|
+9. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, οι όροι που χρησιμοποιούνται και ορίζονται στον κανονισμό … |
9. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, οι όροι που χρησιμοποιούνται και ορίζονται στον κανονισμό …Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, οι όροι που χρησιμοποιούνται και ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/20133 , στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, στην οδηγία 2014/59/ΕΕ4 ή στις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενεργούν τα ιδρύματα5 , έχουν την ίδια έννοια και στις κατευθυντήριες γραμμές. Επιπλέον, για τους σκοπούς του παρόντος εγγράφου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: Ως «εποπτική αρχή ΚΞΧ/ΧΤ» νοείται η εποπτική αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 45 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων προς τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. Ως «απαιτήσεις κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας» νοούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο κεφάλαιο 4 του τίτλου VII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Ως «ίδρυμα ενοποίησης» νοείται ένα ίδρυμα το οποίο υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της ενοποιημένης κατάστασης, σύμφωνα με το μέρος 1 τίτλος 2 κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ως «ικανότητα αντιστάθμισης» νοείται η ικανότητα του ιδρύματος να κατέχει ή να έχει πρόσβαση σε επιπλέον ρευστότητα σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα για την αντιμετώπιση σεναρίων ακραίων καταστάσεων. Ως «κίνδυνος χρηματοδότησης» νοείται ο κίνδυνος να μην διαθέτει το ίδρυμα σταθερές πηγές χρηματοδότησης σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, που έχει ως αποτέλεσμα τον υφιστάμενο ή μελλοντικό κίνδυνο το ίδρυμα είτε να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί καθόλου στις χρηματοοικονομικές του υποχρεώσεις, όπως πληρωμές και ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων, όταν αυτές καταστούν απαιτητές, σε μεσοπρόθεσμο έως μακροπρόθεσμο ορίζοντα, είτε να μπορέσει μεν να ανταποκριθεί, αλλά με υπερβολική αύξηση του κόστους χρηματοδότησης. Ως «χορήγηση δανείων σε ξένο νόμισμα» νοείται η χορήγηση δανείων σε δανειολήπτες ανεξάρτητα από τη νομική μορφή του πιστωτικού ανοίγματος (π.χ. συμπεριλαμβανομένων των αναβαλλόμενων πληρωμών ή παρόμοιων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων), σε άλλα νομίσματα πλην εκείνου που ισχύει ως νόμιμο χρήμα στη χώρα κατοικίας του δανειολήπτη. Ως «κίνδυνος χορήγησης δανείων σε ξένο νόμισμα» νοείται ο υφιστάμενος ή μελλοντικός κίνδυνος για τα κέρδη και τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, ο οποίος προκύπτει από τη χορήγηση δανείων σε ξένο νόμισμα προς δανειολήπτες που δεν έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού τους κινδύνου. Ως «διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου (ΔΑΕΕΚ)» νοείται η διαδικασία για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση του εσωτερικού κεφαλαίου, την οποία εφαρμόζει το ίδρυμα δυνάμει του άρθρου 73 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/59/oj). Ως «διαδικασία αξιολόγησης της εσωτερικής επάρκειας ρευστότητας (ΔΑΕΕΡ)» νοείται η διαδικασία για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της ρευστότητας, την οποία εφαρμόζει το ίδρυμα δυνάμει του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Ως «κατηγορία του ιδρύματος» νοείται ο δείκτης της συστημικής σημασίας του ιδρύματος που αποδίδεται βάσει του μεγέθους και της πολυπλοκότητας του ιδρύματος και του πεδίου των δραστηριοτήτων του. Ως «ενδοημερήσια ρευστότητα» νοούνται τα κεφάλαια στα οποία έχει πρόσβαση το ίδρυμα κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, προκειμένου να είναι σε θέση να πραγματοποιεί πληρωμές σε πραγματικό χρόνο. Ως «ενδοημερήσιος κίνδυνος ρευστότητας» νοείται ο υφιστάμενος ή μελλοντικός κίνδυνος να μην είναι το ίδρυμα σε θέση να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις ανάγκες του για ενδοημερήσια ρευστότητα. Ως «μακροπροληπτική απαίτηση» ή «μακροπροληπτικό μέτρο» νοείται απαίτηση ή μέτρο που επιβάλλεται από αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή για την αντιμετώπιση μακροπροληπτικού ή συστημικού κινδύνου. Ως «σημαντικό νόμισμα» νοείται νόμισμα στο οποίο το ίδρυμα έχει σημαντικές θέσεις σε στοιχεία εντός ή εκτός ισολογισμού. Ως «κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΞΧ/ΧΤ)» νοείται ο κίνδυνος όπως ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο6 . Ως «επιχειρησιακή ανθεκτικότητα» νοείται η ικανότητα ενός ιδρύματος να εκτελεί κρίσιμες ή σημαντικές λειτουργίες ακόμη και εν μέσω διαταραχών. Ως «συνολική κεφαλαιακή απαίτηση» νοείται το άθροισμα της συνολικής κεφαλαιακής απαίτησης με βάση τη ΔΕΕΑ (TSCR), των απαιτήσεων κεφαλαιακών αποθεμάτων και των μακροπροληπτικών απαιτήσεων, όταν εκφράζονται ως απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Ως «συνολικές απαιτήσεις του δείκτη μόχλευσης (OLRR)» νοείται το άθροισμα των συνολικών απαιτήσεων του δείκτη μόχλευσης βάσει της ΔΕΕΑ (TSLRR) και των απαιτήσεων των αποθεμάτων ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης των παγκόσμιων συστημικώς σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ως «συνολική αξιολόγηση της ΔΕΕΑ» νοείται η επικαιροποιημένη εκτίμηση της συνολικής βιωσιμότητας ενός ιδρύματος βάσει αξιολόγησης των στοιχείων της ΔΕΕΑ. Ως «συνολική βαθμολογία της ΔΕΕΑ» νοείται ο αριθμητικός δείκτης του συνολικού κινδύνου για τη βιωσιμότητα του ιδρύματος βάσει της συνολικής αξιολόγησης της ΔΕΕΑ. Ως «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του Πυλώνα 1» ή «P1R» νοούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που το ίδρυμα υποχρεούται να διατηρεί σύμφωνα με τα μέρη 3, 4 και 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και το κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402. Ως «Κεφαλαιακές κατευθύνσεις του Πυλώνα 2» ή «P2G» νοείται το επίπεδο και η ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων που αναμένεται να διατηρεί το ίδρυμα πέρα από τις συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις (OCR), που προσδιορίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές. Ως «Κεφαλαιακές κατευθύνσεις του Πυλώνα 2 για τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης» ή «P2G-LR» νοείται το επίπεδο και η ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων που αναμένεται να διατηρεί το ίδρυμα πέρα από τις συνολικές απαιτήσεις του δείκτη μόχλευσης (OLRR), που προσδιορίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές. Ως «Κεφαλαιακές απαιτήσεις του Πυλώνα 2» ή «P2R» νοούνται οι πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση κινδύνων πέραν του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Ως «Κεφαλαιακές απαιτήσεις του Πυλώνα 2 για τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης» ή «P2R-LR» νοούνται οι πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Ως «κίνδυνος φήμης» νοείται ο υφιστάμενος ή μελλοντικός κίνδυνος για τα κέρδη, τα ίδια κεφάλαια ή τη ρευστότητα του ιδρύματος, ο οποίος προκύπτει από βλάβη της φήμης του ιδρύματος. Ως «διάθεση ανάληψης κινδύνων» νοείται το συνολικό επίπεδο και οι κατηγορίες των κινδύνων που το ίδρυμα είναι πρόθυμο να αναλάβει στο πλαίσιο της δυνατότητάς του για ανάληψη κινδύνων, σύμφωνα με το επιχειρηματικό του μοντέλο, προκειμένου να επιτύχει τους στρατηγικούς στόχους του. Ως «βαθμολογία κινδύνου» νοείται η αριθμητική έκφραση που συνοψίζει την εποπτική αξιολόγηση ενός μεμονωμένου κινδύνου κεφαλαίου, ρευστότητας και χρηματοδότησης που αντιπροσωπεύει την πιθανότητα ένας κίνδυνος να έχει σημαντικές επιπτώσεις προληπτικής εποπτείας στο ίδρυμα (π.χ. δυνητική ζημία) μετά την εξέταση της διαχείρισης κινδύνου και των ελέγχων και πριν από την εξέταση της δυνατότητας του ιδρύματος να μετριάσει τον κίνδυνο μέσω διαθέσιμων πόρων κεφαλαίων ή ρευστότητας. Ως «κίνδυνοι κεφαλαίου» νοούνται διακριτοί κίνδυνοι οι οποίοι, σε περίπτωση που εκδηλωθούν, θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις από άποψη προληπτικής εποπτείας στα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος κατά τους επόμενους 12 μήνες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι κίνδυνοι που καλύπτονται από τα άρθρα 79 έως 87 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Ως «κίνδυνοι ρευστότητας και χρηματοδότησης» νοούνται διακριτοί κίνδυνοι οι οποίοι, σε περίπτωση που εκδηλωθούν, θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις από άποψη προληπτικής εποπτείας στη ρευστότητα του ιδρύματος σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες. Ως «στοιχείο της ΔΕΕΑ» νοείται ένα από τα ακόλουθα: ανάλυση επιχειρηματικού μοντέλου, αξιολόγηση της εσωτερικής διακυβέρνησης και των ελέγχων των κινδύνων σε επίπεδο ιδρύματος, αξιολόγηση των κινδύνων κεφαλαίου, αξιολόγηση κεφαλαίου στο πλαίσιο της ΔΕΕΑ ή αξιολόγηση της ρευστότητας και της χρηματοδότησης στο πλαίσιο της ΔΕΕΑ. Ως «εποπτικοί δείκτες αναφοράς» νοούνται ειδικά ποσοτικά εργαλεία ή μεθοδολογίες ανά κίνδυνο που αναπτύσσονται από την αρμόδια αρχή με σκοπό την παροχή μιας εκτίμησης των ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται για την κάλυψη κινδύνων ή στοιχείων κινδύνων που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ως «περίοδος επιβίωσης» νοείται η περίοδος κατά την οποία το ίδρυμα μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί υπό συνθήκες ακραίων καταστάσεων και να εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις πληρωμών του. Ως «συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο (TREA)» νοείται το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο όπως ορίζεται στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ως «συνολική κεφαλαιακή απαίτηση με βάση τη ΔΕΕΑ (TSCR)» νοείται το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και των πρόσθετων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση κινδύνων πέραν του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Ως «συνολικές απαιτήσεις του δείκτη μόχλευσης βάσει της ΔΕΕΑ (TSLRR)» νοείται το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και των πρόσθετων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση κινδύνων πέραν του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Ως «δανειολήπτες που δεν έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου» νοούνται δανειολήπτες, ιδιώτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), χωρίς φυσική ή χρηματοπιστωτική αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου, οι οποίοι είναι εκτεθειμένοι σε αναντιστοιχία μεταξύ του νομίσματος του δανείου και του νομίσματος της αντιστάθμισης. Η φυσική αντιστάθμιση περιλαμβάνει ειδικότερα τις περιπτώσεις στις οποίες οι δανειολήπτες λαμβάνουν εισόδημα σε ξένο νόμισμα (π.χ. εμβάσματα/εισπράξεις από εξαγωγές), ενώ η χρηματοπιστωτική αντιστάθμιση κατά κανόνα προϋποθέτει την ύπαρξη σύμβασης με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Ως «βαθμολογία βιωσιμότητας» νοείται η αριθμητική έκφραση που συνοψίζει την εποπτική αξιολόγηση ενός στοιχείου της ΔΕΕΑ και αντιπροσωπεύει μια ένδειξη κινδύνου για τη βιωσιμότητα του ιδρύματος που απορρέει από το εκτιμώμενο στοιχείο της ΔΕΕΑ. 3 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/575/oj). 4 Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, 5 Κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων που διενεργούν τα ιδρύματα (EBA/GL/2018/04) 6 Κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ σχετικά με τα χαρακτηριστικά μιας προσέγγισης εποπτείας με βάση τον κίνδυνο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και τα προς λήψη μέτρα όταν ασκείται εποπτεία ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 10 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (οι οποίες τροποποιούν τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές ΕΕΑ/2016/72) («Κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο») ( EBA/GL/2021/16). 1. Επισκόπηση
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις1.3 Σχετικά πρότυπα2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|