+Άρθρο 3 Ορισμοί
---+Άρθρο 3 1.
---+Άρθρο 3 2.
---+Άρθρο 3 3.
|
Άρθρο 3 Ορισμοί
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Άρθρο 3 1.
|
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
ως «αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας» νοείται γνώμη σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα μιας οντότητας, ενός χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης, χρεωστικών τίτλων, προνομιούχων μετοχών ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, ή του εκδότη ενός χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης, χρεωστικών τίτλων, προνομιούχων μετοχών ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, η οποία εκδίδεται μέσω καθιερωμένου και καθορισμένου συστήματος αξιολόγησης με κατηγορίες αξιολόγησης·
β)
ως «οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας» νοείται το νομικό πρόσωπο του οποίου η απασχόληση περιλαμβάνει την έκδοση αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας επί επαγγελματικής βάσεως·
γ)
ως «κράτος μέλος προέλευσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο ο οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έχει την έδρα του·
δ)
ως «αναλυτής αξιολογήσεων» νοείται το πρόσωπο που εκτελεί τις εργασίες ανάλυσης οι οποίες απαιτούνται για την έκδοση αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας·
ε)
ως «κύριος αναλυτής αξιολογήσεων» νοείται το πρόσωπο που έχει την κύρια ευθύνη για την πραγματοποίηση της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή για την επικοινωνία με τον εκδότη όσον αφορά συγκεκριμένη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας ή γενικά όσον αφορά την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας χρηματοπιστωτικού μέσου που εκδίδεται από τον συγκεκριμένο εκδότη και, όπου αρμόζει, για τη σύνταξη συστάσεων προς την επιτροπή αξιολόγησης σε σχέση με την εν λόγω αξιολόγηση·
στ)
ως «αξιολογούμενη οντότητα» νοείται το νομικό πρόσωπο η πιστοληπτική ικανότητα του οποίου αξιολογείται άμεσα ή έμμεσα στην αξιολόγηση, ανεξαρτήτως του αν έχει ζητήσει την αξιολόγηση ή εάν έχει παράσχει πληροφορίες για την εν λόγω αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας·
▼M3
ζ)
ως «κανονιστικοί σκοποί» νοούνται η χρησιμοποίηση αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας για συγκεκριμένο σκοπό συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο ή με το ενωσιακό δίκαιο, όπως εφαρμόζεται από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών·
▼B
η)
ως «κατηγορία αξιολόγησης» νοείται το σύμβολο αξιολόγησης, όπως γράμμα ή αριθμός που μπορεί να συνοδεύεται από προσθήκη αναγνωριστικών χαρακτήρων, το οποίο χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας ώστε να υπάρχει σχετικό μέτρο κινδύνου για τη διάκριση των διαφορετικών χαρακτηριστικών κινδύνου των τύπων αξιολογούμενων οντοτήτων, εκδοτών και χρηματοπιστωτικών μέσων ή άλλων στοιχείων ενεργητικού·
θ)
ως «σχετιζόμενος τρίτος» νοείται ο εντολέας, διαμεσολαβητής, χορηγός, διαχειριστής ή κάθε άλλο μέρος που αλληλεπιδρά με τον οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εκ μέρους αξιολογούμενης οντότητας, περιλαμβανομένου κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί του μέσω ελέγχου, άμεσα ή έμμεσα·
ι)
ως «έλεγχος» νοείται η σχέση ανάμεσα σε μητρική και θυγατρική εταιρεία, όπως περιγράφεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (
1
), ή στενός δεσμός ανάμεσα σε οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και επιχείρηση·
ια)
ως «χρηματοπιστωτικά μέσα» νοούνται τα μέσα που ορίζονται στο παράρτημα Ι ενότητα Γ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (
2
) ·
▼M5
ιβ)
ως «μέσο τιτλοποίησης» νοείται το χρηματοπιστωτικό μέσο ή άλλα στοιχεία ενεργητικού που προκύπτουν από συναλλαγή ή πρόγραμμα τιτλοποίησης, κατά το άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων]·
▼B
ιγ)
ως «όμιλος οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας» νοείται όμιλος εταιρειών εγκατεστημένος στην
►M3
Ένωση ◄ ο οποίος απαρτίζεται από μια μητρική εταιρεία και τις θυγατρικές της κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, καθώς και επιχειρήσεις συνδεόμενες μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και του οποίου η απασχόληση περιλαμβάνει την έκδοση αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας. Για τους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 3, ο όμιλος περιλαμβάνει επίσης τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες·
ιδ)
ως «ανώτερη διοίκηση» νοούνται το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις εργασίες του οργανισμού αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και το μέλος ή τα μέλη του διοικητικού ή εποπτικού οργάνου του·
ιε)
ως «δραστηριότητες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας» νοούνται η ανάλυση δεδομένων και πληροφοριών και η αξιολόγηση, η έγκριση, η έκδοση και η επανεξέταση των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας·
▼M1
ιστ)
ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι αρχές οι οποίες ορίζονται από έκαστο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 22·
▼M3
ιστ α)
ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται το πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 1 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·
ιστ β)
ως «επιχείρηση επενδύσεων» νοείται η επιχείρηση επενδύσεων, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·
ιστ γ)
ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (
3
)·
ιστ δ)
ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
ιστ ε)
ως «ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» νοείται ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ·
ιστ στ)
ως «εταιρεία διαχείρισης» νοείται εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (
4
)·
ιστ ζ)
ως «εταιρεία επενδύσεων» νοείται εταιρεία επενδύσεων που έχει συσταθεί με καταστατικό, σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ·
ιστ η)
ως «οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων» νοείται «ΟΕΕ», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (
5
)·
ιστ θ)
ως «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» νοείται «CCP», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (
6
), ο οποίος έχει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού.
ιστ ι)
ως «ενημερωτικό δελτίο» νοείται το δελτίο που δημοσιεύεται σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 809/2004.
▼M3
ιζ)
ως «τομεακή νομοθεσία» νοούνται οι νομοθετικές πράξεις της Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στα στοιχεία ιστ α) και ιστ ι)·
ιη)
ως «τομεακές αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρμόδιες αρχές που διορίζονται στο πλαίσιο της σχετικής τομεακής νομοθεσίας για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, των εταιρειών διαχείρισης, των εταιρειών επενδύσεων, των διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των δελτίων·
▼M3
ιθ)
ως «εκδότης» νοείται εκδότης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο η) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ·
κ)
ως «μεταβιβάζουσα οντότητα» νοείται μια μεταβιβάζουσα οντότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 41) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·
κα)
ως «ανάδοχος» νοείται ένας ανάδοχος, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 42) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·
κβ)
ως «αξιολόγηση δημόσιου χρέους» νοείται:
i)
μια αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, όταν η αξιολογούμενη οντότητα είναι ένα κράτος ή μια περιφερειακή ή τοπική αρχή ενός κράτους·
ii)
μια αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, όταν ο εκδότης του χρέους ή της οικονομικής υποχρέωσης, του χρεωστικού τίτλου ή άλλου χρηματοπιστωτικού μέσου είναι ένα κράτος ή μια περιφερειακή ή τοπική αρχή ενός κράτους, ή είναι ένας φορέας ειδικού σκοπού ενός κράτους ή μιας περιφερειακής ή τοπικής αρχής·
iii)
μια αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας όταν ο εκδότης είναι διεθνές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί από δύο ή περισσότερα κράτη, με στόχο την κινητοποίηση της χρηματοδότησης και την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής προς όφελος των μελών του εν λόγω διεθνούς χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, τα οποία βιώνουν ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης·
κγ)
ως «προοπτική αξιολόγησης» νοείται γνώμη σχετικά με την πιθανή κατεύθυνση μιας αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, ή και τα δύο·
κδ)
ως «μη ζητηθείσα αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας» και ως «μη ζητηθείσα αξιολόγηση δημοσίου χρέους» νοείται αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας ή αξιολόγηση δημοσίου χρέους, αντίστοιχα, την οποία αναλαμβάνει οργανισμός αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας χωρίς αυτό να του έχει ζητηθεί·
κε)
ως «βαθμολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας» νοείται διαβάθμιση της φερεγγυότητας που προκύπτει από τη συνάθροιση και έκφραση δεδομένων που βασίζονται μόνο σε ένα προκαθορισμένο στατιστικό σύστημα ή πρότυπο, χωρίς παρεμβολή πρόσθετων ουσιωδών αναλυτικών πληροφοριών από πλευράς ενός αναλυτή αξιολογήσεων·
κστ)
ως «ρυθμιζόμενη αγορά» νοείται ρυθμιζόμενη αγορά εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στο σημείο 14 του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·
κζ)
ως «επανατιτλοποίηση» νοείται επανατιτλοποίηση, όπως ορίζεται στο σημείο 40α) του άρθρου 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.
▼B
|
|
Άρθρο 3 2.
|
Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1, τα ακόλουθα δεν θεωρούνται αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας:
α)
συστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/125/ΕΚ της Επιτροπής (
7
)·
β)
έρευνα στον τομέα των επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 24 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ (
8
) και άλλες μορφές γενικών συστάσεων, του τύπου «αγορά», «πώληση» ή «διακράτηση», όσον αφορά συναλλαγές σχετικές με χρηματοπιστωτικά μέσα ή οικονομικές υποχρεώσεις· ή
γ)
γνωμοδοτήσεις σχετικά με την αξία χρηματοπιστωτικού μέσου ή οικονομικής υποχρέωσης.
|
|
Άρθρο 3 3.
|
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο όρος «μέτοχος» συμπεριλαμβάνει τους πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 6 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (
9
)·
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|