης της υγείας του εδάφους. Τα μέτρα μείωσης του κινδύνου δεν θα πρέπει να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην εκτίμηση κινδύνου και τη διαχείριση κινδύνου των λεκανών απορροής για σημεία υδροληψίας νερού ανθρώπινης κατανάλωσης που ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας (ΕΕ) 2020/2184 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37). Δεδομένου ότι η αποκατάσταση του εδάφους επικεντρώνεται στην εξάλειψη του κινδύνου που ενέχει η ρύπανση του εδάφους για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, ενδέχεται η αποκατάσταση του εδάφους να μην βελτιώσει άλλα χαρακτηριστικά περιγραφής του εδάφους. Ορισμένες τεχνικές αποκατάστασης του εδάφους μπορούν επίσης να επηρεάσουν αρνητικά την υγεία του εδάφους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των τεχνικών αποκατάστασης. Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας θα πρέπει να μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα μείωσης του κινδύνου δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εάν τα εν λόγω μέτρα μειώνουν αποτελεσματικά τους κινδύνους που ενέχουν οι μολυσμένοι χώροι.
|
|
(69)
|
Κατά την έρευνα δυνητικά μολυσμένων χώρων και τη διαχείριση μολυσμένων χώρων θα πρέπει να τηρούνται η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η αρχή της προφύλαξης και η αρχή της αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν ως στόχο τον προσδιορισμό του ρυπαίνοντος και θα πρέπει να θεσπίσουν ιεραρχία ευθύνης ή αλυσίδα ευθύνης για τη λήψη αποφάσεων, για τον καθορισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για να επωμιστεί το κόστος της εδαφολογικής έρευνας, της εκτίμησης κινδύνου και των μέτρων μείωσης του κινδύνου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν να κάνουν περαιτέρω διάκριση μεταξύ παλαιότερα μολυσμένων και πρόσφατα μολυσμένων χώρων και να εφαρμόζουν αυστηρότερη προσέγγιση για μόλυνση που προκαλείται έπειτα από ορισμένη ημερομηνία αναφοράς. Σε περίπτωση μολυσμένων χώρων για τους οποίους δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη μόλυνση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν χρηματοδοτικά μέσα και ενωσιακά χρηματοδοτικά προγράμματα προκειμένου να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις όσον αφορά την εδαφολογική έρευνα και την αποκατάσταση του εδάφους.
|
|
(70)
|
Η μόλυνση του εδάφους ρυθμίζεται ήδη από το ενωσιακό δίκαιο, όπως οι οδηγίες 2010/75/ΕΕ ή 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (38). Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται βάσει του σχετικού ενωσιακού δικαίου.
|
|
(71)
|
Οι εδαφολογικές έρευνες, οι εκτιμήσεις κινδύνου ή τα μέτρα μείωσης του κινδύνου που έχουν εκτελεστεί σε δυνητικά μολυσμένους χώρους ή μολυσμένους χώρους πριν από τις 16 Δεκεμβρίου 2025 και πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να θεωρούνται κατάλληλα για την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία για τους εν λόγω χώρους.
|
|
(72)
|
Τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη άλλους στόχους πολιτικής της Ένωσης, όπως τους στόχους που επιδιώκονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1252 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (39), και συγκεκριμένα τη διασφάλιση ασφαλούς και βιώσιμου εφοδιασμού των ευρωπαϊκών βιομηχανιών με κρίσιμες πρώτες ύλες.
|
|
(73)
|
Η διαφάνεια αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πολιτικής για το έδαφος και διασφαλίζει τη λογοδοσία και την ευαισθητοποίηση του κοινού, τις δίκαιες συνθήκες της αγοράς και την παρακολούθηση της προόδου. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν και να τηρούν εθνικό μητρώο δυνητικά μολυσμένων χώρων και μολυσμένων χώρων. Τα εν λόγω μητρώα θα πρέπει να περιέχουν ειδικές ανά χώρο πληροφορίες και να καθίστανται προσβάσιμα στο κοινό με τη μορφή επιγραμμικής βάσης χωρικών δεδομένων με γεωαναφορά. Σε περίπτωση δημιουργίας μητρώων σε υποεθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν ένα συντονισμένο εθνικό σημείο εισόδου στα διάφορα υποεθνικά μητρώα, για παράδειγμα έναν κεντρικό εθνικό ιστότοπο που θα περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους. Τα μητρώα θα πρέπει να περιέχουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με την ύπαρξη δυνητικά μολυσμένων χώρων και τη διαχείριση μολυσμένων χώρων. Δεδομένου ότι για την ύπαρξη μόλυνσης του εδάφους σε δυνητικά μολυσμένους χώρους μπορεί, εξ ορισμού, μόνο να υπάρχουν υπόνοιες, η διαφορά μεταξύ δυνητικά μολυσμένων χώρων και μολυσμένων χώρων θα πρέπει να μεταδίδεται και να επεξηγείται με σαφήνεια στο κοινό, ώστε να μην εγείρονται περιττές ανησυχίες. Τα μητρώα που υπάρχουν κατά τις 16 Δεκεμβρίου 2025 και πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεωρούνται κατάλληλα για την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.
|
|
(74)
|
Το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο. Επιπλέον, σύμφωνα με τη σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (40) (σύμβαση του Aarhus), που εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 17 Φεβρουαρίου 2005 με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου (41), τα μέλη του ενδιαφερόμενου κοινού θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη, προκειμένου να συμβάλουν στην προστασία του δικαιώματος διαβίωσης σε ένα περιβάλλον το οποίο είναι κατάλληλο για την προσωπική υγεία και την ευημερία.
|
|
(75)
|
Όπως διευκρινίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (42), τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να περιορίζουν τη νομιμοποίηση για την άσκηση προσφυγής κατά απόφασης δημόσιας αρχής στα μέλη του ενδιαφερόμενου κοινού που συμμετείχαν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω απόφασης. Επίσης, κάθε διαδικασία προσφυγής θα πρέπει να είναι δίκαιη, αντικειμενική, έγκαιρη, να μην είναι απαγορευτικά δαπανηρή και να προβλέπει κατάλληλα διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών μέτρων, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (43), η πρόσβαση στη δικαιοσύνη πρέπει, κατ’ ελάχιστον, να παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό.
|
|
(76)
|
Η οδηγία (ΕΕ) 2019/1024 επιβάλλει τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών του δημόσιου τομέα σε ελεύθερη και ανοικτή μορφή. Ο γενικός στόχος της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024 είναι να συνεχιστεί η ενίσχυση της οικονομίας δεδομένων της Ένωσης, μέσω της αύξησης του όγκου των διαλειτουργικών δεδομένων του δημόσιου τομέα που διατίθενται για περαιτέρω χρήση, της διασφάλισης θεμιτού ανταγωνισμού και εύκολης πρόσβασης στις πληροφορίες του δημόσιου τομέα, καθώς, και της ενίσχυσης της διασυνοριακής καινοτομίας που βασίζεται στα δεδομένα. Η βασική αρχή της εν λόγω οδηγίας είναι ότι τα κυβερνητικά δεδομένα θα πρέπει να είναι ανοικτά εξ ορισμού και εκ σχεδιασμού. Στόχος της οδηγίας 2003/4/ΕΚ είναι να κατοχυρωθεί το δικαίωμα πρόσβασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη σύμβαση του Aarhus. Η σύμβαση του Aarhus και η οδηγία 2003/4/ΕΚ περιλαμβάνουν γενικές υποχρεώσεις που αφορούν τόσο την παροχή πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες κατόπιν αιτήματος όσο και την ενεργητική διάδοση τέτοιων πληροφοριών. Η οδηγία 2003/4/ΕΚ προβλέπει περιορισμένο κατάλογο εξαιρέσεων από τη διάδοση ή τη δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετείται από τη διάδοση, σε περίπτωση που η διάδοση ή η δημοσιοποίηση των πληροφοριών θα έθιγε ορισμένα συμφέροντα. Στα συμφέροντα αυτά περιλαμβάνονται η δημόσια ασφάλεια ή η εθνική άμυνα· το απόρρητο των εμπορικών ή βιομηχανικών πληροφοριών όταν το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο προβλέπει αυτό το απόρρητο προκειμένου να προστατεύεται θεμιτό οικονομικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου συμφέροντος για την τήρηση του απορρήτου των στατιστικών στοιχείων και του φορολογικού απορρήτου· και το απόρρητο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αρχείων που αφορούν φυσικό πρόσωπο όταν το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών και το εν λόγω απόρρητο προβλέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Η οδηγία 2007/2/ΕΚ έχει και αυτή ευρύ αντικείμενο, καθώς καλύπτει την ανταλλαγή χωρικών πληροφοριών, στις οποίες περιλαμβάνονται και σύνολα δεδομένων για διάφορα περιβαλλοντικά ζητήματα. Είναι σημαντικό ότι οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν την πρόσβαση σε πληροφορίες και τις ρυθμίσεις κοινοχρησίας δεδομένων συμπληρώνουν τις οδηγίες (ΕΕ) 2019/1024, 2003/4/ΕΚ και 2007/2/ΕΚ και δεν συνιστούν χωριστό νομικό καθεστώς. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με την παροχή πληροφόρησης στο κοινό και σχετικά με τις πληροφορίες για την παρακολούθηση της υλοποίησης δεν θα πρέπει να θίγουν τις εν λόγω οδηγίες.
|
|
(77)
|
Είναι επίσης σημαντικό ότι οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τις ρυθμίσεις κοινοχρησίας δεδομένων επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επαναχρησιμοποιούν υφιστάμενες υποδομές δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί σύμφωνα με τις οδηγίες (ΕΕ) 2019/1024 και 2007/2/ΕΚ, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών. Για τον λόγο αυτό, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα μπορούσαν να κάνουν χρήση εργαλείων όπως το REPORTNET που διαχειρίζεται ο ΕΟΠ. Η εν λόγω προσέγγιση ακολουθεί την αρχή «μόνον άπαξ» και δεν δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση για τα κράτη μέλη όσον αφορά τη δημιουργία ειδικής υποδομής δεδομένων δυνάμει της παρούσας οδηγίας.
|
|
(78)
|
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναγκαία προσαρμογή των κανόνων για την παρακολούθηση της υγείας του εδάφους και τη διαχείριση των μολυσμένων χώρων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά την τροποποίηση της παρούσας οδηγίας με σκοπό την προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο των μεθοδολογιών για την παρακολούθηση της υγείας του εδάφους, του ενδεικτικού καταλόγου μέτρων μείωσης του κινδύνου και των σταδίων για την ειδική ανά χώρο εκτίμηση κινδύνου και των αρχών που τη διέπουν. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (44). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματική πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
|
|
(79)
|
Για να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή προκειμένου να καθοριστούν μορφότυποι ή μέθοδοι για την κοινοχρησία ή τη συλλογή δεδομένων για την υγεία του εδάφους και για την ενσωμάτωση των εν λόγω δεδομένων στην ψηφιακή πύλη δεδομένων για την υγεία του εδάφους και να καθοριστούν ο μορφότυπος, η δομή και οι λεπτομερείς ρυθμίσεις για την ηλεκτρονική υποβολή δεδομένων και πληροφοριών στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45).
|
|
(80)
|
Για να στηρίξει τα κράτη μέλη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, κατά περίπτωση, να καταρτίζει έγγραφα και να αναπτύσσει επιστημονικά εργαλεία, συμπεριλαμβανομένων πιθανών μεθοδολογιών και διαδικασιών που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Τα εν λόγω έγγραφα και επιστημονικά εργαλεία θα παρέχουν εγκαίρως ουσιώδεις πληροφορίες στα κράτη μέλη, διασφαλίζοντας παράλληλα την ευελιξία να αξιοποιούν μεθοδολογίες και διαδικασίες που ήδη εφαρμόζονται. Τα εν λόγω έγγραφα και επιστημονικά εργαλεία θα πρέπει να συμπληρώνονται από την αναγκαία συνδρομή και ανάπτυξη ικανοτήτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη την αναγκαία ανάπτυξη ικανοτήτων και συνδρομή και να στηρίζει την πολυμερή εναρμόνιση των μεθόδων και, ως εκ τούτου, να εξαλείφει τα υφιστάμενα κενά δεδομένων και τα σημεία συμφόρησης στη ροή εργασιών μέσω της ανταλλαγής εμπειρογνωμοσύνης. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιοποιεί τους υφιστάμενους μηχανισμούς σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων της πρωτοβουλίας Soil BON, της παγκόσμιας εταιρικής σχέσης για το έδαφος, της SOILveR, της NICOLE, της EUROSOLAN, των ομάδων της αποστολής της ΕΕ με τίτλο «Μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το έδαφος» και του EIONET. Η Επιτροπή θα πρέπει να στηρίζει τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, ώστε να διασφαλίζεται η υιοθέτηση εναρμονισμένης προσέγγισης για την παρακολούθηση του εδάφους και η ύπαρξη ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ γειτονικών εδαφικών περιοχών.
|
|
(81)
|
Εκτός από την κατάρτιση εγγράφων και την εκπόνηση επιστημονικών εργαλείων, η Επιτροπή θα πρέπει να οργανώνει τακτικές ανταλλαγές πληροφοριών, εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών και, κατά περίπτωση, άλλων ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω ανταλλαγές πληροφοριών θα μπορούσαν, επιπλέον, να παρέχουν την ευκαιρία για συζήτηση σχετικά με τα εξής: κοινοποίηση στο κοινό των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων της υγείας του εδάφους· πρακτικές που βελτιώνουν την ανθεκτικότητα του εδάφους· μόλυνση πέραν της ανθρωπογενούς μόλυνσης από σημειακές πηγές· εφαρμογή της ιεράρχησης της ευθύνης για τον προσδιορισμό του μέρους ή των μερών που φέρουν ευθύνη για τη διαχείριση μολυσμένων χώρων· διαχείριση ορφανών χώρων· τεχνικές αποκατάστασης του εδάφους για μολυσμένους χώρους· προσδιορισμός και αξιολόγηση των επιπέδων υποβάθρου φυσικής ή ανθρωπογενούς προέλευσης· προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό περιοχών στις οποίες δεν πληρούνται μεμονωμένα κριτήρια για την υγιή κατάσταση του εδάφους· πρακτικές συστήματος διαχείρισης της ποιότητας για τα εργαστήρια· και αρχές μετριασμού της δέσμευσης γης.
|
|
(82)
|
Έως τις 17 Ιουνίου 2033, η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει τεκμηριωμένη αξιολόγηση και, κατά περίπτωση, αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας, με βάση τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων της υγείας του εδάφους. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να εξετάσει ιδίως την ανάγκη καθορισμού ειδικότερων απαιτήσεων ώστε να διασφαλίζεται η επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει επίσης να εξετάσει την ανάγκη να προσαρμοστεί ο ορισμός των υγιών εδαφών στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο με την προσθήκη διατάξεων σχετικά με ορισμένα χαρακτηριστικά περιγραφής εδάφους ή κριτήρια για την υγιή κατάσταση του εδάφους που θα βασίζονται σε νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία των εδαφών ή σε λόγους προβλήματος που αφορούν ειδικά ένα κράτος μέλος και προκύπτουν από νέες περιβαλλοντικές ή κλιματικές συνθήκες. Σύμφωνα με την παράγραφο 22 της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται στα κριτήρια της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας, της συνάφειας, της συνοχής και της προστιθέμενης αξίας, και θα πρέπει να χρησιμεύει ως βάση για εκτιμήσεις επιπτώσεων των επιλογών για περαιτέρω ανάληψη δράσης.
|
|
(83)
|
Απαιτούνται συντονισμένα μέτρα από όλα τα κράτη μέλη για την επίτευξη του οράματος για εξυγίανση όλων των εδαφών έως το 2050 και για τη διασφάλιση της παροχής οικοσυστημικών υπηρεσιών από τα εδάφη σε ολόκληρη την Ένωση μακροπρόθεσμα. Οι μεμονωμένες δράσεις των κρατών μελών αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, δεδομένου ότι η υποβάθμιση του εδάφους συνεχίζεται και μάλιστα επιδεινώνεται. Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.
|
|
(84)
|
Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46), η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 11 Δεκεμβρίου 2023.
|
|
(85)
|
Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (47), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, όταν αυτό δικαιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των επιμέρους διατάξεων της οδηγίας και των αντίστοιχων σημείων των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη,
|
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Βρυξέλλες, 12 Νοεμβρίου 2025.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
M. BJERRE
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΟΛΥΣΜΕΝΩΝ ΧΩΡΩΝ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΟΛΥΣΜΕΝΩΝ ΧΩΡΩΝ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ, ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
ANNEX I SOIL DESCRIPTORS, CRITERIA FOR HEALTHY SOIL CONDITION, AND SOIL SEALING AND SOIL REMOVAL INDICATORS
|
ANNEX I
SOIL DESCRIPTORS, CRITERIA FOR HEALTHY SOIL CONDITION, AND SOIL SEALING AND SOIL REMOVAL INDICATORS
For the purposes of this Annex, the following definitions apply:
|
(1)
|
‘natural land’ means an area of land on which the natural processes are dominant and human intervention is minimal or non-existent, and on which the primary ecological functions and species composition have not been substantially modified;
|
|
(2)
|
‘net sealing’ means the result of soil sealing minus de-sealing;
|
|
(3)
|
‘settlement area’ means a settlement area within the meaning of the 2006 Guidelines of the Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC) for National Greenhouse Gas Inventories;
|
|
(4)
|
‘organic soils’ means organic soils within the meaning of the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories;
|
|
(5)
|
‘mineral soils’ means mineral soils within the meaning of the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories;
|
|
(6)
|
‘managed soils’ means soils where soil management practices are carried out.
|
|
Aspect of soil degradation
|
Soil descriptor (1)
|
Criteria for healthy soil condition – non-binding sustainable target values (2)
|
Land areas exempted from meeting the related criterion
|
|
Part A: soil descriptors with criteria for healthy soil condition established at Union level
|
|
Salinisation (3)
|
Electrical conductivity (deci-Siemens per meter)
|
< 4 dS m–1 when using saturated soil paste extract (eEC) measurement method, or equivalent criterion if using another measurement method
|
Naturally saline land areas, areas with regular flooding from marine submersion and areas subject to sea spray
|
|
Loss of Soil Organic Carbon (SOC)
|
SOC concentration (g per kg)
|
|
—
|
For organic soils: respect targets set for such soils at national level in accordance with Article 4(2) and (4), and Article 11(4) of Regulation (EU) 2024/1991
|
|
No exemption
|
|
—
|
For mineral soils: SOC/Clay ratio > 1/13 (that is the ratio of SOC content to the content of the clay fraction (fraction with a diameter of less than 0,002 mm))
|
Member States are expected to apply corrective factors to the ratio where specific soil types or climatic conditions justify it, taking into account the link to structural stability
|
Non-managed soils in natural land areas
|
|
Subsoil compaction
|
Bulk density in subsoil (g per cm3)
|
Soil texture (4)
|
Range
|
Non-managed soils in natural land areas and areas with naturally compacted soils
|
|
Sand, loamy sand, sandy loam, loam
|
< 1,80
|
|
Sandy clay loam, loam, clay loam, silt, silt loam
|
< 1,75
|
|
Silt loam, silty clay loam
|
< 1,65
|
|
Sandy clay, silty clay, clay loam with 35-45 % clay
|
< 1,58
|
|
Clay
|
< 1,47
|
|
Member States may apply different texture classes or values corresponding to the levels considered problematic for plant rooting system development
|
|
Optional:
|
—
|
saturated hydraulic conductivity – Ksat (cm per day)
|
|
≥ 10 cm/day (5)
Member States may adapt this value according to their local soil conditions
≥ 5 % (6)
Member States may adapt this value according to their local soil conditions
|
|
Part B: soil descriptors with criteria for healthy soil condition established at Member State level
|
|
Excess nutrient content in soil
|
Extractable phosphorus (mg per kg)
|
< ‘maximum value’
Member States shall lay down their own maximum value, at a level that would not entail damage to human health and the environment
|
Non-managed soils in natural land areas
|
|
Soil erosion
|
Soil erosion rate
(tonnes per hectare per year)
|
< ‘maximum value’
Member States shall lay down their own maximum value, at a level that would not entail damage to human health and the environment
|
Badlands and natural land areas, except if they represent a significant disaster risk
|
|
Soil contamination
|
|
—
|
concentration of heavy metals in soil: As, Sb, Cd, Co, Cr (total), Cu, Hg, Pb, Ni, Tl, V, Zn (mg per kg)
|
|
—
|
concentration of a selection of organic contaminants established by Member States and taking into account existing concentration limits in Union law, e.g. for water quality and air emissions
|
|
Reasonable assurance, obtained from soil point sampling, identification and investigation of potentially contaminated sites and any other relevant information, that an unacceptable risk to human health and the environment from soil contamination does not exist
Natural and anthropogenic background levels shall be taken into account in the risk assessment
If natural background is the only reason leading to unacceptable risks, then the relevant soil shall be deemed to meet the healthy soil criteria provided that it is managed in such a way that an unacceptable risk to human health does not exist
Habitats with a naturally high concentration of heavy metals that are included in Annex I to Directive 92/43/EEC shall remain protected
|
No exemption
|
|
Reduction of soil water retention and infiltration
|
Water retention:
|
—
|
soil water holding capacity of the soil sample (% of water per total soil (volume or mass))
|
Water infiltration:
|
—
|
saturated hydraulic conductivity – Ksat (cm per day)
|
|
The estimated value for the total water holding capacity, the saturated hydraulic conductivity and the air capacity of a soil unit is above the minimal threshold and may also be assessed by river basin or sub-basin, taking into account water processes occurring at that scale
The minimal threshold shall be set (in tonnes) by the Member State at the relevant scale, at such a value that the impacts of flooding following intense rain events or of periods of low soil moisture due to drought events are mitigated
|
No exemption
|
|
Loss of SOC
|
SOC stocks (tC ha-1)
Optional:
|
Contribute to national targets for net greenhouse gas removals in the LULUCF sector as referred to in Article 4(3) of Regulation (EU) 2018/841
> ‘minimum value’
Member States shall lay down the minimum value by soil texture
|
No exemption
|
|
Part C: soil descriptors without criteria
|
|
Aspect of soil degradation
|
Soil descriptor
|
|
Excess nutrient content in soil
|
Total nitrogen content in soil (mg g-1)
SOC to nitrogen ratio
|
|
Acidification
|
Soil acidity (pH)
Member States may also select the optional descriptor:
|
—
|
base saturation (i.e. (Ca + Mg + K)/effective cation exchange capacity (CEC))
|
|
|
Topsoil compaction
|
Bulk density in topsoil (A-horizon (7) ) (g cm-3)
Optional:
|
—
|
saturated hydraulic conductivity (cm per day)
|
|
|
Loss of soil biodiversity
|
DNA metabarcoding for fungi and bacteria
Member States may also select at least one optional soil descriptor for biodiversity, such as:
|
—
|
metabarcoding of archaea, protists and animals
|
|
—
|
phospholipid fatty acid analysis (PLFA)
|
|
—
|
abundance and diversity of nematodes
|
|
—
|
abundance and diversity of earthworms
|
|
—
|
abundance and diversity of springtails
|
|
—
|
abundance and diversity of native ants
|
|
—
|
soil biological quality based on arthropods (QBS-ar)
|
|
—
|
presence of invasive alien species and plant pests
|
|
|
Soil contamination (8)
|
Concentrations of PFAS-21 (9) or concentrations of PFAS-43 (10) or selected PFAS set by Member States in accordance with Article 7(4)
Concentrations of selected active substances in pesticides and their metabolites set by Member States in accordance with Article 7(4)
Optional:
|
—
|
concentrations or presence of a selection of other emerging soil contaminants set by Member States in accordance with Article 7(4)
|
|
|
Part D: soil sealing and soil removal indicators
|
|
Aspect of soil degradation
|
Soil sealing and soil removal indicators
|
|
Soil sealing and soil removal
|
Total sealed soils and areas that underwent soil removal (km2 and % of Member State surface)
Soil sealing and soil removal, de-sealing and net-sealing (average per year – in km2 and % of Member State surface)
Total settlement area (km2 and % of Member State surface)
Land use change to and from settlement area (average per year – in km2 and % of Member State surface)
Member States may also measure other related optional indicators, such as:
|
—
|
land taken for commercial activities, logistic hubs, renewable energies, surfaces such as airports, roads, mines
|
|
—
|
consequences of soil sealing and soil removal, such as quantification of loss of ecosystem services, change in the intensity of floods
|
|
(1) The minimum criteria for the methodology for in situ sampling of soil descriptors are provided for in Annex II, Part A, and further details are to be provided pursuant to Article 24.
(2) Further details on the methodology on setting non-binding sustainable target values and operational trigger values for soil descriptors listed in Annex I, Parts A and B and, when possible, Part C, are to be provided pursuant to Article 24.
(3) The measurement of electrical conductivity can be excluded in areas not at risk of salinisation. Further details on the methodology for assessing areas not at risk of salinisation are to be provided pursuant to Article 24.
(4) As defined in IUSS Working Group WRB. 2022. World Reference Base for Soil Resources. International soil classification system for naming soils and creating legends for soil maps. 4th edition. International Union of Soil Sciences (IUSS), Vienna, Austria.
(5) Lebert, M., Böken, H., Glante, F. 2007. Soil compaction – indicators for the assessment of harmful changes to the soil in the context of the German Federal Soil Protection Act. Journal of Environmental Management 82(3): 388-397.
(6) Lebert, M., Böken, H., Glante, F. 2007. Soil compaction – indicators for the assessment of harmful changes to the soil in the context of the German Federal Soil Protection Act. Journal of Environmental Management 82(3): 388-397.
(7) As defined in the FAO Guidelines for Soil Description, Chapter 5 (https://www.fao.org/3/a0541e/a0541e.pdf).
(8) May be measured on a limited number of sampling points.
(9) 6:2 FTS, PFBA, PFBS, PFDA, PFDoDA, PFDoDS, PFDS, PFHpA, PFHpS, PFHxA, PFHxS, PFNA, PFNS, PFOA, PFOS, PFPeA, PFPeS, PFTrDA, PFTrDS, PFUnDA, PFUnDS or other 21 PFAS, as available in the laboratories.
(10) PFOS, PFOA, PFHxS, PFNA, PFBS, PFPeS, PFHpS, PFNS, PFDS, PFUnDS, PFDoDS, PFTrDS, PFBA, PFPeA, PFHxA, PFHpA, PFDA, PFUnDA, PFDoDA, PFTrDA, PFTeDA, PFOSA, N-EtFOSA, N-MeFOSA, FOSAA, N-EtFOSAA, N-MeFOSAA, FHxSA, N-EtFHxSA, N-MeFHxSA, FHxSAA, N-EtFHxSAA, N-MeFHxSAA, FBSA, N-EtFBSA, N-MeFBSA, FBSAA, N-EtFBSAA, N-MeFBSAA, 6:2 FTS, 8:2 FTS, 5:3 FTCA, 7:3 FTCA or other 43 PFAS, as available in the laboratories.
|
|
ANNEX II METHODOLOGIES
|
ANNEX II
METHODOLOGIES
Part A: methodology for determining the number and location of sampling points and for the sampling survey
|
Activity
|
Minimum criteria for methodology
|
|
1.
|
Determination of sampling points (sampling survey) for soil health assessment
|
|
The sampling survey shall be designed from a complete sample frame containing the best available information on the distribution of soil properties, such as information resulting from relevant measurements pursuant to Article 9(3) and (4)
The sampling scheme shall be a stratified random sampling optimised on the best available information on the variability of soil descriptors, and the stratification shall be based on the soil units established in accordance with Article 4(2). Sampling points related to measurements referred to in Article 9(4) may be taken into account partly or completely in the sampling scheme, regardless of their design
The number and location of the sampling points shall represent the variability of the chosen soil descriptors within the soil units, with a maximum error percentage (or coefficient of variation) of 5 %
The allocation and size of the sample shall be determined by applying appropriate procedures (e.g. the Bethel algorithm – Bethel, 1989 (1)) which are able to account for the required maximum estimation error
The sampling survey designed by the Member States for each monitoring cycle may change or remain the same
Further details on determining the number and location of sampling points are to be provided pursuant to Article 24(1), point (a)
|
|
|
Exact sampling locations shall be sampled unless duly justified circumstances, such as soil saturated with water or a high level of rock content, prevent the sampling of the locations
When soil composite samples are taken, they shall be a mixture of at least 5 subsamples
When sampling soil in non-forested areas, residues and organic debris shall be removed from the surface
When sampling soil in forested areas, the forest floor, if relevant subdivided into litter and organic layers, shall be sampled separately and the thickness and weight shall be recorded
Samples or subsamples for the composite sample shall, where possible, be taken to a depth of at least 30 cm of soil. Information such as soil type and if possible genetic soil horizons shall be recorded. Subsamples shall be mixed together in order to get a homogeneous composite sample. Sampling may be done by fixed depth or by horizon, but data shall be reported by fixed depth
Bulk density samples shall be undisturbed samples taken at the relevant depth, including below 30 cm for subsoil. Samples related to soil compaction (saturated hydraulic conductivity and air capacity) may be the same undisturbed samples as those taken for bulk density. Where high content of coarse fragments in soil prevents sample taking, sampling may be excluded in that location for measuring bulk density
Further details on the field sampling survey are to be provided pursuant to Article 24(1), point (a), including on how to handle specific situations such as shallow soils and different sampling depths
|
Part B: methodology for determining or estimating the values of soil descriptors
Where a reference methodology is set out in the table below, the following methodologies are to be used in accordance with Article 9:
|
—
|
the reference methodology,
|
|
—
|
a methodology equivalent to the reference methodology, or
|
|
—
|
another methodology, provided that it is available in the scientific literature or publicly available and a validated transfer function is available.
|
If a CEN methodology is available, it shall be preferred over the reference methodology. In that case, the initial reference methodology shall be considered to be an equivalent methodology.
|
Soil descriptor
|
Reference methodology
|
Minimum methodological criteria
|
Validated transfer function required (if using a methodology different from the reference methodology)?
|
|
Soil texture (clay, silt and sand content – needed for the determination of other descriptors and related ranges)
|
ISO 11277 Determination of particle size distribution in mineral soil material – Method by sieving and sedimentation
|
Not applicable
|
YES
|
|
Electrical conductivity
|
Option 1: ISO 11265 Determination of the specific electrical conductivity
Option 2: saturated soil paste extract (eEC) measurement method (FAO SOP: GLOSOLAN-SOP-08 (2))
|
Not applicable
|
YES
|
|
Soil erosion rate
|
|
Soil erosion rate estimation shall take into account all actions taken to mitigate or compensate the erosion risk, including post-fire mitigation measures
Soil erosion rate estimation shall include all relevant erosion processes such as erosion by water, wind, harvest and tillage
Soil erosion by water shall be assessed by considering the following factors:
|
—
|
soil characteristics (e.g. erodibility, soil crusting, soil roughness, stoniness)
|
|
—
|
topography (e.g. slope steepness and length)
|
|
—
|
climate (e.g. rainfall erosivity – intensity and duration)
|
|
—
|
vegetation cover, crop type, land use and management practices to control or reduce erosion
|
|
—
|
management practices (e.g. cover crops, reduced tillage, mulching, etc.)
|
|
Not applicable
|
|
|
|
Soil erosion by wind shall be assessed by considering the following factors:
|
—
|
soil characteristics (e.g. erodibility)
|
|
—
|
climate (e.g. soil moisture, wind speed, evaporation)
|
|
—
|
vegetation (e.g. crop type)
|
|
—
|
management practices to control or reduce erosion (e.g. wind breaks)
|
Soil erosion by management practices such as tillage or export of biomass shall be quantitatively assessed based on a methodology either available in the scientific literature or publicly available
|
|
|
Soil Organic Carbon (SOC)
|
ISO 10694 Determination of organic and total carbon after dry combustion, ensuring all carbon is incinerated
SOC shall be calculated by determining the total carbon content and subtracting the carbon present as carbonate, which shall be determined in accordance with ISO 10693
|
Not applicable
|
YES
|
|
SOC stocks
|
Methodology as set out in Annex V to Regulation (EU) 2018/1999 in accordance with the 2006 IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories
|
Not applicable
|
YES
|
|
Bulk density in subsoil
|
ISO 11272 for determination of dry bulk density
Where an equivalent parameter is chosen, the methodology shall be either a European or international standard where available; if such standard is not available, the methodology chosen shall either be available in the scientific literature or publicly available
|
Methodology may be refined depending on the proportion of coarse fragments
|
YES
|
|
Extractable phosphorus
|
Preferred: ISO 11263 for spectrometric determination of phosphorus soluble in sodium hydrogen carbonate solution (P-Olsen)
Other methods may be used as an alternative
|
Not applicable
|
YES
|
|
—
|
concentration of heavy metals in soil: As, Sb, Cd, Co, Cr (total), Cu, Hg, Pb, Ni, Tl, V, Zn
|
|
—
|
concentrations of other contaminants (including PFAS, pesticides and their metabolites) defined or selected by Member States
|
|
For heavy metals:
ISO 54321: Aqua Regia
Optional: bioavailable fractions of contaminants, such as ISO 17586 using dilute nitric acid
|
For contaminants other than heavy metals: use European or international standards where available; if such standard is not available, the methodology chosen shall either be available in the scientific literature or publicly available
|
For heavy metals:
YES
For contaminants other than heavy metals: not applicable if European or international standards are not available
|
|
Soil water holding capacity, air capacity and saturated hydraulic conductivity
|
Methodology to determine the value for one sample point:
|
(1)
|
Soil water holding capacity and air capacity:
|
Option 1: LABORATORY: ISO 11274 for determination of the water-retention characteristic
Option 2: ESTIMATION: apply pedotransfer functions requiring input variables such as particle size distribution, bulk density, soil organic carbon concentration
|
Minimum criteria for estimating the total soil water holding capacity, the air capacity and the saturated hydraulic conductivity of a soil unit or on a river basin or sub-basin scale:
|
—
|
for the area of soil not sealed or areas that did not undergo soil removal, estimate the total value of soil water holding capacity, air capacity and saturated hydraulic conductivity
|
|
—
|
for the area of sealed and removed soils, consider setting the water holding capacity, air capacity and saturated hydraulic conductivity of impervious areas to zero, attributing proportionately intermediate values to semi-impervious and other artificial areas
|
|
YES (for point value)
|
|
|
|
(2)
|
Saturated hydraulic conductivity:
|
Option 1:
LABORATORY: ISO 17313: Determination of hydraulic conductivity of saturated porous materials
Option 2:
ESTIMATION: apply pedotransfer functions requiring input variables such as particle size distribution, bulk density, soil organic carbon concentration
|
|
|
|
Nitrogen in soil
|
Option 1:
ISO 11261 for determination of total soil nitrogen using a modified Kjeldahl method
Option 2:
ISO 13878 for determination of total nitrogen by dry combustion
|
Not applicable
|
YES
|
|
Soil acidity
|
ISO 10390 for determination of pH in H2O, KCl and CaCl2 extract
|
Not applicable
|
YES
|
|
Base saturation and exchangeable concentrations of sodium, potassium, calcium and magnesium
|
ISO 11260 for determination of effective cation exchange capacity and base saturation level using BaCl2
|
Not applicable
|
YES
|
|
Bulk density in ‘topsoil’ (A-horizon (3))
|
ISO 11272 for determination of dry bulk density
|
Methodology may be refined depending on the proportion of coarse fragments
|
YES
|
|
Soil descriptors linked to soil biodiversity and biological activity
|
|
Use European or international standards where available; if such standard is not available, the methodology chosen shall either be available in the scientific literature or publicly available
|
Not applicable
|
Part C: minimum methodological criteria for determining the values of the soil sealing and soil removal indicators
For the soil sealing and soil removal indicators, the methodologies used shall comply with the definitions set out in Article 3 and Annex I. Such methodologies shall make use of at least the Copernicus services or, preferably, best available data including remote-sensing images, which shall be supplemented with relevant national inventories.
For the settlement area indicator, Member States may use data collected under Regulation (EU) 2018/841, provided that such data are reported at soil district level.
The methodologies chosen shall either be available in the scientific literature or publicly available.
(1) Bethel, J. 1989. ‘Sample Allocation in Multivariate Surveys’. Survey Methodology 15: 47–57.
(2)
https://www.fao.org/3/cb3355en/cb3355en.pdf.
(3) As defined in the FAO Guidelines for Soil Description, Chapter 5 (https://www.fao.org/3/a0541e/a0541e.pdf).
|
|
ANNEX III PROGRAMMES, PLANS, TARGETS AND MEASURES REFERRED TO IN ARTICLE 10
|
ANNEX III
PROGRAMMES, PLANS, TARGETS AND MEASURES REFERRED TO IN ARTICLE 10
(1)
The national restoration plans prepared in accordance with Regulation (EU) 2024/1991.
(2)
The strategic plans to be drawn up by Member States under the Common Agricultural Policy, in accordance with Regulation (EU) 2021/2115.
(3)
The Code of Good Agricultural Practice and the action programmes for designated vulnerable zones adopted in accordance with Directive 91/676/EEC.
(4)
The conservation measures and prioritised action framework established for Natura 2000 sites in accordance with Directive 92/43/EEC.
(5)
The measures for achieving good ecological status and good chemical status of surface water bodies and good chemical and quantitative status of groundwater bodies included in river basin management plans prepared in accordance with Directive 2000/60/EC.
(6)
The flood risk management measures included in the flood risk management plans prepared in accordance with Directive 2007/60/EC.
(7)
The drought management plans referred to in the EU Climate Adaptation Strategy.
(8)
The national action programmes established in accordance with the United Nations Convention to Combat Desertification.
(9)
The national biodiversity strategies and action plans established in accordance with Article 6 of the United Nations Convention on Biological Diversity.
(10)
The targets set under Regulation (EU) 2018/841.
(11)
The targets set under Regulation (EU) 2018/842.
(12)
The national air pollution control programmes prepared under Directive (EU) 2016/2284 and the monitoring data about air pollution impacts on ecosystems reported under that Directive.
(13)
The integrated national energy and climate plan established in accordance with Regulation (EU) 2018/1999.
(14)
The risk assessments and disaster risk management planning established in accordance with Decision No 1313/2013/EU.
(15)
The National Action plans adopted in accordance with Article 4 of Directive 2009/128/EC.
(16)
The mitigation and risk reduction measures referred to in the environmental impact assessments performed in accordance with Directive 2011/92/EU for the plans and projects that might have a negative impact on the soil.
|
|
ANNEX IV INDICATIVE LIST OF RISK REDUCTION MEASURES
|
ANNEX IV
INDICATIVE LIST OF RISK REDUCTION MEASURES
(1)
Soil remediation techniques for in situ or ex situ soil remediation:
|
(a)
|
Physical soil remediation techniques:
|
(i)
|
vapor extraction, air sparging;
|
|
(ii)
|
heat treatment, steam injection, thermal desorption, vitrification;
|
|
(iii)
|
soil washing and flushing;
|
|
(iv)
|
liquid layer removal.
|
|
|
(b)
|
Biological soil remediation techniques:
|
(i)
|
stimulation of aerobic or anaerobic degradation: bioremediation, biostimulation, bioaugmentation, bioventing, biosparging;
|
|
(ii)
|
phytoextraction, phytovolatilisation, phytodegradation;
|
|
(iii)
|
composting, soil amendments, landfarming, and bioreactor systems;
|
|
(iv)
|
biofiltration, biotreatment wetlands, and biobeds;
|
|
(v)
|
monitored natural attenuation.
|
|
|
(c)
|
Chemical remediation techniques:
|
(ii)
|
chemical reduction and reduction-oxidation (redox) reactions;
|
|
(iii)
|
pump and treat groundwater;
|
|
(iv)
|
remediation techniques to reduce the transfer of contaminants through isolation, containment and monitoring:
|
(1)
|
surface capping, reactive barriers, encapsulation;
|
|
(2)
|
chemical stabilisation, solidification and immobilisation;
|
|
(3)
|
geo-hydrological isolation and containment;
|
|
(5)
|
control and aftercare through monitoring wells.
|
|
|
(2)
Risk reduction measures, other than soil remediation, to reduce exposure:
|
(a)
|
Restrictions on the cultivation and consumption of crops and vegetables;
|
|
(b)
|
Restrictions on the consumption of eggs;
|
|
(c)
|
Restrictions on the access of pets or livestock;
|
|
(d)
|
Restrictions on the extraction or use of groundwater for drinking, personal hygiene or industrial purposes;
|
|
(e)
|
Restrictions on demolition, de-sealing, or construction on the site (e.g. constructive measures for ventilation, tanking, etc.);
|
|
(f)
|
Restrictions on access to the site (e.g. through fencing) or to the areas surrounding the site;
|
|
(g)
|
Restrictions on land use or land use changes;
|
|
(h)
|
Restrictions on digging, drilling or excavation;
|
|
(i)
|
Restrictions to avoid contact with soil, dust or indoor air, and applying precautions to protect human health (e.g. respirators, gloves, wet cleaning, etc.).
|
(3)
Best available techniques referred to in Directive 2010/75/EU.
(4)
Measures taken by competent authorities and industrial operators following a major accident, in accordance with Directive 2012/18/EU.
|
|
ANNEX V PHASES AND PRINCIPLES FOR SITE-SPECIFIC RISK ASSESSMENT
|
ANNEX V
PHASES AND PRINCIPLES FOR SITE-SPECIFIC RISK ASSESSMENT
1.
Characterisation of the contamination requires identifying the nature of the contaminants (e.g. heavy metals, organic contaminants, etc.) present at the site and determining their source, concentration, chemical form, and distribution in the soil, parent material and groundwater. The presence and concentration of contaminants in the different media is determined through sampling and investigation on-site and off-site in the event that a transfer of contaminants is suspected. Contaminants associated with potentially contaminating activities shall be sampled in the relevant media on the basis of the environmental context and the physico-chemical properties of the contaminants that influence their behaviour in the environment. Natural and anthropogenic background levels shall be considered.
2.
Exposure assessment requires identifying the path by which soil contaminants may reach receptors. Exposure pathways can include inhalation, ingestion, dermal contact, plant uptake, migration to groundwater or others. The concentrations of the contaminants in the exposure media are combined with exposure parameters (e.g. frequency and duration of exposure, soil ingestion rate, etc.) and receptor characteristics such as age, gender, and health status to estimate the daily exposure dose. The source-pathway-receptor linkages are summarised in a graphic, schematic and simplified representation (the ‘conceptual site model’). Exposure may be assessed through direct analysis at the point of exposure or by modelling the transfer of a contaminant to the medium of exposure.
3.
Toxicity or hazard assessment involves the evaluation of the potential adverse effects of the contaminants on human health and the environment, based on the dose and duration of exposure. Toxicity or hazard assessment takes into account the inherent toxicity of the contaminants and the susceptibility of different exposed receptors (humans and ecosystems), such as animals, micro-organisms, plants, children, pregnant women, the elderly, etc. The toxicological information is used to estimate reference doses or concentrations, which are used for the risk characterisation.
4.
Risk characterisation requires integrating the information from the previous steps to estimate the magnitude and probability of adverse effects of the contaminated site on human health and the environment, including from migration of the contamination to other environmental media. The risk characterisation helps to assess and prioritise the need for risk reduction measures and remediation measures, and to ensure that the condition of the soil is compatible with the current and planned land use. It can also help to establish soil remediation or management objectives for a site, e.g. to achieve maximum acceptable limits or site-specific risk-based screening values. Risk assessment involves a large number of hypotheses and uncertainties. It is therefore essential to evaluate those hypotheses and uncertainties to fully understand the significance of the results obtained and to make well-informed decisions.
|
|
ANNEX VI CONTENT OF REGISTER OF POTENTIALLY CONTAMINATED SITES AND CONTAMINATED SITES
|
ANNEX VI
CONTENT OF REGISTER OF POTENTIALLY CONTAMINATED SITES AND CONTAMINATED SITES
The design and presentation of the data in the register shall enable the public to track progress in the identification and investigation of potentially contaminated sites and the management of contaminated sites. The register shall contain and present the following information at site level for the known potentially contaminated sites, contaminated sites, contaminated sites requiring further action, and contaminated sites where action was taken or is being taken:
|
(a)
|
the coordinates, address or cadastral parcel(s) of the site in accordance with Directives (EU) 2019/1024 and 2007/2/EC;
|
|
(b)
|
the year of inclusion in the register;
|
|
(c)
|
contaminating or potentially contaminating activities that have taken or are taking place on the site;
|
|
(d)
|
the management status of the site;
|
|
(e)
|
conclusions regarding the presence or absence, type and risk of the contamination (or residual contamination after soil remediation) where information on those elements is already available from the soil investigations and site-specific risk assessment referred to in Articles 15 and 16;
|
|
(f)
|
required subsequent actions and management steps referred to in Articles 15 and 16.
|
The register may also contain the following information at site level for the known potentially contaminated sites, contaminated sites, contaminated sites requiring further action, and contaminated sites where action was taken or is being taken, where available:
|
(a)
|
information on environmental permits issued for the site, including the start and end year of the activity;
|
|
(b)
|
current and planned land use;
|
|
(c)
|
results of soil investigation and soil remediation reports, such as concentrations and contours of the contamination, conceptual site model, risk assessment methodology, techniques used or planned, effectiveness and cost estimates of risk reduction measures;
|
|
(d)
|
timeline of subsequent actions and management steps.
|
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|