+Preamble: 1

Preamble: 1

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) αποτελεί το βασικό νομικό μέσο για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η εν λόγω οδηγία καθορίζει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο, το οποίο η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) ενίσχυσε περαιτέρω, αντιμετωπίζοντας τους αναδυόμενους κινδύνους και αυξάνοντας τη διαφάνεια όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο. Παρά τα επιτεύγματα του εν λόγω νομοθετικού πλαισίου, η εμπειρία έχει δείξει ότι η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 θα πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω για τον επαρκή μετριασμό των κινδύνων και τον αποτελεσματικό εντοπισμό εγκληματικών προσπαθειών κατάχρησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για εγκληματικούς σκοπούς, καθώς και για την ενίσχυση της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς.

(2)

Από την έναρξη ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 έχουν εντοπιστεί ορισμένοι τομείς στους οποίους θα χρειαστούν τροποποιήσεις για να διασφαλιστούν η απαραίτητη ανθεκτικότητα και ικανότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(3)

Κατά την εφαρμογή της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές στις πρακτικές και στις προσεγγίσεις των αρμόδιων αρχών σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και η έλλειψη επαρκώς αποτελεσματικών ρυθμίσεων για διασυνοριακή συνεργασία. Επομένως, είναι σκόπιμο να καθοριστούν σαφέστερες απαιτήσεις, οι οποίες θα συμβάλουν στην ομαλή συνεργασία σε ολόκληρη την Ένωση, επιτρέποντας παράλληλα στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εθνικών τους συστημάτων.

(4)

Η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος μιας ολοκληρωμένης δέσμης μέτρων που αποσκοπεί στην ενίσχυση του πλαισίου καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες («ξέπλυμα χρήματος») και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας («ΚΞΧ/ΧΤ») της Ένωσης. Από κοινού, η παρούσα οδηγία και οι κανονισμοί (ΕΕ) 2023/1113 (6), (ΕΕ) 2024/1624 (7) και (ΕΕ) 2024/1620 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) θα διαμορφώσουν το νομικό πλαίσιο που διέπει τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, τις οποίες πρέπει να εκπληρώνουν οι υπόχρεες οντότητες και στο οποίο στηρίζεται το θεσμικό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας («ΑΚΝΕΠΑΔ»).

(5)

Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας διεξάγονται συχνά σε διεθνές επίπεδο. Τα μέτρα που λαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο, τα οποία δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν το διεθνή συντονισμό και τη διεθνή συνεργασία, έχουν πολύ περιορισμένα αποτελέσματα. Τα μέτρα που θεσπίζονται από την Ένωση στον τομέα αυτόν θα πρέπει συνεπώς να είναι συμβατά με άλλες δράσεις που αναλαμβάνονται σε διεθνές πλαίσιο, και τουλάχιστον εξίσου αυστηρά με αυτές. Η δράση της Ένωσης θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τις συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force — FATF), καθώς και μέσα άλλων διεθνών φορέων που δραστηριοποιούνται στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι σχετικές ενωσιακές νομικές πράξεις θα πρέπει, όπου κρίνεται σκόπιμο, να ευθυγραμμιστούν με τα διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής που εγκρίθηκαν από την FATF τον Φεβρουάριο του 2012 («αναθεωρημένες συστάσεις FATF») και με τις επακόλουθες τροποποιήσεις των εν λόγω προτύπων.

(6)

Ειδικές απειλές νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κίνδυνοι και τρωτά σημεία που επηρεάζουν ορισμένους οικονομικούς τομείς σε εθνικό επίπεδο μειώνουν την ικανότητα των κρατών μελών να συμβάλουν στην ακεραιότητα και στην ευρωστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη, μετά τον προσδιορισμό αυτών των τομέων και ειδικών κινδύνων, να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ σε τομείς πέραν εκείνων που καλύπτονται από τον κανονισμό (EΕ) 2024/1624. Με σκοπό τη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας της εσωτερικής αγοράς και του ενωσιακού συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση, με την υποστήριξη της ΑΚΝΕΠΑΔ, να αξιολογήσει εάν δικαιολογείται η προβλεπόμενη εφαρμογή από τα κράτη μέλη των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ σε πρόσθετους τομείς. Στις περιπτώσεις που το βέλτιστο συμφέρον της Ένωσης θα επιτυγχανόταν με την ανάληψη δράσης σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά συγκεκριμένους τομείς, η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώσει το κράτος μέλος που προτίθεται να εφαρμόσει τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ στους εν λόγω τομείς ότι προτίθεται να αναλάβει δράση σε επίπεδο Ένωσης και ότι το κράτος μέλος θα πρέπει να απέχει από τη λήψη των σχεδιαζόμενων εθνικών μέτρων, εκτός εάν τα εν λόγω μέτρα αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ενός επείγοντος κινδύνου.

(7)

Ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων οντοτήτων υπόκεινται σε απαιτήσεις αδειοδότησης ή ρυθμιστικές απαιτήσεις για την παροχή των υπηρεσιών τους, ενώ για άλλες κατηγορίες φορέων εκμετάλλευσης η πρόσβαση στο επάγγελμα δεν ρυθμίζεται. Ανεξάρτητα από το πλαίσιο που ισχύει για την άσκηση του επαγγέλματος ή της δραστηριότητας, όλες οι υπόχρεες οντότητες ενεργούν ως ρυθμιστές της πρόσβασης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και πρέπει να αναπτύξουν ειδικές δεξιότητες ΚΞΧ/ΧΤ για την εκπλήρωση του εν λόγω καθήκοντος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο παροχής κατάρτισης σε άτομα που επιθυμούν να εισέλθουν στα επαγγέλματα των εν λόγω οντοτήτων, ώστε αυτά να είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εξετάσουν, για παράδειγμα, τη συμπερίληψη μαθημάτων ΚΞΧ/ΧΤ στην ακαδημαϊκή προσφορά που συνδέεται με τα εν λόγω επαγγέλματα ή τη συνεργασία με επαγγελματικές ενώσεις για την κατάρτιση νεοεισερχόμενων στα εν λόγω επαγγέλματα.

(8)

Εφόσον οι υπόχρεες οντότητες δεν υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις αδειοδότησης ή εγγραφής σε μητρώο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν συστήματα που επιτρέπουν σε εποπτικούς φορείς να γνωρίζουν με βεβαιότητα το εύρος του εποπτικού πληθυσμού τους, προκειμένου να διασφαλίζεται η επαρκής εποπτεία των εν λόγω υπόχρεων οντοτήτων. Τούτο δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να επιβάλουν ειδικές απαιτήσεις εγγραφής σε μητρώο σχετικά με την ΚΞΧ/ΧΤ, όταν αυτό δεν είναι αναγκαίο για την ταυτοποίηση των υπόχρεων οντοτήτων, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν η εγγραφή στο μητρώο ΦΠΑ επιτρέπει τον εντοπισμό φορέων εκμετάλλευσης που ασκούν δραστηριότητες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ.

(9)

Οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να εξασφαλίζουν, όσον αφορά τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, τις υπηρεσίες ρευστοποίησης επιταγών, τους παρόχους υπηρεσιών εμπιστευματικής διαχείρισης ή εταιρικών υπηρεσιών, και τους παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών, καθώς και σε χρηματοδοτικές μεικτές εταιρείες συμμετοχών, ότι τα πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες αυτών των οντοτήτων, καθώς και οι πραγματικοί δικαιούχοι τους, χαίρουν καλής φήμης και ενεργούν με εντιμότητα και ακεραιότητα, ενώ παράλληλα διαθέτουν τις γνώσεις και την τεχνογνωσία που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Τα κριτήρια για την εκτίμηση του κατά πόσον ένα άτομο συμμορφώνεται με τις εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει, τουλάχιστον, να αντανακλούν την ανάγκη προστασίας των εν λόγω οντοτήτων από καταχρήσεις για εγκληματικούς σκοπούς από πλευράς των διοικητικών στελεχών ή των πραγματικών δικαιούχων τους. Προκειμένου να προωθηθεί μια κοινή προσέγγιση όσον αφορά την επαλήθευση από τους εποπτικούς φορείς ότι η διοίκηση και οι πραγματικοί δικαιούχοι των υπόχρεων οντοτήτων πληρούν τις εν λόγω απαιτήσεις, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης της καλής φήμης, της εντιμότητας και της ακεραιότητας, καθώς και τα κριτήρια αξιολόγησης της γνώσης και της τεχνογνωσίας.

(10)

Για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των προσώπων που κατέχουν διευθυντική θέση ή κατ’ άλλον τρόπο ελέγχουν υπόχρεες οντότητες, οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ του Συμβουλίου (9) και την απόφαση 2009/316/ΔΕΥ του Συμβουλίου (10). Επιπλέον, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επαλήθευση των γνώσεων και της τεχνογνωσίας των ανώτερων διοικητικών στελεχών, καθώς και της καλής φήμης, της εντιμότητας και της ακεραιότητάς τους, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες μέσω αξιόπιστων και ανεξάρτητων πηγών.

(11)

Τα προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές παρουσιάζουν κινδύνους και τρωτά σημεία, ιδίως όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την αποφυγή περιοριστικών μέτρων της Ένωσης, τη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή, που θα μπορούσαν τελικά να προκαλέσουν ορισμένους κινδύνους για την ασφάλεια της Ένωσης. Για παράδειγμα, οι αδυναμίες στη λειτουργία ορισμένων προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου ή της ανεπαρκούς εφαρμογής των εν λόγω διαδικασιών, ενδέχεται να δημιουργήσουν ευκαιρίες διαφθοράς, ενώ οι ανεπαρκείς ή ασυνεπώς ασκούμενοι έλεγχοι όσον αφορά τις πηγές των κεφαλαίων και τις πηγές του πλούτου των αιτούντων ενδέχεται να οδηγήσουν σε μεγαλύτερους κινδύνους εκμετάλλευσης των προγραμμάτων αυτών από αιτούντες για εγκληματικούς σκοπούς, με σκοπό τη νομιμοποίηση κεφαλαίων που αποκτήθηκαν με παράνομα μέσα. Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων να επηρεάσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, τα κράτη μέλη των οποίων το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τη χορήγηση δικαιωμάτων διαμονής έναντι οποιουδήποτε είδους επένδυσης θα πρέπει, επομένως, να θεσπίσουν μέτρα για τον μετριασμό των συναφών κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της, και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια προσήκουσα διαδικασία διαχείρισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικής παρακολούθησης της εφαρμογής της, ελέγχους του προφίλ των αιτούντων, συμπεριλαμβανομένης της συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με τις πηγές των κεφαλαίων τους και τις πηγές του πλούτου τους, καθώς και την επαλήθευση των πληροφοριών που αφορούν τους αιτούντες με τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους οι αρμόδιες αρχές.

(12)

Η Επιτροπή είναι στην πλέον κατάλληλη θέση ώστε να εξετάζει συγκεκριμένες διασυνοριακές απειλές που ενδέχεται να επηρεάσουν την εσωτερική αγορά και που δεν μπορούν να προσδιοριστούν και να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά από μεμονωμένα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να της ανατεθεί η ευθύνη συντονισμού της εκτίμησης των κινδύνων που συνδέονται με διασυνοριακές δραστηριότητες. Η συμμετοχή των σχετικών εμπειρογνωμόνων, όπως της ομάδας εμπειρογνωμόνων για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και εκπρόσωπων των Μονάδων Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΧΠ), καθώς επίσης, κατά περίπτωση, εκπροσώπων άλλων οργανισμών επιπέδου Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της ΑΚΝΕΠΑΔ, είναι ουσιώδους σημασίας για την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας εκτίμησης κινδύνου. Οι εθνικές εκτιμήσεις κινδύνου και εμπειρίες αποτελούν επίσης σημαντική πηγή πληροφοριών για την εν λόγω διαδικασία. Η εν λόγω εκτίμηση των διασυνοριακών κινδύνων από την Επιτροπή δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, τα δεδομένα θα πρέπει να είναι πλήρως ανωνυμοποιημένα. Οι ενωσιακές και οι εθνικές εποπτικές αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία των δεδομένων θα πρέπει να συμμετέχουν μόνο αν η εκτίμηση του κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει αντίκτυπο στην ιδιωτικότητα και την προστασία των δεδομένων φυσικών προσώπων. Για να μεγιστοποιηθούν οι συνέργειες μεταξύ της εκτίμησης κινδύνου σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν συνεπείς μεθοδολογίες.

(13)

Τα πορίσματα της εκτίμησης κινδύνου σε επίπεδο Ένωσης μπορούν να συνδράμουν τις αρμόδιες αρχές και τις υπόχρεες οντότητες στον εντοπισμό, στην κατανόηση, στη διαχείριση και στον μετριασμό του κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και κινδύνων μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων. Είναι συνεπώς σημαντικό να δημοσιοποιούνται τα πορίσματα της εκτίμησης κινδύνου.

(14)

Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι τα πλέον κατάλληλα για να εντοπίζουν, να εκτιμούν, να κατανοούν και να αποφασίζουν τον τρόπο μετριασμού των κινδύνων της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που τα επηρεάζουν άμεσα. Ως εκ τούτου, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να προβαίνει σε σωστή ταυτοποίηση, εκτίμηση και κατανόηση των οικείων κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και των κινδύνων μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, και να καθορίσει μια συνεκτική εθνική στρατηγική για τη λήψη μέτρων μετριασμού των εν λόγω κινδύνων. Η εν λόγω εθνική εκτίμηση κινδύνου θα πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή της θεσμικής δομής και των διαδικασιών του καθεστώτος ΚΞΧ/ΧΤ των κρατών μελών, καθώς και τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους που έχουν διατεθεί, στον βαθμό που αυτές οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες. Προκειμένου να διατηρηθεί η συνεχής κατανόηση των κινδύνων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επικαιροποιούν τακτικά την εθνική τους εκτίμηση κινδύνου, ενώ θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να την συμπληρώνουν με στοχευμένες επικαιροποιήσεις και εκτιμήσεις κινδύνων που συνδέονται με συγκεκριμένους τομείς, προϊόντα ή υπηρεσίες.

(15)

Οι νομικές οντότητες και τα νομικά μορφώματα μπορούν να παράσχουν στους εγκληματίες ένα μέσο απόκρυψης πίσω από ένα μανδύα νομιμότητας και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων, είτε σε εγχώριο είτε σε διασυνοριακό επίπεδο. Για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να κατανοήσουν τους κινδύνους που συνδέονται με τις νομικές οντότητες και τα νομικά μορφώματα που βρίσκονται στην επικράτειά τους, είτε επειδή οι οντότητες είναι εγκατεστημένες εντός αυτής, είτε επειδή οι εμπιστευματοδόχοι ρητών εμπιστευμάτων ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις σε παρόμοια νομικά μορφώματα είναι εγκατεστημένα ή διαμένουν εντός αυτής, ή διοικούν το νομικό μόρφωμα από εκεί. Στην περίπτωση νομικών μορφωμάτων, δεδομένου του δικαιώματος του ιδρυτή να επιλέξει το δίκαιο που διέπει το μόρφωμα, είναι επίσης σημαντικό τα κράτη μέλη να κατανοήσουν τους κινδύνους που συνδέονται με τα νομικά μορφώματα που δύνανται να συσταθούν βάσει του δικαίου τους, ανεξάρτητα από το αν το δίκαιό τους ρυθμίζει ρητά τη λειτουργία τους ή αν η σύστασή τους πηγάζει από τη συμβατική ελευθερία των μερών και αναγνωρίζεται από τα εθνικά δικαστήρια.

(16)

Δεδομένου του ολοκληρωμένου χαρακτήρα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και του ανοικτού χαρακτήρα της οικονομίας της Ένωσης, οι κίνδυνοι που συνδέονται με νομικές οντότητες και νομικά μορφώματα εκτείνονται πέραν εκείνων που βρίσκονται στο έδαφος της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό η Ένωση και τα κράτη μέλη της να κατανοήσουν την έκθεση σε κινδύνους που προέρχονται από αλλοδαπές νομικές οντότητες και αλλοδαπά νομικά μορφώματα. Η εν λόγω εκτίμηση κινδύνου δεν χρειάζεται να καλύπτει μεμονωμένα κάθε νομική οντότητα ή νομικό μόρφωμα της αλλοδαπής που έχει επαρκή δεσμό με την Ένωση, είτε λόγω της απόκτησης ακίνητης περιουσίας ή της ανάθεσης συμβάσεων κατόπιν διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων, είτε λόγω συναλλαγών με υπόχρεες οντότητες που τους επιτρέπουν να έχουν πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία της Ένωσης. Ωστόσο, η εκτίμηση κινδύνου θα πρέπει να επιτρέπει στην Ένωση και στα κράτη μέλη της να κατανοήσουν τι είδους αλλοδαπές νομικές οντότητες και αλλοδαπά νομικά μορφώματα απολαύουν τέτοιας πρόσβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία της Ένωσης, καθώς και ποια είδη κινδύνων συνδέονται με την εν λόγω πρόσβαση.

(17)

Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνου θα πρέπει να γνωστοποιούνται εγκαίρως στις υπόχρεες οντότητες, ούτως ώστε αυτές να είναι σε θέση να εντοπίσουν, να κατανοήσουν, να διαχειριστούν και να μετριάσουν τους δικούς τους κινδύνους. Τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να κοινοποιούνται σε συνοπτική μορφή και να διατίθενται στο κοινό, ενώ δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν διαβαθμισμένες πληροφορίες ή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

(18)

Επιπλέον, για τον εντοπισμό, την κατανόηση, τη διαχείριση και τον μετριασμό των κινδύνων σε επίπεδο Ένωσης σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνου στα άλλα κράτη μέλη, στην Επιτροπή και στην ΑΚΝΕΠΑΔ. Οι διαβαθμισμένες πληροφορίες ή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις εν λόγω κοινοποιήσεις, εκτός εάν τούτο κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων ΚΞΧ/ΧΤ.

(19)

Προκειμένου να μετριαστούν αποτελεσματικά οι κίνδυνοι που προσδιορίζονται στην εθνική εκτίμηση κινδύνου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεπή δράση σε εθνικό επίπεδο, είτε ορίζοντας μία αρχή για τον συντονισμό της εθνικής αντίδρασης, είτε ή θεσπίζοντας μηχανισμό προς τον σκοπό αυτόν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ορισμένη αρχή ή ο θεσπισμένος μηχανισμός διαθέτει επαρκείς εξουσίες και πόρους για την αποτελεσματική άσκηση του εν λόγω καθήκοντος και διασφαλίζει επαρκή αντιμετώπιση των εντοπισθέντων κινδύνων.

(20)

Για να είναι δυνατή η επανεξέταση των συστημάτων τους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν και να βελτιώνουν την ποιότητα των σχετικών στατιστικών. Προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω η ποιότητα και η συνεκτικότητα των στατιστικών δεδομένων που συλλέγονται σε επίπεδο Ένωσης, η Επιτροπή και η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να παρακολουθούν την κατάσταση σε κλίμακα Ένωσης όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και να δημοσιεύουν τακτικές επισκοπήσεις.

(21)

Η FATF έχει καταρτίσει πρότυπα για τις περιοχές δικαιοδοσίας προκειμένου να εντοπίζονται και να εκτιμώνται οι κίνδυνοι ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων που συνδέονται με τη χρηματοδότηση της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και να λαμβάνονται μέτρα για τον μετριασμό τους. Τα εν λόγω νέα πρότυπα που εισήγαγε η FATF δεν υποκαθιστούν ούτε υπονομεύουν τις υφιστάμενες αυστηρές υποχρεώσεις των χωρών να εφαρμόζουν στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις ώστε να συμμορφώνονται με τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την πρόληψη, την καταστολή και τη διακοπή της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και της χρηματοδότησής της. Οι εν λόγω υφιστάμενες υποχρεώσεις, όπως εφαρμόζονται σε επίπεδο Ένωσης με τις αποφάσεις 2010/413/ΚΕΠΠΑ (11) και (ΚΕΠΠΑ) 2016/849 του Συμβουλίου (12) καθώς και με τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 267/2012 (13) και (ΕΕ) 2017/1509 του Συμβουλίου (14), εξακολουθούν να δεσμεύουν όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός της Ένωσης. Δεδομένων των ειδικών κινδύνων μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων στους οποίους εκτίθεται η Ένωση, είναι σκόπιμο να επεκταθεί η αξιολόγηση των κινδύνων ώστε να συμπεριλάβει όλες τις στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις που θεσπίζονται σε επίπεδο Ένωσης. Η ανάλογη με τον βαθμό κινδύνου φύση των μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ που σχετίζονται με στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις δεν αίρει την υποχρέωση βάσει κανόνων, στην οποία υπόκεινται όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στην Ένωση, δέσμευσης και απαγόρευσης διάθεσης κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων σε κατονομαζόμενα πρόσωπα και οντότητες.

(22)

Προκειμένου να αποτυπωθούν οι εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, ιδίως οι αναθεωρημένες συστάσεις της FATF, και να διασφαλιστεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την εφαρμογή στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, θα πρέπει να εισαχθούν στην παρούσα οδηγία απαιτήσεις για τον εντοπισμό, την κατανόηση, τη διαχείριση και τον μετριασμό των κινδύνων μη εφαρμογής ή αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων σε επίπεδο Ένωσης και σε επίπεδο κρατών μελών.

(23)

Τα κεντρικά μητρώα πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους («κεντρικά μητρώα») είναι ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της κατάχρησης νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων, οι πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες εκπροσώπησης και οι πληροφορίες για αλλοδαπές νομικές οντότητες και αλλοδαπά νομικά μορφώματα τηρούνται σε κεντρικό μητρώο. Για να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω κεντρικά μητρώα είναι ευχερώς προσβάσιμα και περιέχουν δεδομένα υψηλής ποιότητας, θα πρέπει να θεσπιστούν συνεκτικοί κανόνες για τη συλλογή και την αποθήκευση αυτών των πληροφοριών από τα μητρώα. Οι πληροφορίες που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα θα πρέπει να είναι προσβάσιμες σε εύχρηστο και μηχαναγνώσιμο μορφότυπο.

(24)

Προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια με σκοπό την καταπολέμηση της εκμετάλλευσης νομικών οντοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους καταχωρίζονται σε κεντρικό μητρώο που βρίσκεται εκτός της νομικής οντότητας, σε πλήρη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν για τον σκοπό αυτόν κεντρική βάση δεδομένων όπου συγκεντρώνονται οι πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους ή μητρώο επιχειρήσεων ή άλλο κεντρικό μητρώο. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι υπόχρεες οντότητες είναι υπεύθυνες για την παροχή ορισμένων πληροφοριών στο κεντρικό μητρώο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές, καθώς και ότι παρέχονται στις υπόχρεες οντότητες όταν αυτές εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.

(25)

Οι πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων θα πρέπει να καταχωρίζονται εκεί όπου είναι εγκατεστημένοι ή διαμένουν οι εμπιστευματοδόχοι και τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις σε παρεμφερή νομικά μορφώματα, ή στον τόπο άσκησης της διοίκησης του νομικού μορφώματος. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική παρακολούθηση και καταχώριση πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους των ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, είναι επίσης αναγκαία η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Η διασύνδεση των μητρώων πραγματικών δικαιούχων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων των κρατών μελών θα πρέπει να καθιστά τις πληροφορίες αυτές προσβάσιμες, ενώ θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι αποφεύγεται η πολλαπλή καταχώριση των ίδιων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων εντός της Ένωσης.

(26)

Η έγκαιρη πρόσβαση σε πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους θα πρέπει να εξασφαλίζεται με τρόπο που να μη γίνεται αντιληπτή από την ερευνώμενη νομική οντότητα ή τον εμπιστευματοδόχο ή το πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση.

(27)

Η ακρίβεια των δεδομένων που περιλαμβάνονται στα κεντρικά μητρώα είναι θεμελιώδης για όλες τις αρμόδιες αρχές και τα άλλα πρόσωπα στα οποία επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα και για τη λήψη έγκυρων, νόμιμων αποφάσεων βάσει αυτών των δεδομένων. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα επαληθεύουν, εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο και στη συνέχεια σε τακτική βάση, ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες είναι πρόσφορες, ακριβείς και επικαιροποιημένες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα είναι σε θέση να ζητούν κάθε πληροφορία που χρειάζονται για την επαλήθευση των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο και των πληροφοριών του ασκούντος καθήκοντα εξ ονόματος άλλου προσώπου, καθώς και για την επαλήθευση των περιπτώσεων τις οποίες δεν υπάρχει πραγματικός δικαιούχος ή στις οποίες δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων. Στις εν λόγω περιπτώσεις, οι πληροφορίες που παρέχονται στο κεντρικό μητρώο θα πρέπει να συνοδεύονται από αιτιολόγηση, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων, ώστε το μητρώο να είναι σε θέση να εξακριβώσει αν όντως συντρέχει τέτοια περίπτωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα έχουν στη διάθεσή τους κατάλληλα εργαλεία για τη διενέργεια αυτοματοποιημένων επαληθεύσεων, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και να αποφεύγονται αποτελέσματα τα οποία εισάγουν διακρίσεις.

(28)

Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να αναθέτουν στις οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα επαρκείς εξουσίες και πόρους, ώστε αυτές να εξακριβώνουν τον πραγματικό δικαιούχο και να επαληθεύουν την ακρίβεια των πληροφοριών που τους έχουν υποβληθεί, καθώς και να αναφέρουν κάθε υπόνοια στη ΜΧΠ τους. Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει περιλαμβάνουν τη εξουσία για διενέργεια επιθεωρήσεων στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των νομικών οντοτήτων και των υπόχρεων οντοτήτων που ενεργούν ως εμπιστευματοδόχοι ρητών εμπιστευμάτων ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις σε παρόμοια νομικά μορφώματα, είτε διενεργούνται από τις οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα είτε από άλλες αρχές για λογαριασμό τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται επαρκείς εγγυήσεις, όταν οι εμπιστευματοδόχοι ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρόμοιο νομικό μόρφωμα είναι επαγγελματίες του νομικού κλάδου ή όταν οι επαγγελματικές εγκαταστάσεις τους ή η καταστατική τους έδρα είναι ίδιες με την ιδιωτική τους κατοικία. Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να επεκτείνονται σε εκπροσώπους νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων της αλλοδαπής στην Ένωση, όταν οι εν λόγω νομικές οντότητες και τα εν λόγω μορφώματα έχουν καταστατική έδρα ή αντιπροσώπους στην Ένωση.

(29)

Όταν η επαλήθευση των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο οδηγεί μια οντότητα που είναι υπεύθυνη για ένα κεντρικό μητρώο στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ασυνέπειες ή σφάλματα στις εν λόγω πληροφορίες, ή όταν οι εν λόγω πληροφορίες δεν πληρούν με άλλον τρόπο τις απαιτήσεις, η οντότητα θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει ή να αναστέλλει την απόδειξη εγγραφής στο κεντρικό μητρώο, έως ότου διορθωθούν οι αστοχίες.

(30)

Οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα θα πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους χωρίς αθέμιτη επιρροή, συμπεριλαμβανομένης κάθε αθέμιτης πολιτικής επιρροής ή επιρροής του κλάδου σε σχέση με την επαλήθευση των πληροφοριών, την επιβολή μέτρων ή κυρώσεων και τη χορήγηση πρόσβασης σε πρόσωπα με έννομο συμφέρον. Προς τον σκοπό αυτόν, οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα θα πρέπει να εφαρμόζουν πολιτικές για την πρόληψη και τη διαχείριση της σύγκρουσης συμφερόντων.

(31)

Οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα είναι σε θέση να εντοπίζουν, με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο, τα άτομα που τελικά κατέχουν ή ελέγχουν νομικές οντότητες και μορφώματα, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που έχουν κατονομαστεί στο πλαίσιο στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων. Ο έγκαιρος εντοπισμός των δομών ιδιοκτησίας και ελέγχου συμβάλλει στη βελτίωση της κατανόησης της έκθεσης σε κινδύνους μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, καθώς και στη θέσπιση μέτρων για τη μείωση των εν λόγω κινδύνων. Επομένως, είναι σημαντικό οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα να διασταυρώνουν τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους με τα στοιχεία των ατόμων που έχουν κατονομαστεί στο πλαίσιο στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, τόσο αμέσως μετά τον προσδιορισμό των εν λόγω ατόμων όσο και ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη συνέχεια, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσον οι αλλαγές στη δομή ιδιοκτησίας ή ελέγχου της νομικής οντότητας ή του νομικού μορφώματος οδηγούν σε κινδύνους αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων. Η επισήμανση στα κεντρικά μητρώα ότι νομικές οντότητες ή νομικά μορφώματα συνδέονται με πρόσωπα ή οντότητες που υπόκεινται σε στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις θα πρέπει να συμβάλλει στις δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων της Ένωσης.

(32)

Η αναφορά αναντιστοιχιών μεταξύ των πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα και των πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους που διατίθενται στις υπόχρεες οντότητες και, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές, αποτελεί αποτελεσματικό μηχανισμό για την επαλήθευση της ακρίβειας των πληροφοριών. Τυχόν απόκλιση που εντοπίζεται θα πρέπει να αναφέρεται και να διορθώνεται τάχιστα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί προστασίας των δεδομένων.

(33)

Στην περίπτωση που η αναφορά αναντιστοιχιών από τις ΜΧΠ και άλλες αρμόδιες αρχές θα διακύβευε την ανάλυση μιας ύποπτης συναλλαγής ή εν εξελίξει ποινική έρευνα, οι ΜΧΠ ή άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να καθυστερούν την αναφορά της αναντιστοιχίας έως ότου οι λόγοι της μη αναφοράς να παύσουν να υφίστανται. Επιπλέον, οι ΜΧΠ και άλλες αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να γνωστοποιούν αναντιστοιχίες όταν κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς κάθε διάταξη εμπιστευτικότητας του εθνικού δικαίου ή θα συνιστούσε αδίκημα πληροφόρησης.

(34)

Για να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην εφαρμογή της έννοιας του πραγματικού δικαιούχου, είναι σημαντικό οι νομικές οντότητες να υπάρχουν σε ολόκληρη την Ένωση ενιαίοι δίαυλοι και μέσα αναφοράς για νομικές οντότητες και εμπιστευματοδόχους ρητών εμπιστευμάτων ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις σε παρόμοια νομικά μορφώματα. Προς τον σκοπό αυτό, ο μορφότυπος υποβολής πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους στα σχετικά κεντρικά μητρώα θα πρέπει να είναι ενιαίος και να προσφέρει εγγυήσεις διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου.

(35)

Προκειμένου να διασφαλισθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων νομικών μορφών, οι εμπιστευματοδόχοι θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να αποκτούν και να διατηρούν πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους, καθώς και να κοινοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες σε κεντρικό μητρώο ή σε κεντρική βάση δεδομένων.

(36)

Είναι σημαντικό οι πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους να παραμένουν διαθέσιμες μέσω των κεντρικών μητρώων και μέσω του συστήματος διασύνδεσης των κεντρικών μητρώων για τουλάχιστον 5 έτη αφότου η νομική οντότητα έχει λυθεί ή το νομικό μόρφωμα έχει παύσει να υφίσταται. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν βάσει νόμου πρόσθετους λόγους για την επεξεργασία πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους για σκοπούς άλλους από την ΚΞΧ/ΧΤ, εφόσον η επεξεργασία αυτή ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για την επίτευξη επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού.

(37)

Οι ΜΧΠ, άλλες αρμόδιες αρχές και αυτορρυθμιζόμενοι φορείς θα πρέπει να έχουν άμεση, απρόσκοπτη, απευθείας και ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους για τους σκοπούς της πρόληψης, του εντοπισμού, της διερεύνησης και της δίωξης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να έχουν πρόσβαση στα κεντρικά μητρώα κατά την άσκηση της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να θέσουν ως προϋπόθεση για την πρόσβαση των υπόχρεων οντοτήτων την καταβολή τέλους. Ωστόσο, τα εν λόγω τέλη θα πρέπει να περιορίζονται αυστηρά στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την κάλυψη του κόστους διασφάλισης της ποιότητας των πληροφοριών που τηρούνται από τα εν λόγω μητρώα και διάθεσης των πληροφοριών, και δεν θα πρέπει να υπονομεύουν την αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.

(38)

Η άμεση, έγκαιρη και απρόσκοπτη πρόσβαση των εθνικών δημόσιων αρχών σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων της Ένωσης, την πρόληψη του κινδύνου μη εφαρμογής και αποφυγής των περιοριστικών μέτρων της Ένωσης, καθώς και για τη διερεύνηση παραβάσεων των εν λόγω μέτρων. Για αυτούς τους λόγους, οι αρμόδιες για την εφαρμογή των περιοριστικών αυτών μέτρων αρχές που προσδιορίζονται βάσει των σχετικών κανονισμών του Συμβουλίου οι οποίοι εκδίδονται βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θα πρέπει να έχουν απευθείας και άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες που τηρούνται στα διασυνδεδεμένα κεντρικά μητρώα.

(39)

Τα όργανα, οι υπηρεσίες και οι οργανισμοί της Ένωσης που διαδραματίζουν ρόλο στο ενωσιακό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Τούτο ισχύει για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) κατά την εκτέλεση των ερευνών της, καθώς και για την Ευρωπόλ και τη Eurojust κατά την υποστήριξη ερευνών από εθνικές αρχές. Ως εποπτική αρχή, η ΑΚΝΕΠΑΔ πρέπει να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, κατά την άσκηση των εποπτικών της δραστηριοτήτων. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ΑΚΝΕΠΑΔ είναι σε θέση να στηρίζει αποτελεσματικά τις δραστηριότητες των ΜΧΠ, θα πρέπει επίσης να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στο πλαίσιο κοινών αναλύσεων.

(40)

Προκειμένου να περιοριστούν οι επεμβάσεις στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες πραγματικών δικαιούχων που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα θα πρέπει να αποδεικνύεται προηγουμένως η ύπαρξη έννομου συμφέροντος. Τυχόν αποκλίνουσες προσεγγίσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιου έννομου συμφέροντος ενδέχεται να παρεμποδίσουν την εναρμονισμένη εφαρμογή του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ και τον σκοπό πρόληψης για τον οποίο επιτρέπεται η πρόσβαση του κοινού. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο για την αναγνώριση και τη διαπίστωση ύπαρξης έννομου συμφέροντος σε επίπεδο Ένωσης, με πλήρη σεβασμό του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»). Όταν υφίσταται έννομο συμφέρον, θα πρέπει να επιτρέπεται στο κοινό η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων. Το έννομο συμφέρον θα πρέπει να τεκμαίρεται για ορισμένες κατηγορίες του κοινού. Η πρόσβαση βάσει έννομου συμφέροντος δεν θα πρέπει να εξαρτάται από το νομικό καθεστώς ή τη νομική μορφή του προσώπου που ζητεί πρόσβαση.

(41)

Μη κυβερνητικές οργανώσεις, εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής κοινότητας και ερευνητές δημοσιογράφοι έχουν συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρείται ότι έχουν έννομο συμφέρον να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, πρόσβαση η οποία αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και την άσκηση δημόσιου ελέγχου, ανάλογα με την περίπτωση. Η δυνατότητα πρόσβασης στα κεντρικά μητρώα δεν θα πρέπει να εξαρτάται από το μέσο ή την πλατφόρμα μέσω της οποίας ασκούν τις δραστηριότητές τους ή από το κατά πόσον διαθέτουν προηγούμενη πείρα στον τομέα. Προκειμένου οι εν λόγω κατηγορίες να είναι σε θέση να ασκούν αποτελεσματικά τις δραστηριότητές τους και να αποφεύγουν τον κίνδυνο αντιποίνων, θα πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με νομικές οντότητες και νομικά μορφώματα, χωρίς να αποδεικνύουν κάποιου είδους σύνδεσμο με τις εν λόγω οντότητες ή τα εν λόγω μορφώματα. Όπως προβλέπεται από τους κανόνες της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων, κάθε πρόσβαση των πραγματικών δικαιούχων σε πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν δεν θα πρέπει να θίγει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ασφάλεια του προσώπου. Η γνωστοποίηση στον πραγματικό δικαιούχο ότι πρόσωπα που ενεργούν για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών απέκτησαν πρόσβαση στα προσωπικά τους δεδομένα εγκυμονεί τον κίνδυνο υπονόμευσης της ασφάλειας των δημοσιογράφων και των μελών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που διεξάγουν έρευνες για πιθανές εγκληματικές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, προκειμένου να συμβιβαστεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με την ελευθερία της πληροφόρησης και της έκφρασης των δημοσιογράφων σύμφωνα με το άρθρο 85 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15), και προκειμένου να διασφαλιστεί ο ρόλος των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στην πρόληψη, τη διερεύνηση και τον εντοπισμό της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του εν λόγω κανονισμού, οι οντότητες που είναι υπεύθυνες για τα κεντρικά μητρώα δεν θα πρέπει να κοινοποιούν στους πραγματικούς δικαιούχους πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων τους από τις εν λόγω κατηγορίες του κοινού, αλλά μόνο το γεγονός ότι πρόσωπα που ενεργούν για τους σκοπούς της δημοσιογραφίας ή οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν αποκτήσει πρόσβαση στα δεδομένα τους.

(42)

Η ακεραιότητα των επιχειρηματικών συναλλαγών είναι ζωτικής σημασίας για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης. Προς τον σκοπό αυτόν, είναι σημαντικό τα πρόσωπα που επιθυμούν να συναλλαγούν με νομικές οντότητες ή νομικά μορφώματα εντός της Ένωσης να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους για να επαληθεύουν ότι οι δυνητικοί επιχειρηματικοί αντισυμβαλλόμενοι τους δεν εμπλέκονται σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά αδικήματά της ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Υπάρχουν εκτεταμένες αποδείξεις ότι οι εγκληματίες αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από εταιρικές δομές, και η δυνατότητα όσων θα μπορούσαν να προβούν σε συναλλαγές με νομική οντότητα ή νομικό μόρφωμα να πληροφορηθούν την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων συμβάλλει στην καταπολέμηση της κατάχρησης νομικών οντοτήτων ή νομικών μορφωμάτων για εγκληματικούς σκοπούς. Μια συναλλαγή δεν περιορίζεται σε δραστηριότητες διαπραγμάτευσης ή στην παροχή ή αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, αλλά θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει καταστάσεις στις οποίες ένα πρόσωπο ενδέχεται να επενδύσει χρηματικά ποσά, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 25) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) ή κρυπτοστοιχεία σε νομική οντότητα ή σε νομικό μόρφωμα, ή να αποκτήσει τη νομική οντότητα. Ως εκ τούτου, η απαίτηση περί ύπαρξης έννομου συμφέροντος για πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται μόνο από πρόσωπα που ασκούν οικονομικές ή εμπορικές δραστηριότητες.

(43)

Δεδομένου του διασυνοριακού χαρακτήρα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του κύριου αδικήματός της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι αρχές τρίτων χωρών έχουν έννομο συμφέρον να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων της Ένωσης, εφόσον η εν λόγω πρόσβαση είναι αναγκαία στις εν λόγω αρχές στο πλαίσιο ειδικών ερευνών ή αναλύσεων για την εκτέλεση των καθηκόντων τους αναφορικά με την ΚΞΧ/ΧΤ. Ομοίως, οι οντότητες που υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ σε τρίτες χώρες θα πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στα κεντρικά μητρώα της Ένωσης, όταν υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ στις εν λόγω χώρες σε σχέση με νομικές οντότητες και νομικά μορφώματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση. Κάθε πρόσβαση σε πληροφορίες που περιέχονται στα κεντρικά μητρώα θα πρέπει να συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ιδίως με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κεντρικά μητρώα θα πρέπει επίσης να εξετάζουν κατά πόσον τα αιτήματα προσώπων που είναι εγκατεστημένα εκτός της Ένωσης μπορούν να εμπίπτουν στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να γίνει χρήση παρέκκλισης δυνάμει του άρθρου 49 του εν λόγω κανονισμού. Είναι πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») ότι η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί σκοπό γενικού δημόσιου συμφέροντος, το ίδιο δε ισχύει και για τους εν λόγω συνδεόμενους με αυτόν σκοπούς δημόσιας ασφάλειας. Προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα των ερευνών και των αναλύσεων από τις ΜΧΠ τρίτων χωρών και τις αρχές επιβολής του νόμου και τις δικαστικές αρχές, τα κεντρικά μητρώα θα πρέπει να μην αποκαλύπτουν στους πραγματικούς δικαιούχους οποιαδήποτε επεξεργασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα από τις εν λόγω αρχές, στον βαθμό που η δημοσιοποίηση αυτή θα επηρέαζε δυσμενώς τις έρευνες και τις αναλύσεις των εν λόγω αρχών. Ωστόσο, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, τα κεντρικά μητρώα θα πρέπει μόνο να μην αποκαλύπτουν τις εν λόγω πληροφορίες έως ότου η δημοσιοποίηση αυτή να μη θέτει πλέον σε κίνδυνο ορισμένη έρευνα ή ανάλυση. Η εν λόγω προθεσμία θα πρέπει να οριστεί σε 5 έτη κατ’ ανώτατο όριο και θα πρέπει να παρατείνεται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αρχής της τρίτης χώρας.

(44)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ένα καθεστώς πρόσβασης επαρκώς ευέλικτο και ικανό να προσαρμόζεται στις αναδυόμενες νέες συνθήκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να χορηγούν πρόσβαση στις πληροφορίες πραγματικών δικαιούχων, ανάλογα με την περίπτωση, σε κάθε πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον το οποίο συνδέεται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις έννομου συμφέροντος που δεν συμπεριλαμβάνονται στις κατηγορίες οι οποίες προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία και να τις κοινοποιούν στην Επιτροπή.

(45)

Οι εγκληματίες μπορούν να κάνουν κατάχρηση νομικών οντοτήτων οποιαδήποτε στιγμή. Ωστόσο, ορισμένα στάδια του κύκλου ζωής των νομικών οντοτήτων συνδέονται με υψηλότερους κινδύνους, όπως το στάδιο της σύστασης της εταιρείας, ή όταν υπάρχουν αλλαγές στη δομή της εταιρείας, όπως η μετατροπή, η συγχώνευση ή η διάσπαση, οι οποίες επιτρέπουν στους εγκληματίες να αποκτήσουν τον έλεγχο της νομικής οντότητας. Το πλαίσιο της Ένωσης προβλέπει εποπτεία των εν λόγω φάσεων ύπαρξης νομικής οντότητας από τις δημόσιες αρχές βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17). Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω δημόσιες αρχές είναι σε θέση να ασκούν αποτελεσματικά τις δραστηριότητές τους και να συμβάλλουν στην πρόληψη της κατάχρησης νομικών οντοτήτων για εγκληματικούς σκοπούς, θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται στα διασυνδεδεμένα κεντρικά μητρώα.

(46)

Προκειμένου να διασφαλιστούν η νομιμότητα και η κανονικότητα των δαπανών που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς που υποβάλλονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο χρηματοδοτικών προγραμμάτων της Ένωσης, οι αρμόδιες για τα προγράμματα αρχές πρέπει να συλλέγουν και να αποθηκεύουν στα οικεία συστήματα διαχείρισης και ελέγχου πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των αποδεκτών ενωσιακής χρηματοδότησης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες για τα προγράμματα αρχές στα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους που τηρούνται στα διασυνδεδεμένα κεντρικά μητρώα για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό, τη διόρθωση και την αναφορά παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της απάτης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1060 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18).

(47)

Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οι αρχές των κρατών μελών που εφαρμόζουν τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα διασυνδεδεμένα κεντρικά μητρώα για τη συλλογή των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο των κονδυλίων της Ένωσης ή του αναδόχου οι οποίες απαιτούνται βάσει του εν λόγω κανονισμού.

(48)

Η διαφθορά στις δημόσιες συμβάσεις βλάπτει το δημόσιο συμφέρον, υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού και έχει αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή των πολιτών. Δεδομένου ότι οι διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων είναι ευάλωτες στη διαφθορά, την απάτη και άλλα βασικά αδικήματα, οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στα κεντρικά μητρώα, ώστε να εξακριβώνουν την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που τελικά κατέχουν ή ελέγχουν τους προσφέροντες, και να εντοπίζουν περιπτώσεις στις οποίες ελλοχεύει ο κίνδυνος συμμετοχής εγκληματιών στη διαδικασία σύναψης συμβάσεων. Η έγκαιρη πρόσβαση σε πληροφορίες που τηρούνται στο κεντρικό μητρώο είναι ζωτικής σημασίας για να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων μπορούν να εκπληρώσουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους, μεταξύ άλλων εντοπίζοντας περιπτώσεις διαφθοράς στις εν λόγω διαδικασίες. Η έννοια των δημόσιων αρχών όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων θα πρέπει να περιλαμβάνει την έννοια των αναθετουσών αρχών στις ενωσιακές νομικές πράξεις σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων για αγαθά και υπηρεσίες ή συμβάσεων παραχώρησης, καθώς και κάθε δημόσια αρχή που έχει οριστεί από τα κράτη μέλη για τον έλεγχο της νομιμότητας των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων, η οποία δεν αποτελεί αρμόδια αρχή για σκοπούς ΚΞΧ/ΧΤ.

(49)

Προϊόντα, όπως ο έλεγχος πελατών που προσφέρονται από τρίτους παρόχους, στηρίζουν τις υπόχρεες οντότητες κατά την άσκηση της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Τα εν λόγω προϊόντα τους παρέχουν μια ολοκληρωμένη άποψη για τον πελάτη, η οποία τους επιτρέπει να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με την ταξινόμηση των κινδύνων, τα μέτρα μετριασμού που πρέπει να εφαρμοστούν, και τις πιθανές υπόνοιες σχετικά με τις δραστηριότητες των πελατών. Τα εν λόγω προϊόντα συμβάλλουν επίσης στο έργο των αρμόδιων αρχών όσον αφορά την ανάλυση ύποπτων συναλλαγών και τη διερεύνηση πιθανών περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους με άλλες τεχνικές λύσεις που επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να έχουν πληρέστερη εικόνα πολύπλοκων εγκληματικών δικτύων, μεταξύ άλλων μέσω του εντοπισμού των δημιουργών. Ως εκ τούτου, συμβάλλουν καίρια στην ιχνηλάτηση των ολοένα και πιο σύνθετων και ταχειών κινήσεων που χαρακτηρίζουν τα δίκτυα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Λόγω της καθιερωμένης λειτουργίας τους στις υποδομές συμμόρφωσης, είναι δικαιολογημένο να θεωρείται ότι οι πάροχοι των εν λόγω προϊόντων έχουν έννομο συμφέρον να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα που λαμβάνονται από το μητρώο παρέχονται μόνο σε υπόχρεες οντότητες και αρμόδιες αρχές στην Ένωση για την εκτέλεση καθηκόντων που σχετίζονται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(50)

Προκειμένου να αποφευχθούν αποκλίνουσες προσεγγίσεις όσον αφορά την εφαρμογή της έννοιας του έννομου συμφέροντος για την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, θα πρέπει να εναρμονιστούν οι διαδικασίες για την αναγνώριση του εν λόγω έννομου συμφέροντος. Τούτο θα πρέπει να περιλαμβάνει κοινά υποδείγματα για την εφαρμογή και την αναγνώριση έννομου συμφέροντος, τα οποία θα διευκολύνουν την αμοιβαία αναγνώριση από τα κεντρικά μητρώα σε ολόκληρη την Ένωση. Προς τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για τον καθορισμό εναρμονισμένων υποδειγμάτων και διαδικασιών.

(51)

Για να διασφαλιστεί ότι οι διαδικασίες για την παροχή πρόσβασης σε πρόσωπα με διαπιστωμένο έννομο συμφέρον δεν είναι υπέρμετρα επαχθείς, η πρόσβαση δύναται να ανανεωθεί βάσει απλουστευμένων διαδικασιών μέσω των οποίων η οντότητα που είναι υπεύθυνη για το κεντρικό μητρώο διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που έχουν προηγουμένως ληφθεί για τους σκοπούς της επαλήθευσης είναι ορθές και συναφείς, καθώς και ότι επικαιροποιούνται εφόσον αυτό είναι αναγκαίο.

(52)

Επιπλέον, αποσκοπώντας στη διασφάλιση αναλογικής και ισορροπημένης προσέγγισης και στην εγγύηση των δικαιωμάτων στην ιδιωτικότητα και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν εξαιρέσεις από τη γνωστοποίηση των προσωπικών πληροφοριών του πραγματικού δικαιούχου μέσω των κεντρικών μητρώων και από την πρόσβαση σε αυτές σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν οι πληροφορίες αυτές θα εξέθεταν τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν επιγραμμική εγγραφή, προκειμένου να ταυτοποιούν κάθε πρόσωπο που ζητεί πληροφορίες από το κεντρικό μητρώο, καθώς και την καταβολή τέλους για την πρόσβαση στις πληροφορίες του μητρώου από πρόσωπα με έννομο συμφέρον. Ωστόσο, τα εν λόγω τέλη θα πρέπει να περιορίζονται αυστηρά στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την κάλυψη του κόστους διασφάλισης της ποιότητας των πληροφοριών που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα και διάθεσης των πληροφοριών, και δεν θα πρέπει να υπονομεύουν την αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.

(53)

Η ταυτοποίηση των αιτούντων είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι μόνο πρόσωπα με έννομο συμφέρον μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους. Ωστόσο, η διαδικασία ταυτοποίησης θα πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην οδηγεί σε διακρίσεις, μεταξύ άλλων με βάση τη χώρα διαμονής ή την ιθαγένεια των αιτούντων. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν επαρκείς μηχανισμούς ταυτοποίησης, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων συστήματα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης που κοινοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20), και σχετικών εγκεκριμένων υπηρεσιών εμπιστοσύνης, ώστε τα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον να αποκτούν αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους.

(54)

Με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 επιτεύχθηκε η διασύνδεση των κεντρικών μητρώων των κρατών μελών που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους μέσω της ευρωπαϊκής κεντρικής πλατφόρμας που συστάθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2017/1132. Η διασύνδεση έχει αποδειχθεί αναγκαία για την αποτελεσματική διασυνοριακή πρόσβαση των αρμόδιων αρχών, των υπόχρεων οντοτήτων και των προσώπων με έννομο συμφέρον στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Θα απαιτηθεί συνεχής πρόοδος για την εφαρμογή των εξελιγμένων κανονιστικών απαιτήσεων εγκαίρως, πριν από τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, οι εργασίες για τη διασύνδεση θα πρέπει να συνεχιστούν με τη συμμετοχή των κρατών μελών στη λειτουργία του όλου συστήματος, συμμετοχή που θα πρέπει να εξασφαλιστεί μέσω τακτικού διαλόγου μεταξύ της Επιτροπής και των αντιπροσώπων των κρατών μελών σχετικά με τα θέματα που αφορούν τη λειτουργία του συστήματος, καθώς και τη μελλοντική του ανάπτυξη.

(55)

Μέσω της διασύνδεσης των κεντρικών μητρώων των κρατών μελών, θα πρέπει να χορηγείται πρόσβαση τόσο εθνική όσο και διασυνοριακή σε πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους των νομικών μορφωμάτων που περιέχονται στο κεντρικό μητρώο κάθε κράτους μέλους βάσει του ορισμού του έννομου συμφέροντος, δυνάμει απόφασης που λαμβάνεται από την οντότητα που είναι υπεύθυνη για το κεντρικό μητρώο. Προκειμένου να διασφαλιστεί η επανεξέταση των αποφάσεων σχετικά με τον περιορισμό της πρόσβασης σε πληροφορίες για τους πραγματικούς δικαιούχους, θα πρέπει να συσταθούν μηχανισμοί προσφυγής κατά των αποφάσεων αυτών. Για να επιτευχθεί η συνεκτική και αποτελεσματική καταχώριση και η ανταλλαγή πληροφοριών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η οντότητα που είναι υπεύθυνη για το κεντρικό μητρώο στο κράτος μέλος τους συνεργάζεται με τους ομολόγους της φορείς σε άλλα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων ανταλλάσσοντας πληροφορίες σχετικά με εμπιστεύματα και παρεμφερή νομικά μορφώματα που διέπονται από το δίκαιο ενός κράτους μέλους ενώ η διοίκησή τους γίνεται σε άλλο κράτος μέλος ή των οποίων ο εμπιστευματοδόχος είναι εγκατεστημένος ή διαμένει σε άλλο κράτος μέλος.

(56)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Τα φυσικά πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται στα κεντρικά μητρώα ως δεδομένα πραγματικών δικαιούχων θα πρέπει να ενημερώνονται για τους ισχύοντες κανόνες προστασίας δεδομένων. Επιπλέον, θα πρέπει να διατίθενται μόνο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι επικαιροποιημένα και όντως αντιστοιχούν στους πραγματικούς δικαιούχους, και οι πραγματικοί δικαιούχοι θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα δικαιώματά των οποίων απολαύουν εντός του ενωσιακού νομικού πλαισίου προστασίας των δεδομένων, καθώς και σχετικά με τις διαδικασίες που προβλέπονται για την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων.

(57)

Η καθυστερημένη πρόσβαση των ΜΧΠ και άλλων αρμόδιων αρχών σε πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των κατόχων τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών πληρωμών, λογαριασμών αξιογράφων, λογαριασμών κρυπτοστοιχείων και θυρίδων ασφαλείας δυσχεραίνει την ανίχνευση των μεταφορών χρηματικών ποσών που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν κεντρικοί αυτοματοποιημένοι μηχανισμοί, όπως ένα μητρώο ή ένα σύστημα ανάκτησης δεδομένων, σε όλα τα κράτη μέλη ως αποτελεσματικό μέσο για την απόκτηση έγκαιρης πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των κατόχων τραπεζικών λογαριασμών και λογαριασμών πληρωμών, λογαριασμών αξιογράφων, καθώς και λογαριασμών κρυπτοστοιχείων και θυρίδων ασφαλείας, των πληρεξουσίων και των πραγματικών δικαιούχων τους. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τα στοιχεία του ιστορικού που αφορούν τους κατόχους κλειστού λογαριασμού πελάτη, τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τους λογαριασμούς πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων εικονικών IBAN, τους λογαριασμούς αξιογράφων, τους λογαριασμούς κρυπτοστοιχείων και τις θυρίδες ασφαλείας. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων για την πρόσβαση, είναι σκόπιμο να χρησιμοποιούνται προϋπάρχοντες μηχανισμοί υπό τον όρο ότι οι εθνικές ΜΧΠ μπορούν να έχουν πρόσβαση άμεσα και χωρίς παρεμβολές στα δεδομένα που ζητούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν την τροφοδότηση στον εν λόγω μηχανισμό άλλων πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες και αναλογικές προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματικότερος μετριασμός των κινδύνων σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά αδικήματά της και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η απόλυτη εμπιστευτικότητα σχετικά με τις έρευνες αυτές και τα αιτήματα για συναφείς πληροφορίες από τις ΜΧΠ, την ΑΚΝΕΠΑΔ στο πλαίσιο κοινών αναλύσεων και τις εποπτικές αρχές.

(58)

Οι εικονικοί IBAN είναι εικονικοί αριθμοί που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και επιτρέπουν τη πραγματοποίηση πληρωμών σε φυσικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ή λογαριασμούς πληρωμών. Παρότι οι εικονικοί IBAN μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις επιχειρήσεις για νόμιμους σκοπούς, όπως, για παράδειγμα, για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας είσπραξης και αποστολής πληρωμών σε διασυνοριακό επίπεδο, συναρτώνται επίσης με αυξημένους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συγκάλυψη της ταυτότητας του κατόχου του λογαριασμού, καθιστώντας δυσχερή για τις ΜΧΠ την ανίχνευση της ροής κεφαλαίων, τον εντοπισμό της τοποθεσίας του λογαριασμού και την επιβολή των αναγκαίων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής ή της παρακολούθησης του λογαριασμού. Προκειμένου να μετριαστούν οι εν λόγω κίνδυνοι και να διευκολυνθούν η ανίχνευση και ο εντοπισμός παράνομων ροών από τις ΜΧΠ, οι κεντρικοί αυτοματοποιημένοι μηχανισμοί θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με εικονικούς IBAN που συνδέονται με τραπεζικό λογαριασμό ή λογαριασμό πληρωμών.

(59)

Προκειμένου να διαφυλαχθεί το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και να προστατευτούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα ελάχιστα δεδομένα που είναι αναγκαία για τη διενέργεια ερευνών για ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να τηρούνται σε κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς για τραπεζικούς λογαριασμούς ή λογαριασμούς πληρωμών, λογαριασμούς αξιογράφων και λογαριασμούς κρυπτοστοιχείων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν ποια πρόσθετα δεδομένα είναι χρήσιμο και αναλογικό να συγκεντρώνουν. Κατά τη μεταφορά των διατάξεων σχετικά με αυτούς τους μηχανισμούς στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν περιόδους διατήρησης ισοδύναμες προς την περίοδο για τη διατήρηση των εγγράφων και των πληροφοριών που αποκτούν στο πλαίσιο εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρατείνουν κατ’ εξαίρεση την περίοδο διατήρησης των δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι την αιτιολογούν δεόντως.. Το διάστημα επιπρόσθετης διατήρησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 5 επιπρόσθετα έτη. Αυτό το διάστημα δεν θα πρέπει να εμποδίζει το εθνικό δίκαιο να θεσπίζει άλλες απαιτήσεις διατήρησης δεδομένων επιτρέποντας κατά περίπτωση αποφάσεις προκειμένου να διευκολύνονται οι ποινικές ή διοικητικές διαδικασίες. Η πρόσβαση στους μηχανισμούς αυτούς θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή «ανάγκη γνώσης».

(60)

Μέσω της διασύνδεσης των κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών των κρατών μελών, οι εθνικές ΜΧΠ θα είναι σε θέση να λαμβάνουν ταχύτατα διασυνοριακές πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των κατόχων τραπεζικών λογαριασμών και λογαριασμών πληρωμών, λογαριασμών αξιογράφων, λογαριασμών κρυπτοστοιχείων και θυρίδων ασφαλείας σε άλλα κράτη μέλη, γεγονός που θα ενισχύσει την ικανότητά τους να διενεργούν αποτελεσματικά χρηματοοικονομικές αναλύσεις και να συνεργάζονται με τους ομολόγους τους φορείς από άλλα κράτη μέλη. Η άμεση διασυνοριακή πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς και λογαριασμούς πληρωμών, λογαριασμούς αξιογράφων, λογαριασμούς κρυπτοστοιχείων και θυρίδες ασφαλείας θα επέτρεπε στις ΜΧΠ να εκπονούν οικονομικές αναλύσεις εντός επαρκώς σύντομης προθεσμίας, ώστε να εντοπίζουν τα κεφάλαια που διακινούνται μέσω διαφόρων λογαριασμών, μεταξύ άλλων με τη χρήση εικονικών IBAN, να εντοπίζουν πιθανές περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να εγγυώνται ταχεία δράση επιβολής του νόμου. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει επίσης να έχει άμεση πρόσβαση στους διασυνδεδεμένους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς, προκειμένου να παρέχει επιχειρησιακή στήριξη στις ΜΧΠ στο πλαίσιο κοινών ασκήσεων ανάλυσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι άμεση πρόσβαση στους διασυνδεδεμένους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς παρέχεται στις εποπτικές αρχές προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους.

(61)

Προκειμένου να διαφυλαχθεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και να περιοριστεί ο αντίκτυπος της διασυνοριακής πρόσβασης στις πληροφορίες που περιέχονται στους εθνικούς κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς, το εύρος των πληροφοριών που είναι προσβάσιμες μέσω του συστήματος διασύνδεσης των μητρώων τραπεζικών λογαριασμών («ΣΔΜΤΛ») θα περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο σύμφωνα με την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, ώστε να επιτρέπεται η ταυτοποίηση φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν ή ελέγχουν τραπεζικούς λογαριασμούς ή λογαριασμούς πληρωμών, λογαριασμούς αξιογράφων, λογαριασμούς κρυπτοστοιχείων και θυρίδες ασφαλείας. Οι ΜΧΠ και η ΑΚΝΕΠΑΔ, καθώς και οι εποπτικές αρχές, θα πρέπει να έχουν άμεση και απρόσκοπτη πρόσβαση στο ΣΔΜΤΛ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό των ΜΧΠ διατηρεί υψηλό επαγγελματικό επίπεδο σε ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων, διακρίνεται για την ακεραιότητά του και διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα. Επιπλέον, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που εγγυώνται την ασφάλεια των δεδομένων σύμφωνα με υψηλά τεχνολογικά πρότυπα.

(62)

Η διασύνδεση των κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών των κρατών μελών (κεντρικά μητρώα ή κεντρικά ηλεκτρονικά συστήματα ανάκτησης δεδομένων) που περιέχουν πληροφορίες για τραπεζικούς λογαριασμούς και λογαριασμούς πληρωμών, λογαριασμούς αξιογράφων, λογαριασμούς κρυπτοστοιχείων και θυρίδες μέσω του ΣΔΜΤΛ για τα μητρώα τραπεζικών λογαριασμών απαιτεί τον συντονισμό των εθνικών συστημάτων με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να αναπτυχθούν τεχνικά μέτρα και προδιαγραφές που λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ των εθνικών κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών.

(63)

Η ακίνητη περιουσία είναι ένα ελκυστικό εμπόρευμα για τους εγκληματίες για να νομιμοποιούν τα έσοδα των παράνομων δραστηριοτήτων τους, καθώς επιτρέπει τη συγκάλυψη της πραγματικής πηγής των κεφαλαίων και της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου. Η ορθή και έγκαιρη ταυτοποίηση από τις ΜΧΠ και άλλες αρμόδιες αρχές της ακίνητης περιουσίας καθώς και των φυσικών προσώπων, των νομικών οντοτήτων και των νομικών μορφωμάτων που κατέχουν ακίνητα είναι σημαντική τόσο για τον εντοπισμό συστημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όσο και για τη δέσμευση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, καθώς και για διοικητικά μέτρα δέσμευσης που υλοποιούν στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να παρέχουν στις ΜΧΠ και σε άλλες αρμόδιες αρχές άμεση και απευθείας πρόσβαση σε πληροφορίες που επιτρέπουν την ορθή διεξαγωγή αναλύσεων και ερευνών σχετικά με πιθανές ποινικές υποθέσεις που αφορούν ακίνητα. Προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική πρόσβαση, οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται δωρεάν μέσω ενιαίου σημείου πρόσβασης, με ψηφιακά μέσα και, όπου αυτό είναι δυνατόν, σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο. Οι πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν στοιχεία του ιστορικού, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού της κυριότητας ακίνητης περιουσίας, των τιμών στις οποίες αποκτήθηκε ακίνητη περιουσία στο παρελθόν και των σχετικών βαρών κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου στο παρελθόν, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στις ΜΧΠ και σε άλλες αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους να αναλύσουν και να εντοπίσουν τυχόν ύποπτες δραστηριότητες που σχετίζονται με ακίνητη περιουσία, μεταξύ άλλων συναλλαγές γης ή ακίνητης περιουσίας οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελούν ένδειξη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή άλλες μορφές εγκληματικότητας. Αυτά τα στοιχεία του ιστορικού αφορούν είδη πληροφοριών που έχουν ήδη συλλεγεί κατά τη διενέργεια συναλλαγών που αφορούν ακίνητα. Επομένως, δεν επιβάλλονται νέες υποχρεώσεις στα θιγόμενα πρόσωπα, και τούτο διασφαλίζει ότι διαφυλάσσεται δεόντως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων. Δεδομένου του συχνά διασυνοριακού χαρακτήρα των εγκληματικών δικτύων που αφορούν ακίνητα, είναι σκόπιμο να προσδιοριστεί ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών στις οποίες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση και να ανταλλάσσουν με τους ομολόγους τους φορείς σε άλλα κράτη μέλη.

(64)

Τα κράτη μέλη έχουν συγκροτήσει, ή θα πρέπει να συγκροτήσουν, λειτουργικά ανεξάρτητες και αυτόνομες ΜΧΠ, με αποστολή να συγκεντρώνουν και να αναλύουν πληροφορίες, προκειμένου να διαπιστώνουν σχέσεις μεταξύ ύποπτων συναλλαγών και δραστηριοτήτων, και συναφών εγκληματικών δραστηριοτήτων, ώστε να προλαμβάνεται και να καταπολεμείται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η ΜΧΠ θα πρέπει να είναι η ενιαία κεντρική εθνική μονάδα που είναι υπεύθυνη για την παραλαβή και την ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών, αναφορών για διασυνοριακές φυσικές κινήσεις μετρητών μέσω του τελωνειακού συστήματος πληροφοριών, και αναφορών για πληρωμές σε μετρητά που υπερβαίνουν ένα ορισμένο κατώτατο όριο (γνωστοποιήσεις βάσει κατωτάτων ορίων), καθώς και άλλων πληροφοριών σχετικών με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά αδικήματά της ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που υποβάλλονται από υπόχρεες οντότητες. Η λειτουργική ανεξαρτησία και αυτονομία της ΜΧΠ θα πρέπει να διασφαλίζεται με την παροχή στη ΜΧΠ της εξουσίας και της ικανότητας να εκτελεί ελεύθερα τα καθήκοντά της, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να λαμβάνει αυτόνομες αποφάσεις, όσον αφορά την ανάλυση, τα αιτήματα και τη διαβίβαση συγκεκριμένων πληροφοριών. Σε όλες τις περιπτώσεις, η ΜΧΠ θα πρέπει να έχει το αυτοτελές δικαίωμα να διαβιβάζει ή να κοινοποιεί πληροφορίες στις σχετικές αρμόδιες αρχές. Η ΜΧΠ θα πρέπει να διαθέτει επαρκείς οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους, με τρόπο που να εξασφαλίζει την αυτονομία και την ανεξαρτησία της και να της επιτρέπει να ασκεί αποτελεσματικά την εντολή της. Η ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποκτά και να χρησιμοποιεί τους πόρους που είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση των καθηκόντων της, σε μεμονωμένη ή τακτική βάση, απαλλαγμένη από κάθε αδικαιολόγητη πολιτική, κυβερνητική ή βιομηχανική επιρροή ή παρέμβαση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργική της ανεξαρτησία. Προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις και να εντοπιστούν οι αδυναμίες αλλά και οι βέλτιστες πρακτικές, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να συντονίζει την οργάνωση των αξιολογήσεων των ΜΧΠ από ομοτίμους.

(65)

Το προσωπικό των ΜΧΠ θα πρέπει να διακρίνεται από υψηλή ακεραιότητα, να διαθέτει κατάλληλη εξειδίκευση και να διατηρεί υψηλό επαγγελματικό επίπεδο. Οι ΜΧΠ θα πρέπει να εφαρμόζουν διαδικασίες για την αποτελεσματική πρόληψη και διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων. Δεδομένης της φύσης του έργου τους, οι ΜΧΠ είναι αποδέκτες και έχουν πρόσβαση σε μεγάλο όγκο ευαίσθητων προσωπικών και οικονομικών πληροφοριών. Ως εκ τούτου, το προσωπικό των ΜΧΠ θα πρέπει να διαθέτει κατάλληλη εξειδίκευση όσον αφορά τη δεοντολογική χρήση εργαλείων ανάλυσης μαζικών δεδομένων. Επιπλέον, οι δραστηριότητες των ΜΧΠ ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, οι ΜΧΠ θα πρέπει να ορίσουν υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο οποίος δύναται να είναι μέλος του υφιστάμενου προσωπικού της ΜΧΠ. Τα καθήκοντα του υπεύθυνου θεμελιωδών δικαιωμάτων θα πρέπει να περιλαμβάνουν, χωρίς να παρακωλύουν ή να καθυστερούν τις δραστηριότητες της ΜΧΠ, την παρακολούθηση και την προώθηση της συμμόρφωσης της ΜΧΠ με τα θεμελιώδη δικαιώματα, την παροχή συμβουλών και καθοδήγησης στη ΜΧΠ σχετικά με τις επιπτώσεις των πολιτικών και των πρακτικών της στα θεμελιώδη δικαιώματα, τον έλεγχο της νομιμότητας και της δεοντολογίας των δραστηριοτήτων της ΜΧΠ, και την έκδοση μη δεσμευτικών γνωμοδοτήσεων. Ο ορισμός υπεύθυνου θεμελιωδών δικαιωμάτων θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι ΜΧΠ σέβονται και προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των ενδιαφερομένων.

(66)

Οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να διαβιβάζουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Στις εν λόγω αρχές θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνονται αρχές με ανακριτικό, εισαγγελικό ή δικαιοδοτικό ρόλο. Σε όλα τα κράτη μέλη, άλλες αρχές έχουν ειδικούς ρόλους που συνδέονται με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και οι ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να τους κοινοποιούν τα πορίσματα των επιχειρησιακών ή στρατηγικών αναλύσεων τους, όταν θεωρούν ότι τα εν λόγω πορίσματα είναι συναφή με τα καθήκοντά τους. Τα πορίσματα των εν λόγω αναλύσεων παρέχουν σημαντικές πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για τη συγκέντρωση στοιχείων κατά τη διάρκεια του ερευνητικού και του εισαγγελικού έργου. Η πηγή της αναφοράς ύποπτης συναλλαγής ή δραστηριότητας δεν θα πρέπει να δημοσιοποιείται κατά τη διαβίβαση στοιχείων. Ωστόσο, τούτο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις ΜΧΠ να διαβιβάζουν σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, πληροφοριών σχετικά με τους αριθμούς IBAN και τους κωδικούς BIC ή SWIFT. Επιπλέον, οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν άλλες πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους, μεταξύ άλλων κατόπιν αιτήματος άλλων αρμόδιων αρχών. Στο πλαίσιο της άσκησης της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας τους, οι ΜΧΠ θα πρέπει να εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο η άρνηση παροχής πληροφοριών δύναται να επηρεάσει τη συνεργασία και τον ευρύτερο στόχο της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι αρνήσεις παροχής πληροφοριών θα πρέπει να περιορίζονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παράδειγμα, όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλη ΜΧΠ η οποία δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή της για την περαιτέρω διαβίβαση τους, ή όταν η ΜΧΠ έχει λόγους να πιστεύει ότι οι πληροφορίες δεν θα χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν. Στις περιπτώσεις αυτές, η ΜΧΠ θα πρέπει να αιτιολογεί την άρνηση. Στη σχετική αιτιολογία θα μπορούσε να διευκρινίζεται, για παράδειγμα, ότι οι πληροφορίες δεν βρίσκονται στην κατοχή της ΜΧΠ, ή ότι δεν έχει δοθεί συγκατάθεση για περαιτέρω διαβίβαση.

(67)

Η αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ και των εποπτικών φορέων είναι ζωτικής σημασίας για την ακεραιότητα και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Διασφαλίζει μια ολοκληρωμένη και συνεκτική προσέγγιση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενισχύει την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού καθεστώτος ΚΞΧ/ΧΤ και προστατεύει την οικονομία από τις απειλές που θέτουν οι παράνομες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες. Οι πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους οι ΜΧΠ και αφορούν, για παράδειγμα, την ποιότητα και την ποσότητα των αναφορών ύποπτων συναλλαγών που υποβάλλονται από υπόχρεες οντότητες, την ποιότητα και την έγκαιρη υποβολή των απαντήσεων των υπόχρεων οντοτήτων σε αιτήματα παροχής πληροφοριών από τις ΜΧΠ και τις πληροφορίες σχετικά με τις τυπολογίες, τις τάσεις και τις μεθόδους της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορούν να βοηθήσουν τους εποπτικούς φορείς να εντοπίσουν τομείς στους οποίους οι κίνδυνοι είναι υψηλότεροι ή στους οποίους η συμμόρφωση είναι ανεπαρκής και, ως εκ τούτου, να τους παράσχουν μια εικόνα σχετικά με το αν η εποπτεία πρέπει να ενισχυθεί σε σχέση με συγκεκριμένες υπόχρεες οντότητες ή τομείς. Προς τον σκοπό αυτόν, οι ΜΧΠ θα πρέπει να παρέχουν στους εποπτικούς φορείς, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος, ορισμένα είδη πληροφοριών που ενδέχεται να είναι χρήσιμα για τους σκοπούς της εποπτείας.

(68)

Οι ΜΧΠ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό των χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων των τρομοκρατικών δικτύων, ιδίως των διασυνοριακών, και στον εντοπισμό των χρηματοδοτών τους. Οι οικονομικές πληροφορίες μπορούν να αποδειχθούν καίριας σημασίας στην προσπάθεια να έρθουν στο φως οι μέθοδοι διευκόλυνσης των τρομοκρατικών πράξεων και τα δίκτυα και τα σχέδια των τρομοκρατικών οργανώσεων. Οι ΜΧΠ διατηρούν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τις λειτουργίες, τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες τους. Ωστόσο, οι τρέχουσες διαφορές δεν θα πρέπει να επηρεάζουν τη δραστηριότητα μιας ΜΧΠ, ιδίως την ικανότητά της να αναπτύσσει προληπτικές αναλύσεις για την υποστήριξη όλων των αρχών που είναι επιφορτισμένες με δραστηριότητες παροχής πληροφοριών, ερευνητικές και δικαστικές δραστηριότητες, καθώς και με τη διεθνή συνεργασία. Είναι πλέον ουσιώδες να προσδιοριστεί το ελάχιστο σύνολο δεδομένων στα οποία θα πρέπει να έχουν ταχεία πρόσβαση οι ΜΧΠ και τα οποία θα πρέπει να μπορούν να ανταλλάσσουν χωρίς εμπόδια με τους ομολόγους τους από άλλα κράτη μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι πληροφορίες θα πρέπει να ρέουν άμεσα και γρήγορα μεταξύ των ΜΧΠ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των ΜΧΠ, μέσω αποσαφήνισης των εξουσιών και της συνεργασίας μεταξύ των ΜΧΠ.

(69)

Στις εξουσίες των ΜΧΠ περιλαμβάνεται το δικαίωμα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης σε «χρηματοοικονομικές», «διοικητικές» πληροφορίες και πληροφορίες «σχετικές με την επιβολή του νόμου» τις οποίες οι μονάδες χρειάζονται για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η έλλειψη ορισμού αναφορικά με το ποια είδη πληροφοριών περιλαμβάνουν οι εν λόγω γενικές κατηγορίες είχε ως αποτέλεσμα οι ΜΧΠ να αποκτούν πρόσβαση σε αρκετά διαφοροποιημένα σύνολα πληροφοριών, γεγονός που έχει αντίκτυπο στα καθήκοντα ανάλυσης των ΜΧΠ καθώς και στην ικανότητά τους να συνεργάζονται αποτελεσματικά με τους ομολόγους τους φορείς από άλλα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο κοινών αναλύσεων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να οριστούν τα ελάχιστα σύνολα «χρηματοοικονομικών», «διοικητικών» και «σχετικών με την επιβολή του νόμου» πληροφοριών που θα πρέπει να τίθενται, άμεσα ή έμμεσα, στη διάθεση κάθε ΜΧΠ σε ολόκληρη την Ένωση. Οι ΜΧΠ λαμβάνουν επίσης και αποθηκεύουν στις βάσεις δεδομένων τους πληροφορίες σχετικά με συναλλαγές που αναφέρονται όταν σημειώνεται υπέρβαση καθορισμένων ορίων (αναφορές βάσει κατωτάτων ορίων), ή έχουν πρόσβαση σε αυτές. Οι εν λόγω εκθέσεις αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών και χρησιμοποιούνται ευρέως από τις ΜΧΠ στο πλαίσιο εγχώριων και κοινών αναλύσεων. Ως εκ τούτου, οι αναφορές βάσει ορίων συγκαταλέγονται στα είδη πληροφοριών που ανταλλάσσονται μέσω του FIU.net. Η άμεση πρόσβαση αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και ικανότητα ανταπόκρισης των ΜΧΠ. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν στις ΜΧΠ άμεση πρόσβαση σε ευρύτερο σύνολο πληροφοριών από εκείνες που απαιτούνται από την παρούσα οδηγία. Ταυτόχρονα, η παρούσα οδηγία δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν νέες βάσεις δεδομένων ή μητρώα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένα είδη πληροφοριών, για παράδειγμα, πληροφορίες σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, βρίσκονται διάσπαρτες σε διάφορα αποθετήρια ή αρχεία. Όταν δεν έχει δημιουργηθεί βάση δεδομένων ή μητρώο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν άλλα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι ΜΧΠ δύνανται να λαμβάνουν ταχέως τις εν λόγω πληροφορίες. Επιπλέον, οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν τάχιστα από οποιαδήποτε υπόχρεη οντότητα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα καθήκοντά τους. Μια ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να μπορεί να αποκτήσει τις εν λόγω πληροφορίες κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται από άλλη ΜΧΠ και να ανταλλάσσει τις πληροφορίες με την αιτούσα ΜΧΠ.

(70)

Η πρόσβαση θα πρέπει να θεωρείται απευθείας και άμεση όταν οι πληροφορίες περιέχονται σε βάση δεδομένων, μητρώο ή ηλεκτρονικό σύστημα ανάκτησης δεδομένων που επιτρέπει στη ΜΧΠ να τις λαμβάνει απευθείας, μέσω αυτοματοποιημένου μηχανισμού, χωρίς την παρεμβολή διαμεσολαβητή. Όταν οι πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή άλλης οντότητας ή αρχής, η άμεση πρόσβαση συνεπάγεται ότι οι εν λόγω αρχές ή οντότητες τις διαβιβάζουν ταχέως στη ΜΧΠ, χωρίς να παρεμβαίνουν στο περιεχόμενο των ζητούμενων δεδομένων ή στις πληροφορίες που πρέπει να παρασχεθούν. Οι πληροφορίες δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε φιλτράρισμα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που περιβάλλουν τις πληροφορίες ενδέχεται να μην επιτρέπουν την άκριτη παροχή των πληροφοριών. Τούτο ισχύει, για παράδειγμα, όταν φορολογικές πληροφορίες μπορούν να παρασχεθούν σε ΜΧΠ μόνο κατόπιν συμφωνίας φορολογικής αρχής τρίτης χώρας, όπου η άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες επιβολής του νόμου ενδέχεται να διακυβεύσει μια εν εξελίξει έρευνα, καθώς και σε σχέση με τα δεδομένα που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών που συλλέγονται σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/681 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21). Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσουν την αποτελεσματική πρόσβαση των ΜΧΠ στις πληροφορίες, μεταξύ άλλων επιτρέποντάς τους την πρόσβαση υπό προϋποθέσεις παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν για άλλες αρχές σε εθνικό επίπεδο για τη διευκόλυνση των δραστηριοτήτων τους ανάλυσης.

(71)

Οι ΜΧΠ, στη συντριπτική πλειονότητά τους, έχουν την εξουσία να λαμβάνουν επειγόντως μέτρα και να αναστέλλουν μια συναλλαγή ή να μη συγκατατίθενται στην εκτέλεσή της προκειμένου να προβούν σε ανάλυση, να επιβεβαιώσουν τις υπόνοιές τους, και να διαβιβάσουν τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων ανάλυσης στις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τη διάρκεια των εξουσιών αναστολής στα κράτη μέλη, κατάσταση η οποία έχει αντίκτυπο όχι μόνο στην αναστολή δραστηριοτήτων που έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα μέσω της συνεργασίας μεταξύ ΜΧΠ, αλλά και στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΜΧΠ έχουν την ικανότητα να περιορίζουν άμεσα τα κεφάλαια ή περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και να αποτρέπουν τον διασκορπισμό τους, επίσης για τους σκοπούς της κατάσχεσης, οι ΜΧΠ θα πρέπει να έχουν την εξουσία να αναστέλλουν τη χρήση τραπεζικού λογαριασμού ή λογαριασμού πληρωμών, καθώς και λογαριασμού κρυπτοστοιχείων ή μια επιχειρηματική σχέση, προκειμένου να αναλύσουν τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω του λογαριασμού ή επιχειρηματικών σχέσεων, να επιβεβαιώσουν τις υπόνοιές τους και να διαβιβάσουν τα αποτελέσματα των αναλύσεών τους στις σχετικές αρμόδιες αρχές. Δεδομένου ότι η εν λόγω αναστολή θα έχει αντίκτυπο στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να αναστέλλουν συναλλαγές, λογαριασμούς ή επιχειρηματικές σχέσεις για περιορισμένη περίοδο, προκειμένου να διατηρούν τα κεφάλαια, να διενεργούν τις αναγκαίες αναλύσεις και να διαβιβάζουν τα αποτελέσματα των αναλύσεων τους στις αρμόδιες αρχές για την πιθανή λήψη κατάλληλων μέτρων. Δεδομένου του επαχθέστερου αντικτύπου που έχει στα θεμελιώδη δικαιώματα ενός θιγόμενου προσώπου η αναστολή λογαριασμού ή επιχειρηματικής σχέσης, αυτή θα πρέπει να επιβάλλεται για πιο περιορισμένη χρονικά περίοδο, η οποία θα πρέπει να οριστεί σε 5 εργάσιμες ημέρες. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν μεγαλύτερη περίοδο αναστολής όταν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η ΜΧΠ ασκεί αρμοδιότητες στον τομέα της ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων και εκτελεί καθήκοντα εντοπισμού, κατάσχεσης, δέσμευσης ή δήμευσης περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να διασφαλίζεται η διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων των θιγόμενων προσώπων και οι ΜΧΠ θα πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες εθνικές εγγυήσεις. Οι ΜΧΠ θα πρέπει να αίρουν την αναστολή της συναλλαγής, του λογαριασμού ή της επιχειρηματικής σχέσης, μόλις εκλείψει η αναγκαιότητα της εν λόγω αναστολής. Όταν ορίζεται μεγαλύτερη περίοδος αναστολής, τα θιγόμενα πρόσωπα των οποίων οι συναλλαγές, οι λογαριασμοί ή οι επιχειρηματικές σχέσεις έχουν ανασταλεί θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν την εντολή αναστολής ενώπιον δικαστηρίου.

(72)

Σε ειδικές περιστάσεις, οι ΜΧΠ θα πρέπει να μπορούν να ζητούν, εξ ονόματός τους ή εξ ονόματος άλλης ΜΧΠ, από υπόχρεη οντότητα να παρακολουθεί, για καθορισμένη περίοδο, τις συναλλαγές ή τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή λογαριασμού πληρωμών ή λογαριασμού κρυπτοστοιχείων ή άλλου είδους επιχειρηματικής σχέσης αναφορικά με πρόσωπα που παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η στενότερη παρακολούθηση ενός λογαριασμού ή μιας επιχειρηματικής σχέσης μπορεί να παράσχει στη ΜΧΠ πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα πρότυπα συναλλαγών του κατόχου του λογαριασμού και να οδηγήσει στον έγκαιρο εντοπισμό ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων που ενδέχεται να δικαιολογούν την ανάληψη περαιτέρω δράσης από τη ΜΧΠ, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής του λογαριασμού ή της επιχειρηματικής σχέσης, της ανάλυσης των πληροφοριών που συνελέγησαν και της διαβίβασής τους στις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές. Οι ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ειδοποιούν τις υπόχρεες οντότητες για πληροφορίες σχετικές με την εκτέλεση της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Οι εν λόγω προειδοποιήσεις μπορούν να βοηθήσουν τις υπόχρεες οντότητες να αναβαθμίζουν τις οικείες διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και να διασφαλίζουν ότι συνάδουν με τους κινδύνους, να επικαιροποιούν αναλόγως τα οικεία συστήματα εκτίμησης κινδύνου και διαχείρισης κινδύνων, και να τους παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες που ενδέχεται να ενεργοποιήσουν την ανάγκη για ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια σε ορισμένους πελάτες ή συναλλαγές που παρουσιάζουν υψηλότερους κινδύνους.

(73)

Για τη βελτίωση της διαφάνειας και λογοδοσίας και για την αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τις δραστηριότητές τους, οι ΜΧΠ θα πρέπει να εκδίδουν εκθέσεις πεπραγμένων σε ετήσια βάση. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να παρέχουν τουλάχιστον στατιστικά στοιχεία σε σχέση με τις ύποπτες αναφορές συναλλαγών που ελήφθησαν και τη συνέχεια που δόθηκε, τον αριθμό των περιπτώσεων διαβιβάσεων στις εθνικές αρμόδιες αρχές και τη συνέχεια που δόθηκε σε αυτές τις διαβιβάσεις, τον αριθμό των αιτημάτων που υποβλήθηκαν και ελήφθησαν από άλλες ΜΧΠ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις τάσεις και τις τυπολογίες που εντοπίστηκαν. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, πλην των τμημάτων που περιέχουν ευαίσθητες και διαβαθμισμένες πληροφορίες.

(74)

Τουλάχιστον άπαξ ετησίως, η ΜΧΠ πρέπει να παρέχει στις υπόχρεες οντότητες ανατροφοδότηση σχετικά με την ποιότητα των αναφορών ύποπτων συναλλαγών, το αν υποβλήθηκαν έγκαιρα, την περιγραφή των υπονοιών και τυχόν πρόσθετα προσκομισθέντα έγγραφα. Η εν λόγω ανατροφοδότηση δύναται να παρέχεται σε μεμονωμένες υπόχρεες οντότητες ή ομάδες υπόχρεων οντοτήτων και θα πρέπει να αποσκοπεί στην περαιτέρω βελτίωση της ικανότητας των υπόχρεων οντοτήτων να ανιχνεύουν και να εντοπίζουν ύποπτες συναλλαγές και δραστηριότητες, να βελτιώνουν την ποιότητα των αναφορών ύποπτων συναλλαγών, να ενισχύουν τους συνολικούς μηχανισμούς αναφοράς και να παρέχουν στις υπόχρεες οντότητες σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τις τάσεις, τις τυπολογίες και τους κινδύνους που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά της αδικήματα και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Κατά τον καθορισμό του είδους και της συχνότητας της ανατροφοδότησης, οι ΜΧΠ θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να λαμβάνουν υπόψη τομείς στους οποίους ενδέχεται να απαιτούνται βελτιώσεις στις δραστηριότητες υποβολής αναφορών. Προκειμένου να υποστηριχθεί τόσο μια συνεκτική προσέγγιση μεταξύ των ΜΧΠ όσο και η κατάλληλη ανατροφοδότηση των υπόχρεων οντοτήτων, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να εκδίδει συστάσεις προς τις ΜΧΠ σχετικά με βέλτιστες πρακτικές και προσεγγίσεις για την παροχή ανατροφοδότησης. Εφόσον δεν διακυβεύεται το έργο της ανάλυσης ή της έρευνας, οι ΜΧΠ μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο παροχής ανατροφοδότησης σχετικά με τη χρήση ή το αποτέλεσμα των αναφορών ύποπτων συναλλαγών, είτε σε μεμονωμένες αναφορές είτε με συγκεντρωτικό τρόπο. Οι ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να παρέχουν στις τελωνειακές αρχές ανατροφοδότηση, τουλάχιστον άπαξ ετησίως, σχετικά με την αποτελεσματικότητα και τη συνέχεια που δίνεται στις εκθέσεις οι οποίες αφορούν τις διασυνοριακές φυσικές κινήσεις μετρητών.

(75)

Αποστολή των ΜΧΠ είναι να συγκεντρώνουν και να αναλύουν πληροφορίες, προκειμένου να διαπιστώνουν σχέσεις μεταξύ ύποπτων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων και συναφών εγκληματικών δραστηριοτήτων, ώστε να προλαμβάνεται και να καταπολεμείται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και επίσης να διαβιβάζουν τα πορίσματα των αναλύσεών τους και κάθε άλλη συμπληρωματική σχετική πληροφορία στις αρμόδιες αρχές όταν υπάρχουν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, τα βασικά της αδικήματα ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Μια ΜΧΠ δεν θα πρέπει να αποφεύγει ή να αρνείται την ανταλλαγή πληροφοριών με άλλη ΜΧΠ, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος, για λόγους όπως η έλλειψη εντοπισμού ενός βασικού αδικήματος, τα χαρακτηριστικά των εθνικών ποινικών νόμων και οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των βασικών αδικημάτων ή η έλλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένα βασικά αδικήματα. Οι ΜΧΠ έχουν αναφέρει δυσκολίες στην ανταλλαγή πληροφοριών λόγω διαφορών στον κατά το εθνικό δίκαιο ορισμό μερικών βασικών αδικημάτων, όπως τα φορολογικά, που δεν έχουν εναρμονισθεί από την ενωσιακή νομοθεσία. Οι διαφορές αυτές δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν την αμοιβαία ανταλλαγή, τη διαβίβαση σε άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών. Οι ΜΧΠ θα πρέπει να εξασφαλίζουν ταχέως, εποικοδομητικά και αποτελεσματικά την ευρύτερη δυνατή διεθνή συνεργασία με ΜΧΠ τρίτων χωρών σε σχέση με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά της αδικήματα και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες προστασίας δεδομένων για τις κοινοποιήσεις δεδομένων, τις συστάσεις της FATF και τις αρχές της ομάδας Egmont για ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Προς τον σκοπό αυτόν, οι ΜΧΠ θα πρέπει να ενθαρρύνονται να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες και μνημόνια συμφωνίας με ομολόγους φορείς τρίτων χωρών, λαμβανομένων, παράλληλα, υπόψη τυχόν υποχρεώσεων στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανάγκης προστασίας του κράτους δικαίου.

(76)

Μια ΜΧΠ δύναται να επιβάλει ορισμένους περιορισμούς και να θέσει συγκεκριμένα όρια όσον αφορά την περαιτέρω χρήση των πληροφοριών που παρέχει σε άλλη ΜΧΠ. Η αποδέκτρια ΜΧΠ θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν ή παρασχέθηκαν. Μια ΜΧΠ θα πρέπει να παρέχει την προηγούμενη συγκατάθεσή της σε άλλη ΜΧΠ για την προώθηση των πληροφοριών σε άλλες αρμόδιες αρχές, ανεξάρτητα από το είδος του ενδεχόμενου βασικού αδικήματος και ανεξάρτητα από το αν το βασικό αδίκημα έχει προσδιοριστεί κατά τη στιγμή της ανταλλαγής πληροφοριών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση της λειτουργίας διαβίβασης. Η εν λόγω προηγούμενη συγκατάθεση για περαιτέρω διαβίβαση θα πρέπει να παρέχεται άμεσα και δεν θα πρέπει να χωρεί άρνηση παροχής της, παρά μόνο εάν δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων ΚΞΧ/ΧΤ ή δεν συνάδει με τις θεμελιώδεις αρχές του εθνικού δικαίου. Οι ΜΧΠ θα πρέπει να παρέχουν εξηγήσεις σχετικά με τυχόν άρνηση παροχής συγκατάθεσης.

(77)

Οι ΜΧΠ θα πρέπει να χρησιμοποιούν ασφαλείς εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων προστατευμένων διαύλων επικοινωνίας, προκειμένου να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ των κρατών μελών («FIU.net»). Το σύστημα θα πρέπει να τελεί υπό τη διαχείριση και την ευθύνη της ΑΚΝΕΠΑΔ, και θα πρέπει να παρέχει το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ασφάλειας και την πλήρη κρυπτογράφηση των ανταλλασσόμενων πληροφοριών. Το FIU.net θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τις ΜΧΠ για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών και δύναται επίσης να χρησιμοποιείται, όπου απαιτείται, και κατόπιν απόφασης της ΑΚΝΕΠΑΔ, για την ανταλλαγή πληροφοριών με ΜΧΠ τρίτων χωρών και με άλλες αρχές και όργανα, υπηρεσίες και οργανισμούς της Ένωσης. Οι λειτουργίες του FIU.net θα πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις ΜΧΠ στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Οι εν λόγω λειτουργίες θα πρέπει να επιτρέπουν στις ΜΧΠ να συγκρίνουν τα δεδομένα τους με δεδομένα άλλων ΜΧΠ με ψευδώνυμο τρόπο, με σκοπό τον εντοπισμό προσώπων που ενδιαφέρουν τις ΜΧΠ σε άλλα κράτη μέλη και τον προσδιορισμό των εσόδων και των κεφαλαίων τους, με πλήρη διασφάλιση, ταυτόχρονα, της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Προκειμένου να εντοπιστούν οι σύνδεσμοι μεταξύ χρηματοοικονομικών πληροφοριών και εγκληματολογικών πληροφοριών, οι ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τις λειτουργίες FIU.net για την ψευδωνυμοποίηση των δεδομένων τους με πληροφορίες που κατέχουν τα όργανα, οι υπηρεσίες και οι οργανισμοί της Ένωσης, στον βαθμό που η διασταύρωση αυτή εμπίπτει στα αντίστοιχα κατά νόμο καθήκοντα των τελευταίων, και με πλήρη σεβασμό των εφαρμοστέων κανόνων προστασίας των δεδομένων.

(78)

Είναι σημαντικό οι ΜΧΠ να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο αυτό, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να παρέχει την αναγκαία αρωγή, όχι μόνο μέσω του συντονισμού κοινών αναλύσεων των διασυνοριακών αναφορών για ύποπτες συναλλαγές, αλλά και μέσω της ανάπτυξης σχεδίων εκτελεστικών και ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τον μορφότυπο που πρέπει να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ, το υπόδειγμα για την υποβολή των αναφορών για ύποπτες συναλλαγές και τα κριτήρια συνάφειας και επιλογής που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διακρίβωση του εάν μια αναφορά για ύποπτη συναλλαγή αφορά άλλο κράτος μέλος, καθώς και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους της επιχειρησιακής και της στρατηγικής ανάλυσης και τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται κατά τη διαβίβαση και τη λήψη μιας αναφοράς για ύποπτη συναλλαγή η οποία αφορά άλλο κράτος μέλος, καθώς και τη συνέχεια που πρέπει να δίνεται. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει επίσης να θεσπίσει διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους, προκειμένου να ενισχυθούν η συνοχή και η αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων των ΜΧΠ και να διευκολυνθεί η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των ΜΧΠ.

(79)

Οι ΜΧΠ είναι υπεύθυνες για τη λήψη αναφορών για ύποπτες συναλλαγές ή δραστηριότητες από υπόχρεες οντότητες εγκατεστημένες στο έδαφος των κρατών μελών τους. Ωστόσο, ορισμένες ύποπτες συναλλαγές ή δραστηριότητες που αναφέρονται στις ΜΧΠ ενδέχεται να αφορούν δραστηριότητες που ασκούνται από υπόχρεες οντότητες σε άλλα κράτη μέλη, όπου δραστηριοποιούνται χωρίς να διαθέτουν εγκατάσταση. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι σημαντικό οι ΜΧΠ να διαβιβάζουν τις εν λόγω αναφορές στον ομόλογο φορέα τους στο κράτος μέλος το οποίο αφορά η συναλλαγή ή η δραστηριότητα, άνευ αιρέσεων για τη χρήση των εν λόγω αναφορών. Το σύστημα FIU.net επιτρέπει τη διαβίβαση τέτοιων διασυνοριακών αναφορών. Προκειμένου να ενισχυθεί η εν λόγω λειτουργικότητα, το σύστημα αναβαθμίζεται, ώστε να καταστεί δυνατή η ταχεία διαβίβαση των εν λόγω αναφορών και να υποστηριχθούν οι σημαντικές ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ και, ως εκ τούτου, η αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(80)

Οι προθεσμίες για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ΜΧΠ είναι απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί η γρήγορη, αποτελεσματική και συνεπής συνεργασία. Θα πρέπει να οριστούν προθεσμίες ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή η τήρηση των διαδικαστικών περιορισμών. Θα πρέπει να προβλέπονται συντομότερες προθεσμίες σε εξαιρετικές, αιτιολογημένες και επείγουσες περιπτώσεις στις οποίες η ΜΧΠ προς την οποία απευθύνεται το αίτημα είναι σε θέση να έχει άμεση πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων όπου φυλάσσονται οι ζητούμενες πληροφορίες. Στις περιπτώσεις στις οποίες η ΜΧΠ προς την οποία απευθύνεται το αίτημα δεν είναι σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες εντός των καθορισμένων προθεσμιών, θα πρέπει να ενημερώνει σχετικά την αιτούσα ΜΧΠ.

(81)

Η διακίνηση παράνομου χρήματος διασχίζει σύνορα και μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά κράτη μέλη. Οι διασυνοριακές υποθέσεις, που περιλαμβάνουν πολλαπλές δικαιοδοσίες, γίνονται όλο και πιο συχνές και σημαντικές, επίσης λόγω των δραστηριοτήτων που εκτελούνται από υπόχρεες οντότητες σε διασυνοριακή βάση. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι περιπτώσεις που αφορούν πολλά κράτη μέλη, οι ΜΧΠ θα πρέπει να μπορούν να υπερβαίνουν την απλή ανταλλαγή πληροφοριών για τον εντοπισμό και την ανάλυση ύποπτων συναλλαγών και δραστηριοτήτων και να διεξάγουν από κοινού την ίδια την αναλυτική δραστηριότητα. Οι ΜΧΠ έχουν αναφέρει ορισμένα σημαντικά ζητήματα που περιορίζουν ή προϋποθέτουν την ικανότητα των ΜΧΠ να συμμετέχουν σε κοινή ανάλυση. Η κοινή ανάλυση ύποπτων συναλλαγών και δραστηριοτήτων θα επιτρέψει στις ΜΧΠ να εκμεταλλευτούν πιθανές συνέργειες, να χρησιμοποιήσουν πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, να αποκτήσουν πλήρη εικόνα των αντικανονικών δραστηριοτήτων και να εμπλουτίσουν την ανάλυση. Οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να πραγματοποιούν κοινές αναλύσεις ύποπτων συναλλαγών και δραστηριοτήτων και να δημιουργούν και να συμμετέχουν σε κοινές ομάδες ανάλυσης για συγκεκριμένους σκοπούς και περιορισμένο χρονικό διάστημα με τη βοήθεια της ΑΚΝΕΠΑΔ. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να χρησιμοποιεί το σύστημα FIU.net, προκειμένου να είναι σε θέση να αποστέλλει, να λαμβάνει και να συσχετίζει πληροφορίες και να παρέχει επιχειρησιακή υποστήριξη στις ΜΧΠ στο πλαίσιο της από κοινού ανάλυσης διασυνοριακών υποθέσεων.

(82)

Η συμμετοχή τρίτων, συμπεριλαμβανομένων οργάνων, υπηρεσιών και οργανισμών της Ένωσης, ενδέχεται να είναι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή έκβαση των αναλύσεων των ΜΧΠ, συμπεριλαμβανομένων των από κοινού αναλύσεων. Επομένως, οι ΜΧΠ μπορούν να καλέσουν τρίτα μέρη να λάβουν μέρος στην κοινή ανάλυση, όταν η συμμετοχή αυτή εμπίπτει στις αντίστοιχες εντολές των εν λόγω τρίτων. Η συμμετοχή τρίτων στη διαδικασία ανάλυσης δύναται να συμβάλει στον εντοπισμό δεσμών μεταξύ χρηματοοικονομικών πληροφοριών και ποινικού ενδιαφέροντος πληροφοριών και στοιχείων, να εμπλουτίσει την ανάλυση και να οδηγήσει στη διαπίστωση της ύπαρξης ενδείξεων τέλεσης ποινικού αδικήματος.

(83)

Η αποτελεσματική εποπτεία όλων των υπόχρεων οντοτήτων είναι απαραίτητη για την προστασία της ακεραιότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και της εσωτερικής αγοράς. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν αποτελεσματική και αμερόληπτη εποπτεία για την ΚΞΧ/ΧΤ και να καθορίσουν τις προϋποθέσεις για αποτελεσματική, έγκαιρη και διαρκή συνεργασία μεταξύ των εποπτικών φορέων.

(84)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποτελεσματική, αμερόληπτη και βάσει κινδύνου εποπτεία όλων των υπόχρεων οντοτήτων, κατά προτίμηση από δημόσιες αρχές μέσω χωριστού και ανεξάρτητου εθνικού εποπτικού φορέα. Οι εθνικοί εποπτικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτελούν ένα ευρύ φάσμα καθηκόντων προκειμένου να ασκούν αποτελεσματική εποπτεία όλων των υπόχρεων οντοτήτων.

(85)

Η Ένωση έχει επανειλημμένα παρατηρήσει μια χαλαρή προσέγγιση ως προς την εποπτεία των καθηκόντων των υπόχρεων οντοτήτων όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο οι εθνικοί εποπτικοί φορείς, στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου εποπτικού μηχανισμού που θεσπίζεται με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1620, να γνωρίζουν με σαφήνεια τα αντίστοιχα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

(86)

Προκειμένου να αξιολογούνται και να παρακολουθούνται πιο αποτελεσματικά και σε τακτική βάση οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι υπόχρεες οντότητες και οι εσωτερικές πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι που εφαρμόζουν για τη διαχείριση και τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων, καθώς και για την εφαρμογή στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι οι εθνικοί εποπτικοί φορείς έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να διεξάγουν όλους τους αναγκαίους μη επιτόπιους, επιτόπιους και θεματικούς ελέγχους, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες έρευνες και αξιολογήσεις κρίνουν επιβεβλημένες. Θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να αντιδρούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε κάθε υπόνοια μη συμμόρφωσης προς τις προβλεπόμενες απαιτήσεις και να λαμβάνουν πρόσφορα εποπτικά μέτρα για την αντιμετώπιση καταγγελιών περί μη συμμόρφωσης. Αυτό όχι μόνο θα συνδράμει τους εποπτικούς φορείς να αποφασίζουν για τις περιπτώσεις στις οποίες οι συγκεκριμένοι εγγενείς κίνδυνοι σε έναν τομέα είναι σαφείς και κατανοητοί, αλλά θα τους παράσχει και τα εργαλεία που απαιτούνται για τη περαιτέρω διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών σε υπόχρεες οντότητες, προκειμένου να κατανοήσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(87)

Οι δραστηριότητες προβολής, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασης πληροφοριών από τους εποπτικούς φορείς στις υπόχρεες οντότητες υπό την εποπτεία τους, είναι ουσιώδεις για να διασφαλιστεί ότι ο ιδιωτικός τομέας έχει επαρκή κατανόηση της φύσης και του επιπέδου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στα οποία εκτίθεται. Αυτό περιλαμβάνει διαβιβάσεις των καταχωρήσεων στο πλαίσιο στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων και οικονομικών κυρώσεων του ΟΗΕ, που θα πρέπει να πραγματοποιούνται αμέσως μόλις γίνονται οι εν λόγω καταχωρήσεις προκειμένου να καταστεί δυνατό για τον τομέα να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους. Δεδομένου ότι η εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ από τις υπόχρεες οντότητες συνεπάγεται την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι σημαντικό οι εποπτικοί φορείς να γνωρίζουν τις οδηγίες και άλλες δημοσιεύσεις που εκδίδουν οι αρχές προστασίας δεδομένων, είτε σε εθνικό επίπεδο είτε σε επίπεδο Ένωσης μέσω του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, και να περιλαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές, ανάλογα με την περίπτωση, στις διαβιβάσεις στις οποίες προβαίνουν στις οντότητες που εποπτεύουν.

(88)

Οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να υιοθετήσουν μια προσέγγιση βάσει κινδύνου στο έργο τους, η οποία θα τους επιτρέψει να επικεντρώσουν τους πόρους τους εκεί όπου οι κίνδυνοι είναι υψηλότεροι, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι κανένας τομέας ή οντότητα δεν θα παραμείνουν εκτεθειμένοι σε εγκληματικές προσπάθειες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προς τον σκοπό αυτόν, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να προγραμματίζουν τις δραστηριότητές τους σε ετήσια βάση. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει όχι μόνο να διασφαλίζουν την κάλυψη βάσει κινδύνου των τομέων που εποπτεύουν, αλλά και να είναι σε θέση να αντιδρούν άμεσα στην περίπτωση που υπάρχουν αντικειμενικές και σημαντικές ενδείξεις για παραβάσεις εντός μιας υπόχρεης οντότητας, ιδίως μετά από δημόσιες αποκαλύψεις ή πληροφορίες που υποβάλλονται από πληροφοριοδότες. Οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν τη διαφάνεια όσον αφορά τις εποπτικές δραστηριότητες που διεξήγαγαν, όπως τα εποπτικά σώματα που διοργάνωσαν και παρέστησαν στις πραγματοποιηθείσες επιτόπιες και μη επιτόπιες εποπτικές ενέργειες, τις χρηματικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν ή τα διοικητικά μέτρα που εφαρμόστηκαν. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση μιας κοινής κατανόησης των κινδύνων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να της ανατεθεί η ανάπτυξη των κριτηρίων αναφοράς και μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση και την ταξινόμηση του προφίλ εγγενούς και υπολειπόμενου κινδύνου των υπόχρεων οντοτήτων, καθώς και η συχνότητα με την οποία θα πρέπει να επανεξετάζεται ένα τέτοιο προφίλ κινδύνου.

(89)

Η γνωστοποίηση από τις εποπτικές αρχές στις ΜΧΠ γεγονότων που θα μπορούσαν να σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της αποτελεσματικής και αποδοτικής εποπτείας των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και επιτρέπει στους εποπτικούς φορείς να αντιμετωπίζουν ελλείψεις στη διαδικασία υποβολής εκθέσεων από τις υπόχρεες οντότητες. Προς τον σκοπό αυτόν, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να αναφέρουν στη ΜΧΠ περιπτώσεις υπονοιών που η υπόχρεη οντότητα παρέλειψε να αναφέρει ή να συμπληρώνουν αναφορές που υποβλήθηκαν από την υπόχρεη οντότητα με πρόσθετες πληροφορίες, τις οποίες εντοπίζουν κατά τη διάρκεια των εποπτικών τους δραστηριοτήτων. Οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να αναφέρουν υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας από υπαλλήλους υπόχρεων οντοτήτων ή πρόσωπα σε ισοδύναμη θέση, από τη διοίκησή τους ή τους πραγματικούς δικαιούχους τους. Συνεπώς, είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα σύστημα το οποίο να διασφαλίζει ότι οι ΜΧΠ ενημερώνονται προσηκόντως και άμεσα. Η αναφορά υπονοιών στη ΜΧΠ δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι υποκαθιστά την υποχρέωση των δημόσιων αρχών να αναφέρουν στις σχετικές αρμόδιες αρχές κάθε εγκληματική δραστηριότητα που αποκαλύπτουν ή της οποίας λαμβάνουν γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι πληροφορίες που καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο δεν θα πρέπει να συλλέγονται ή να εξετάζονται στο πλαίσιο εποπτικών καθηκόντων, εκτός εάν έχουν εφαρμογή οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1624. Σε περίπτωση που οι εποπτικοί φορείς εντοπίσουν ή αποκτήσουν τέτοιες πληροφορίες, δεν θα πρέπει να τις λαμβάνουν υπόψη για τους σκοπούς των εποπτικών δραστηριοτήτων τους, ή να τις αναφέρουν στη ΜΧΠ.

(90)

Η συνεργασία μεταξύ εθνικών εποπτικών φορέων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση μιας κοινής εποπτικής προσέγγισης σε ολόκληρη την Ένωση. Προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική η εν λόγω συνεργασία, πρέπει να χρησιμοποιηθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό και ανεξάρτητα από την αντίστοιχη φύση ή καθεστώς των εποπτικών φορέων. Εκτός από την παραδοσιακή συνεργασία — όπως η δυνατότητα διεξαγωγής ερευνών για λογαριασμό της αιτούσας εποπτικής αρχής — είναι σκόπιμο να επιβληθεί η σύσταση εποπτικών σωμάτων για την ΚΞΧ/ΧΤ στον χρηματοπιστωτικό τομέα όσον αφορά τις υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη μέσω εγκαταστάσεων και όσον αφορά τις υπόχρεες οντότητες που αποτελούν μέρος διασυνοριακού ομίλου. Οι φορείς χρηματοπιστωτικής εποπτείας τρίτων χωρών μπορούν να καλούνται στα εν λόγω σώματα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων εμπιστευτικότητας ισοδύναμων με εκείνες που ισχύουν για τους φορείς χρηματοπιστωτικής εποπτείας της Ένωσης και της συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο όσον αφορά την επεξεργασία και τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι δραστηριότητες των εποπτικών σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να είναι αναλογικές προς το επίπεδο κινδύνου στο οποίο εκτίθεται το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός, καθώς και προς την κλίμακα της διασυνοριακής δραστηριότητας.

(91)

Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 περιλάμβανε μια γενική απαίτηση για τη συνεργασία των εποπτικών φορέων των κρατών μελών καταγωγής και των κρατών μελών υποδοχής. Η εν λόγω απαίτηση στη συνέχεια ενισχύθηκε για να αποφευχθεί η απαγόρευση ή ο αδικαιολόγητος περιορισμός της ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας μεταξύ εποπτικών φορέων. Ωστόσο, ελλείψει σαφούς νομικού πλαισίου, η σύσταση εποπτικών σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ βασίστηκε σε μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν σαφείς κανόνες για την οργάνωση σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ και να προβλεφθεί μια συντονισμένη, νομικά ορθή προσέγγιση, η οποία να αναγνωρίζει την ανάγκη για δομημένη αλληλεπίδραση μεταξύ εποπτικών φορέων σε ολόκληρη την Ένωση. Σύμφωνα με τον συντονιστικό και εποπτικό της ρόλο, πρέπει να ανατεθεί στην ΑΚΝΕΠΑΔ η ανάπτυξη σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τις γενικές συνθήκες που επιτρέπουν την ορθή λειτουργία των εποπτικών σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ.

(92)

Οι υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα ενδέχεται επίσης να ασκούν δραστηριότητες σε διασυνοριακό επίπεδο ή να αποτελούν μέρος ομίλων που ασκούν διασυνοριακές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες οι οποίοι θα καθορίζουν τη λειτουργία των εποπτικών σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ για ομίλους που ασκούν τόσο χρηματοπιστωτικές όσο και μη χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, και οι οποίοι θα επιτρέπουν τη σύσταση εποπτικών σωμάτων στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας εφαρμογής πρόσθετων εγγυήσεων σε σχέση με ομίλους ή διασυνοριακές οντότητες που παρέχουν νομικές υπηρεσίες. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διασυνοριακή εποπτεία στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να παρέχει στήριξη στη λειτουργία των εν λόγω σωμάτων και να γνωμοδοτεί σε τακτική βάση σχετικά με τη λειτουργία των εν λόγω σωμάτων, καθώς θα προχωρεί η εφαρμογή του ευνοϊκού πλαισίου που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

(93)

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπόχρεη οντότητα λειτουργεί εγκαταστάσεις σε άλλο κράτος μέλος, μεταξύ άλλων και μέσω δικτύου αντιπροσώπων, ο εποπτικός φορέας του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την εποπτεία της εφαρμογής των πολιτικών και διαδικασιών ΚΞΧ/ΧΤ από την υπόχρεη οντότητα σε επίπεδο ομίλου. Αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει επιτόπου επισκέψεις σε εγκαταστάσεις εδρεύουσες σε άλλο κράτος μέλος. Ο εποπτικός φορέας του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τον εποπτικό φορέα του κράτους μέλους υποδοχής και θα πρέπει να τον ενημερώνει για κάθε θέμα που θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιολόγηση της συμμόρφωσης της εγκατάστασης προς τους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ του κράτους μέλους υποδοχής.

(94)

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπόχρεη οντότητα λειτουργεί εγκαταστάσεις σε άλλο κράτος μέλος, μεταξύ άλλων και μέσω δικτύου αντιπροσώπων, ο εποπτικός φορέας του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να διατηρεί την ευθύνη για την επιβολή της συμμόρφωσης της εγκατάστασης προς τους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένης, εφόσον απαιτείται, της διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων και της μη επιτόπιας παρακολούθησης, και λαμβάνοντας κατάλληλα και αναλογικά μέτρα για την αντιμετώπιση παραβάσεων των απαιτήσεων αυτών. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για άλλα είδη υποδομών υπόχρεων οντοτήτων που λειτουργούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον η εν λόγω υποδομή επαρκεί για να απαιτηθεί εποπτεία από τον εποπτικό φορέα του κράτους μέλους υποδοχής. Ο εποπτικός φορέας του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τον εποπτικό φορέα του κράτους μέλους καταγωγής και θα πρέπει να τον ενημερώνει για τυχόν ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση, από τον πρώτο, της εφαρμογής της πολιτικής και των διαδικασιών ΚΞΧ/ΧΤ, και να επιτρέπει στον εποπτικό φορέα του κράτους μέλους καταγωγής να λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν διαπιστωθείσας παράβασης. Εντούτοις, όταν εντοπίζονται σοβαρές, επανειλημμένες ή συστηματικές παραβάσεις των κανόνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ο εποπτικός φορέας του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζει κατάλληλα και αναλογικά προσωρινά διορθωτικά μέτρα, τα οποία εφαρμόζονται υπό παρόμοιες συνθήκες στις υπόχρεες οντότητες που υπάγονται στην αρμοδιότητά του, για την αντιμετώπιση των εν λόγω σοβαρών, επανειλημμένων ή συστηματικών παραβάσεων, κατά περίπτωση, με τη συνδρομή του εποπτικού φορέα του κράτους μέλους καταγωγής ή σε συνεργασία με αυτόν.

(95)

Σε τομείς που δεν είναι εναρμονισμένοι σε ενωσιακό επίπεδο, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν εθνικά μέτρα, ακόμη και όταν τα εν λόγω μέτρα συνιστούν περιορισμούς στις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς. Τούτο ισχύει, για παράδειγμα, για τα μέτρα που λαμβάνονται για τη ρύθμιση της παροχής υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών, ιδίως όταν οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται διαδικτυακά, χωρίς καμία υποδομή στο κράτος μέλος. Ωστόσο, για να είναι συμβατά με το δίκαιο της Ένωσης, τα μέτρα αυτά πρέπει να επιτυγχάνουν ένα γενικό συμφέρον, να μην εισάγουν διακρίσεις και να είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επίμαχου σκοπού, καθώς και να μην υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξή του μέτρου. Στην περίπτωση που τα κράτη μέλη εξαρτούν την παροχή υπηρεσιών που ρυθμίζονται από το ενωσιακό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ από ειδικές απαιτήσεις αδειοδότησης, όπως η απόκτηση άδειας, θα πρέπει επίσης να είναι υπεύθυνα για την εποπτεία των εν λόγω υπηρεσιών. Η απαίτηση εποπτείας των εν λόγω υπηρεσιών δεν προδικάζει τα συμπεράσματα στα οποία ενδέχεται να καταλήξει το Δικαστήριο σχετικά με τη συμβατότητα των εθνικών μέτρων με το δίκαιο της Ένωσης.

(96)

Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων τρωτών σημείων της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που έχουν διαπιστωθεί σε σχέση με τους εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος, τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, θα πρέπει να είναι δυνατό για τα κράτη μέλη να απαιτούν από τους εν λόγω παρόχους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους υπό μορφές άλλες πλην του υποκαταστήματος ή μέσω άλλων ειδών υποδομών και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, να ορίζουν κεντρικό σημείο επαφής. Το εν λόγω κεντρικό σημείο επαφής, ενεργώντας για λογαριασμό του φορέα που το όρισε, θα πρέπει να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των εγκαταστάσεων με τους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ.

(97)

Για τη διασφάλιση καλύτερου συντονισμού των προσπαθειών και την αποτελεσματική συμβολή στις ανάγκες του ολοκληρωμένου εποπτικού μηχανισμού, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν τα αντίστοιχα καθήκοντα των εποπτικών φορέων σε σχέση με τις υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη μέσω εγκαταστάσεων ή μορφών υποδομής που δικαιολογούν εποπτεία από το κράτος μέλος υποδοχής και να προβλεφθούν ειδικοί, αναλογικοί μηχανισμοί συνεργασίας.

(98)

Οι διασυνοριακοί όμιλοι πρέπει να εφαρμόσουν εκτεταμένες πολιτικές και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου. Για να διασφαλιστεί ότι οι διασυνοριακές πράξεις υπόκεινται σε επαρκή εποπτεία, είναι αναγκαίο να καθοριστούν λεπτομερείς κανόνες εποπτείας, που θα επιτρέπουν στους εποπτικούς φορείς του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής να συνεργάζονται μεταξύ τους στον μέγιστο δυνατό βαθμό, ανεξάρτητα από την εκάστοτε φύση ή το καθεστώς τους, καθώς και με την ΑΚΝΕΠΑΔ, για την εκτίμηση των κινδύνων και την παρακολούθηση των εξελίξεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διάφορες οντότητες που αποτελούν μέρος του ομίλου,τον συντονισμό της εποπτικής δράσης και της διευθέτησης των διαφορών. Δεδομένου του συντονιστικού της ρόλου, πρέπει να ανατεθεί στην ΑΚΝΕΠΑΔ το καθήκον να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τα λεπτομερή αντίστοιχα καθήκοντα των εποπτικών φορέων καταγωγής και των εποπτικών φορέων υποδοχής, καθώς και το καθεστώς συνεργασίας ανάμεσά τους. Η εποπτεία της αποτελεσματικής εφαρμογής της πολιτικής του ομίλου σχετικά με την ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές και τις μεθόδους της ενοποιημένης εποπτείας όπως ορίζεται στις σχετικές ενωσιακές νομικές πράξεις.

(99)

Η ανταλλαγή πληροφοριών και η συνεργασία μεταξύ εποπτικών φορέων είναι ουσιαστικής σημασίας στο πλαίσιο ολοένα και πιο ολοκληρωμένων παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Αφενός, οι εποπτικοί φορείς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της ΑΚΝΕΠΑΔ, θα πρέπει να αλληλοενημερώνονται για περιπτώσεις στις οποίες το δίκαιο τρίτης χώρας δεν επιτρέπει την εφαρμογή των πολιτικών και διαδικασιών που απαιτούνται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1624. Αφετέρου, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξουσιοδοτούν τους εποπτικούς φορείς να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν συνεργασία και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών με τους ομολόγους τους σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για τις κοινοποιήσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Λαμβανομένου υπόψη του εποπτικού της ρόλου, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να παρέχει τη συνδρομή της εφόσον είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της ισοδυναμίας των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που ισχύουν για τον ομόλογο της τρίτης χώρας.

(100)

Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναθέσουν την εποπτεία ορισμένων υπόχρεων οντοτήτων σε αυτορρυθμιζόμενους φορείς. Ωστόσο, η ποιότητα και η ένταση της εποπτείας που διενεργείται από τέτοιους αυτορρυθμιζόμενους φορείς ήταν ανεπαρκείς και υπό καθόλου ή σχεδόν καθόλου δημόσιο έλεγχο. Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να αναθέσει την εποπτεία σε έναν αυτορρυθμιζόμενο φορέα, θα πρέπει επίσης να ορίζει μια δημόσια αρχή που θα επιβλέπει τις δραστηριότητες του φορέα για να διασφαλίζει ότι η εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων είναι σύμφωνη με την παρούσα οδηγία. Η εν λόγω δημόσια αρχή θα πρέπει να είναι φορέας δημόσιας διοίκησης και να εκτελεί τα καθήκοντά της χωρίς αθέμιτη επιρροή. Τα καθήκοντα που πρέπει να ασκεί η δημόσια αρχή η οποία επιβλέπει τους αυτορρυθμιζόμενους φορείς δεν συνεπάγονται ότι η αρχή θα πρέπει να ασκεί εποπτικά καθήκοντα έναντι των υπόχρεων οντοτήτων, ή να λαμβάνει αποφάσεις σε μεμονωμένες περιπτώσεις που χειρίζεται ο αυτορρυθμιζόμενος φορέας. Ωστόσο, τούτο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να αναθέτουν πρόσθετα καθήκοντα στην εν λόγω αρχή, εάν το κρίνουν αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών της παρούσας οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα πρόσθετα καθήκοντα συνάδουν με τα θεμελιώδη δικαιώματα, και ιδίως ότι τα εν λόγω καθήκοντα δεν αποτελούν επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος άμυνας και στην εμπιστευτικότητα της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών.

(101)

Η σημασία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θα πρέπει να οδηγήσει τα κράτη μέλη στη θέσπιση αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών χρηματικών κυρώσεων και διοικητικών μέτρων στην εθνική νομοθεσία για τις περιπτώσεις αδυναμίας συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1624. Οι εθνικοί εποπτικοί φορείς θα πρέπει να εξουσιοδοτηθούν από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τέτοια διοικητικά μέτρα σε υπόχρεες οντότητες για να διορθώσουν την κατάσταση σε περίπτωση παραβάσεων και, όταν η παράβαση το δικαιολογεί, να επιβάλλουν χρηματικές κυρώσεις. Ανάλογα με τα οργανωτικά συστήματα που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, τα εν λόγω μέτρα και οι εν λόγω κυρώσεις μπορούν επίσης να εφαρμόζονται σε συνεργασία μεταξύ εποπτικών φορέων και άλλων αρχών, με ανάθεση από τους εποπτικούς φορείς σε άλλες αρχές ή κατόπιν αίτησης των εποπτικών φορέων σε δικαστικές αρχές. Οι χρηματικές κυρώσεις και τα διοικητικά μέτρα θα πρέπει να είναι αρκούντως ευρέα, ώστε τα κράτη μέλη και οι εποπτικοί φορείς να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ των υπόχρεων οντοτήτων, ιδίως μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και άλλων υπόχρεων οντοτήτων, όσον αφορά το μέγεθος, τα χαρακτηριστικά και τη φύση της δραστηριότητάς τους.

(102)

Τα κράτη μέλη διαθέτουν επί του παρόντος ένα ευρύ φάσμα χρηματικών κυρώσεων και διοικητικών μέτρων για παραβάσεις των βασικών διατάξεων πρόληψης και ασυνεπή προσέγγιση στη διερεύνηση και επιβολή κυρώσεων για παραβιάσεις των απαιτήσεων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, Επιπλέον, δεν υπάρχει συναντίληψη των εποπτικών φορέων ως προς τι θα πρέπει να συνιστά «σοβαρή» παράβαση ώστε να μπορούν να διακρίνουν εύκολα πότε πρέπει να επιβληθεί ορισμένη χρηματική κύρωση. Η ποικιλομορφία αυτή είναι επιζήμια για τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και η απάντηση της Ένωσης είναι κατακερματισμένη. Επομένως, θα πρέπει να τεθούν κοινά κριτήρια για τον καθορισμό της καταλληλότερης εποπτικής αντίδρασης σε παραβάσεις και θα πρέπει να προβλεφθεί μια σειρά διοικητικών μέτρων που θα μπορούσαν να εφαρμόσουν οι εποπτικοί φορείς για την αντιμετώπιση των παραβάσεων, είτε σε συνδυασμό με χρηματικές κυρώσεις είτε άνευ, όταν οι παραβάσεις δεν είναι αρκούντως σοβαρές για να τιμωρηθούν με χρηματική κύρωση. Προκειμένου να δοθούν κίνητρα στις υπόχρεες οντότητες να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των χρηματικών κυρώσεων. Συνεπώς, θα πρέπει να αυξηθεί το ελάχιστο ποσό της μέγιστης ποινής που δύναται να επιβληθεί στην περίπτωση σοβαρών παραβάσεων του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624. Κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η επιβολή χρηματικών κυρώσεων και η εφαρμογή διοικητικών μέτρων, καθώς και η επιβολή ποινικών κυρώσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, δεν παραβιάζει την αρχή ne bis in idem.

(103)

Στην περίπτωση υπόχρεων οντοτήτων που είναι νομικά πρόσωπα, παραβάσεις των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ προκύπτουν μετά από ενέργειες των φυσικών προσώπων που έχουν την εξουσία να κατευθύνουν τις δραστηριότητές τους ή υπό την ευθύνη τους, μεταξύ άλλων μέσω αντιπροσώπων, διανομέων ή άλλων προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό της υπόχρεης οντότητας. Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η εποπτική δράση για την αντιμετώπιση των εν λόγω παραβάσεων είναι αποτελεσματική, η υπόχρεη οντότητα θα πρέπει επίσης να θεωρείται υπεύθυνη για ενέργειες των εν λόγω φυσικών προσώπων, είτε αυτές πραγματοποιούνται εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας. Με την επιφύλαξη της ευθύνης των νομικών προσώπων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, τυχόν πρόθεση άντλησης οφέλους για την υπόχρεη οντότητα από παραβάσεις υποδηλώνει ευρύτερες αδυναμίες στις εσωτερικές πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους της υπόχρεης οντότητας όσον αφορά την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι αδυναμίες αυτές υπονομεύουν τον ρόλο της υπόχρεης οντότητας ως ρυθμιστή της πρόσβασης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης. Ως εκ τούτου, τυχόν πρόθεση άντλησης οφέλους από παράβαση απαίτησης ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντική περίσταση.

(104)

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικά συστήματα για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων, την εφαρμογή διοικητικών μέτρων και την επιβολή περιοδικών χρηματικών ποινών. Επιπλέον, ορισμένα διοικητικά μέτρα που εξουσιοδοτούνται να εφαρμόζουν οι εποπτικοί φορείς, όπως η ανάκληση ή η αναστολή μιας άδειας, εξαρτώνται από την εκτέλεση των μέτρων αυτών από άλλες αρχές. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα τόσο ευρύ φάσμα καταστάσεων, είναι σκόπιμο να δοθεί ευελιξία όσον αφορά τα μέσα με τα οποία οι εποπτικοί φορείς πρέπει να επιβάλλουν χρηματικές κυρώσεις, να εφαρμόζουν διοικητικά μέτρα και να επιβάλλουν περιοδικές χρηματικές ποινές. Ανεξάρτητα από τα μέσα που επιλέγονται, εναπόκειται στα κράτη μέλη και στις εμπλεκόμενες αρχές να διασφαλίζουν ότι οι εφαρμοζόμενοι μηχανισμοί επιτυγχάνουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποκατάστασης της συμμόρφωσης και επιβάλλουν αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές χρηματικές κυρώσεις.

(105)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι υπόχρεες οντότητες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ και μετριάζουν αποτελεσματικά τους κινδύνους της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στους οποίους εκτίθενται, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν διοικητικά μέτρα όχι μόνο για την αποκατάσταση των εντοπιζόμενων παραβάσεων, αλλά και όταν διαπιστώνουν ότι οι αδυναμίες στις εσωτερικές πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους είναι πιθανό να οδηγήσουν σε παραβάσεις των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ ή όταν οι εν λόγω πολιτικές, διαδικασίες και έλεγχοι είναι ανεπαρκείς για τον μετριασμό των κινδύνων. Το πεδίο εφαρμογής των διοικητικών μέτρων που εφαρμόζονται και το χρονοδιάγραμμα που παρέχεται στις υπόχρεες οντότητες για την υλοποίηση των ζητούμενων δράσεων εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες παραβάσεις ή αδυναμίες που εντοπίζονται. Σε περίπτωση που εντοπίζονται πολλαπλές παραβάσεις ή αδυναμίες, ενδέχεται να ισχύουν διαφορετικές προθεσμίες για την εφαρμογή κάθε μεμονωμένου διοικητικού μέτρου. Σε συνέπεια με τον στόχο των δημοσιεύσεων, που είναι τιμωρητικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα, θα πρέπει να δημοσιεύονται μόνο αποφάσεις για την εφαρμογή διοικητικών μέτρων σε σχέση με παραβάσεις των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, αλλά όχι διοικητικά μέτρα που εφαρμόζονται για την πρόληψη τέτοιων παραβάσεων.

(106)

Η έγκαιρη συμμόρφωση των υπόχρεων οντοτήτων με τα διοικητικά μέτρα που εφαρμόζονται σε αυτές είναι απαραίτητη για να διασφαλίζεται, σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, επαρκές και συνεκτικό επίπεδο προστασίας από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά της αδικήματα και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Όταν οι υπόχρεες οντότητες δεν συμμορφώνονται με διοικητικά μέτρα εντός της ορισθείσας προθεσμίας, είναι απαραίτητο οι εποπτικοί φορείς να είναι σε θέση να ασκούν αυξημένη πίεση στην υπόχρεη οντότητα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης χωρίς καθυστέρηση. Για τον σκοπό αυτό, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν περιοδικές χρηματικές ποινές αρχής γενομένης από την προθεσμία που έχει οριστεί για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης, μεταξύ άλλων με αναδρομική ισχύ, όταν η απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής λαμβάνεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατά τον υπολογισμό των ποσών των περιοδικών χρηματικών ποινών, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον συνολικό κύκλο εργασιών της υπόχρεης οντότητας και το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης ή της αδυναμίας που στοχεύει το εποπτικό μέτρο, ώστε να διασφαλίζονται η αποτελεσματικότητα και η αναλογικότητά του. Δεδομένου του στόχου τους για την άσκηση πίεσης σε υπόχρεη οντότητα, προκειμένου αυτή να συμμορφωθεί με διοικητικό μέτρο, οι περιοδικές χρηματικές ποινές θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένες και να ισχύουν για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες. Μολονότι οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ανανεώνουν την επιβολή περιοδικών χρηματικών ποινών για 6 ακόμη μήνες κατ’ ανώτατο όριο, θα πρέπει να εξετάζεται η λήψη εναλλακτικών μέτρων για την αντιμετώπιση παρατεταμένης κατάστασης μη συμμόρφωσης, σε συνέπεια με το ευρύ φάσμα διοικητικών μέτρων που μπορούν να εφαρμόζουν οι εποπτικοί φορείς.

(107)

Όταν το νομικό σύστημα του κράτους μέλους δεν επιτρέπει επιβολή των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία χρηματικών κυρώσεων διά της διοικητικής οδού, οι κανόνες σχετικά με τις χρηματικές κυρώσεις μπορούν να εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε η διαδικασία επιβολής κύρωσης να κινείται από τον εποπτικό φορέα και η κύρωση να επιβάλλεται από τις δικαστικές αρχές. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο τα εν λόγω κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή των κανόνων και των χρηματικών κυρώσεων έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις χρηματικές κυρώσεις που επιβάλλονται από τους εποπτικούς φορείς. Κατά την επιβολή των εν λόγω χρηματικών κυρώσεων, οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σύσταση του εποπτικού φορέα που κινεί τη διαδικασία επιβολής κύρωσης. Οι χρηματικές κυρώσεις που επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(108)

Οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να ωφελούνται από την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και εγκατάστασης στην εσωτερική αγορά για να προσφέρουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους σε ολόκληρη την Ένωση. Ένα αποτελεσματικό σύστημα εποπτείας απαιτεί από τους εποπτικούς φορείς να γνωρίζουν τις αδυναμίες της συμμόρφωσης των υπόχρεων οντοτήτων με τους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ. Είναι επομένως σημαντικό οι εποπτικοί φορείς να είναι σε θέση να αλληλοενημερώνονται για τις χρηματικές κυρώσεις που επιβάλλονται και τα διοικητικά μέτρα που εφαρμόζονται στις υπόχρεες οντότητες, όταν αυτές οι πληροφορίες θα ήταν συναφείς για άλλους εποπτικούς φορείς.

(109)

Η δημοσίευση χρηματικής κύρωσης ή διοικητικού μέτρου για παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624 μπορεί να έχει ισχυρό αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι της επανάληψης μιας τέτοιας παράβασης. Ενημερώνει επίσης άλλες οντότητες για τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέονται με την υπόχρεη οντότητα στην οποία επιβάλλονται κυρώσεις πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης και βοηθά τους εποπτικούς φορείς σε άλλα κράτη μέλη όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με μια υπόχρεη οντότητα όταν δραστηριοποιείται στο κράτος μέλος τους σε διασυνοριακή βάση. Για αυτούς τους λόγους, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί η απαίτηση δημοσίευσης των μη υποκείμενων σε προσφυγή αποφάσεων επιβολής χρηματικών κυρώσεων και θα πρέπει να επεκταθεί σε ορισμένα διοικητικά μέτρα που εφαρμόζονται για την αποκατάσταση παραβάσεων των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ και στις περιοδικές χρηματικές ποινές. Ωστόσο, κάθε τέτοια δημοσίευση θα πρέπει να είναι αναλογική και, κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη δημοσίευση χρηματικής κύρωσης ή διοικητικού μέτρου, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα της παράβασης και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που είναι πιθανό να επιτύχει η δημοσίευση. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να καθυστερήσουν τη δημοσίευση διοικητικών μέτρων κατά των οποίων έχει ασκηθεί προσφυγή, όταν τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται για την επανόρθωση παράβασης που δεν είναι σοβαρή, επαναλαμβανόμενη ή συστηματική.

(110)

Η οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) εφαρμόζεται στην αναφορά παραβάσεων της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και στην προστασία των προσώπων που αναφέρουν τέτοιες παραβάσεις, όπως αναφέρεται στο μέρος II του παραρτήματος της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937. Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία καταργεί την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, η παραπομπή στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 που γίνεται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 θα πρέπει να νοείται ως παραπομπή στην παρούσα οδηγία. Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν προσαρμοσμένοι κανόνες για την αναφορά παραβάσεων των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ που συμπληρώνουν την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937, ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις για την καθιέρωση εσωτερικών διαύλων αναφοράς από τις υπόχρεες οντότητες και τον προσδιορισμό των αρχών που είναι αρμόδιες για την παραλαβή και την παρακολούθηση αναφορών σχετικά με παραβάσεις των κανόνων που αφορούν την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(111)

Είναι ουσιώδες να υπάρξει μια νέα πλήρως ενοποιημένη και συνεκτική πολιτική ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο Ένωσης, με καθορισμένους ρόλους τόσο για τις αρμόδιες αρχές της Ένωσης όσο και για τις εθνικές αρμόδιες αρχές, αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ομαλής και διαρκούς συνεργασίας τους. Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία μεταξύ όλων των εθνικών αρχών και των αρχών της Ένωσης για την ΚΞΧ/ΧΤ είναι υψίστης σημασίας και θα πρέπει να αποσαφηνιστεί και να ενισχυθεί. Εξακολουθεί να είναι καθήκον των κρατών μελών να προβλέπουν τους απαραίτητους κανόνες για να διασφαλίσουν σε εθνικό επίπεδο ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, οι ΜΧΠ, οι εποπτικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένης της ΑΚΝΕΠΑΔ και άλλες αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην ΚΞΧ/ΧΤ, καθώς και οι φορολογικές αρχές και οι αρχές επιβολής του νόμου όταν ενεργούν στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να συνεργάζονται και να συντονίζονται, μεταξύ άλλων μέσω μιας περιοριστικής προσέγγισης όσον αφορά την άρνηση των αρμόδιων αρχών για συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής. Ανεξάρτητα από τους μηχανισμούς που έχουν θεσπιστεί, η εν λόγω εθνική συνεργασία θα πρέπει να οδηγήσει σε ένα αποτελεσματικό σύστημα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και για την πρόληψη της μη εφαρμογής και της αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων.

(112)

Προκειμένου να διευκολυνθεί και να προωθηθεί η αποτελεσματική συνεργασία, και ιδίως η ανταλλαγή πληροφοριών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαβιβάζουν στην Επιτροπή και στην ΑΚΝΕΠΑΔ τον κατάλογο των αρμοδίων αρχών και των αντίστοιχων στοιχείων επικοινωνίας τους.

(113)

Ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορεί να εντοπιστεί από όλους τους εποπτικούς φορείς που είναι υπεύθυνοι για τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι πληροφορίες προληπτικού χαρακτήρα που αφορούν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όπως οι σχετιζόμενες με την καταλληλότητα και την αξιοπιστία των διευθυντών και των μετόχων, τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, τη διοίκηση ή τη συμμόρφωση και τη διαχείριση κινδύνου, είναι συχνά απαραίτητες για την επαρκή εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ αυτών των ιδρυμάτων. Παρομοίως, οι πληροφορίες ΚΞΧ/ΧΤ είναι επίσης σημαντικές για την προληπτική εποπτεία αυτών των ιδρυμάτων. Συνεπώς, η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών με τους εποπτικούς φορείς της ΚΞΧ/ΧΤ και τη ΜΧΠ θα πρέπει να επεκταθούν σε όλες τις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των εν λόγω υπόχρεων οντοτήτων σύμφωνα με άλλα νομικά μέσα της Ένωσης, όπως οι οδηγίες 2013/36/ΕΕ (23), 2014/49/ΕΕ (24), 2014/59/ΕΕ (25) και 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26) και η οδηγία (ΕΕ) 2015/2366. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω συνεργασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνουν την ΑΚΝΕΠΑΔ ετησίως για τις ανταλλαγές που πραγματοποιούνται.

(114)

Η συνεργασία με άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με τις οδηγίες 2014/92/ΕΕ και (ΕΕ) 2015/2366 έχει τη δυνατότητα να μειώσει τις ακούσιες συνέπειες των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ. Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να επιλέξουν να τερματίσουν ή να περιορίσουν τις επιχειρηματικές σχέσεις με πελάτες ή κατηγορίες πελατών προκειμένου να αποφύγουν, αντί να διαχειριστούν, τον κίνδυνο. Τέτοιες πρακτικές ελαχιστοποίησης των κινδύνων ενδέχεται να αποδυναμώσουν το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ και τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών, καθώς ωθούν τους επηρεαζόμενους πελάτες να καταφύγουν σε λιγότερο ασφαλείς ή μη ρυθμιζόμενους διαύλους πληρωμών για να καλύψουν τις οικονομικές τους ανάγκες. Ταυτόχρονα, οι ευρέως διαδεδομένες πρακτικές ελαχιστοποίησης των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα ενδέχεται να οδηγήσουν σε οικονομικό αποκλεισμό για ορισμένες κατηγορίες φορέων πληρωμών ή καταναλωτών. Οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας είναι οι πλέον κατάλληλες για τον εντοπισμό καταστάσεων στις οποίες ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει αρνηθεί να συνάψει επιχειρηματική σχέση παρά το ότι ενδεχομένως υποχρεούται να το πράξει βάσει της εθνικής νομοθεσίας για την εφαρμογή της οδηγίας 2014/92/ΕΕ ή της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, και χωρίς αιτιολόγηση που βασίζεται στην τεκμηριωμένη διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας θα πρέπει να ειδοποιούν τις αρχές που είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με την οδηγία 2014/92/ΕΕ ή την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, όταν προκύπτουν τέτοιες περιπτώσεις ή όταν οι επιχειρηματικές σχέσεις τερματίζονται ως αποτέλεσμα πρακτικών ελαχιστοποίησης των κινδύνων.

(115)

Η συνεργασία μεταξύ αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας και αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση κρίσεων πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως ιδίως οι ορισθείσες αρχές του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων και οι αρχές εξυγίανσης, είναι αναγκαία για να συνδυαστούν οι στόχοι για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και των καταθετών σύμφωνα με τις οδηγίες 2014/49/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ. Οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας θα πρέπει να ενημερώνουν τις ορισθείσες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης δυνάμει των εν λόγω οδηγιών για κάθε περίπτωση στην οποία εντοπίζουν αυξημένη πιθανότητα πτώχευσης ή μη διαθεσιμότητα καταθέσεων για λόγους ΚΞΧ/ΧΤ. Οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τις εν λόγω αρχές για κάθε συναλλαγή, λογαριασμό ή επιχειρηματική σχέση που έχει ανασταλεί από τη ΜΧΠ, ώστε να καθίσταται δυνατή η εκτέλεση των καθηκόντων των ορισθεισών αρχών και των αρχών εξυγίανσης σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου πτώχευσης ή μη διαθεσιμότητας καταθέσεων, ανεξάρτητα από την αιτία αυτού του αυξημένου κινδύνου.

(116)

Για τη διευκόλυνση αυτής της συνεργασίας σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, η ΑΚΝΕΠΑΔ, σε διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που θα καθορίζουν τα κύρια στοιχεία αυτής της συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου ανταλλαγής πληροφοριών.

(117)

Οι μηχανισμοί συνεργασίας θα πρέπει επίσης να επεκταθούν στις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία και την επίβλεψη των ελεγκτών, καθώς η συνεργασία αυτή μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα του πλαισίου της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(118)

Η ανταλλαγή πληροφοριών και η παροχή συνδρομής μεταξύ αρμόδιων αρχών των κρατών μελών είναι κεφαλαιώδης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να απαγορεύουν ή να θέτουν παράλογους ή υπερβολικά περιοριστικούς όρους σε αυτή την ανταλλαγή πληροφοριών ή την παροχή συνδρομής.

(119)

Οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να μπορούν να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες, ανεξάρτητα από τον αντίστοιχο χαρακτήρα ή την κατάστασή τους. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να έχουν κατάλληλη νομική βάση για την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών και για τη συνεργασία. Η ανταλλαγή πληροφοριών και η συνεργασία με άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία ή την επίβλεψη των υπόχρεων οντοτήτων βάσει άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης δεν πρέπει να παρεμποδίζονται ακούσια από νομική αβεβαιότητα, η οποία ενδέχεται να οφείλεται στην έλλειψη ρητών διατάξεων σε αυτόν τον τομέα. Η αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου είναι ακόμη πιο σημαντική καθώς η προληπτική εποπτεία έχει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανατεθεί σε εποπτικούς φορείς που δεν ανήκουν στον τομέα ΚΞΧ/ΧΤ, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

(120)

Οι πληροφορίες που διαθέτουν οι εποπτικοί φορείς μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων άλλων αρμόδιων αρχών. Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του ενωσιακού πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών φορέων και άλλων αρμόδιων αρχών. Θα πρέπει να εφαρμόζονται αυστηροί κανόνες όσον αφορά τη χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών που ανταλλάσσονται.

(121)

Η αποτελεσματικότητα του ενωσιακού πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών ευρέος φάσματος. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εν λόγω συνεργασία, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΑΚΝΕΠΑΔ να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές σε συντονισμό με την ΕΚΤ, τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, την Ευρωπόλ, τη Eurojust και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει επίσης να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία ή την επίβλεψη των υπόχρεων οντοτήτων βάσει άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

(122)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27) εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αναγνωρίζεται από τα κράτη μέλη ως ζήτημα σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη διερεύνηση ή τη δίωξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή εκείνες που έχουν το καθήκον του εντοπισμού, της κατάσχεσης ή της δέσμευσης και της δήμευσης περιουσιακών στοιχείων προερχόμενων από εγκληματικές δραστηριότητες θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες που αφορούν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28).

(123)

Είναι ουσιώδους σημασίας η ευθυγράμμιση της παρούσας οδηγίας με τις αναθεωρημένες συστάσεις της FATF να πραγματοποιηθεί με πλήρη σεβασμό της ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τις διαβιβάσεις δεδομένων, καθώς και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Ορισμένες πτυχές της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνουν τη συλλογή, την ανάλυση, την αποθήκευση και την ανταλλαγή δεδομένων εντός της Ένωσης και με τρίτες χώρες. Η εν λόγω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να επιτρέπεται, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μόνο για τους σκοπούς που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και για τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει της παρούσας οδηγίας, όπως η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

(124)

Τα δικαιώματα πρόσβασης στα δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων ισχύουν για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, η πρόσβαση του υποκειμένου των δεδομένων σε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετίζονται με αναφορά ύποπτης συναλλαγής θα υπονόμευε σοβαρά την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επομένως μπορούν να δικαιολογηθούν εξαιρέσεις και περιορισμοί του δικαιώματος αυτού σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και, κατά περίπτωση, το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της επεξεργασίας από εποπτική αρχή όπως αναφέρεται στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή, κατά περίπτωση, από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, καθώς και το δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου όπως αναφέρεται στο άρθρο 79 του εν λόγω κανονισμού. Η εποπτική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μπορεί επίσης να ενεργήσει αυτεπάγγελτα. Με την επιφύλαξη των περιορισμών στο δικαίωμα πρόσβασης, η εποπτική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων ότι έχει διεξαγάγει όλες τις απαραίτητες επαληθεύσεις, καθώς και για το αποτέλεσμα ως προς τη νομιμότητα της σχετικής επεξεργασίας.

(125)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεχής ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ΜΧΠ κατά την περίοδο σύστασης της ΑΚΝΕΠΑΔ, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να φιλοξενεί το FIU.net σε προσωρινή βάση. Προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης συμμετοχή των ΜΧΠ στη λειτουργία του συστήματος, η Επιτροπή θα πρέπει να ανταλλάσσει τακτικά απόψεις με την πλατφόρμα μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών της ΕΕ («πλατφόρμα ΜΧΠ της ΕΕ»), μια άτυπη ομάδα η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των ΜΧΠ, είναι ενεργή από το 2006 και χρησιμοποιείται για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των ΜΧΠ και την ανταλλαγή απόψεων σε θέματα που σχετίζονται με τη συνεργασία.

(126)

Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα πρέπει να εξασφαλίζουν συνεπή εναρμόνιση σε ολόκληρη την Ένωση. Δεδομένου ότι η ΑΚΝΕΠΑΔ είναι όργανο με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης εμπειρογνωσίας στον τομέα της ΚΞΧ/ΧΤ, είναι σκόπιμο να της ανατεθεί η εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που δεν ενέχουν επιλογές πολιτικής, προς υποβολή στην Επιτροπή.

(127)

Προκειμένου να διασφαλιστούν συνεπείς προσεγγίσεις μεταξύ των ΜΧΠ και μεταξύ των εποπτικών φορέων, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή για τον ορισμό δεικτών για την ταξινόμηση της σοβαρότητας των παραλείψεων υποβολής επαρκών, ακριβών και επικαιροποιημένων πληροφοριών στα κεντρικά μητρώα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (29). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(128)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται από την ΑΚΝΕΠΑΔ και τα οποία ορίζουν τα κριτήρια συνάφειας και επιλογής κατά τον προσδιορισμό του αν μια αναφορά ύποπτης συναλλαγής αφορά άλλο κράτος μέλος καθορίζουν τα κριτήρια αναφοράς και τη μεθοδολογία για την αξιολόγηση και την ταξινόμηση του προφίλ εγγενούς και υπολειπόμενου κινδύνου των υπόχρεων οντοτήτων και τη συχνότητα επανεξέτασης του προφίλ κινδύνου· καθορίζουν τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των περιστάσεων του καθορισμού ενός κεντρικού σημείου επαφής ορισμένων παρόχων υπηρεσιών, καθώς και τα καθήκοντα των κεντρικών σημείων επαφής· καθορίζουν τα καθήκοντα των εποπτικών φορέων καταγωγής και υποδοχής και τους τρόπους συνεργασίας μεταξύ τους· καθορίζουν τους γενικούς όρους για τη λειτουργία των εποπτικών σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ στο χρηματοπιστωτικό τομέα, το υπόδειγμα για τη γραπτή συμφωνία προς υπογραφή από τις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας, κάθε πρόσθετο μέτρο που πρέπει να εφαρμόζουν τα σώματα σε περίπτωση ομίλων, οι οποίοι περιλαμβάνουν υπόχρεες οντότητες στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα και τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας σε τρίτες χώρες· καθορίζουν τους γενικούς όρους για τη λειτουργία των εποπτικών σωμάτων ΚΞΧ/ΧΤ στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα, το υπόδειγμα για τη γραπτή συμφωνία προς υπογραφή από τις αρχές μη χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή αρχών μη χρηματοπιστωτικής εποπτείας σε τρίτες χώρες και κάθε πρόσθετο μέτρο που πρέπει να εφαρμόζουν τα σώματα σε περίπτωση ομίλων οι οποίοι περιλαμβάνουν πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς· ορίζουν δείκτες για την ταξινόμηση του επιπέδου σοβαρότητας των παραβάσεων της παρούσας οδηγίας, τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του επιπέδου χρηματικών κυρώσεων ή την εφαρμογή διοικητικών μέτρων και μεθοδολογία για την επιβολή περιοδικών χρηματικών ποινών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1620.

(129)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή με σκοπό να καθοριστεί μεθοδολογία για τη συλλογή στατιστικών· να καθοριστεί ο μορφότυπος για την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους στο κεντρικό μητρώο· να οριστούν τεχνικές προδιαγραφές και διαδικασίες που απαιτούνται για την εφαρμογή της πρόσβασης βάσει έννομου συμφέροντος από τα κεντρικά μητρώα· να θεσπιστεί ο μορφότυπος υποβολής των πληροφοριών στους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς· να καθοριστούν οι τεχνικές προδιαγραφές και διαδικασίες για τη σύνδεση των κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών των κρατών μελών στο ΣΔΜΤΛ· να καθοριστούν τεχνικές προδιαγραφές και διαδικασίες που είναι απαραίτητες για τη διασύνδεση των κεντρικών μητρώων των κρατών μελών· και να καθοριστούν τεχνικές προδιαγραφές και διαδικασίες που είναι απαραίτητες για τη διασύνδεση των κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών των κρατών μελών. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30).

(130)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται από την ΑΚΝΕΠΑΔ για τον καθορισμό του μορφότυπου που πρέπει να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ΜΧΠ των κρατών μελών καθώς και για τον καθορισμό υποδείγματος που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη σύναψη συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ εποπτικών φορέων της Ένωσης και ομολόγων τους σε τρίτες χώρες. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1620.

(131)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, και ιδίως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την επιχειρηματική ελευθερία.

(132)

Η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών και η πολυμορφία αποτελούν θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης, τις οποίες επιδιώκει να προωθήσει σε ολόκληρο το φάσμα δράσεών της. Μολονότι έχει σημειωθεί πρόοδος στους εν λόγω τους τομείς, απαιτούνται περισσότερα για την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης στη λήψη αποφάσεων, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε εθνικό επίπεδο. Με την επιφύλαξη της πρωτογενούς εφαρμογής αξιοκρατικών κριτηρίων, κατά τον διορισμό των επικεφαλής των οικείων εθνικών εποπτικών αρχών και των ΜΧΠ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν να διασφαλίζουν την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων, την πολυμορφία και τη συμπεριληπτικότητα και να λαμβάνουν υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσπαθούν να διασφαλίζουν ισόρροπη και συμπεριληπτική εκπροσώπηση και κατά την επιλογή των εκπροσώπων τους στα γενικά συμβούλια της ΑΚΝΕΠΑΔ.

(133)

Κατά την εκπόνηση έκθεσης αξιολόγησης της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει να αποδίδει τη δέουσα προσοχή στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των αρχών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη.

(134)

Η απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-37/20 και C-601/20, WM and Sovim SA κατά Luxembourg Business Registers (31) ακύρωσε την τροποποίηση που επέφερε η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 στο άρθρο 30 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 στο βαθμό που απαιτούσε από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο εταιρειών ή άλλων νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί στο έδαφός τους είναι προσβάσιμες σε κάθε περίπτωση από οποιοδήποτε μέλος του ευρέος κοινού. Προκειμένου να διασφαλιστεί η νομική σαφήνεια, είναι σημαντικό να προσαρμοστεί η εν λόγω διάταξη με τη διευκρίνιση ότι μόνο πρόσωπα και οργανώσεις με έννομο συμφέρον θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στις εν λόγω πληροφορίες. Η ίδια προϋπόθεση θα πρέπει να ισχύει για την πρόσβαση σε πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων. Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί. Οι επιπτώσεις της εν λόγω απόφασης υπερβαίνουν το άρθρο 30 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και είναι παρόμοιες για τις διατάξεις που ρυθμίζουν την πρόσβαση σε πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο των νομικών μορφωμάτων. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ενωσιακό πλαίσιο επιτυγχάνει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της επιδίωξης ενός θεμιτού σκοπού γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενδείκνυται να επέλθουν τροποποιήσεις του άρθρου 31 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας για να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για τη μεταφορά των εν λόγω τροποποιήσεων στο εθνικό τους δίκαιο. Δεδομένης της σημασίας της διασφάλισης ενός αναλογικού ενωσιακού πλαισίου ΚΞΤ/ΧΤ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να μεταφέρουν τις εν λόγω τροποποιήσεις στο εθνικό τους δίκαιο το συντομότερο δυνατό πριν από την εν λόγω προθεσμία.

(135)

Δεδομένης της ανάγκης να εφαρμοστεί επειγόντως εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά την πρόσβαση στα κεντρικά μητρώα με βάση την απόδειξη έννομου συμφέροντος, οι σχετικές διατάξεις θα πρέπει να μεταφερθούν από τα κράτη μέλη στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 10 Ιουλίου 2026. Ωστόσο, καθώς κατά την αρχική περίοδο του νέου καθεστώτος για την πρόσβαση με βάση την απόδειξη έννομου συμφέροντος πιθανότατα θα σημειωθεί κορύφωση στα αιτήματα προς επεξεργασία από τις οντότητες που είναι αρμόδιες για τα κεντρικά μητρώα, οι προθεσμίες για τη χορήγηση πρόσβασης δεν θα πρέπει να ισχύουν τους 4 πρώτους μήνες εφαρμογής του νέου καθεστώτος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συστήσουν ενιαία σημεία πρόσβασης για πληροφορίες σχετικά με τα μητρώα ακινήτων έως τις 10 Ιουλίου 2029. Οι κεντρικοί αυτοματοποιημένοι μηχανισμοί που επιτρέπουν την ταυτοποίηση των κατόχων τραπεζικών λογαριασμών ή λογαριασμών πληρωμών, λογαριασμών αξιογράφων, λογαριασμών κρυπτοστοιχείων και θυρίδων ασφαλείας θα πρέπει επίσης να διασυνδεθούν έως αυτή την ημερομηνία.

(136)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η δημιουργία συντονισμένου και συνεκτικού μηχανισμού για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(137)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (32), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, όταν αυτό δικαιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των επιμέρους διατάξεων της οδηγίας που μεταφέρεται στο εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων διατάξεων των πράξεων μεταφοράς. Για την παρούσα οδηγία ο νομοθέτης εκτιμά ότι η διαβίβαση των εγγράφων αυτών είναι δικαιολογημένη.

(138)

Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2021 (33).

(139)

Συνεπώς, η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 θα πρέπει να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Βρυξέλλες, 31 Μαΐου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

H. LAHBIB

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση