+TITLE I SUBJECT MATTER, SCOPE AND DEFINITIONS
---+Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
------+Άρθρο 1 1.
------+Άρθρο 1 2.
------+Άρθρο 1 4.
------+Άρθρο 1 5.
------+Άρθρο 1 6.
---+Άρθρο 2 Ορισμοί
---+Άρθρο 2α Αποφάσεις ισοδυναμίας για τους σκοπούς του ορισμού των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων
------+Άρθρο 2α 1.
------+Άρθρο 2α 2.
------+Άρθρο 2α 3.
---+Άρθρο 3 Εντός ομίλου συναλλαγές
------+Άρθρο 3 1.
------+Άρθρο 3 2.
------+Άρθρο 3 3.
------+Άρθρο 3 4.
------+Άρθρο 3 5.
|
TITLE I SUBJECT MATTER, SCOPE AND DEFINITIONS
TITLE I SUBJECT MATTER, SCOPE AND DEFINITIONS
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
|
|
|
Άρθρο 2 Ορισμοί
|
Άρθρο 2
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
▼C6
1)
«CCP» ή «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: νομικό πρόσωπο το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές και το οποίο αναλαμβάνει τον ρόλο αγοραστή έναντι κάθε πωλητή και πωλητή έναντι κάθε αγοραστή·
▼B
2)
«αρχείο καταγραφής συναλλαγών»: νομικό πρόσωπο το οποίο συγκεντρώνει και τηρεί κεντρικά τα αρχεία παραγώγων·
3)
«εκκαθάριση»: η διαδικασία καθορισμού θέσεων, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού των καθαρών υποχρεώσεων, και διασφάλισης της διαθεσιμότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων, των ρευστών διαθεσίμων ή και των δύο, για την κάλυψη της έκθεσης που προκύπτει από τις εν λόγω θέσεις·
4)
«τόπος διαπραγμάτευσης»: σύστημα διευθυνόμενο από επιχειρήσεις επενδύσεων ή διαχειριστές αγοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 13 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ πλην των συστηματικών εσωτερικοποιητών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 7, το οποίο διευκολύνει την προσέγγιση ενδιαφερόντων για την αγορά ή πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων εντός του συστήματος, κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ ή ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας·
5)
«παράγωγα» ή «συμβάσεις παραγώγων»: τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ σημεία 4 έως 10 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, όπως εφαρμόζονται στα άρθρα 38 και 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006·
6)
«κατηγορίες παραγώγων»: ένα υποσύνολο παραγώγων που έχουν κοινά και βασικά χαρακτηριστικά, στα οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον η σχέση με το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο, ο τύπος του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου, το προφίλ αποπληρωμής και το νόμισμα της θεωρητικής αξίας. Παράγωγα τα οποία ανήκουν στην ίδια κατηγορία μπορεί να έχουν διαφορετικές περιόδους λήξης·
▼M7
7)
«εξωχρηματιστηριακά παράγωγα» (OTC) ή «συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων»: συμβάσεις παραγώγων των οποίων η εκτέλεση δεν πραγματοποιείται σε ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, ή σε αγορά τρίτης χώρας που θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με το άρθρο 2α του παρόντος κανονισμού·
▼M12
8)
«χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι»:
α)
επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
1
)·
β)
πιστωτικά ιδρύματα που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
2
)·
γ)
ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
3
)·
δ)
ΟΣΕΚΑ και, όπου αρμόζει, οι εταιρείες διαχείρισής τους, που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, εκτός εάν οι ΟΣΕΚΑ έχουν συσταθεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση ενός ή περισσοτέρων προγραμμάτων αγοράς μετοχών από εργαζομένους·
ε)
ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ), όπως ορίζεται στο άρθρο 6 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
4
)·
στ)
οργανισμοί εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ), όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι οποίοι είτε είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση είτε τελούν υπό τη διαχείριση διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) που έχει άδεια λειτουργίας ή έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, εκτός εάν οι ΟΕΕ έχουν συσταθεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση ενός ή περισσοτέρων προγραμμάτων αγοράς μετοχών από εργαζομένους ή εκτός εάν οι εν λόγω ΟΕΕ είναι οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, και, όπου αρμόζει, οι ΔΟΕΕ τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση,
ζ)
κεντρικά αποθετήρια τίτλων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
5
)·
▼B
9)
«μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος»: επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση, εκτός από τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία 1 και 8·
10)
«μηχανισμοί συνταξιοδοτικών καθεστώτων»:
α)
ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιοδοτημένων φορέων που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση ενός τέτοιου ιδρύματος και ενεργούν για λογαριασμό του, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της ανωτέρω οδηγίας, καθώς και των νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί με σκοπό τις επενδύσεις τέτοιων ιδρυμάτων και ενεργούν αποκλειστικά και μόνον προς το συμφέρον αυτών·
β)
δραστηριότητες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών των ιδρυμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ·
γ)
δραστηριότητες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών των επιχειρήσεων ασφάλισης ζωής που υπάγονται στην οδηγία 2002/83ΕΚ, υπό τον όρο ότι όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που αντιστοιχούν στις δραστηριότητες έχουν κλειστή διάρθρωση, η δε διαχείριση και η οργάνωσή τους πραγματοποιούνται χωριστά από τις άλλες δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς δυνατότητα μεταφοράς·
δ)
οποιεσδήποτε άλλες εξουσιοδοτημένες και εποπτευόμενες οντότητες ή μηχανισμοί που λειτουργούν σε εθνική βάση, υπό τον όρο ότι:
i)
είναι αναγνωρισμένοι βάσει του εθνικού δικαίου και
ii)
έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών·
11)
«πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου»: ο κίνδυνος να αθετήσει ο αντισυμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή τις υποχρεώσεις του πριν από τον οριστικό διακανονισμό των ταμειακών ροών της συναλλαγής·
12)
«ρύθμιση διαλειτουργικότητας»: ρύθμιση μεταξύ δύο ή περισσότερων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, η οποία προβλέπει διασυστημική εκτέλεση των συναλλαγών·
13)
«αρμόδια αρχή»: η αρμόδια αρχή όπως προσδιορίζεται στη νομοθεσία που προβλέπεται στο σημείο 8 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 ή η αρχή η οποία ορίζεται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 22·
14)
«εκκαθαριστικό μέλος»: επιχείρηση η οποία συμμετέχει σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και ευθύνεται για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή·
15)
«πελάτης»: επιχείρηση με συμβατική σχέση με εκκαθαριστικό μέλος κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, η οποία δίνει τη δυνατότητα στην εν λόγω επιχείρηση να εκκαθαρίζει τις συναλλαγές της με τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·
16)
«όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων που απαρτίζεται από μια μητρική επιχείρηση και της θυγατρικές της κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή ο όμιλος επιχειρήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και στο άρθρο 80 παράγραφοι 7 και 8 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·
17)
«χρηματοοικονομικό ίδρυμα»: επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία (2) έως (12) του καταλόγου του παραρτήματος I της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·
18)
«εταιρία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών»: χρηματοοικονομικό ίδρυμα, οι θυγατρικές επιχειρήσεις του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 15 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων (
6
)·
19)
«επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, στην διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων, ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων·
20)
«ειδική συμμετοχή»: άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή αρχείο καταγραφής συναλλαγών η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, όπως αναφέρεται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (
7
), λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας, ή η οποία επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή του αρχείου καταγραφής συναλλαγών όπου υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή·
21)
«μητρική επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·
22)
«θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, περιλαμβανομένης της θυγατρικής μιας θυγατρικής επιχείρησης της τελικής μητρικής επιχείρησης·
23)
«έλεγχος»: σχέση μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και μιας θυγατρική επιχείρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·
24)
«στενοί δεσμοί»: κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:
α)
συμμετοχή, μέσω άμεσης κατοχής ή ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης· ή
β)
έλεγχο ή παρόμοια σχέση μεταξύ οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης ή μίας θυγατρικής θυγατρικής η οποία θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.
Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά στενό δεσμό μεταξύ αυτών των προσώπων·
25)
«κεφάλαιο»: το καλυφθέν κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (
8
), εφόσον έχει καταβληθεί, προσαυξημένο κατά τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, απορροφά πλήρως τις ζημίες σε συνθήκες δρώσας οικονομικής μονάδας, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχείται μετά από όλες τις άλλες αξιώσεις·
26)
«αποθεματικά»: τα αποθεματικά κατά την έννοια του άρθρου 9 της τέταρτης οδηγίας 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (
9
) και τα αποτελέσματα του προηγούμενου έτους που μεταφέρονται μέσω της διάθεσης του τελικού αποτελέσματος·
27)
«συμβούλιο»: το διοικητικό ή το εποπτικό συμβούλιο, ή και τα δύο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των εταιρειών·
28)
«ανεξάρτητο μέλος του συμβουλίου»: μέλος του συμβουλίου το οποίο δεν έχει επαγγελματική, οικογενειακή ή άλλη σχέση που δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων με τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή με τους μετόχους που ασκούν τον έλεγχο, τη διοίκησή του ή τα εκκαθαριστικά μέλη του, και το οποίο δεν είχε τέτοιου είδους σχέση κατά τα πέντε έτη πριν από τη συμμετοχή του στο συμβούλιο·
29)
«ανώτατα διοικητικά στελέχη»: το ή τα πρόσωπα τα οποία όντως διευθύνουν τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή του αρχείου καταγραφής συναλλαγών και το ή τα εκτελεστικά μέλη του συμβουλίου·
▼M10
30)
ως «καλυμμένο ομόλογο»: νοείται το ομόλογο που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
31)
ως «οντότητα καλυμμένου ομολόγου»: νοείται ο εκδότης του καλυμμένου ομολόγου ή τα συνολικά στοιχεία κάλυψης ενός καλυμμένου ομολόγου.
|
|
Άρθρο 2α Αποφάσεις ισοδυναμίας για τους σκοπούς του ορισμού των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων
|
|
|
Άρθρο 3 Εντός ομίλου συναλλαγές
|
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|