+ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2021/2167 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
---+Preamble: 1
---+ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
------+Άρθρο 1 Αντικείμενο
---------+Article 1 (a)
---------+Article 1 (b)
------+Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής
---------+Άρθρο 2 1
---------+Άρθρο 2 2
---------+Άρθρο 2 3
---------+Άρθρο 2 4
---------+Άρθρο 2 5
---------+Άρθρο 2 6
------+Άρθρο 3 Ορισμοί
---------+Άρθρο 3 1)
---------+Άρθρο 3 2)
---------+Άρθρο 3 3)
---------+Άρθρο 3 4)
---------+Άρθρο 3 5)
---------+Άρθρο 3 6)
---------+Άρθρο 3 7)
---------+Άρθρο 3 8)
---------+Άρθρο 3 9)
---------+Άρθρο 3 10)
---------+Άρθρο 3 11)
---------+Άρθρο 3 12)
---------+Άρθρο 3 13)
---+ΤΙΤΛΟΣ II ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Αδειοδότηση διαχειριστών πιστώσεων
---------+Άρθρο 4 Γενικές απαιτήσεις
------------+Άρθρο 4 1
------------+Άρθρο 4 2
---------+Άρθρο 5 Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας
------------+Άρθρο 5 1
------------+Άρθρο 5 2
------------+Άρθρο 5 3
---------+Άρθρο 6 Δυνατότητα κατοχής κεφαλαίων
------------+Άρθρο 6 1
------------+Άρθρο 6 2
------------+Άρθρο 6 3
---------+Άρθρο 7 Διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε διαχειριστές πιστώσεων
------------+Άρθρο 7 1
------------+Άρθρο 7 2
------------+Άρθρο 7 3
------------+Άρθρο 7 4
------------+Άρθρο 7 5
---------+Άρθρο 8 Ανάκληση της άδειας λειτουργίας
------------+Άρθρο 8 1
------------+Άρθρο 8 2
---------+Άρθρο 9 Κατάλογος ή μητρώο αδειοδοτημένων διαχειριστών πιστώσεων
------------+Άρθρο 9 1
------------+Άρθρο 9 2
------------+Άρθρο 9 3
---------+Άρθρο 10 Σχέση με τον δανειολήπτη, γνωστοποίηση των μεταβιβάσεων και μεταγενέστερες γνωστοποιήσεις
------------+Άρθρο 10 1
------------+Άρθρο 10 2
------------+Άρθρο 10 3
------------+Άρθρο 10 4
---------+Άρθρο 11 Συμβατική σχέση μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων
------------+Άρθρο 11 1
------------+Άρθρο 11 2
------------+Άρθρο 11 3
------------+Άρθρο 11 4
------------+Άρθρο 11 5
---------+Άρθρο 12 Εξωτερική ανάθεση από διαχειριστή πιστώσεων
------------+Άρθρο 12 1
------------+Άρθρο 12 2
------------+Άρθρο 12 3
------------+Άρθρο 12 4
------------+Άρθρο 12 5
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Δραστηριότητες διασυνοριακής διαχείρισης πιστώσεων
---------+Άρθρο 13 Ελεύθερη άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε κράτος μέλος υποδοχής
------------+Άρθρο 13 1
------------+Άρθρο 13 2
------------+Άρθρο 13 3
------------+Άρθρο 13 4
------------+Άρθρο 13 5
------------+Άρθρο 13 6
------------+Άρθρο 13 7
---------+Άρθρο 14 Εποπτεία των διαχειριστών πιστώσεων που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες
------------+Άρθρο 14 1
------------+Άρθρο 14 2
------------+Άρθρο 14 3
------------+Άρθρο 14 4
------------+Άρθρο 14 5
------------+Άρθρο 14 6
------------+Άρθρο 14 7
------------+Άρθρο 14 8
------------+Άρθρο 14 9
------------+Άρθρο 14 10
------------+Άρθρο 14 11
------------+Άρθρο 14 12
---+ΤΙΤΛΟΣ III ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
------+Άρθρο 15 Δικαίωμα πληροφόρησης για τα δικαιώματα πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή την ίδια τη μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης
---------+Άρθρο 15 1
---------+Άρθρο 15 2
---------+Άρθρο 15 3
---------+Άρθρο 15 4
---------+Άρθρο 15 5
------+Άρθρο 16 Εφαρμογή τεχνικών προτύπων για τα πρότυπα δεδομένων
---------+Άρθρο 16 1
---------+Άρθρο 16 2
---------+Άρθρο 16 3
---------+Άρθρο 16 4
---------+Άρθρο 16 5
---------+Άρθρο 16 6
---------+Άρθρο 16 7
---------+Άρθρο 16 8
------+Άρθρο 17 Υποχρεώσεις των αγοραστών πιστώσεων
---------+Άρθρο 17 1
---------+Άρθρο 17 2
---------+Άρθρο 17 3
---------+Άρθρο 17 4
---------+Άρθρο 17 5
------+Άρθρο 18 Χρησιμοποίηση διαχειριστών πιστώσεων ή άλλων οντοτήτων
---------+Άρθρο 18 1
---------+Άρθρο 18 2
---------+Άρθρο 18 3
------+Άρθρο 19 Αντιπρόσωποι αγοραστών πιστώσεων από τρίτη χώρα
---------+Άρθρο 19 1
---------+Άρθρο 19 2
------+Άρθρο 20 Μεταβίβαση των δικαιωμάτων πιστωτή που απορρέουν από μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης, ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, από αγοραστή πιστώσεων και γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές
---------+Άρθρο 20 1
---------+Άρθρο 20 2
---------+Άρθρο 20 3
---+ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΠΟΠΤΕΙΑ
------+Άρθρο 21 Εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές
---------+Άρθρο 21 1
---------+Άρθρο 21 2
---------+Άρθρο 21 3
---------+Άρθρο 21 4
---------+Άρθρο 21 5
---------+Άρθρο 21 6
------+Άρθρο 22 Εποπτικός ρόλος και εξουσίες των αρμόδιων αρχών
---------+Άρθρο 22 1
---------+Άρθρο 22 2
---------+Άρθρο 22 3
---------+Άρθρο 22 4
---------+Άρθρο 22 5
---------+Άρθρο 22 6
---------+Άρθρο 22 7
------+Άρθρο 23 Διοικητικές κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα
---------+Άρθρο 23 1
---------+Άρθρο 23 2
---------+Άρθρο 23 3
---------+Άρθρο 23 4
---------+Άρθρο 23 5
---------+Άρθρο 23 6
---------+Άρθρο 23 7
---------+Άρθρο 23 8
---+ΤΙΤΛΟΣ V ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
------+Άρθρο 24 Καταγγελίες
---------+Άρθρο 24 1
---------+Άρθρο 24 2
---------+Άρθρο 24 3
------+Άρθρο 25 Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
------+Άρθρο 26 Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών
---------+Άρθρο 26 1
---------+Άρθρο 26 2
---------+Άρθρο 26 3
---------+Άρθρο 26 4
---------+Άρθρο 26 5
---------+Άρθρο 26 6
---+ΤΙΤΛΟΣ VI ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
------+Άρθρο 27 Τροποποιήσεις της οδηγίας 2008/48/ΕΚ
---------+Άρθρο 27 1)
---------+Άρθρο 27 2)
---------+Άρθρο 27 3)
------+Άρθρο 28 Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/17/ΕΕ
---------+Άρθρο 28 1)
---------+Άρθρο 28 2)
---------+Άρθρο 28 3)
---+ΤΙΤΛΟΣ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
------+Άρθρο 29 Επιτροπή
---------+Άρθρο 29 1
---------+Άρθρο 29 2
------+Άρθρο 30 Αξιολόγηση
---------+Άρθρο 30 1
---------+Άρθρο 30 2
------+Άρθρο 31 Ρήτρα αναθεώρησης
---------+Article 31 (a)
---------+Article 31 (b)
---------+Article 31 (c)
---------+Άρθρο 31 2
------+Άρθρο 32 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
---------+Άρθρο 32 1
---------+Άρθρο 32 2
---------+Άρθρο 32 3
---------+Άρθρο 32 4
------+Άρθρο 33 Έναρξη ισχύος
------+Άρθρο 34 Αποδέκτες
English - European Union - Financial Industry -

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2021/2167 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2021/2167 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 24ης Νοεμβρίου 2021

για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Preamble: 1

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 και το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η καθιέρωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) αποτελεί προτεραιότητα για την Ένωση. Παρότι η αντιμετώπιση των ΜΕΔ αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των πιστωτικών ιδρυμάτων και των κρατών μελών, υπάρχει επίσης και μια σαφής ενωσιακή διάσταση όσον αφορά τη μείωση των σημερινών αποθεμάτων ΜΕΔ, καθώς και την πρόληψη τυχόν υπερβολικής συσσώρευσης ΜΕΔ στο μέλλον. Δεδομένης της διασύνδεσης του τραπεζικού και του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, όπου τα πιστωτικά ιδρύματα δραστηριοποιούνται σε πολλές περιοχές δικαιοδοσίας και κράτη μέλη, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα δευτερογενών επιπτώσεων μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης εν γένει, τόσο σε επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης όσο και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(2)

Ένα ολοκληρωμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης σε δυσμενείς κλυδωνισμούς, καθώς θα διευκολύνει σημαντικά τον επιμερισμό των κινδύνων στον ιδιωτικό τομέα σε διασυνοριακό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα θα μειώσει την ανάγκη επιμερισμού των κινδύνων στον δημόσιο τομέα. Για να επιτευχθούν οι εν λόγω στόχοι, η Ένωση θα πρέπει να ολοκληρώσει την τραπεζική ένωση και να αναπτύξει περαιτέρω την ένωση κεφαλαιαγορών. Η αντιμετώπιση των υψηλών αποθεμάτων ΜΕΔ και της πιθανής μελλοντικής συσσώρευσής τους είναι ουσιαστικής σημασίας για την ενίσχυση της τραπεζικής ένωσης, καθώς είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στον τραπεζικό τομέα, τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την ενθάρρυνση του δανεισμού, με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη στο εσωτερικό της Ένωσης.

(3)

Στα συμπεράσματά του στις 11 Ιουλίου 2017 σχετικά με το σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ευρώπη («το σχέδιο δράσης»), το Συμβούλιο καλούσε διάφορα θεσμικά όργανα να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την περαιτέρω αντιμετώπιση του μεγάλου αριθμού ΜΕΔ στην Ένωση και για την πρόληψη πιθανής μελλοντικής τους συσσώρευσης. Το σχέδιο δράσης προβλέπει ολοκληρωμένη προσέγγιση που επικεντρώνεται σε μια σύνθεση συμπληρωματικών δράσεων πολιτικής σε τέσσερις τομείς: i) εποπτεία και ρύθμιση των τραπεζών, ii) μεταρρύθμιση των πλαισίων αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και είσπραξης οφειλών, iii) ανάπτυξη δευτερογενών αγορών για επισφαλή περιουσιακά στοιχεία, και iv) ενίσχυση της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος. Η δράση σε αυτούς τους τομείς πρέπει να αναλαμβάνεται σε εθνικό επίπεδο και, όπου απαιτείται, σε επίπεδο Ένωσης. Η Επιτροπή ανακοίνωσε ανάλογη πρόθεση στην ανακοίνωσή της, της 11ης Οκτωβρίου 2017, για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, στην οποία ζητούσε συνολική δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση των ΜΕΔ στην Ένωση.

(4)

Η παρούσα οδηγία, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα που έχει προτείνει η Επιτροπή, καθώς και η δράση που αναλαμβάνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), στο πλαίσιο της τραπεζικής εποπτείας μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, και από την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), θα δημιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον για την αντιμετώπιση, από τα πιστωτικά ιδρύματα, των ΜΕΔ που περιλαμβάνονται στους ισολογισμούς τους, και θα μειώσει τον κίνδυνο συσσώρευσης ΜΕΔ στο μέλλον.

(5)

Κατά την ανάπτυξη μακροπροληπτικών προσεγγίσεων για την πρόληψη της εμφάνισης συστημικών κινδύνων που συνδέονται με τα ΜΕΔ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), υποχρεούται να εκδίδει, εφόσον συντρέχει λόγος, μακροπροληπτικές προειδοποιήσεις και συστάσεις που σχετίζονται με τη δευτερογενή αγορά για τα ΜΕΔ.

(6)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) εισήγαγε νέους κανόνες στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) που απαιτούν τα πιστωτικά ιδρύματα να θέτουν κατά μέρος επαρκείς πόρους όταν νέα δάνεια καθίστανται μη εξυπηρετούμενα, στοιχείο που αναμένεται να δημιουργεί κατάλληλα κίνητρα για την αντιμετώπιση των ΜΕΔ σε αρχικό στάδιο και να αποτρέπει την υπερβολικά μεγάλη συσσώρευση ΜΕΔ. Στις περιπτώσεις που τα δάνεια καθίστανται μη εξυπηρετούμενα, οι τράπεζες θα μπορούν να εφαρμόζουν μια ολιστική στρατηγική μέσω αποτελεσματικότερων μηχανισμών αναγκαστικής εκτέλεσης για εξασφαλισμένα δάνεια, με την επιφύλαξη ισχυρών και ουσιαστικών διασφαλίσεων για τους δανειολήπτες. Ωστόσο, σε περίπτωση που τα αποθέματα ΜΕΔ γίνουν πολύ υψηλά, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να τα πωλούν σε αποτελεσματικές, ανταγωνιστικές και διαφανείς δευτερογενείς αγορές σε άλλους φορείς. Οι αρμόδιες αρχές των πιστωτικών ιδρυμάτων τούς παρέχουν σχετική καθοδήγηση, στο πλαίσιο των υφιστάμενων εξουσιών τους που αφορούν ειδικά τις τράπεζες, των λεγόμενων εξουσιών «του πυλώνα 2», δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Στις περιπτώσεις που τα ΜΕΔ εξελίσσονται σε σημαντικό και γενικότερο πρόβλημα, τα κράτη μέλη δύνανται να συστήνουν εθνικές εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή να λαμβάνουν άλλα εναλλακτικά μέτρα στο πλαίσιο των ισχυόντων κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων και εξυγίανσης των τραπεζών.

(7)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να αντιμετωπίζουν με αποτελεσματικότερο τρόπο τα δάνεια που καθίστανται μη εξυπηρετούμενα, βελτιώνοντας τις συνθήκες για την πώληση των πιστώσεων σε τρίτους. Επιπλέον, όταν τα πιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν μεγάλη συσσώρευση ΜΕΔ και δεν διαθέτουν το απαραίτητο προσωπικό ή εμπειρογνωσία για την εξυπηρέτησή τους, θα πρέπει να μπορούν να προβαίνουν είτε στην εξωτερική ανάθεση της διαχείρισης των εν λόγω δανείων σε εξειδικευμένο διαχειριστή πιστώσεων είτε στη μεταβίβαση της σύμβασης πίστωσης σε αγοραστή πιστώσεων που διαθέτει την απαραίτητη πολιτική ανάληψης κινδύνων και την εμπειρογνωσία για τη διαχείρισή τους.

(8)

Παρότι οι όροι «δάνεια» και «τράπεζες» χρησιμοποιούνται ευρέως στον δημόσιο διάλογο σε ορισμένα κράτη μέλη, στο εξής χρησιμοποιούνται οι όροι «πίστωση» ή «συμβάσεις πίστωσης» και «πιστωτικό ίδρυμα». Εξάλλου, η οδηγία καλύπτει τόσο τα δικαιώματα του πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης όσο και την ίδια τη μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης.

(9)

Η οδηγία θα πρέπει να προωθεί την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών για τα ΜΕΔ στην Ένωση εξαλείφοντας τα εμπόδια στη, και καθορίζοντας διασφαλίσεις για τη, μεταβίβαση ΜΕΔ από πιστωτικά ιδρύματα σε αγοραστές πιστώσεων, και, παράλληλα, διασφαλίζοντας τα δικαιώματα των δανειοληπτών. Κάθε εγκρινόμενο μέτρο θα πρέπει να εναρμονίζει τις απαιτήσεις αδειοδότησης των διαχειριστών πιστώσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει, επομένως, να καθιερώσει ένα ενωσιακό πλαίσιο τόσο για τους αγοραστές όσο και για τους διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με το οποίο οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να λαμβάνουν άδεια από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και να υπόκεινται στην εποπτεία των αρχών αυτών.

(10)

Σήμερα, οι αγοραστές πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς, λόγω των εμποδίων που θέτουν τα αποκλίνοντα εθνικά καθεστώτα, ελλείψει ειδικού και συνεκτικού ρυθμιστικού και εποπτικού καθεστώτος. Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν κοινά ενωσιακά πρότυπα για τη ρύθμιση των διαχειριστών πιστώσεων. Ειδικότερα, δεν έχουν θεσπιστεί κοινά πρότυπα για τη ρύθμιση της είσπραξης οφειλών. Τα κράτη μέλη έχουν πολύ διαφορετικούς κανόνες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αγοραστές πιστώσεων μπορούν να αποκτούν συμβάσεις πίστωσης από πιστωτικά ιδρύματα. Οι αγοραστές πιστώσεων που αγοράζουν πιστώσεις που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα δεν ρυθμίζονται σε ορισμένα κράτη μέλη, ενώ σε άλλα υπόκεινται σε διάφορες απαιτήσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις ισοδυναμούν με απαίτηση απόκτησης άδειας λειτουργίας ως πιστωτικού ιδρύματος. Αυτές οι διαφορές μεταξύ των ρυθμιστικών απαιτήσεων έχουν επιφέρει σημαντικά εμπόδια στη νόμιμη διενέργεια διασυνοριακών αγορών πιστώσεων στην Ένωση, κυρίως λόγω της αύξησης του κόστους συμμόρφωσης που συνεπάγεται η αγορά χαρτοφυλακίων πιστώσεων. Κατά συνέπεια, οι αγοραστές πιστώσεων δραστηριοποιούνται σε περιορισμένο αριθμό κρατών μελών, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός στην εσωτερική αγορά να είναι ισχνός, καθώς ο αριθμός ενδιαφερόμενων αγοραστών πιστώσεων παραμένει χαμηλός. Αυτό με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα, η δευτερογενής αγορά για τα ΜΕΔ να μην λειτουργεί αποτελεσματικά. Επίσης, ο όγκος των συναλλαγών στις ουσιαστικά εθνικές αγορές για τα ΜΕΔ παραμένει κατά κανόνα χαμηλός.

(11)

Η περιορισμένη συμμετοχή αγοραστών πιστώσεων επέφερε περιορισμένη ζήτηση, έλλειψη ανταγωνισμού και χαμηλές τιμές αγοράς για τα χαρτοφυλάκια συμβάσεων πίστωσης στις δευτερογενείς αγορές, συνθήκες που λειτουργούν ως αντικίνητρο για την πώληση μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια σαφής ενωσιακή διάσταση όσον αφορά την ανάπτυξη αγορών για πιστώσεις που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα και πωλούνται σε αγοραστές πιστώσεων. Αφενός, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να πωλούν μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης σε ενωσιακή κλίμακα σε αποτελεσματικές, ανταγωνιστικές και διαφανείς δευτερογενείς αγορές. Αφετέρου, η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και της ένωσης κεφαλαιαγορών καθιστά αναγκαία την ανάληψη δράσης για την αποτροπή της συσσώρευσης μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων ώστε αυτά να συνεχίζουν να επιτελούν τον ρόλο τους που συνίσταται στη χρηματοδότηση της οικονομίας. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία καλύπτει τους αγοραστές πιστώσεων που ενεργούν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας όταν αποκτούν σύμβαση πίστωσης, μόνον όταν η εν λόγω σύμβαση πίστωσης είναι μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης.

(12)

Μη εξυπηρετούμενη πίστωση, που χορηγήθηκε αρχικά από πιστωτικό ίδρυμα, ενδέχεται να καταστεί εξυπηρετούμενη κατά τη διαδικασία διαχείρισης της πίστωσης. Στην περίπτωση αυτή, οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητές τους, με βάση την άδεια λειτουργίας τους ως διαχειριστών πιστώσεων, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(13)

Κάποια κράτη μέλη ρυθμίζουν τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων, σε διαφορετικό, όμως, βαθμό. Πρώτον, μόνο ορισμένα κράτη μέλη ρυθμίζουν τις δραστηριότητες αυτές και, αυτά που το κάνουν, τις ορίζουν πολύ διαφορετικά. Το αυξημένο κόστος κανονιστικής συμμόρφωσης λειτουργεί ως φραγμός στην ανάπτυξη στρατηγικών επέκτασης μέσω της δευτερεύουσας εγκατάστασης ή της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Δεύτερον, αρκετά κράτη μέλη απαιτούν τη χορήγηση αδειών για ορισμένες από τις δραστηριότητες των εν λόγω διαχειριστών πιστώσεων. Οι εν λόγω άδειες λειτουργίας επιβάλλουν διαφορετικές απαιτήσεις και δεν παρέχουν δυνατότητες διασυνοριακής επέκτασης. Και πάλι, τούτο λειτουργεί ως εμπόδιο στην παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί τοπική εγκατάσταση, γεγονός που παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών.

(14)

Παρότι οι διαχειριστές πιστώσεων μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε πιστωτικά ιδρύματα και σε αγοραστές πιστώσεων που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, η ύπαρξη ανταγωνιστικής και ολοκληρωμένης αγοράς για τους διαχειριστές πιστώσεων συνδέεται με την ανάπτυξη ανταγωνιστικής και ολοκληρωμένης αγοράς για τους αγοραστές πιστώσεων. Οι αγοραστές πιστώσεων συχνά αποφασίζουν να προβούν σε εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε άλλες οντότητες, δεδομένου ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται οι ίδιοι πιστώσεις, με αποτέλεσμα να είναι ενδεχομένως απρόθυμοι να αγοράζουν πιστώσεις από πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον δεν μπορούν να αναθέσουν εξωτερικά ορισμένες υπηρεσίες.

(15)

Η έλλειψη ανταγωνιστικής πίεσης στην αγορά τόσο όσον αφορά την αγορά πιστώσεων όσο και τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων έχει ως αποτέλεσμα τη χρέωση υψηλών προμηθειών από τις εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων στους αγοραστές πιστώσεων για την παροχή των υπηρεσιών τους και την καθήλωση των τιμών των πιστώσεων στις δευτερογενείς αγορές σε χαμηλά επίπεδα. Έτσι, τα πιστωτικά ιδρύματα δεν έχουν επαρκές κίνητρο για να απαλλαγούν από τα υψηλά αποθέματα ΜΕΔ που διαθέτουν.

(16)

Επομένως, η δράση σε επίπεδο Ένωσης είναι αναγκαία προκειμένου να βελτιωθεί η θέση των αγοραστών πιστώσεων και των διαχειριστών πιστώσεων όσον αφορά μη εξυπηρετούμενες πιστώσεις που χορηγούνται αρχικώς από πιστωτικά ιδρύματα. Ωστόσο, η οδηγία δεν θίγει τους κανόνες του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου που διέπουν τη χορήγηση πιστώσεων, ούτε στις περιπτώσεις στις οποίες οι διαχειριστές πιστώσεων μπορούν να θεωρηθούν ότι συμμετέχουν σε πιστωτική διαμεσολάβηση. Επίσης, η παρούσα οδηγία δεν θίγει τους εθνικούς κανόνες που επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις σε αγοραστή πιστώσεων ή διαχειριστή πιστώσεων όσον αφορά την επαναδιαπραγμάτευση των όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης.

(17)

Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να ρυθμίζουν τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, όπως οι υπηρεσίες που παρέχονται για συμβάσεις πίστωσης που εκδίδονται από μη πιστωτικά ιδρύματα ή οι δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων που ασκούνται από φυσικά πρόσωπα, μεταξύ άλλων επιβάλλοντας απαιτήσεις ισοδύναμες με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω οντότητες και τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα, ωστόσο, δεν θα επωφελούνταν από τη δυνατότητα να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο του μηχανισμού διαβατηρίου.

(18)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει τους περιορισμούς που προβλέπει η εθνική νομοθεσία όσον αφορά τη μεταβίβαση δικαιωμάτων του πιστωτή βάσει μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή τη μεταβίβαση της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, η οποία δεν έχει καταγγελθεί σύμφωνα με το εθνικό αστικό δίκαιο, με αποτέλεσμα όλα τα ποσά που είναι καταβλητέα βάσει της σύμβασης πίστωσης να καθίστανται άμεσα ληξιπρόθεσμα, όταν αυτό απαιτείται για τη μεταβίβαση σε οντότητα εκτός του τραπεζικού συστήματος. Συνεπώς, θα υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών κανόνων, η απόκτηση μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης που δεν παρουσιάζουν καθυστέρηση, ή παρουσιάζουν καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών, ή δεν έχουν καταγγελθεί σύμφωνα με το εθνικό αστικό δίκαιο από μη ρυθμιζόμενους πιστωτές, θα παραμείνει περιορισμένη. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τη μεταβίβαση εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης, μεταξύ άλλων επιβάλλοντας απαιτήσεις ισοδύναμες με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

(19)

Η οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει το δίκαιο της Ένωσης που αφορά τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, κυρίως δε τις διατάξεις για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές υποχρεώσεις και στη δικαιοδοσία, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των εν λόγω πράξεων και διατάξεων σε μεμονωμένες περιπτώσεις βάσει των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (8) και (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 (9) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Όλοι οι πιστωτές και κάθε πρόσωπο που τους εκπροσωπεί οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης στις συναλλαγές τους με τον καταναλωτή και τις εθνικές αρχές, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

(20)

Οι διαχειριστές πιστώσεων και οι αγοραστές πιστώσεων θα πρέπει πάντα να ενεργούν καλή τη πίστει, να επιφυλάσσουν δίκαιη μεταχείριση στους δανειολήπτες και να σέβονται την ιδιωτικότητά τους. Δεν θα πρέπει να παρενοχλούν τους δανειολήπτες ούτε να τους παρέχουν παραπλανητικές πληροφορίες. Πριν από την πρώτη είσπραξη οφειλών και όποτε ζητείται από τους δανειολήπτες, θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες στους δανειολήπτες, μεταξύ άλλων, σχετικά με τη μεταβίβαση που πραγματοποιήθηκε, την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του αγοραστή πιστώσεων και του διαχειριστή πιστώσεων, σε περίπτωση ορισμού του, καθώς και πληροφορίες όσον αφορά τα ποσά που οφείλει ο δανειολήπτης και δήλωση ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται όλη η σχετική ενωσιακή και εθνική νομοθεσία.

(21)

Επίσης, η παρούσα οδηγία δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων για την προστασία των καταναλωτών, και στον βαθμό που οι αγοραστές πιστώσεων έχουν την ιδιότητα του πιστωτή βάσει των οδηγιών 2008/48/ΕΚ (10) και 2014/17/ΕΕ (11) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, θα πρέπει να υπόκεινται στις ειδικές υποχρεώσεις του άρθρου 20 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ και του άρθρου 35 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ, αντίστοιχα. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την προστασία των καταναλωτών που διασφαλίζεται από την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), η οποία απαγορεύει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση μιας σύμβασης όταν ο καταναλωτής παραπλανάται όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του ως καταναλωτή ή υφίσταται παρενόχληση, καταναγκασμό ή αθέμιτη επιρροή, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τον χρόνο, τον τόπο, τη φύση ή τη διατήρηση των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, ή όσον αφορά τη χρήση απειλητικής ή καταχρηστικής γλώσσας ή συμπεριφοράς, ή όσον αφορά απειλές ανάληψης οποιασδήποτε ενέργειας που δεν μπορεί να ληφθεί νομίμως.

(22)

Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια ακρόαση από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο και τη δυνατότητα παροχής συμβουλών, υπεράσπισης και εκπροσώπησης από δικηγόρο. Αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για την πλήρη και ολοκληρωμένη κατανόηση όλων των ζητημάτων και των νομικών επιχειρημάτων που εξετάζονται και για τη διασφάλιση της ολοκληρωμένης προετοιμασίας της δικαστικής εκπροσώπησης σχετικά με τη διαφορά. Οι δανειολήπτες που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν σε νομική συνδρομή, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.

(23)

Τα πιστωτικά ιδρύματα της Ένωσης αναλαμβάνουν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους. Έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις για τις συμβάσεις πίστωσης που έχουν εκδώσει τα ίδια όσο και για εκείνες που αγόρασαν από άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Δεδομένου ότι τα εν λόγω ιδρύματα υπόκεινται ήδη σε ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο, η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στις δραστηριότητές τους στον τομέα της διαχείρισης ή της αγοράς πιστώσεων θα συνεπαγόταν περιττό αλληλεπικαλυπτόμενο κόστος αδειοδότησης και συμμόρφωσης, και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Η εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων από πιστωτικά ιδρύματα, τόσο για τις εξυπηρετούμενες όσο και για τις μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης, σε διαχειριστές πιστώσεων ή σε άλλους τρίτους, επίσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, διότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται ήδη να τηρούν τους εφαρμοστέους κανόνες εξωτερικής ανάθεσης. Εξάλλου, οι πιστωτές που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, υπόκεινται όμως σε εποπτεία από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ και αναλαμβάνουν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων για πιστώσεις που χορηγούνται σε καταναλωτές στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όταν ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης εξυπηρετούμενων πιστώσεων στο εν λόγω κράτος μέλος. Επιπλέον, οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, οι εταιρείες διαχείρισης και οι εταιρείες επενδύσεων (εφόσον μια εταιρεία επενδύσεων δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης) που έχουν αδειοδοτηθεί ή καταχωριστεί βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) ή της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) επίσης δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Τέλος, υπάρχουν ορισμένα επαγγέλματα που ασκούν επικουρικές δραστηριότητες παρόμοιες με τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων στο πλαίσιο του επαγγέλματός τους, και συγκεκριμένα οι συμβολαιογράφοι, οι δικηγόροι και οι δικαστικοί επιμελητές που ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, και τα οποία εφαρμόζουν την επιβολή δεσμευτικών μέτρων και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εξαιρούν τα εν λόγω επαγγέλματα από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(24)

Για να δοθεί στους υφιστάμενους αγοραστές πιστώσεων και διαχειριστές πιστώσεων η δυνατότητα να προσαρμοστούν στις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία και, ειδικότερα, να δοθεί στους διαχειριστές πιστώσεων η δυνατότητα να λάβουν άδεια λειτουργίας, η παρούσα οδηγία επιτρέπει στις οντότητες που παρέχουν σήμερα υπηρεσίες διαχείρισης πιστώσεων βάσει του εθνικού δικαίου, να εξακολουθήσουν να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες στο κράτος μέλος καταγωγής τους για περίοδο έξι μηνών μετά την προθεσμία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας. Μετά τη λήξη της εν λόγω εξάμηνης περιόδου, μόνο οι διαχειριστές πιστώσεων που έχουν λάβει άδεια βάσει των εθνικών νομοθετικών διατάξεων για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να επιτρέπεται να δραστηριοποιούνται στην αγορά.

(25)

Τα κράτη μέλη που ήδη εφαρμόζουν κανόνες ισοδύναμους ή αυστηρότερους από εκείνους που ορίζονται στην παρούσα οδηγία για τις δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων θα πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζουν, στις εθνικές νομοθετικές τους διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο, τη δυνατότητα των υφιστάμενων οντοτήτων που ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων να αναγνωρίζονται αυτομάτως ως αδειοδοτημένοι διαχειριστές πιστώσεων.

(26)

Η χορήγηση άδειας σε διαχειριστή πιστώσεων για την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε ολόκληρη την Ένωση θα πρέπει να υπόκειται σε ενιαίο και εναρμονισμένο σύνολο προϋποθέσεων, που θα πρέπει να εφαρμόζονται με αναλογικό τρόπο από τις αρμόδιες αρχές.

(27)

Για να αποφευχθεί η μείωση της προστασίας των δανειοληπτών και για την εμπέδωση εμπιστοσύνης, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση και τη διατήρηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές πιστώσεων, τα πρόσωπα που κατέχουν ειδική συμμετοχή στον διαχειριστή πιστώσεων, και τα μέλη του διευθυντικού ή του διοικητικού οργάνου του, διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο όσον αφορά σχετικά ποινικά αδικήματα που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με εγκλήματα κατά της περιουσίας, εγκλήματα σχετικά με οικονομικές δραστηριότητες, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απάτη, ή με εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας, καθώς και ότι δεν υπόκεινται σε διαδικασία αφερεγγυότητας ούτε έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση κατά το παρελθόν, εκτός εάν έχουν αποκατασταθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η συμμόρφωση με την απαίτηση, τα μέλη του διευθυντικού ή διοικητικού οργάνου των διαχειριστών πιστώσεων να είναι διαφανή, ανοικτά και συνεργατικά στις παρελθοντικές επιχειρηματικές τους σχέσεις με εποπτικές και ρυθμιστικές αρχές, θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει ή γνωρίζει η αρμόδια αρχή κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας λειτουργίας. Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες, ή εάν δεν υπάρχει γνώση κάποιων πληροφοριών, ή εάν δεν υπάρχει προηγούμενη αλληλεπίδραση με εποπτικές και ρυθμιστικές αρχές κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τότε θεωρείται ότι ικανοποιείται η απαίτηση.

(28)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το διευθυντικό όργανο, στο σύνολό του, ενός διαχειριστή πιστώσεων έχει επαρκή γνώση και πείρα για τη λειτουργία της επιχείρησης με ικανότητα και υπευθυνότητα, ανάλογα με τη δραστηριότητα που θα ασκηθεί. Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ορίσει τις απαιτήσεις που αφορούν την καλή φήμη, την επαρκή γνώση και την πείρα, αλλά αυτά δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αδειοδοτημένων διαχειριστών πιστώσεων εντός της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, η EAT θα πρέπει να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για να μειωθεί ο κίνδυνος αποκλινουσών ερμηνειών των απαιτήσεων για επαρκή γνώση και πείρα. Τέλος, για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση τόσο με τους κανόνες που διέπουν την προστασία των οφειλετών όσο και με τους κανόνες που διέπουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να θεσπιστούν και να υπόκεινται σε εποπτεία οι κατάλληλες ρυθμίσεις διακυβέρνησης και οι κατάλληλοι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου, καθώς και οι κατάλληλες διαδικασίες καταχώρισης και διεκπεραίωσης καταγγελιών. Επιπλέον, οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να εφαρμόζουν κατάλληλες διαδικασίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας όταν οι εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) στο εθνικό δίκαιο ορίζουν τους διαχειριστές πιστώσεων ως υπόχρεες οντότητες για τους σκοπούς της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επίσης, οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να υποχρεούνται να ενεργούν με αμερόληπτο τρόπο και να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την οικονομική κατάσταση των δανειοληπτών. Όταν σε εθνικό επίπεδο διατίθενται υπηρεσίες παροχής συμβουλών για οφειλές, οι οποίες διευκολύνουν την αποπληρωμή οφειλών, οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο να παραπέμπουν τους δανειολήπτες στις εν λόγω υπηρεσίες.

(29)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν, στο εθνικό τους δίκαιο για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας, κατά πόσον επιτρέπεται στους διαχειριστές πιστώσεων στην επικράτειά τους να λαμβάνουν και να κατέχουν κεφάλαια από δανειολήπτες κατά την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων. Στις περιπτώσεις που η λήψη και η κατοχή κεφαλαίων από δανειολήπτες επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος, και οι διαχειριστές πιστώσεων προτίθενται να το πράξουν στο πλαίσιο του επιχειρηματικού τους μοντέλου, θα πρέπει να ισχύουν πρόσθετες απαιτήσεις για τους εν λόγω διαχειριστές πιστώσεων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που θα μπορούσαν να προκύψουν σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας, δηλαδή ο διαχωρισμός των λογαριασμών και των κεφαλαίων, καθώς και σε περιπτώσεις απαλλαγής του δανειολήπτη. Όταν το κράτος μέλος καταγωγής ενός διαχειριστή πιστώσεων απαγορεύει στους διαχειριστές πιστώσεων να λαμβάνουν και να κατέχουν κεφάλαια από δανειολήπτες, ο διαχειριστής πιστώσεων δεν μπορεί να το πράξει ούτε στο κράτος μέλος καταγωγής του ούτε σε κανένα κράτος μέλος υποδοχής, ακόμη και αν το κράτος μέλος υποδοχής επιτρέπει τη λήψη και την κατοχή κεφαλαίων, ακριβώς επειδή ο διαχειριστής πιστώσεων δεν έχει λάβει άδεια για τον σκοπό αυτό από το κράτος μέλος καταγωγής του. Αντιθέτως, όταν ένα κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει στους διαχειριστές πιστώσεων να λαμβάνουν και να κατέχουν κεφάλαια από δανειολήπτες και περιλαμβάνει στο εθνικό του δίκαιο τις σχετικές απαιτήσεις, ο διαχειριστής πιστώσεων θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει και να κατέχει κεφάλαια από δανειολήπτες στο κράτος μέλος καταγωγής του, καθώς και σε οποιοδήποτε κράτος μέλος υποδοχής που επίσης επιτρέπει τη λήψη και την κατοχή κεφαλαίων από δανειολήπτες.

(30)

Για να αποφεύγονται χρονοβόρες διαδικασίες και αβεβαιότητες, είναι αναγκαίο να καθοριστούν απαιτήσεις σχετικά με τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να υποβάλλουν οι αιτούντες άδεια διαχειριστή πιστώσεων, καθώς και εύλογες προθεσμίες για τη χορήγηση άδειας και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτή θα ανακαλείται. Σε περίπτωση ανάκλησης από τις αρχές άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων ο οποίος ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων σε άλλα κράτη μέλη, θα πρέπει να ενημερώνονται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής καθώς και του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση, όταν είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος υποδοχής και το κράτος μέλος καταγωγής. Ομοίως, στο κράτος μέλος καταγωγής και στο κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να δημιουργηθεί ενήμερο δημόσιο μητρώο ή κατάλογος και να δημοσιοποιηθεί στον ιστότοπο των αρμόδιων αρχών για να εξασφαλίζεται διαφάνεια όσον αφορά τον αριθμό και την ταυτότητα των διαχειριστών πιστώσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας.

(31)

Η συμβατική σχέση μεταξύ του διαχειριστή πιστώσεων και του αγοραστή πιστώσεων και οι υποχρεώσεις του διαχειριστή πιστώσεων έναντι του αγοραστή πιστώσεων δεν θα πρέπει να μεταβάλλονται λόγω της εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε παρόχους υπηρεσιών διαχείρισης πιστώσεων. Οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι να διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε παρόχους υπηρεσιών διαχείρισης πιστώσεων δεν προκύπτει αδικαιολόγητος λειτουργικός κίνδυνος ή μη συμμόρφωση του παρόχου υπηρεσιών διαχείρισης πιστώσεων προς οποιεσδήποτε απαιτήσεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου, ούτε περιορίζεται η δυνατότητα ενός ρυθμιστικού εποπτικού φορέα να ασκεί τα καθήκοντά του και να διαφυλάττει τα δικαιώματα των δανειοληπτών.

(32)

Όταν ένας αγοραστής πιστώσεων αναθέτει σε διαχειριστή πιστώσεων τη διαχείριση και την εκτέλεση μιας σύμβασης πίστωσης, ο αγοραστής πιστώσεων μεταβιβάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καθώς και την άμεση επικοινωνία του με τον δανειολήπτη στον διαχειριστή πιστώσεων, ενώ παράλληλα διατηρεί την τελική ευθύνη. Ως εκ τούτου, η σχέση μεταξύ αγοραστή πιστώσεων και διαχειριστή πιστώσεων θα πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια σε γραπτή συμφωνία διαχείρισης πιστώσεων και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν πώς οριοθετείται αυτή η σχέση. Επίσης, οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να ενεργούν με αμερόληπτο τρόπο και να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την οικονομική κατάσταση των δανειοληπτών. Στον βαθμό που ένας αγοραστής πιστώσεων δεν προβαίνει ο ίδιος στη διαχείριση των συμβάσεων πιστώσεων που αποκτά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν ότι ο διαχειριστής πιστώσεων και ο αγοραστής πιστώσεων υποχρεούνται να συμφωνήσουν στη σύμβαση διαχείρισης πιστώσεων ότι ο διαχειριστής πιστώσεων θα ειδοποιεί τον αγοραστή πιστώσεων πριν από την εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων.

(33)

Προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα των διαχειριστών πιστώσεων να ασκούν διασυνοριακές δραστηριότητες και να προβλεφθεί η εποπτεία τους, η παρούσα οδηγία καθιερώνει διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος ενός διαχειριστή πιστώσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας να ασκεί διασυνοριακές δραστηριότητες. Η επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής καθώς και με τον διαχειριστή πιστώσεων θα πρέπει να λαμβάνει χώρα εντός εύλογων προθεσμιών. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν πληροφορίες για τις διασυνοριακές δραστηριότητες από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

(34)

Οι διαχειριστές πιστώσεων που ασκούν δραστηριότητες σε κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να υπόκεινται στους περιορισμούς και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της απαγόρευσης λήψης και κατοχής κεφαλαίων από δανειολήπτες, και που δεν σχετίζονται με άλλες απαιτήσεις αδειοδότησης των διαχειριστών πιστώσεων. Εάν, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις κράτους μέλους υποδοχής που μεταφέρει την παρούσα οδηγία στο εθνικό του δίκαιο, επιβάλλονται πρόσθετες απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων, οι εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις δεν θα πρέπει να ισχύουν για τους διαχειριστές πιστώσεων που ασκούν διασυνοριακές δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής.

(35)

Προϋπόθεση για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική εποπτεία των διασυνοριακών διαχειριστών πιστώσεων είναι η δημιουργία ειδικού πλαισίου για τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής και, κατά περίπτωση, των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα για την ανταλλαγή πληροφοριών, διαφυλάσσοντας παράλληλα την εμπιστευτικότητά τους, το επαγγελματικό απόρρητο, την προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων, την πραγματοποίηση επιθεωρήσεων, επιτόπιων και μη, την παροχή βοήθειας, και τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων ελέγχων και επιθεωρήσεων και των μέτρων που τυχόν λαμβάνονται.

(36)

Ως σημαντική προϋπόθεση για την ανάληψη των σχετικών καθηκόντων τους, οι αγοραστές πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να μπορούν να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις συναφείς πληροφορίες και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτό είναι εφικτό, ενώ παράλληλα θα πρέπει να τηρούνται οι ενωσιακοί και εθνικοί κανόνες για την προστασία των δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό τα πιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν λεπτομερή στοιχεία στους υποψήφιους αγοραστές πιστώσεων, ώστε αυτοί να μπορούν να διενεργούν τη δική τους αξιολόγηση της αξίας των δικαιωμάτων του πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, ή της αξίας της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν τις πληροφορίες αυτές μόνο μία φορά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, είτε κατά την αρχική φάση είτε κατά τις ακόλουθες φάσεις, αλλά οπωσδήποτε πριν από τη σύναψη της σύμβασης μεταβίβασης. Η εν λόγω υποχρέωση παροχής πληροφοριών είναι αναγκαία και δικαιολογημένη προκειμένου οι υποψήφιοι αγοραστές πιστώσεων να είναι σε θέση να προβαίνουν σε συνειδητές επιλογές πριν από την πραγματοποίηση μιας συναλλαγής και, ως εκ τούτου, είναι θεμιτό τα πιστωτικά ιδρύματα να ανταλλάσσουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των δανειοληπτών με τους υποψήφιους αγοραστές πιστώσεων. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιορίζονται αυστηρά σε ό,τι είναι αναγκαίο για να δοθεί η δυνατότητα στους υποψήφιους αγοραστές πιστώσεων να αποτιμούν την αξία των δικαιωμάτων του πιστωτή που απορρέουν από μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης, ή την αξία της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, καθώς και την πιθανότητα ανάκτησης της αξίας της εν λόγω σύμβασης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η παροχή πληροφοριών στους υποψήφιους αγοραστές πιστώσεων και η επακόλουθη χρήση τους συμμορφώνονται με το σχετικό πλαίσιο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων.

(37)

Στις περιπτώσεις που πιστωτικό ίδρυμα μεταβιβάζει μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης, θα πρέπει να υποχρεούται να ενημερώνει την αρμόδια αρχή του και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, σε εξαμηνιαία βάση, σχετικά με τουλάχιστον το συγκεντρωτικό υπόλοιπο των μεταβιβαζόμενων χαρτοφυλακίων πιστώσεων καθώς και σχετικά με τον αριθμό και το μέγεθος των περιλαμβανόμενων πιστώσεων και το κατά πόσον στη μεταβίβαση περιλαμβάνονται συμφωνίες πιστώσεων που έχουν συναφθεί με καταναλωτές. Για κάθε χαρτοφυλάκιο πιστώσεων που μεταβιβάζεται με μία μόνο συναλλαγή, οι πληροφορίες που παρέχονται θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον αναγνωριστικό κωδικό της νομικής οντότητας (LEI) του αγοραστή πιστώσεων ή, όταν συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου του, ή, όταν αυτός δεν είναι διαθέσιμος, τα στοιχεία ταυτότητας και τη διεύθυνση του αγοραστή πιστώσεων και, όπου συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου του στην Ένωση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση, αντ’ αυτού, να απαιτούν την παροχή των πληροφοριών σε τριμηνιαία βάση, όποτε το κρίνουν αναγκαίο, μεταξύ άλλων λόγω του μεγάλου αριθμού συναλλαγών κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κρίσης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να υποχρεούνται να διαβιβάσουν τις πληροφορίες αυτές στις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία του αγοραστή πιστώσεων. Αυτές οι απαιτήσεις διαφάνειας δίνουν τη δυνατότητα εναρμονισμένης και αποτελεσματικής παρακολούθησης της μεταβίβασης συμβάσεων πίστωσης στην Ένωση. Προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, προκειμένου να αποφύγουν την επικάλυψη, να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που έχουν ήδη στη διάθεσή τους με άλλα μέσα, ιδίως όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές σχετικά με ένα χαρτοφυλάκιο πιστώσεων, αφ’ ης στιγμής το χαρτοφυλάκιο αυτό μεταβιβαστεί σε αγοραστή πιστώσεων, υπάγονται στην ευθύνη του διαχειριστή πιστώσεων.

(38)

Το σχέδιο δράσης αναγνώριζε ότι η υποδομή δεδομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ενισχυόταν με την ύπαρξη ενιαίων και τυποποιημένων δεδομένων για τις μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης. Η ΕΑΤ έχει αναπτύξει πρότυπα δεδομένων που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα πιστωτικά ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και επιτρέπουν στους δυνητικούς αγοραστές να αξιολογήσουν την αξία των συμβάσεων πίστωσης και να εφαρμόσουν τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας. Αφενός, η εφαρμογή των εν λόγω προτύπων δεδομένων στις συμβάσεις πίστωσης θα μειώσει τις ασυμμετρίες στην πληροφόρηση μεταξύ δυνητικών αγοραστών και πωλητών συμβάσεων πίστωσης και, επομένως, θα συμβάλει στην ανάπτυξη λειτουργικής δευτερογενούς αγοράς στην Ένωση. Αφετέρου, όταν τα εν λόγω πρότυπα δεδομένων είναι υπερβολικά λεπτομερή, μπορούν να δημιουργήσουν υπερβολική επιβάρυνση για τα πιστωτικά ιδρύματα χωρίς κανένα αξιοσημείωτο πληροφοριακό όφελος. Για τον λόγο αυτό, η ΕΑΤ θα πρέπει να προβεί σε επανεξέταση των προτύπων δεδομένων, με στόχο να τα αναπτύξει περαιτέρω σε εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τα πιστωτικά ιδρύματα. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πρότυπα δεδομένων για τις μεταβιβάσεις μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των μεταβιβάσεων σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις μεταβιβάσεις μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης και δεν περιλαμβάνει σύνθετες συναλλαγές όπου οι μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης περιλαμβάνονται ως μέρος μιας τέτοιας συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων υποκαταστημάτων, των πωλήσεων επιχειρηματικών τομέων ή πωλήσεων χαρτοφυλακίων πελατών που δεν περιορίζονται σε μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης και μεταβιβάσεις στο πλαίσιο εν εξελίξει λειτουργίας αναδιάρθρωσης του πιστωτικού ιδρύματος που προβαίνει στην πώληση στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας, εξυγίανσης ή εκκαθάρισης. Προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, οι απαιτήσεις πληροφόρησης θα πρέπει να εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα κατά τρόπο αναλογικό, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του μεγέθους των πιστώσεων. Ταυτόχρονα, η έκταση της υποχρέωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων να συμμορφώνονται με τα πρότυπα δεδομένων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ημερομηνία σύναψης των μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης. Θα πρέπει να μπορούν και άλλοι πωλητές συμβάσεων πίστωσης να χρησιμοποιούν τα εν λόγω πρότυπα για τη διευκόλυνση της αποτίμησης των προς πώληση συμβάσεων πίστωσης. Επιπλέον, σε περίπτωση συναλλαγών τιτλοποίησης, όπου προβλέπονται υποχρεωτικά πρότυπα διαφάνειας, θα πρέπει να αποφεύγεται κάθε διπλή αναφορά ως αποτέλεσμα της παρούσας οδηγίας.

(39)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, καταρτιζόμενα από την ΕΑΤ, προκειμένου να εξειδικεύσει τα πρότυπα που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(40)

Καθώς οι αγοραστές πιστώσεων δεν δημιουργούν νέες πιστώσεις αλλά, αντ’ αυτού, και όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, αγοράζουν μόνο υφιστάμενες μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης με ίδιο κίνδυνο, δεν προκαλούν ανησυχίες όσον αφορά την προληπτική εποπτεία και η δυνητική τους συμβολή στον συστημικό κίνδυνο είναι αμελητέα. Δεν δικαιολογείται επομένως η απαίτηση για τους αγοραστές πιστώσεων να αιτούνται άδεια λειτουργίας αλλά είναι, ωστόσο, σημαντικό οι ενωσιακοί και οι εθνικοί κανόνες για την προστασία των καταναλωτών να συνεχίσουν να ισχύουν και τα δικαιώματα των δανειοληπτών να συνεχίσουν να είναι αυτά που απορρέουν από την αρχική σύμβαση πίστωσης.

(41)

Οι αγοραστές πιστώσεων από τρίτες χώρες ενδέχεται να καταστήσουν πιο δύσκολο για τους αγοραστές της Ένωσης να βασιστούν στα δικαιώματά τους που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο και για τις εθνικές αρχές να εποπτεύουν την εκτέλεση των μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα ενδέχεται επίσης να αποθαρρυνθούν από τη μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης σε αγοραστές πιστώσεων από τρίτες χώρες λόγω του σχετικού κινδύνου για τη φήμη τους. Στον βαθμό που ο αντιπρόσωπος αγοραστή πιστώσεων από τρίτη χώρα οι οποίες χορηγούνται σε φυσικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών και των ανεξάρτητων εργαζομένων, ή πιστώσεων που χορηγούνται σε πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, ή μη πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, ή διαχειριστής πιστώσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση, ο εν λόγω αντιπρόσωπος θα πρέπει να ορίζει μια τέτοια οντότητα, προκειμένου να διασφαλίζεται η διατήρηση των ίδιων προτύπων για τα δικαιώματα των δανειοληπτών και μετά τη μεταβίβαση της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης.

(42)

Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί καλύτερα ότι τα ίδια πρότυπα για τα δικαιώματα των καταναλωτών θα διατηρηθούν και μετά τη μεταβίβαση μιας μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, ο αγοραστής πιστώσεων που έχει την κατοικία του στην Ένωση ή έχει την καταστατική του έδρα ή, εάν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, έχει τα κεντρικά του γραφεία στην Ένωση θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να ορίζουν πιστωτικό ίδρυμα, ή μη πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, ή διαχειριστή πιστώσεων, με στόχο την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων σε σχέση με μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται με καταναλωτές.

(43)

Τα κράτη μέλη υποδοχής θα πρέπει να μπορούν να επεκτείνουν την υποχρέωση ορισμού διαχειριστή πιστώσεων σε σχέση με άλλες συμβάσεις πίστωσης. Σε περιπτώσεις όπου η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου πιστώσεων περιλαμβάνει συμβάσεις πίστωσης με καταναλωτές, άλλα φυσικά πρόσωπα ή ΜΜΕ για τις οποίες απαιτείται ορισμός πιστωτικού ιδρύματος, ή μη πιστωτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, ή διαχειριστή πιστώσεων, και ταυτόχρονα περιλαμβάνει και άλλες συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες δεν απαιτείται τέτοιος ορισμός, ο αγοραστής πιστώσεων ή, κατά περίπτωση, ο αντιπρόσωπός του θα πρέπει να συμμορφώνεται με την υποχρέωση ορισμού όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης με καταναλωτές, άλλα φυσικά πρόσωπα ή ΜΜΕ. Ο διαχειριστής πιστώσεων και ο αγοραστής πιστώσεων θα πρέπει να συμμορφώνονται με την εφαρμοστέα ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, και οι εθνικές αρχές στα επιμέρους κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τις απαραίτητες εξουσίες για την αποτελεσματική εποπτεία της δραστηριότητάς τους.

(44)

Όταν ένας αγοραστής πιστώσεων, ή ο αντιπρόσωπός του που έχει οριστεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, καλείται να ορίσει διαχειριστή πιστώσεων, ή πιστωτικό ίδρυμα, ή μη πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, και επιλέγει να διαχειριστεί και να επιβάλει ο ίδιος τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τα δικαιώματα του πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, ή με την ίδια τη μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης, ο αγοραστής πιστώσεων, ή ο αντιπρόσωπός του που έχει οριστεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, θεωρείται διαχειριστής πιστώσεων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να λάβει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(45)

Οι αγοραστές πιστώσεων που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες διαχειριστών πιστώσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων, ή μη πιστωτικών ιδρυμάτων που εποπτεύονται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, θα πρέπει να ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, ώστε οι σχετικές αρμόδιες αρχές να μπορούν να ασκήσουν τις εποπτικές τους εξουσίες όσον αφορά τη συμπεριφορά του διαχειριστή πιστώσεων, ή του πιστωτικού ιδρύματος, ή του μη πιστωτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, έναντι του δανειολήπτη. Οι αγοραστές πιστώσεων θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν έγκαιρα τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία τους αν χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες διαφορετικού διαχειριστή πιστώσεων, πιστωτικού ιδρύματος, ή μη πιστωτικού ιδρύματος που εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ.

(46)

Οι αγοραστές πίστωσης που προβαίνουν σε άμεση εκτέλεση της αποκτηθείσας σύμβασης πίστωσης θα πρέπει να το κάνουν σε συμμόρφωση με το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί προστασίας των καταναλωτών που εφαρμόζονται στον δανειολήπτη. Οι εθνικοί κανόνες που διέπουν ειδικότερα την εκτέλεση συμβάσεων, την προστασία των καταναλωτών και το ποινικό δίκαιο, συνεχίζουν να ισχύουν, και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εν λόγω αγοραστών πιστώσεων με τους εν λόγω κανόνες στο έδαφος των κρατών μελών.

(47)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η τήρηση των υποχρεώσεων της παρούσας οδηγίας, σε περίπτωση που ένας αγοραστής πιστώσεων δεν έχει την κατοικία του στην Ένωση ή δεν έχει την καταστατική του έδρα ή, εάν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, δεν έχει τα κεντρικά του γραφεία στην Ένωση, η εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να προβλέπει ότι, όταν πραγματοποιείται μεταβίβαση σύμβασης πίστωσης, ο αγοραστής από τρίτη χώρα ορίζει αντιπρόσωπο που έχει την κατοικία του στην Ένωση ή έχει την καταστατική του έδρα ή, εάν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει καταστατική έδρα, έχει τα κεντρικά του γραφεία στην Ένωση, με εντολή να επικοινωνεί με τις αρμόδιες αρχές παράλληλα ή έναντι του αγοραστή πιστώσεων. Ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους αγοραστές πιστώσεων δυνάμει της παρούσας οδηγίας υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους διαχειριστές πιστώσεων. Οι αγοραστές πιστώσεων που μεταβιβάζουν μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης θα πρέπει να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, σε εξαμηνιαία βάση και σε συγκεντρωτικό επίπεδο, τουλάχιστον για το συγκεντρωτικό υπόλοιπο των μεταβιβαζομένων χαρτοφυλακίων πιστώσεων, καθώς και για τον αριθμό και το μέγεθος των πιστώσεων που περιλαμβάνονται και για το κατά πόσον η μεταβίβαση περιλαμβάνει συμβάσεις πιστώσεων που συνήφθησαν με καταναλωτές. Για κάθε χαρτοφυλάκιο που μεταβιβάζεται με μία μόνο συναλλαγή, οι πληροφορίες που παρέχονται θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον αναγνωριστικό κωδικό της νομικής οντότητας (LEI) του αγοραστή πιστώσεων ή, όταν συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου του στην Ένωση, ή, όταν αυτός δεν είναι διαθέσιμος, τα στοιχεία ταυτότητας και τη διεύθυνση του αγοραστή πιστώσεων και, όταν συντρέχει περίπτωση, του αντιπροσώπου του στην Ένωση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση, αντ’ αυτού, να απαιτούν την παροχή των πληροφοριών σε τριμηνιαία βάση, όποτε το κρίνουν αναγκαίο, μεταξύ άλλων λόγω του μεγάλου αριθμού συναλλαγών κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κρίσης.

(48)

Σήμερα, με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την εποπτεία των διαχειριστών πιστώσεων και των αγοραστών πιστώσεων στα κράτη μέλη είναι επιφορτισμένες διαφορετικές αρχές και είναι επομένως απαραίτητο τα κράτη μέλη να διευκρινίσουν τον ρόλο των αρχών αυτών και να κατανείμουν επαρκείς εξουσίες, ιδίως γιατί ενδέχεται να χρειαστεί να εποπτεύουν οντότητες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη. Προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματική και αναλογική εποπτεία στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χορηγούν στις αρμόδιες αρχές τις απαραίτητες εξουσίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας λήψης των απαραίτητων πληροφοριών, διερεύνησης πιθανών παραβιάσεων της παρούσας οδηγίας, διαχείρισης των καταγγελιών των δανειοληπτών και επιβολής διοικητικών προστίμων και διορθωτικών μέτρων, καθώς και της ανάκλησης των αδειών λειτουργίας. Σε περίπτωση επιβολής διοικητικών προστίμων και διορθωτικών μέτρων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τις εφαρμόζουν κατά τρόπο αναλογικό και αιτιολογούν τις αποφάσεις τους και επιπλέον ότι οι εν λόγω αποφάσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, μεταξύ άλλων στις περιπτώσεις που οι αρμόδιες αρχές δεν ενεργούν εντός των προβλεπόμενων περιθωρίων.

(49)

Οι διατάξεις που αφορούν παραβιάσεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών να παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις παραβιάσεων του εθνικού δικαίου, που σχετίζονται, για παράδειγμα, με την προστασία των καταναλωτών, τα δικαιώματα των δανειοληπτών ή εγκληματικές δραστηριότητες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε η πίστωση είναι εκείνες που είναι αρμόδιες να αποφασίζουν εάν υπάρχει παραβίαση της εθνικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, οι εξουσίες τους δεν περιορίζονται από την παρούσα οδηγία.

(50)

Καθώς η απόδοση των πιστώσεων στις δευτερογενείς αγορές εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την καλή φήμη των εμπλεκόμενων οντοτήτων, οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να δημιουργήσουν αποτελεσματικό μηχανισμό με τον οποίο θα διαχειρίζονται τις καταγγελίες των δανειοληπτών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των αγοραστών πιστώσεων και των διαχειριστών πιστώσεων έχουν αποτελεσματικές και προσβάσιμες διαδικασίες για τη διεκπεραίωση των καταγγελιών των δανειοληπτών.

(51)

Οι κανονισμοί (ΕΕ) 2016/679 (16) και (ΕΕ) 2018/1725 (17) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να καθορίζεται ο ακριβής σκοπός, να αναφέρεται η σχετική νομική βάση, να τηρούνται οι σχετικές απαιτήσεις ασφάλειας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και να γίνονται σεβαστές οι αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, του περιορισμού του σκοπού και της διαφανούς και αναλογικής περιόδου διατήρησης των δεδομένων. Για τους σκοπούς αυτούς, προτιμάται ένας κώδικας δεοντολογίας σε επίπεδο κλάδου, σύμφωνα με το άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Επίσης, η προστασία των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού θα πρέπει να ενσωματωθούν σε όλα τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων που αναπτύσσονται και χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Ομοίως, η διοικητική συνεργασία και η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών θα πρέπει να είναι συμβατές με τους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και σύμφωνες με τους εθνικούς κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας.

(52)

Για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, στο ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο προβλέπεται σειρά δικαιωμάτων και διασφαλίσεων σχετικά με τις συμβάσεις πιστώσεων που χορηγούνται σε καταναλωτές. Τα εν λόγω δικαιώματα και οι διασφαλίσεις ισχύουν ειδικότερα για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως ορίζονται στην οδηγία 2005/29/ΕΚ και για την εκτέλεση ή την αθέτηση της σύμβασης πίστωσης. Αυτό ισχύει ιδίως σε σχέση με τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/17/ΕΕ, όσον αφορά το δικαίωμα του καταναλωτή να εκπληρώνει πλήρως ή εν μέρει τις υποχρεώσεις του ως καταναλωτή που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης, πριν από τη λήξη της εν λόγω σύμβασης πίστωσης, ή να ενημερώνεται μέσω του τυποποιημένου ευρωπαϊκού δελτίου πληροφοριών, όπου συντρέχει περίπτωση, σχετικά με το ενδεχόμενο μεταβίβασης της σύμβασης πίστωσης σε αγοραστή πιστώσεων. Τα δικαιώματα του δανειολήπτη δεν θα πρέπει να θίγονται ούτε σε περίπτωση που η μεταβίβαση της σύμβασης πίστωσης μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και αγοραστή πιστώσεων λαμβάνει τη μορφή ανανέωσης σύμβασης. Ως γενική αρχή, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι οι δανειολήπτες δεν θα βρίσκονται σε δεινότερη θέση μετά τη μεταβίβαση της οικείας σύμβασης πίστωσης από πιστωτικό ίδρυμα σε αγοραστή πιστώσεων. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν αυστηρότερες διατάξεις, προκειμένου να προστατεύσουν τους δανειολήπτες.

(53)

Με την επιφύλαξη της ύπαρξης άλλων υποχρεώσεων που απορρέουν από τις οδηγίες 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ, και με σκοπό την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να τροποποιηθούν, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι καταναλωτές θα λαμβάνουν, έγκαιρα και πριν από τυχόν τροποποιήσεις σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης πίστωσης, σαφή και περιεκτικό κατάλογο τυχόν τέτοιων αλλαγών, το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους και τις απαραίτητες λεπτομέρειες, καθώς και το όνομα και τη διεύθυνση της αρμόδιας αρχής όπου οι καταναλωτές μπορούν να υποβάλουν καταγγελία.

(54)

Οι πληροφορίες σχετικά με την τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων μιας σύμβασης πίστωσης δυνάμει των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ, όπως εισάγονται με τις τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας, δεν θα πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα των καταναλωτών που προβλέπονται στις οδηγίες 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων πληροφόρησης.

(55)

Η σημασία που αποδίδει ο νομοθέτης της Ένωσης στην προστασία που παρέχεται στους καταναλωτές στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου (18) και των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ συνεπάγεται ότι η εκχώρηση των δικαιωμάτων του πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης ή της ίδιας της σύμβασης σε αγοραστή πιστώσεων δεν θα πρέπει να θίγει με οποιονδήποτε τρόπο το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης. Οι αγοραστές πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει επομένως να συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο όπως αυτό εφαρμόζεται στην αρχική σύμβαση πίστωσης και ο δανειολήπτης θα πρέπει να διατηρεί το ίδιο επίπεδο προστασίας με αυτό που προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο ή καθορίζεται βάσει των ενωσιακών ή των εθνικών κανόνων συγκρούσεως νόμων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι δεν χρεώνονται στον δανειολήπτη έξοδα που σχετίζονται με τη μεταβίβαση της σύμβασης πίστωσης, εκτός από εκείνα που περιλαμβάνονται ήδη στην εν λόγω σύμβαση πίστωσης. Όσον αφορά τις χρεώσεις των καταναλωτών σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης, θα πρέπει να εισαχθούν τροποποιήσεις στην οδηγία 2008/48/ΕΚ, οι οποίες απαιτούν από τα κράτη μέλη να ακολουθούν τους ίδιους κανόνες με εκείνους της οδηγίας 2014/17/ΕΕ σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων για τα τέλη και τις κυρώσεις.

(56)

Όσον αφορά τους καταναλωτές, οι οδηγίες 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθούν από την παρούσα οδηγία, ώστε να καθοριστεί ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τους πιστωτές να διαθέτουν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες, ώστε να καταβάλλουν προσπάθειες να παρέχουν, κατά περίπτωση, εύλογη περίοδο ανοχής πριν από την έναρξη διαδικασιών κατάσχεσης. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ της 19ης Αυγούστου 2015 σχετικά με τις καθυστερήσεις και τις κατασχέσεις, οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ της 31ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και των ανοιγμάτων με ανοχή, και οι κατευθυντήριες γραμμές προς τις τράπεζες σχετικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που εξέδωσε η ΕΚΤ τον Μάρτιο του 2017. Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τα μέτρα ανοχής που πρέπει να ληφθούν, οι πιστωτές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ατομικές περιστάσεις του καταναλωτή, τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του καταναλωτή, καθώς και την ικανότητα του καταναλωτή να εξοφλήσει την πίστωση, ιδίως εάν η σύμβαση πίστωσης εξασφαλίζεται με ακίνητη περιουσία που χρησιμοποιείται ως κατοικία και αποτελεί την κύρια κατοικία του καταναλωτή. Τα μέτρα ανοχής θα πρέπει να μπορούν να συνίστανται σε ορισμένες παραχωρήσεις προς τον καταναλωτή, όπως ολική ή μερική αναχρηματοδότηση μιας σύμβασης πίστωσης, ή τροποποίηση των υφιστάμενων όρων και προϋποθέσεων μιας σύμβασης πίστωσης, όπως παράταση της διάρκειάς της, αλλαγή του είδους της σύμβασης πίστωσης, αναβολή της καταβολής του συνόλου ή μέρους των δόσεων αποπληρωμής για ορισμένο χρονικό διάστημα, αλλαγή του επιτοκίου, παροχή αναστολής καταβολής δόσεων, μερική αποπληρωμή δόσεων, μετατροπές νομίσματος, μερική άφεση και ενοποίηση του χρέους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν σε ισχύ κατάλληλα μέτρα ανοχής σε εθνικό επίπεδο. Ο κατάλογος των μέτρων ανοχής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ως τροποποιήσεις των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ, δεν είναι εξαντλητικός και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να προβλέψουν πρόσθετα μέτρα. Ομοίως, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μην προβλέψουν κάποιο ειδικό μέτρο, εφόσον υπάρχει αυτή η πρόβλεψη σε εθνικό επίπεδο, υπό τον όρο ότι εξακολουθεί να είναι διαθέσιμος ένας εύλογος αριθμός μέτρων. Όταν μετά τις διαδικασίες κατάσχεσης εξακολουθεί να εναπομένει χρέος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διατήρηση ελάχιστων συνθηκών διαβίωσης και να θεσπίζουν μέτρα που διευκολύνουν την αποπληρωμή του χρέους, με παράλληλη αποτροπή της μακροχρόνιας υπερχρέωσης. Τουλάχιστον όταν η τιμή που προσδιορίζεται για το ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κατοικία επηρεάζει το ποσό που οφείλει ο καταναλωτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους πιστωτές να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για τον προσδιορισμό της καλύτερης δυνατής τιμής για το κατασχεθέν ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κατοικία, στο πλαίσιο των συνθηκών της αγοράς. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα μέρη σύμβασης πίστωσης να συμφωνούν ρητά ότι η μεταβίβαση της εγγύησης στον πιστωτή αρκεί για την αποπληρωμή της πίστωσης, ιδίως όταν η πίστωση είναι εξασφαλισμένη από την πρώτη κατοικία του καταναλωτή.

(57)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το επίπεδο προστασίας του καταναλωτή δεν επηρεάζεται, σε περίπτωση εκχώρησης σε τρίτον των δικαιωμάτων πιστωτή που απορρέουν από σύμβαση ενυπόθηκης πίστης ή της ίδιας της σύμβασης πίστωσης, θα πρέπει να γίνει τροποποίηση της οδηγίας 2014/17/ΕΕ, ώστε να καθοριστεί ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης πίστωσης που καλύπτεται από την εν λόγω οδηγία, ο καταναλωτής δικαιούται να αντιτάξει κατά του αγοραστή πιστώσεων κάθε μέσο άμυνας που είχε κατά του αρχικού πιστωτή και να ενημερωθεί σχετικά με την εκχώρηση.

(58)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (19), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να επισυνάπτουν στην κοινοποίηση των εθνικών μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, όταν δικαιολογείται, και ένα ή περισσότερα έγγραφα που διευκρινίζουν τον δεσμό ανάμεσα στα στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα τμήματα των εθνικών πράξεων μεταφοράς. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης της Ένωσης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη.

(59)

Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 24 Ιανουαρίου 2019.

(60)

Η αποτελεσματική λειτουργία της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να επανεξετάζεται από την Επιτροπή, όσο προχωρεί η δημιουργία μιας εσωτερικής δευτερογενούς αγοράς για τις μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης με υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Η Επιτροπή είναι σε θέση να αναλύσει ειδικά διασυνοριακά ζητήματα που δεν μπορούν να εντοπιστούν ή να αντιμετωπιστούν δεόντως από μεμονωμένα κράτη μέλη, όπως ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που θα μπορούσαν να προκύψουν σε σχέση με τις δραστηριότητες των διαχειριστών πιστώσεων και των αγοραστών πιστώσεων και τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών από διαφορετικά κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο, κατά την επανεξέταση της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή να συμπεριλάβει επίσης μία ενδελεχή αξιολόγηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέονται με τις δραστηριότητες των διαχειριστών πιστώσεων και των αγοραστών πιστώσεων και με τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

(61)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η ενίσχυση της ανάπτυξης δευτερογενών αγορών για τα ΜΕΔ στην Ένωση, παράλληλα με τη διασφάλιση ακόμη πιο ενισχυμένης προστασίας των δανειοληπτών, ιδίως δε των καταναλωτών, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω κλίμακας και αποτελεσμάτων, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Στρασβούργο, 24 Νοεμβρίου 2021.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. LOGAR

ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
ΤΙΤΛΟΣ II ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΤΙΤΛΟΣ II ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
ΤΙΤΛΟΣ III ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΤΙΤΛΟΣ III ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΠΟΠΤΕΙΑ
ΤΙΤΛΟΣ V ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΙΤΛΟΣ V ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΤΙΤΛΟΣ VI ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΙΤΛΟΣ VI ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
ΤΙΤΛΟΣ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΙΤΛΟΣ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση

Συνδεδεμένα ζητήματα

Συνδέσεις
Τύπος σύνδεσης Ζήτημα
is related to Imported: Kreditdienstleister-Richtlinie (CSD) (EU) 2021/2167 (CELEX:32021L2167)