+ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων
---+Preamble: 1
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Αντικείμενο και ορισμοί
------+Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
---------+Article 1 2
---------+Article 1 3
---------+Article 1 4
---------+Article 1 5
---------+Article 1 6
------+Άρθρο 2 Ορισμοί
---------+Article 2 (1)
---------+Article 2 (2)
---------+Article 2 (3)
---------+Article 2 (4)
---------+Article 2 (5)
---------+Article 2 (6)
---------+Article 2 (7)
---------+Article 2 (8)
---------+Article 2 (9)
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Συνεργασία και καθήκοντα
------+Άρθρο 3 Συνεργασία
---------+Article 3 1
---------+Article 3 2
---------+Article 3 3
---------+Article 3 4
---------+Article 3 5
---------+Article 3 6
------+Άρθρο 4 Καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΚΤ
---------+Article 4 1
---------+Article 4 2
---------+Article 4 3
------+Άρθρο 5 Μακροπροληπτικά καθήκοντα και εργαλεία
---------+Article 5 1
---------+Article 5 2
---------+Article 5 3
---------+Article 5 4
---------+Article 5 5
------+Άρθρο 6 Συνεργασία εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού
---------+Article 6 1
---------+Article 6 2
---------+Article 6 3
---------+Article 6 4
---------+Article 6 5
---------+Article 6 6
---------+Article 6 7
---------+Article 6 8
------+Άρθρο 7 Στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ
---------+Article 7 1
---------+Article 7 2
---------+Article 7 3
---------+Article 7 4
---------+Article 7 5
---------+Article 7 6
---------+Article 7 7
---------+Article 7 8
---------+Article 7 9
------+Άρθρο 8 Διεθνείς σχέσεις
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Εξουσίες της ΕΚΤ
------+Άρθρο 9 Εξουσίες εποπτείας και έρευνας
---------+Article 9 1
---------+Article 9 2
---------+Article 9 3
------+Section 1 Investigatory powers
---------+Άρθρο 10 Αιτήματα για παροχή πληροφοριών
------------+Article 10 1
------------+Article 10 2
------------+Article 10 3
---------+Άρθρο 11 Γενικές έρευνες
------------+Article 11 1
------------+Article 11 2
---------+Άρθρο 12 Επιτόπιες επιθεωρήσεις
------------+Article 12 1
------------+Article 12 2
------------+Article 12 3
------------+Article 12 4
------------+Article 12 5
---------+Άρθρο 13 Άδεια δικαστικής αρχής
------------+Article 13 1
------------+Article 13 2
------+Section 2 Specific supervisory powers
---------+Άρθρο 14 Άδεια λειτουργίας
------------+Article 14 1
------------+Article 14 2
------------+Article 14 3
------------+Article 14 4
------------+Article 14 5
------------+Article 14 6
---------+Άρθρο 15 Αξιολόγηση των αποκτήσεων των ειδικών συμμετοχών
------------+Article 15 1
------------+Article 15 2
------------+Article 15 3
---------+Άρθρο 16 Εποπτικές εξουσίες
------------+Article 16 1
------------+Article 16 2
---------+Άρθρο 17 Εξουσίες των αρχών υποδοχής και συνεργασία στην ενοποιημένη εποπτεία
------------+Article 17 1
------------+Article 17 2
------------+Article 17 3
---------+Άρθρο 18 Διοικητικές κυρώσεις
------------+Article 18 1
------------+Article 18 2
------------+Article 18 3
------------+Article 18 4
------------+Article 18 5
------------+Article 18 6
------------+Article 18 7
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Οργανωτικές αρχές
------+Άρθρο 19 Ανεξαρτησία
---------+Article 19 1
---------+Article 19 2
---------+Article 19 3
------+Άρθρο 20 Λογοδοσία και υποβολή εκθέσεων
---------+Article 20 1
---------+Article 20 2
---------+Article 20 3
---------+Article 20 4
---------+Article 20 5
---------+Article 20 6
---------+Article 20 7
---------+Article 20 8
---------+Article 20 9
------+Άρθρο 21 Εθνικά κοινοβούλια
---------+Article 21 1
---------+Article 21 2
---------+Article 21 3
---------+Article 21 4
------+Άρθρο 22 Τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων για την έκδοση εποπτικών αποφάσεων
---------+Article 22 1
---------+Article 22 2
------+Άρθρο 23 Αναφορά παραβάσεων
------+Άρθρο 24 Διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης
---------+Article 24 1
---------+Article 24 2
---------+Article 24 3
---------+Article 24 4
---------+Article 24 5
---------+Article 24 6
---------+Article 24 7
---------+Article 24 8
---------+Article 24 9
---------+Article 24 10
---------+Article 24 11
------+Άρθρο 25 Διαχωρισμός από τη λειτουργία νομισματικής πολιτικής
---------+Article 25 1
---------+Article 25 2
---------+Article 25 3
---------+Article 25 4
---------+Article 25 5
------+Άρθρο 26 Εποπτικό συμβούλιο
---------+Article 26 1
---------+Article 26 2
---------+Article 26 3
---------+Article 26 4
---------+Article 26 5
---------+Article 26 6
---------+Article 26 7
---------+Article 26 8
---------+Article 26 9
---------+Article 26 10
---------+Article 26 11
---------+Article 26 12
------+Άρθρο 27 Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή πληροφοριών
---------+Article 27 1
---------+Article 27 2
------+Άρθρο 28 Πόροι
------+Άρθρο 29 Προϋπολογισμός και ετήσιοι λογαριασμοί
---------+Article 29 1
---------+Article 29 2
---------+Article 29 3
------+Άρθρο 30 Εποπτικά τέλη
---------+Article 30 1
---------+Article 30 2
---------+Article 30 3
---------+Article 30 4
---------+Article 30 5
------+Άρθρο 31 Προσωπικό και ανταλλαγή προσωπικού
---------+Article 31 1
---------+Article 31 2
---------+Article 31 3
---------+Article 31 4
---------+Article 31 5
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Γενικές και τελικές διατάξεις
------+Άρθρο 32 Επανεξέταση
---------+Article 32 (a)
---------+Article 32 (b)
---------+Article 32 (c)
---------+Article 32 (d)
---------+Article 32 (e)
---------+Article 32 (f)
---------+Article 32 (g)
---------+Article 32 (h)
---------+Article 32 (i)
---------+Article 32 (j)
---------+Article 32 (k)
---------+Article 32 (l)
---------+Article 32 (m)
---------+Article 32 (n)
---------+Article 32 2
------+Άρθρο 33 Μεταβατικές διατάξεις
---------+Article 33 1
---------+Article 33 2
---------+Article 33 3
---------+Article 33 4
---------+Article 33 5
---------+Article 33 6
------+Άρθρο 34 Έναρξη ισχύος
English - European Union - Financial Industry -

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Οκτωβρίου 2013

για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Preamble: 1

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Ένωση πραγματοποίησε αξιοσημείωτη πρόοδο όσον αφορά τη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς για τις τραπεζικές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, σε πολλά κράτη μέλη σημαντικό μερίδιο της αγοράς ανήκει σε ομίλους τραπεζών που έχουν την έδρα τους σε άλλα κράτη μέλη, και τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν διαφοροποιήσει γεωγραφικά τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες τόσο εντός όσο και εκτός της ευρωζώνης.

(2)

Η σημερινή χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση κατέδειξε ότι η ακεραιότητα του ενιαίου νομίσματος και της εσωτερικής αγοράς μπορεί να απειληθεί από τον κατακερματισμό του χρηματοπιστωτικού τομέα. Είναι συνεπώς απαραίτητο να ενταθεί η ολοκλήρωση της εποπτείας των τραπεζών, προκειμένου να ισχυροποιηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποκατασταθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να τεθούν τα θεμέλια της οικονομικής ανάκαμψης.

(3)

Η διατήρηση και η εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς τραπεζικών υπηρεσιών έχει εξαιρετική σημασία προκειμένου να προαχθεί η οικονομική ανάπτυξη στην Ένωση και να χρηματοδοτείται επαρκώς η πραγματική οικονομία. Ωστόσο, αυτό αποτελεί όλο και μεγαλύτερη πρόκληση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πορεία προς την ολοκλήρωση των τραπεζικών αγορών στην Ένωση ανακόπτεται.

(4)

Ταυτοχρόνως, παράλληλα με την έγκριση ενός ενισχυμένου ρυθμιστικού πλαισίου στην ΕΕ οι εποπτικές αρχές πρέπει να κλιμακώσουν τον εποπτικό έλεγχο που ασκούν, αξιοποιώντας τα διδάγματα από τη χρηματοοικονομική κρίση των τελευταίων ετών, για να μπορέσουν να επιβλέψουν εξαιρετικά πολυσύνθετες και διασυνδεδεμένες αγορές και ιδρύματα.

(5)

Η αρμοδιότητα για την εποπτεία των επιμέρους πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση παραμένει, κατά κύριο λόγο, εθνική υπόθεση. Ο συντονισμός των εποπτικών αρχών είναι ζωτικής σημασίας, όμως η κρίση κατέδειξε ότι ο συντονισμός και μόνο δεν αρκεί, ιδίως στο πλαίσιο ενός ενιαίου νομίσματος. Επομένως, για να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση και να αυξηθούν οι θετικές συνέπειες που έχει η ολοκλήρωση της αγοράς στην ανάπτυξη και την ευημερία, θα πρέπει να ενισχυθεί η ολοκλήρωση των εποπτικών αρμοδιοτήτων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να διασφαλιστεί η ομαλή και υγιής εποπτεία ολόκληρων ομίλων τραπεζών και της συνολικής τους ευρωστίας, περιορίζει δε τον κίνδυνο να διατυπώνονται διαφορετικές ερμηνείες και να λαμβάνονται αντικρουόμενες αποφάσεις για μια μεμονωμένη οντότητα.

(6)

Συχνά η αντοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων συνδέεται ακόμη στενά με το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένα. Οι αμφιβολίες ως προς τη διατηρησιμότητα του δημόσιου χρέους, τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και τη βιωσιμότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων δημιουργούν συνεχώς αρνητικές και ανατροφοδοτούμενες τάσεις της αγοράς. Αυτό μπορεί να γεννήσει κινδύνους για τη βιωσιμότητα ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων και για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην ευρωζώνη και στην Ένωση συνολικά και ενδέχεται να επιβαρύνει σοβαρά τα ήδη βεβαρυμένα δημόσια οικονομικά των συγκεκριμένων κρατών μελών.

(7)

Η Ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ), που συστάθηκε το 2011 με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) ( 1 ), και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας, που συστάθηκε με το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού και με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), (ΕΑΑΕΣ) ( 2 ) και με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) ( 3 ) έχουν βελτιώσει σημαντικά τη συνεργασία μεταξύ των αρχών εποπτείας των τραπεζών στην Ένωση. Η ΕΑΤ συνεισφέρει σημαντικά στη δημιουργία ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην Ένωση, και ανέλαβε καίριο ρόλο στην υλοποίηση, με συνέπεια, της ανακεφαλαιοποίησης σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης, η οποία συμφωνήθηκε από την Ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής στις 26 Οκτωβρίου 2011, κατ’ εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών και όρων που ενέκρινε η Επιτροπή για τις κρατικές ενισχύσεις.

(8)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε επανειλημμένα να ανατεθεί σε ένα ευρωπαϊκό όργανο άμεση αρμοδιότητα για την άσκηση ορισμένων εποπτικών καθηκόντων σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αρχής γενομένης με το ψήφισμά του της 13ης Απριλίου 2000 επί της ανακοινώσεως της Επιτροπής: Εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: σχέδιο δράσης ( 4 ), και με το ψήφισμα της 21ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 5 ).

(9)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 29ης Ιουνίου 2012, κάλεσε τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να αναπτύξει χάρτη πορείας για την υλοποίηση μιας ουσιαστικής οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Την ίδια ημέρα, επισημάνθηκε στη Σύνοδο Κορυφής ότι μόλις θεσπισθεί αποτελεσματικός ενιαίος εποπτικός μηχανισμός για τις τράπεζες στην ευρωζώνη, στον οποίον θα συμμετέχει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητος (ΕΜΣ) θα μπορούσε, μετά τη λήψη σχετικής απόφασης, να έχει τη δυνατότητα άμεσης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, υπό τους καταλλήλους όρους, μεταξύ των οποίων η τήρηση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

(10)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 19ης Οκτωβρίου 2012 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία που οδηγεί σε μεγαλύτερη εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης πρέπει να οικοδομηθεί πάνω στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο της ΕΕ, να χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια και διαφάνεια προς τα κράτη μέλη που δεν χρησιμοποιούν το ευρώ και να εφαρμόζεται με σεβασμό προς την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς. Το ολοκληρωμένο χρηματοπιστωτικό πλαίσιο θα διαθέτει έναν ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (ΕΕΜ), ο οποίος θα είναι κατά το δυνατόν ανοικτός σε όλα τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν.

(11)

Θα πρέπει λοιπόν να διαμορφωθεί μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση, στηριζόμενη σε ένα περιεκτικό και λεπτομερές ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες για το σύνολο της εσωτερικής αγοράς, αποτελούμενη από τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό και νέα πλαίσια εγγύησης των καταθέσεων και εξυγίανσης. Λόγω των στενών δεσμών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των κρατών μελών που συμμετέχουν στο ευρώ, η τραπεζική ένωση θα πρέπει να ισχύει τουλάχιστον για όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης. Με προοπτική τη διατήρηση και την εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς, και εφόσον αυτό είναι θεσμικά δυνατό, η τραπεζική ένωση θα πρέπει να είναι ανοικτή και στη συμμετοχή άλλων κρατών μελών.

(12)

Ως πρώτο βήμα προς την τραπεζική ένωση, ένας ενιαίος εποπτικός μηχανισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η πολιτική της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων εφαρμόζεται με συνοχή και αποτελεσματικότητα, ότι το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στα πιστωτικά ιδρύματα σε όλα τα οικεία κράτη μέλη και ότι αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε εποπτεία ύψιστης ποιότητας, ελεύθερη από άλλες εκτιμήσεις άσχετες προς την προληπτική εποπτεία. Ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ) πρέπει ιδίως να συνάδει με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Η ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού αποτελεί τη βάση για τα επόμενα βήματα προς την τραπεζική ένωση. Εδώ αντανακλάται η βασική αρχή ότι ο ΕΜΣ θα μπορεί, με μια τακτική απόφαση, να ανακεφαλαιοποιήσει άμεσα τις τράπεζες μόλις θεσπισθεί αποτελεσματικός ενιαίος εποπτικός μηχανισμός. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επισημαίνει στα συμπεράσματά του της 13ης και 14ης Δεκεμβρίου 2012 ότι «Σε ένα πλαίσιο στο οποίο η εποπτεία των τραπεζών μεταφέρεται ουσιαστικά σε έναν ενιαίο εποπτικό μηχανισμό, θα απαιτηθεί ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης που θα διαθέτει τις εξουσίες που απαιτούνται, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οιαδήποτε τράπεζα στα συμμετέχοντα κράτη μέλη μπορεί να εξυγιανθεί με τα κατάλληλα μέσα» και ότι «ο ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης θα πρέπει να βασίζεται σε συμβολές του ίδιου του χρηματοπιστωτικού τομέα και να περιλαμβάνει κατάλληλο και αποτελεσματικό σύστημα προστασίας».

(13)

Ως κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης με ευρεία εμπειρογνωμοσύνη σε ζητήματα μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η ΕΚΤ βρίσκεται σε ιδανική θέση για να αναλάβει σαφώς καθορισμένα εποπτικά καθήκοντα που θα εστιάζουν στην προστασία της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος της ΕΕ. Πράγματι, σε πολλά κράτη μέλη οι Κεντρικές Τράπεζες είναι ήδη αρμόδιες για την εποπτεία των τραπεζών. Επομένως, θα πρέπει να ανατεθούν στην ΕΚΤ ειδικά καθήκοντα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.

(14)

Η ΕΚΤ και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που δεν είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη («μη συμμετέχοντα κράτη μέλη») συνάπτουν μνημόνιο συνεννόησης στο οποίο περιγράφεται με γενικούς όρους ο τρόπος της μεταξύ τους συνεργασίας κατά την άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων κατ’ εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό. Το μνημόνιο συνεννόησης θα μπορούσε να περιγράφει, μεταξύ άλλων, τη διαβούλευση για τη λήψη αποφάσεων της ΕΚΤ που επηρεάζουν θυγατρικές ή υποκαταστήματα εγκατεστημένα σε μη συμμετέχον κράτος μέλος αλλά των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε συμμετέχον κράτος μέλος, καθώς και τη συνεργασία σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία της Ένωσης. Το μνημόνιο θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά.

(15)

Στην ΕΚΤ θα πρέπει να αναλάβει εκείνα τα ειδικά εποπτικά καθήκοντα που είναι καίριας σημασίας για να διασφαλίζεται η συνεπής και αποτελεσματική εφαρμογή της πολιτικής της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενώ άλλα καθήκοντα πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Τα καθήκοντα της ΕΚΤ πρέπει να περιλαμβάνουν μέτρα που να αποσκοπούν στην επίτευξη μακροπροληπτικής σταθερότητας, τα οποία θα διέπονται από ειδικές ρυθμίσεις που θα αντανακλούν το ρόλο των εθνικών αρχών.

(16)

Η ασφάλεια και η ευρωστία των μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων έχει ουσιώδη σημασία για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος Ωστόσο, οι πρόσφατες εμπειρίες δείχνουν ότι και από τα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να προέλθουν απειλές για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί εποπτεία επί όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε συμμετέχοντα κράτη μέλη, καθώς και στα υποκαταστήματα που είναι εγκατεστημένα εκεί.

(17)

Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, και με την επιφύλαξη του στόχου για κατοχύρωση της ασφάλειας και ευρωστίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η ΕΚΤ θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη την ποικιλομορφία των πιστωτικών ιδρυμάτων, το μέγεθος και τα επιχειρησιακά μοντέλα τους καθώς και τα συστημικά οφέλη από την ποικιλομορφία του τραπεζικού κλάδου στην ΕΕ.

(18)

Η άσκηση των καθηκόντων της ΕΚΤ πρέπει να συμβάλει ιδίως στη διασφάλιση ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα εσωτερικεύουν πλήρως όλο το κόστος που οφείλεται στις δραστηριότητές τους ούτως ώστε να αποφεύγεται ο ηθικός κίνδυνος και η υπερβολική διακινδύνευση που απορρέει από αυτόν. Πρέπει να ληφθούν απόλυτα υπόψη οι συγκεκριμένες μακροοικονομικές συνθήκες στα κράτη μέλη, ιδίως η σταθερότητα της χορήγησης πιστώσεων και η διευκόλυνση παραγωγικών δραστηριοτήτων για την ευρύτερη οικονομία.

(19)

Κανένα στοιχείο του παρόντος κανονισμού δε πρέπει να νοηθεί ως μεταβάλλον το ισχύον λογιστικό πλαίσιο βάσει άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης και του εθνικού δικαίου.

(20)

Η χορήγηση άδειας λειτουργίας για την ανάληψη δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος αποτελεί βασική προληπτική τεχνική που διασφαλίζει ότι μόνο παράγοντες που έχουν υγιείς οικονομικές βάσεις, οργάνωση ικανή να αντιμετωπίσει τους ειδικούς κινδύνους που είναι σύμφυτοι με την αποδοχή καταθέσεων και τη χορήγηση πιστώσεων, καθώς και κατάλληλα διευθυντικά στελέχη θα ασκούν αυτές τις δραστηριότητες. Επομένως, η ΕΚΤ πρέπει να έχει το καθήκον να χορηγεί άδεια λειτουργίας σε πιστωτικά ιδρύματα που θέλουν να εγκατασταθούν σε συμμετέχον κράτος μέλος και να είναι αρμόδια για την ανάκληση των αδειών λειτουργίας, υπό την προϋπόθεση ειδικών ρυθμίσεων που θα αντανακλούν το ρόλο των εθνικών αρχών.

(21)

Παράλληλα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην ενωσιακή νομοθεσία για την αδειοδότηση των πιστωτικών ιδρυμάτων και τις περιπτώσεις ανάκλησης των εν λόγω αδειών, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν σήμερα περαιτέρω προϋποθέσεις για την αδειοδότηση και τις περιπτώσεις ανάκλησης αδειών. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ πρέπει να ασκεί το καθήκον της σχετικά με τη χορήγηση άδειας σε πιστωτικά ιδρύματα και την ανάκληση της άδειας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την εθνική νομοθεσία, κατόπιν προτάσεως από την οικεία εθνική αρμόδια αρχή, η οποία αξιολογεί τη συμμόρφωση με τις σχετικές προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας.

(22)

Η αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε νέου ιδιοκτήτη πριν από την αγορά σημαντικού μεριδίου σε πιστωτικό ίδρυμα είναι απαραίτητο εργαλείο προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεχής καταλληλότητα και η οικονομική ευρωστία των ιδιοκτητών των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ΕΚΤ, ως θεσμικό όργανο της Ένωσης, βρίσκεται σε ιδανική θέση για να διενεργεί την αξιολόγηση αυτή, χωρίς να επιβάλλονται αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην εσωτερική αγορά. Η ΕΚΤ πρέπει να έχει το καθήκον να αξιολογεί την απόκτηση και τη διάθεση σημαντικών συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, εκτός από την περίπτωση εξυγίανσης τραπεζών.

(23)

Η συμμόρφωση με τους κανόνες της Ένωσης που επιβάλλουν στα πιστωτικά ιδρύματα να κατέχουν ορισμένα επίπεδα κεφαλαίου έναντι κινδύνων σύμφυτων με την επιχειρηματική δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, να περιορίζουν το μέγεθος της έκθεσης σε μεμονωμένους αντισυμβαλλομένους, να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με την οικονομική κατάσταση των πιστωτικών ιδρυμάτων, να διαθέτουν επαρκή ρευστά διαθέσιμα για την αντιμετώπιση ακραίων καταστάσεων στην αγορά, και να περιορίζουν τη μόχλευση, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων από άποψη προληπτικής εποπτείας. Η ΕΚΤ πρέπει να έχει το καθήκον να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με αυτούς τους κανόνες, μεταξύ άλλων για τις εγκρίσεις, τη χορήγηση αδειών, παρεκκλίσεων ή εξαιρέσεων που προβλέπονται για τους σκοπούς αυτών των κανόνων.

(24)

Τα πρόσθετα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας, μεταξύ άλλων το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου, το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα συσσωρεύουν επαρκή κεφαλαιακή βάση σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης ώστε να απορροφούν απώλειες σε περιόδους ακραίων καταστάσεων, τα αποθέματα ασφαλείας ιδρυμάτων που είναι σημαντικά παγκοσμίως και από συστημική άποψη, καθώς και άλλα μέτρα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση συστημικών ή μακροπροληπτικών κινδύνων, αποτελούν βασικά εργαλεία προληπτικής εποπτείας. Κάθε φορά που οι αρμόδιες εθνικές αρχές ή οι αρμόδιες εντεταλμένες αρχές επιβάλλουν σχετικά μέτρα θα πρέπει να ενημερώνεται δεόντως η ΕΚΤ, για να διασφαλίζεται πλήρως ο συντονισμός. Επιπλέον, αν είναι αναγκαίο, η ΕΚΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλει υψηλότερες απαιτήσεις και αυστηρότερα μέτρα στο πλαίσιο του στενού συντονισμού με τις εθνικές αρχές. Η διατάξεις του παρόντος κανονισμού περί επιβολής μέτρων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση συστημικού ή μακροπροληπτικού κινδύνου δεν θίγουν τυχόν διαδικασίες συντονισμού προβλεπόμενες από άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης. Οι εθνικές αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές και η ΕΚΤ ενεργούν τηρώντας τυχόν διαδικασίες συντονισμού που προβλέπονται σε αυτές τις νομικές πράξεις αφού ακολουθήσουν τις διαδικασίες του παρόντος κανονισμού.

(25)

Η ασφάλεια και η ευρωστία ενός πιστωτικού ιδρύματος εξαρτώνται επίσης από τη διάθεση επαρκούς εσωτερικού κεφαλαίου, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων στους οποίους ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και από την ύπαρξη κατάλληλων δομών εσωτερικής οργάνωσης και ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης. Συνεπώς, η ΕΚΤ πρέπει να έχει το καθήκον να επιβάλλει απαιτήσεις που διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα σε συμμετέχοντα κράτη μέλη διαθέτουν άρτιες ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς διακυβέρνησης, μεταξύ άλλων στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση της επάρκειας των εσωτερικών τους κεφαλαίων. Σε περίπτωση ελλείψεων, θα πρέπει επίσης να έχει το καθήκον να επιβάλλει ενδεδειγμένα μέτρα, μεταξύ άλλων ειδικές απαιτήσεις πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, ειδικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης και ειδικές απαιτήσεις ρευστότητας.

(26)

Οι κίνδυνοι για την ασφάλεια και την ευρωστία ενός πιστωτικού ιδρύματος μπορούν να προκύψουν τόσο στο επίπεδο ενός μεμονωμένου πιστωτικού ιδρύματος όσο και στο επίπεδο ενός τραπεζικού ομίλου ή ενός χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων. Είναι σημαντικό να προβλέπονται ειδικές εποπτικές ρυθμίσεις για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Παράλληλα με την εποπτεία μεμονωμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, στα καθήκοντα της ΕΚΤ πρέπει να περιλαμβάνονται η εποπτεία στο ενοποιημένο επίπεδο, η συμπληρωματική εποπτεία, η εποπτεία χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και η εποπτεία μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, εξαιρουμένης της εποπτείας ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(27)

Για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κατάστασης ενός ιδρύματος πρέπει να επανορθώνεται σε πρώιμο στάδιο. Η ΕΚΤ πρέπει να έχει το καθήκον να προβαίνει σε ενέργειες έγκαιρης παρέμβασης, όπως ορίζονται στη σχετική νομοθεσία της Ένωσης. Θα πρέπει, ωστόσο, να συντονίζει τις ενέργειές της έγκαιρης παρέμβασης με τις οικείες αρχές που είναι αρμόδιες για την εξυγίανση. Στο βαθμό που οι εθνικές αρχές παραμένουν αρμόδιες για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων, η ΕΚΤ θα πρέπει επιπλέον να εξασφαλίζει κατάλληλο συντονισμό με τις συγκεκριμένες εθνικές αρχές, ώστε να διαμορφώνεται κοινή αντίληψη ως προς τις αντίστοιχες αρμοδιότητες σε περίπτωση κρίσεων, ιδίως στο πλαίσιο των διασυνοριακών ομάδων διαχείρισης κρίσεων και στα μελλοντικά σώματα εξυγίανσης που συγκροτούνται προς το σκοπό αυτό.

(28)

Τα εποπτικά καθήκοντα που δεν ανατίθενται στην ΕΚΤ θα πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Στα καθήκοντα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνεται η εξουσία να λαμβάνουν κοινοποιήσεις από πιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να εποπτεύουν φορείς που δεν καλύπτονται από τον ορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει του ενωσιακού δικαίου αλλά υπόκεινται σε εποπτεία ως πιστωτικά ιδρύματα βάσει του εθνικού δικαίου, να εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα από τρίτες χώρες τα οποία ιδρύουν υποκατάστημα ή παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες στην Ένωση, να εποπτεύουν υπηρεσίες πληρωμών, να προβαίνουν σε καθημερινές εξακριβώσεις στα πιστωτικά ιδρύματα, να ασκούν καθήκοντα αρμόδιων αρχών έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, να προλαμβάνουν την αξιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και να αναλαμβάνουν την προστασία των καταναλωτών.

(29)

Η ΕΚΤ συνεργάζεται, κατά περίπτωση, πλήρως με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης χρημάτων προερχόμενων από παράνομες δραστηριότητες.

(30)

Η ΕΚΤ πρέπει να ασκεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται με σκοπό την κατοχύρωση της ασφάλειας και της ευρωστίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση καθώς και στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, και την ενότητα και ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς διασφαλίζοντας επίσης με τον τρόπο αυτό την προστασία των καταθετών και τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην Ένωση. Ειδικότερα, η ΕΚΤ λαμβάνει δεόντως υπόψη τις αρχές της ισότητας και της αποφυγής διακρίσεων.

(31)

Η ανάθεση εποπτικών καθηκόντων στην ΕΚΤ θα πρέπει να είναι συνεπής με το πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ESFS) και τον υποκείμενο στόχο της κατάρτισης ενιαίου εγχειριδίου κανόνων και της ενισχυμένης σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών σε ολόκληρη την Ένωση. Η συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών των τραπεζών και των εποπτικών αρχών του ασφαλιστικού τομέα και των αγορών κινητών αξιών είναι σημαντική, για να αντιμετωπίζονται ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος και να διασφαλιστεί κατάλληλη εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται επίσης στους τομείς των ασφαλίσεων και των κινητών αξιών. Επομένως, η ΕΚΤ θα πρέπει να κληθεί να συνεργασθεί στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, το Ευρωπαϊκό συμβούλιο συστημικού κινδύνου και τις άλλες αρχές που αποτελούν τμήμα του ESFS. Η ΕΚΤ πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων των υπολοίπων συμμετεχόντων στο πλαίσιο του ESFS. Θα πρέπει επίσης να απαιτείται η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές εξυγίανσης και τις διευκολύνσεις που χρηματοδοτούν την άμεση ή έμμεση δημόσια χρηματοπιστωτική συνδρομή.

(32)

Η ΕΚΤ πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της υπό την επιφύλαξη κάθε σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας και σύμφωνα προς αυτήν, στην οποία περιλαμβάνεται το σύνολο του πρωτογενούς και δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου, οι αποφάσεις της Επιτροπής στο τομέα των κρατικών ενισχύσεων, οι κανόνες ανταγωνισμού και ελέγχου των συγχωνεύσεων και το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων, που εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη. Η ΕΑΤ είναι επιφορτισμένη με την κατάρτιση σχεδίων τεχνικών προτύπων και κατευθυντηρίων γραμμών και συστάσεων, που να διασφαλίζουν την εποπτική σύγκλιση και τη συνοχή των εποπτικών αποτελεσμάτων εντός της Ένωσης. Η ΕΚΤ δεν πρέπει να αντικαταστήσει την ΕΑΤ στην άσκηση αυτών των καθηκόντων και, συνεπώς, πρέπει να ασκεί εξουσίες για την έκδοση κανονισμών σύμφωνα με το άρθρο 132 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) και σε συμμόρφωση με τις ενωσιακές πράξεις που εγκρίνονται από την Επιτροπή βάσει σχεδίων που καταρτίζει η ΕΑΤ και με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(33)

Αν είναι αναγκαίο η ΕΚΤ συνάπτει μνημόνια συνεννόησης με τις αρχές που είναι αρμόδιες για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου περιγράφεται με γενικούς όρους ο τρόπος με τον οποίο συνεργάζονται μεταξύ τους κατά την εκτέλεση των εποπτικών τους καθηκόντων δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας, όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του παρόντος κανονισμού. Τα εν λόγω μνημόνια θα τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και των αρμόδιων αρχών όλων των κρατών μελών.

(34)

Προς εκτέλεση των καθηκόντων της και άσκηση των εποπτικών εξουσιών της, η ΕΚΤ θα πρέπει να εφαρμόζει τους ουσιαστικούς κανόνες που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι εν λόγω κανόνες αποτελούνται από τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, ιδίως τους άμεσα εφαρμοστέους κανονισμούς ή οδηγίες, όπως είναι οι πράξεις σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα και σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων. Σε περίπτωση που οι ουσιαστικοί κανόνες περί προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων θεσπίζονται με οδηγίες, η ΕΚΤ θα πρέπει να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία περί μεταφοράς αυτών των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη. Σε περίπτωση που η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και διέπει τομείς, όπου κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η ΕΚΤ πρέπει να εφαρμόζει επίσης την εθνική νομοθεσία με την οποία ασκούνται αυτές οι επιλογές. Οι εν λόγω επιλογές πρέπει να θεωρούνται ότι αποκλείουν επιλογές διαθέσιμες μόνον στις αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές. Αυτό δεν θίγει την αρχή περί υπεροχής του δικαίου της ΕΕ. Εξυπακούεται ότι η ΕΚΤ πρέπει κατά την έγκριση κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων ή κατά τη λήψη αποφάσεων, να βασίζεται και να ενεργεί σύμφωνα με τις σχετικές δεσμευτικές διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας.

(35)

Εντός του πεδίου εφαρμογής των καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ, το εθνικό δίκαιο αναθέτει στις αρμόδιες εθνικές αρχές ορισμένες εξουσίες που προς το παρόν δεν απαιτούνται από το ενωσιακό δίκαιο, μεταξύ των οποίων και ορισμένες εξουσίες για έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη. Η ΕΚΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτεί από τις εθνικές αρχές στα συμμετέχοντα κράτη μέλη να κάνουν χρήση των εξουσιών αυτών προκειμένου να διασφαλίζεται η άσκηση πλήρους και αποτελεσματικής εποπτείας στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού.

(36)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εποπτικοί κανόνες και αποφάσεις εφαρμόζονται από τα πιστωτικά ιδρύματα, τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, σε περίπτωση παραβάσεων θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 132 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για επιβολή κυρώσεων ( 6 ), η ΕΚΤ δικαιούται να επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές στις επιχειρήσεις λόγω μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους κανονισμούς και τις αποφάσεις της. Επιπλέον, προκειμένου η ΕΚΤ να είναι σε θέση να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά της όσον αφορά την επιβολή των εποπτικών κανόνων που προβλέπονται από την άμεσα εφαρμοστέα ενωσιακή νομοθεσία, η ΕΚΤ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να επιβάλλει χρηματικά πρόστιμα σε πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών λόγω παράβασης των εν λόγω κανόνων. Οι εθνικές αρχές θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να επιβάλουν κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά οδηγιών της Ένωσης στην εσωτερική έννομη τάξη. Εάν η ΕΚΤ κρίνει σκόπιμο προς εκπλήρωση των καθηκόντων της να επιβάλλονται κυρώσεις για τις εν λόγω παραβάσεις, θα πρέπει να είναι σε θέση να παραπέμπει το ζήτημα στις αρμόδιες εθνικές αρχές προς το σκοπό αυτό.

(37)

Οι εθνικές εποπτικές αρχές διαθέτουν σημαντική και μακρόχρονη εμπειρογνωμοσύνη στην εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην επικράτειά τους, καθώς και όσον αφορά τις οικονομικές, οργανωτικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητές τους. Έχουν συγκροτήσει ένα μεγάλο σώμα αφοσιωμένου και εξαιρετικά εξειδικευμένου προσωπικού για τους σκοπούς αυτούς. Επομένως, για να διασφαλιστεί εποπτεία υψηλού επιπέδου σε ολόκληρη την Ένωση, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα έχουν την ευθύνη να επικουρούν την ΕΚΤ κατά την προπαρασκευή και την εφαρμογή των σχετικών πράξεων που αφορούν την άσκηση από την ΕΚΤ των εποπτικών της καθηκόντων. Στα καθήκοντά τους θα πρέπει να περιλαμβάνεται ιδίως η συνεχής καθημερινή αξιολόγηση της κατάστασης ενός πιστωτικού ιδρύματος και οι συναφείς επιτόπιες εξακριβώσεις.

(38)

Τα κριτήρια του παρόντος κανονισμού για τον καθορισμό του μεγέθους των ιδρυμάτων που είναι λιγότερο σημαντικά θα εφαρμόζονται στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης στα συμμετέχοντα κράτη μέλη με βάση ενοποιημένα στοιχεία. Όταν η ΕΚΤ ασκεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό σε σχέση με όμιλο πιστωτικών ιδρυμάτων που δεν είναι λιγότερο σημαντικός σε ενοποιημένη βάση, ασκεί τα καθήκοντα αυτά σε ενοποιημένη βάση σε σχέση με τον όμιλο πιστωτικών ιδρυμάτων και σε εξατομικευμένη βάση για τις θυγατρικές τράπεζες και τα υποκαταστήματα του ομίλου που είναι εγκατεστημένα σε συμμετέχοντα κράτη μέλη.

(39)

Τα κριτήρια του παρόντος κανονισμού για τον καθορισμό του μεγέθους των ιδρυμάτων που είναι λιγότερο σημαντικά θα πρέπει να διευκρινίζονται σε ένα πλαίσιο που θα εγκριθεί και θα δημοσιευθεί από την ΕΚΤ κατόπιν διαβουλεύσεων με τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Σε αυτή τη βάση η ΕΚΤ θα είναι αρμόδια για την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων και θα εξακριβώνει βάσει των δικών της υπολογισμών κατά πόσον πληρούνται αυτά τα κριτήρια. Η αίτηση της ΕΚΤ για παροχή πληροφοριών που θα της επιτρέψουν να πραγματοποιεί τους υπολογισμούς της δεν πρέπει να αναγκάζει τα ιδρύματα να εφαρμόζουν λογιστικά πλαίσια διαφορετικά από εκείνα που ισχύουν βάσει άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης και του εθνικού δικαίου.

(40)

Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα εκτιμηθεί ως σημαντικό ή λιγότερο σημαντικό, αυτή η εκτίμηση δεν πρέπει σε γενικές γραμμές να τροποποιείται συχνότερα από μια φορά κάθε δώδεκα μήνες, εκτός αν γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές στους τραπεζικούς ομίλους, όπως συγχωνεύσεις ή διαθέσεις στοιχείων ενεργητικού.

(41)

Όταν αποφασίζεται κατόπιν κοινοποίησης από την αρμόδια εθνική αρχή ότι ένα ίδρυμα είναι σημαντικό για την εγχώρια οικονομία και ότι πρέπει ως εκ τούτου να υπαχθεί στην εποπτεία της ΕΚΤ, η ΕΚΤ λαμβάνει υπόψη της όλες τις σχετικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων τους όρους ανταγωνισμού.

(42)

Όσον αφορά την εποπτεία διασυνοριακών πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται τόσο εντός όσο και εκτός ευρωζώνης, η ΕΚΤ πρέπει να συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των μη συμμετεχόντων κρατών μελών. Ως αρμόδια αρχή, η ΕΚΤ πρέπει να υπόκειται στις συναφείς υποχρεώσεις συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπει η ενωσιακή νομοθεσία, πρέπει δε να συμμετέχει πλήρως στα σώματα εποπτών. Ακόμη, εφόσον η άσκηση εποπτικών καθηκόντων από ένα ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο αποφέρει σαφή οφέλη για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και την ολοκλήρωση μιας βιώσιμης αγοράς, τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στο ευρώ πρέπει λοιπόν να έχουν και αυτά τη δυνατότητα συμμετοχής στον Ενιαίο εποπτικό μηχανισμό. Ωστόσο, αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων είναι να εφαρμόζονται πλήρως και χωρίς καθυστέρηση οι εποπτικές αποφάσεις. Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν στον Ενιαίο εποπτικό μηχανισμό θα πρέπει επομένως να αναλάβουν να διασφαλίσουν ότι οι εθνικές αρμόδιες αρχές τους θα συμμορφώνονται και θα υιοθετούν κάθε μέτρο που αφορά πιστωτικά ιδρύματα, το οποίο ζητείται από την ΕΚΤ. Η ΕΚΤ πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθιερώνει στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους που δεν συμμετέχει στο ευρώ. Θα πρέπει να υποχρεούται να καθιερώσει τη συνεργασία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(43)

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συμμετέχοντα κράτη μέλη χωρίς νόμισμα το ευρώ δεν παρίστανται στο διοικητικό συμβούλιο καθόσον δεν έχουν προσχωρήσει στο ευρώ σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ και δεν μπορούν να επωφελούνται πλήρως από άλλους μηχανισμούς που παρέχονται για τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, ο παρών κανονισμός προβλέπει πρόσθετες διασφαλίσεις κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, αυτές οι διασφαλίσεις, ειδικότερα η δυνατότητα των συμμετεχόντων κρατών μελών εκτός ευρωζώνης να ζητήσουν τον άμεσο τερματισμό της στενής συνεργασίας αφού ενημερώσουν το διοικητικό συμβούλιο για την αιτιολογημένη διαφωνία τους με σχέδιο απόφασης του εποπτικού συμβουλίου, θα πρέπει να εφαρμόζονται σε δεόντως αιτιολογημένες, έκτακτες περιπτώσεις. Πρέπει να εφαρμόζονται μόνον εφόσον ισχύουν οι ειδικές αυτές περιστάσεις. Οι διασφαλίσεις οφείλονται στις ειδικές περιστάσεις στις οποίες βρίσκονται τα συμμετέχοντα κράτη μέλη χωρίς νόμισμα το ευρώ βάσει του παρόντος κανονισμού, εφόσον αυτά δεν παρίστανται στο διοικητικό συμβούλιο και δεν μπορούν να επωφελούνται πλήρως από άλλους μηχανισμούς που παρέχονται για τα κράτη μέλη της ευρωζώνης. Για τον λόγο αυτό, οι διασφαλίσεις δεν μπορούν και δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως προηγούμενο για άλλους τομείς πολιτικής της Ένωσης.

(44)

Κανένα στοιχείο στον παρόντα κανονισμό δεν πρέπει να μεταβάλλει κατ’ οιονδήποτε τρόπο το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τη μεταβολή της νομικής μορφής θυγατρικών ή υποκαταστημάτων ούτε την εφαρμογή αυτού του πλαισίου, και δεν νοείται ούτε εφαρμόζεται ως μέσον παροχής κινήτρων υπέρ της μεταβολής αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνονται απολύτως σεβαστές οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων εθνικών αρχών των μη συμμετεχόντων κρατών μελών, ούτως ώστε οι εν λόγω αρχές να συνεχίσουν να διαθέτουν επαρκή εποπτικά εργαλεία και εξουσίες επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην επικράτειά τους, για να είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις αρμοδιότητές τους και να διαφυλάττουν αποτελεσματικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το δημόσιο συμφέρον. Επίσης, προκειμένου να βοηθούνται οι αρμόδιες αρχές στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, θα πρέπει οι καταθέτες και οι αρμόδιες αρχές να ενημερώνονται εγκαίρως σε περίπτωση μεταβολής της νομικής μορφής θυγατρικών ή υποκαταστημάτων.

(45)

Προκειμένου να ασκεί τα καθήκοντά της, η ΕΚΤ θα πρέπει να διαθέτει κατάλληλες εποπτικές εξουσίες. Η νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέπει την ανάθεση ορισμένων εξουσιών σε αρμόδιες αρχές που ορίζονται από τα κράτη μέλη για τους σκοπούς αυτούς. Στο βαθμό που οι εν λόγω εξουσίες εμπίπτουν στο πεδίο των εποπτικών καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ, για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη η ΕΚΤ θα πρέπει να θεωρείται η αρμόδια αρχή και θα πρέπει να διαθέτει τις εξουσίες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές από την ενωσιακή νομοθεσία. Συμπεριλαμβάνονται οι εξουσίες που ανατίθενται με τις εν λόγω νομικές πράξεις στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και οι εξουσίες που ανατίθενται στις εντεταλμένες αρχές.

(46)

Η ΕΚΤ πρέπει να έχει την εποπτική εξουσία να απομακρύνει ένα μέλος ενός διαχειριστικού οργάνου κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(47)

Προκειμένου να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά της, η ΕΚΤ πρέπει να μπορεί να απαιτεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις, ενδεχομένως σε συνεργασία με εθνικές αρμόδιες αρχές. Η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες εποπτικές αρχές θα έχουν πρόσβαση στις ίδιες πληροφορίες χωρίς τα πιστωτικά ιδρύματα να υπόκεινται σε απαιτήσεις διπλής υποβολής εκθέσεων.

(48)

Το δικηγορικό απόρρητο αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ενωσιακού δικαίου που προστατεύει την εμπιστευτικότητα της επικοινωνίας ανάμεσα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και τους νομικούς συμβούλους τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(49)

Όταν η ΕΚΤ ζητεί πληροφορίες από πρόσωπο εγκατεστημένο σε μη συμμετέχον κράτος μέλος αλλά ανήκον σε πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία εγκατεστημένη σε συμμετέχον κράτος μέλος, ή από πρόσωπο στο οποίο ένα πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή χρηματοδοτική εταιρεία έχει αναθέσει υπεργολαβικώς επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες, και εφόσον οι παραπάνω απαιτήσεις δεν εφαρμόζονται και δεν μπορούν να επιβληθούν σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, η ΕΚΤ πρέπει να αναλάβει τον συντονισμό με την αρμόδια αρχή του οικείου μη συμμετέχοντος κράτους μέλους.

(50)

Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται με τα άρθρα 34 και 42 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που επισυνάπτεται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στη ΣΛΕΕ («καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ»). Οι πράξεις τις οποίες εκδίδει η ΕΚΤ δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν δημιουργούν δικαιώματα και δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις στα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, εκτός εάν οι εν λόγω πράξεις είναι σύμφωνες προς τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης, βάσει του πρωτοκόλλου αριθ. 4 και του πρωτοκόλλου αριθ. 15 για ορισμένες διατάξεις που αφορούν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, που επισυνάπτεται στην ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ.

(51)

Σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα ασκούν το δικαίωμά τους για εγκατάσταση ή για παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, ή σε περίπτωση που διάφορες οντότητες ενός ομίλου είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη, η ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει ειδικές διαδικασίες και κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των συγκεκριμένων κρατών μελών. Εφόσον η ΕΚΤ αναλαμβάνει ορισμένα εποπτικά καθήκοντα για όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, οι εν λόγω διαδικασίες και κατανομή αρμοδιοτήτων δεν θα πρέπει να ισχύουν για την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης ή παροχής υπηρεσιών σε άλλο συμμετέχον κράτος μέλος.

(52)

Όταν ασκεί τα καθήκοντά της βάσει του παρόντος κανονισμού και ζητεί τη συνδρομή των εθνικών αρμόδιων αρχών, η ΕΚΤ οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ορθή εξισορρόπηση της συμμετοχής όλων των σχετικών εθνικών αρχών, σύμφωνα με τις ευθύνες της μεμονωμένης, υποενοποιημένης και ενοποιημένης εποπτείας που προβλέπονται στην ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία.

(53)

Κανένα στοιχείο του παρόντος κανονισμού δεν πρέπει να νοείται ως ότι αναθέτει στην ΕΚΤ την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα εκτός από πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, με την επιφύλαξη της εξουσίας της ΕΚΤ να απαιτεί από τις εθνικές αρχές να ενεργούν για να διασφαλίσουν την επιβολή ενδεδειγμένων κυρώσεων.

(54)

Εφόσον έχει ιδρυθεί από τις Συνθήκες, η ΕΚΤ είναι θεσμικό όργανο της Ένωσης συνολικά. Στο πλαίσιο των διαδικασιών της για τη λήψη αποφάσεων, η ΕΚΤ θα πρέπει να δεσμεύεται από τους ενωσιακούς κανόνες και τις γενικές αρχές για τήρηση της νομιμότητας και διαφάνεια. Το δικαίωμα ακρόασης των αποδεκτών των αποφάσεων της ΕΚΤ πρέπει να γίνεται πλήρως σεβαστό, καθώς και το δικαίωμά τους να ζητούν επανεξέταση αποφάσεων της ΕΚΤ σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(55)

Η ανάθεση εποπτικών καθηκόντων συνεπάγεται τη σημαντική ευθύνη για την ΕΚΤ να διασφαλίζει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ένωση και να χρησιμοποιεί τις εποπτικές εξουσίες της κατά τον πλέον αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο. Οιαδήποτε μετατόπιση των εξουσιών εποπτείας από το επίπεδο κράτους μέλους σε επίπεδο Ένωσης πρέπει να ισοσταθμίζεται από τις δέουσες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας. Συνεπώς, η ΕΚΤ θα πρέπει να λογοδοτεί για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, θεσμικά όργανα δημοκρατικά νομιμοποιημένα που εκπροσωπούν τους πολίτες της ΕΕ και τα κράτη μέλη. Η λογοδοσία περιλαμβάνει τακτική υποβολή εκθέσεων και απάντηση στις ερωτήσεις που υποβάλλει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και η Ευρωομάδα σύμφωνα με τους αντιστοίχους διαδικαστικούς κανόνες. Οιαδήποτε υποχρέωση υποβολής εκθέσεων πρέπει να διέπεται από τις σχετικές απαιτήσεις τήρησης επαγγελματικού απορρήτου.

(56)

Η ΕΚΤ θα πρέπει επίσης να διαβιβάζει τις εκθέσεις, τις οποίες υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στα εθνικά κοινοβούλιο τα συμμετεχόντων κρατών μελών. Τα εθνικά κοινοβούλια των συμμετεχόντων κρατών μελών πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απευθύνουν παρατηρήσεις ή ερωτήματα στην ΕΚΤ σχετικά με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, στα οποία η ΕΚΤ δύναται να απαντά. Οι εσωτερικοί κανονισμοί αυτών των εθνικών κοινοβουλίων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις λεπτομέρειες των σχετικών διαδικασιών και ρυθμίσεων για την υποβολή των παρατηρήσεων και ερωτημάτων στην ΕΚΤ. Εν προκειμένω πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις παρατηρήσεις ή τα ερωτήματα που αφορούν την ανάκληση των αδειών λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει της οποίας έχουν αναληφθεί οι δράσεις που είναι απαραίτητες για την εξυγίανση ή τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας από τις εθνικές αρχές σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό. Το εθνικό κοινοβούλιο ενός συμμετέχοντος κράτους μέλους πρέπει να είναι σε θέση να καλεί τον Πρόεδρο ή έναν εκπρόσωπο του εποπτικού συμβουλίου να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο εν λόγω κράτος μέλος, μαζί με εκπρόσωπο της εθνικής αρμόδιας αρχής. Αυτός ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων ενδείκνυται λαμβανομένου υπόψη του δυνητικού αντίκτυπου που μπορούν να έχουν τα εποπτικά μέτρα στα δημόσια οικονομικά, στα πιστωτικά ιδρύματα, τους πελάτες και τους εργαζομένους τους καθώς και στις αγορές στα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Σε περίπτωση που οι εθνικές αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε ενέργειες βάσει του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις περί λογοδοσίας που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία.

(57)

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να συγκροτήσει προσωρινή ερευνητική επιτροπή για τη διερεύνηση καταγγελλόμενων παραβάσεων ή περιπτώσεων κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, ή να ασκεί τα καθήκοντα πολιτικού ελέγχου όπως προβλέπονται στις Συνθήκες, καθώς και το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εγκρίνει θέση ή να εκδίδει ψήφισμα για θέματα που θεωρεί ενδεδειγμένα.

(58)

Στο πλαίσιο της δράσης της, η ΕΚΤ οφείλει να συμμορφώνεται με τις αρχές της τήρησης της νομιμότητας και της διαφάνειας.

(59)

Ο κανονισμός που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ πρέπει να καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες για την πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ΕΚΤ στα πλαίσια της εκτέλεσης των εποπτικών καθηκόντων της, κατ’ εφαρμογή της ΣΛΕΕ.

(60)

Σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, μεταξύ άλλων της ΕΚΤ, πλην συστάσεων ή γνωμών, οι οποίες πράξεις παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.

(61)

Σύμφωνα με το άρθρο 340 ΣΛΕΕ, η ΕΚΤ θα πρέπει να αποκαθιστά σύμφωνα με τις γενικές αρχές, που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημιές που προξενεί η ίδια ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό δεν θίγει την ευθύνη που φέρουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές προς αποκατάσταση οιασδήποτε ζημίας προκλήθηκε από τις ίδιες ή τους υπαλλήλους τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας.

(62)

Ο κανονισμός 1 του Συμβουλίου περί του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 7 ) θα πρέπει να εφαρμόζεται στην ΕΚΤ δυνάμει του άρθρου 342 της ΣΛΕΕ.

(63)

Όταν αποφασίζει αν πρέπει να περιοριστεί το δικαίωμα πρόσβασης των ενδιαφερόμενων προσώπων σε έναν φάκελο, η ΕΚΤ θα πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και να τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και αμερόληπτης δικαιοσύνης.

(64)

Η ΕΚΤ θα πρέπει να παρέχει στα φυσικά και νομικά πρόσωπα τη δυνατότητα να ζητούν την επανεξέταση των αποφάσεων που λαμβάνονται δυνάμει των εξουσιών που της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό και των οποίων είναι αποδέκτες, ή που τα αφορούν άμεσα και ατομικά. Το πεδίο εφαρμογής της επανεξέτασης πρέπει να αφορά τη διαδικαστική και ουσιαστική συμμόρφωση αυτών των αποφάσεων με τον παρόντα κανονισμό στα πλαίσια του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στην ΕΚΤ να αποφασίζει σχετικά με τη σκοπιμότητα λήψης αυτών των αποφάσεων. Για το σκοπό αυτό και για λόγους διαδικαστικής οικονομίας η ΕΚΤ θα πρέπει να συγκροτήσει Διοικητική Επιτροπή Ελέγχου που θα εκτελεί αυτήν την εσωτερική επανεξέταση. Για τη συγκρότηση της υπηρεσίας, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ θα πρέπει να διορίσει πρόσωπα υψίστου κύρους. Κατά τη λήψη της απόφασής του το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να διασφαλίζει κατά το δυνατόν κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία και την ισόρροπη συμμετοχή των φύλων από το σύνολο των κρατών μελών. Η διαδικασία επανεξέτασης πρέπει να παρέχει στο διοικητικό συμβούλιο τη δυνατότητα να επανεξετάζει με ενδεδειγμένο τρόπο το προηγούμενο σχέδιο απόφασής του.

(65)

Η ΕΚΤ είναι αρμόδια για την άσκηση καθηκόντων νομισματικής πολιτικής με σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η άσκηση των εποπτικών καθηκόντων έχει ως στόχο την προστασία της ασφάλειας και της ευρωστίας των πιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Θα πρέπει συνεπώς να ασκούνται εντελώς χωριστά, προκειμένου να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων και να διασφαλίζεται ότι κάθε καθήκον ασκείται σε συνάρτηση με τους επιδιωκόμενους στόχους. Η ΕΚΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι το διοικητικό συμβούλιο λειτουργεί με εντελώς διαφοροποιημένο τρόπο, όσον αφορά τα νομισματικά και εποπτικά καθήκοντα. Η διαφοροποίηση αυτή θα πρέπει, τουλάχιστον, να συνεπάγεται αυστηρά διαχωρισμένες συνεδριάσεις και ημερήσιες διατάξεις.

(66)

Ο οργανωτικός διαχωρισμός του προσωπικού πρέπει να αφορά όλες τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για το σκοπό της ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής και πρέπει να διασφαλίζει ότι η άσκηση των καθηκόντων που ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό υπόκειται πλήρως σε δημοκρατική λογοδοσία και επίβλεψη, όπως προβλέπει ο παρών κανονισμός. Το προσωπικό που συμμετέχει στην άσκηση των καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις στον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου.

(67)

Συγκεκριμένα, θα πρέπει να συσταθεί στο πλαίσιο της ΕΚΤ ένα εποπτικό συμβούλιο, αρμόδιο για την προπαρασκευή αποφάσεων επί εποπτικών θεμάτων, όπου θα ενσωματώνεται η ειδική εμπειρογνωμοσύνη των εθνικών εποπτικών αρχών. Το συμβούλιο θα πρέπει συνεπώς να προεδρεύεται από έναν Πρόεδρο, να διαθέτει αντιπρόεδρο και να απαρτίζεται από εκπροσώπους της ΕΚΤ και των αρμοδίων εθνικών αρχών Κατά τους διορισμούς για τη συγκρότηση του εποπτικού συμβουλίου κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της ισόρροπης συμμετοχής των φύλων και της ενδεδειγμένης πείρας και προσόντων. Όλα τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου θα πρέπει να ενημερώνονται εγκαίρως και διεξοδικώς για τα σημεία της ημερήσιας διάταξης των συνεδριάσεών του ώστε να διευκολύνεται η αποτελεσματικότητα των συζητήσεων και η διαδικασία σύνταξης των σχεδίων αποφάσεων.

(68)

Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, το εποπτικό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη όλα τα σημαντικά γεγονότα και όλες τις περιστάσεις στα συμμετέχοντα κράτη μέλη και ασκεί τα καθήκοντά του προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου.

(69)

Τηρώντας πλήρως τις θεσμικές ρυθμίσεις και τους κανόνες ψηφοφορίας που ορίζονται στις Συνθήκες το εποπτικό συμβούλιο θα πρέπει να αποτελεί βασικό όργανο για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ, τα οποία καθήκοντα ανήκαν μέχρι σήμερα στις εθνικές αρμόδιες αρχές. Για τους λόγους αυτούς το Συμβούλιο πρέπει να έχει την εξουσία έκδοσης της εκτελεστικής απόφασης για το διορισμό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του εποπτικού συμβουλίου. Ύστερα από ακρόαση του εποπτικού συμβουλίου, η ΕΚΤ υποβάλλει πρόταση διορισμού του Προέδρου και του Αντιπροέδρου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μόλις εγκριθεί η πρόταση, το Συμβούλιο εκδίδει αυτήν την εκτελεστική απόφαση. Ο πρόεδρος πρέπει να επιλέγεται βάσει ανοικτής διαδικασίας επιλογής, σχετικά με την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να ενημερώνονται δεόντως.

(70)

Για να υπάρχει κατάλληλη εναλλαγή με ταυτόχρονη διασφάλιση της πλήρους ανεξαρτησίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, η θητεία τους δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την πενταετία ούτε να είναι ανανεώσιμη. Για να διασφαλίζεται πλήρης συντονισμός με τις δραστηριότητες της ΕΑΤ και με τις πολιτικές της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία, το εποπτικό συμβούλιο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καλεί ως παρατηρητές την ΕΑΤ και την Επιτροπή. Αφού συσταθεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Εξυγίανσης, ο Πρόεδρός της θα πρέπει να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του εποπτικού συμβουλίου.

(71)

Το εποπτικό συμβούλιο πρέπει να επικουρείται από διευθύνουσα επιτροπή με πιο περιορισμένη σύνθεση. Η διευθύνουσα επιτροπή πρέπει να προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του εποπτικού συμβουλίου και να ασκεί τα καθήκοντά της αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου, πρέπει δε να συνεργάζεται με το εποπτικό συμβούλιο με όρους πλήρους διαφάνειας.

(72)

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ προσκαλεί τους εκπροσώπους των συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ κάθε φορά που σχεδιάζει να αντιταχθεί σε σχέδιο απόφασης του εποπτικού συμβουλίου ή όταν οι συγκεκριμένες αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν το Διοικητικό Συμβούλιο ότι διαφωνούν αιτιολογημένα με σχέδιο απόφασης του εποπτικού συμβουλίου, εφόσον η εν λόγω απόφαση απευθύνεται στις εθνικές αρχές και αφορά πιστωτικά ιδρύματα συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ.

(73)

Για να διασφαλιστεί ο διαχωρισμός μεταξύ καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτικών καθηκόντων, η ΕΚΤ θα πρέπει να κληθεί να συγκροτήσει επιτροπή μεσολάβησης. Η συγκρότηση της επιτροπής μεσολάβησης, και ιδίως η σύνθεσή της, πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι διαφορές απόψεων θα επιλύονται με ισορροπημένο τρόπο προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου.

(74)

Το εποπτικό συμβούλιο, η διευθύνουσα επιτροπή και το προσωπικό της ΕΚΤ που ασκεί εποπτικά καθήκοντα θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Παρεμφερείς απαιτήσεις θα πρέπει να ισχύουν για την ανταλλαγή πληροφοριών με το προσωπικό της ΕΚΤ που δεν συμμετέχει στις εποπτικές δραστηριότητες. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει την ΕΚΤ να ανταλλάσσει πληροφορίες, εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, μεταξύ άλλων με την Επιτροπή, για τους σκοπούς των καθηκόντων της βάσει των άρθρων 107 και 108 της ΣΛΕΕ και βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας για ενισχυμένη οικονομική και δημοσιονομική επιτήρηση.

(75)

Για την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων, η ΕΚΤ θα πρέπει να εκτελεί τα εποπτικά καθήκοντα της με πλήρη ανεξαρτησία, ιδίως από αδικαιολόγητη πολιτική επιρροή και από παρεμβάσεις του οικείου κλάδου που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επιχειρησιακή της ανεξαρτησία.

(76)

Η παρεμβολή περιόδων ισχύος περιορισμών αναφορικά με τη δυνατότητα ανάληψης επαγγελματικών δραστηριοτήτων («cooling-off period») για τις εποπτικές αρχές αποτελεί σημαντικό μέσο διασφάλισης της αποτελεσματικότητας και της ανεξαρτησίας της εποπτείας που διενεργείται από αυτές τις αρχές. Προς το σκοπό αυτόν και με την επιφύλαξη της εφαρμογής αυστηρότερων εθνικών κανόνων η ΕΚΤ πρέπει να καθορίσει και να διατηρήσει περιεκτικές και τυπικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων αναλογικές περιόδους επανεξέτασης, ώστε να αξιολογεί εκ των προτέρων και να προλαμβάνει πιθανές συγκρούσεις με τα έννομα συμφέροντα των ΕΕΜ/ΕΚΤ σε περίπτωση που ένα πρώην μέλος του εποπτικού συμβουλίου αρχίζει να εργάζεται στον τραπεζικό κλάδο τον οποίον κάποτε επόπτευε.

(77)

Προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τα εποπτικά καθήκοντά της, η ΕΚΤ θα πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους. Οι εν λόγω πόροι θα πρέπει να συγκεντρώνονται κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ΕΚΤ από αδικαιολόγητη επιρροή από πλευράς των εθνικών αρμόδιων αρχών και των παραγόντων της αγοράς, καθώς και ο διαχωρισμός μεταξύ των καθηκόντων νομισματικής πολιτικής και εποπτείας. Το κόστος της εποπτείας θα πρέπει να βαρύνει τις οντότητες που υπόκεινται σε αυτήν. Συνεπώς, η άσκηση των εποπτικών καθηκόντων από την ΕΚΤ θα πρέπει να χρηματοδοτείται από ετήσια τέλη τα οποία χρεώνονται στα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιβάλει τέλη στα υποκαταστήματα που έχουν εγκατασταθεί σε συμμετέχοντα κράτη μέλη από πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα σε μη συμμετέχον κράτος μέλος για την κάλυψη των δαπανών που βαρύνουν την ΕΚΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως εποπτικής αρχής υποδοχής για τα εν λόγω υποκαταστήματα. Στην περίπτωση που η εποπτεία ενός πιστωτικού ιδρύματος ή υποκαταστήματος ασκείται σε ενοποιημένη βάση, το τέλος θα πρέπει να επιβάλλεται στο υψηλότερο επίπεδο του πιστωτικού ιδρύματος στο πλαίσιο του ομίλου που είναι εγκατεστημένος στα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Ο υπολογισμός των τελών θα πρέπει να αποκλείει τυχόν θυγατρικές εγκατεστημένες σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη.

(78)

Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, το τέλος πρέπει να ορίζεται στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης εντός των συμμετεχόντων κρατών μελών και να καταμερίζεται στα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε συμμετέχον κράτος μέλος και υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τη σπουδαιότητα και το προφίλ κινδύνου συμπεριλαμβανομένων των σταθμισμένων βάσει κινδύνου στοιχείων ενεργητικού.

(79)

Για την αποτελεσματική εποπτεία απαιτείται προσωπικό με υψηλή επαγγελματική συνείδηση, καλή εκπαίδευση και αμεροληψία. Προκειμένου να δημιουργηθεί ένας γνήσια ολοκληρωμένος εποπτικός μηχανισμός, θα πρέπει να προβλέπεται ενδεδειγμένη απόσπαση και ανταλλαγή προσωπικού με τις αρμόδιες εθνικές αρχές και την ΕΚΤ, καθώς και μεταξύ αυτών. Για να εξασφαλίζεται ο έλεγχος από ομοτίμους σε συνεχή βάση, ιδίως κατά την εποπτεία μεγάλων πιστωτικών ιδρυμάτων, η ΕΚΤ θα πρέπει να μπορεί να ζητεί να συμμετέχει στις εθνικές εποπτικές ομάδες και προσωπικό από αρμόδιες αρχές άλλων συμμετεχόντων κρατών μελών, ώστε να είναι δυνατή η συγκρότηση ομάδων εποπτείας με γεωγραφική ποικιλότητα και ειδική εμπειρογνωμοσύνη και χαρακτηριστικά. Με την ανταλλαγή και την απόσπαση προσωπικού καθιερώνεται μια κοινή αντίληψη για την εποπτεία. Η ΕΚΤ παρέχει σε τακτική βάση πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των υπαλλήλων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές οι οποίοι έχουν αποσπασθεί στην ΕΚΤ για τους σκοπούς του ΕΕΜ.

(80)

Λόγω της παγκοσμιοποίησης των τραπεζικών υπηρεσιών και της αυξημένης σημασίας των διεθνών προτύπων, η ΕΚΤ θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της όσον αφορά τα διεθνή πρότυπα και με διάλογο και στενή συνεργασία με τις εποπτικές αρχές εκτός Ένωσης, χωρίς να επικαλύπτει το διεθνή ρόλο της ΕΑΤ. Θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με τις εποπτικές αρχές και τις διοικητικές υπηρεσίες τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς, σε συντονισμό με την ΕΑΤ και με πλήρη σεβασμό των υφιστάμενων ρόλων και των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

(81)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών ( 8 ) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών ( 9 ), εφαρμόζονται πλήρως όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την ΕΚΤ για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(82)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) ( 10 ) ισχύει για την ΕΚΤ. Η ΕΚΤ έχει εκδώσει την απόφαση ΕΚΤ/2004/11 ( 11 ) σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες διεξαγωγής ερευνών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(83)

Για να διασφαλιστεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε εποπτεία ύψιστης ποιότητας, απερίσπαστη από άλλες εκτιμήσεις που δεν έχουν σχέση με την προληπτική εποπτεία, και ότι οι αρνητικές αλληλοτροφοδοτούμενες επιπτώσεις από τις εξελίξεις των αγορών που αφορούν πιστωτικά ιδρύματα και κράτη μέλη αντιμετωπίζονται εγκαίρως και αποτελεσματικά, η ΕΚΤ θα πρέπει να αρχίσει να ασκεί ειδικά εποπτικά καθήκοντα το συντομότερο δυνατόν. Ωστόσο, για τη μεταβίβαση εποπτικών καθηκόντων από τις εθνικές εποπτικές αρχές στην ΕΚΤ απαιτείται κάποια προετοιμασία. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλεφθεί κατάλληλη περίοδος σταδιακής εφαρμογής.

(84)

Κατά την έγκριση των λεπτομερών επιχειρησιακών ρυθμίσεων για την εκπλήρωση των καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ από τον παρόντα κανονισμό, η ΕΚΤ πρέπει να προβλέψει μεταβατικές ρυθμίσεις που θα εξασφαλίζουν ότι θα ολοκληρωθούν εποπτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, μεταξύ άλλων τυχόν αποφάσεις και/ή μέτρα που εγκρίθηκαν ή έρευνα που δρομολογήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(85)

Στην ανακοίνωση της 28ης Νοεμβρίου 2012 με τίτλο «Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική οικονομική και νομισματική ένωση», η Επιτροπή αναφέρει τα εξής: «Θα μπορούσε να τροποποιηθεί το άρθρο 127 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ ώστε να καταστεί εφαρμοστέα η συνήθης νομοθετική διαδικασία και να εξαλειφθούν ορισμένοι από τους νομικούς περιορισμούς που θέτει σήμερα για το σχεδιασμό του ΕΕΜ (δηλαδή να θεσπιστεί η δυνατότητα άμεσης και αμετάκλητης δήλωσης συμμετοχής στον ΕΕΜ των κρατών μελών που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ, πέραν των ορίων του μοντέλου της “στενής συνεργασίας”, να χορηγηθούν στα κράτη μέλη που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ και συμμετέχουν στον ΕΕΜ πλήρως ίσα δικαιώματα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ, και να προωθηθεί ακόμη περισσότερο ο εσωτερικός διαχωρισμός της λήψης αποφάσεων σε θέματα νομισματικής πολιτικής και εποπτείας)». Αναφέρει επίσης ότι «ένα συγκεκριμένο σημείο που πρέπει να καλυφθεί θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας της ΕΚΤ, εφόσον ενεργεί ως τραπεζική εποπτική αρχή». Υπενθυμίζεται ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι προτάσεις τροποποίησής της μπορούν να υποβάλλουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μπορούν να αφορούν οιαδήποτε πτυχή των Συνθηκών.

(86)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και αμερόληπτης δικαιοσύνης, θα πρέπει δε να εφαρμόζεται κατ’ εφαρμογή των εν λόγω δικαιωμάτων και αρχών.

(87)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η δημιουργία αποδοτικού και αποτελεσματικού εποπτικού πλαισίου για την άσκηση ειδικών εποπτικών καθηκόντων σε πιστωτικά ιδρύματα από θεσμικό όργανο της Ένωσης, και η διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων στα πιστωτικά ιδρύματα, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω της πανευρωπαϊκής δομής της τραπεζικής αγοράς και του αντικτύπου των πτωχεύσεων πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλα κράτη μέλη, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Αντικείμενο και ορισμοί ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Αντικείμενο και ορισμοί
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Συνεργασία και καθήκοντα ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Συνεργασία και καθήκοντα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Εξουσίες της ΕΚΤ ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Εξουσίες της ΕΚΤ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Οργανωτικές αρχές ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Οργανωτικές αρχές
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Γενικές και τελικές διατάξεις ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Γενικές και τελικές διατάξεις

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση