+Άρθρο 8 Εναλλακτική βάση επιμέτρησης στην εύλογη αξία
---+Άρθρο 8 1.
---+Άρθρο 8 2.
---+Άρθρο 8 3.
---+Άρθρο 8 4.
---+Άρθρο 8 5.
---+Άρθρο 8 6.
---+Άρθρο 8 7.
---+Άρθρο 8 8.
---+Άρθρο 8 9.

Άρθρο 8 Εναλλακτική βάση επιμέτρησης στην εύλογη αξία

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 8 1.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο θ) και με την επιφύλαξη των όρων του παρόντος άρθρου:

α) 

τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε όλες τις επιχειρήσεις, ή σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων, ή να τους επιβάλλουν, να επιμετρούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, στην εύλογη αξία· και

β) 

τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε όλες τις επιχειρήσεις ή σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή να τους επιβάλλουν, να επιμετρούν συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού, πλην των χρηματοπιστωτικών μέσων σε ποσά καθοριζόμενα σε συνάρτηση με την εύλογη αξία τους.

Αυτή η δυνατότητα ή απαίτηση μπορεί να περιορίζεται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

Άρθρο 8 2.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι συμβάσεις επί εμπορευμάτων που παρέχουν σε οποιοδήποτε των συμβαλλομένων το δικαίωμα διακανονισμού με μετρητά ή με άλλο χρηματοπιστωτικό μέσο θεωρούνται παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, εκτός εάν οι συμβάσεις αυτές:

α) 

έχουν συναφθεί, για τις ανάγκες της επιχείρησης σε σχέση με μια προβλεπόμενη αγορά, πώληση ή χρήση και εξακολουθούν να τις καλύπτουν κατά τον χρόνο της σύναψης και εν συνεχεία·

β) 

καταρτίσθηκαν εξ αρχής ως συμβάσεις επί εμπορευμάτων· και

γ) 

αναμένεται να διακανονισθούν με την παράδοση των εμπορευμάτων.

Άρθρο 8 3.

Η παράγραφος 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α) 

υποχρεώσεις που ανήκουν σε χαρτοφυλάκιο συναλλαγών· και

β) 

παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Άρθρο 8 4.

Η επιμέτρηση κατά την παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται επί:

α) 

μη παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων που διατηρούνται μέχρι τη λήξη τους·

β) 

δανείων και χρεογράφων που εκδίδονται από την ίδια την επιχείρηση και δεν προορίζονται για διαπραγμάτευση· και

γ) 

συμμετοχών σε θυγατρικές, συγγενείς και κοινές επιχειρήσεις, τί-τλων συμμετοχής στο κεφάλαιο που εκδίδονται από την ίδια την επιχείρηση, συμβάσεων για ενδεχόμενες αντιπαροχές στο πλαίσιο συμπράξεων επιχειρήσεων και άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων με τέτοια ειδικά χαρακτηριστικά που σύμφωνα με τα γενικώς ισχύοντα τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Άρθρο 8 5.
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο θ), τα κράτη μέλη μπορούν, όσον αφορά τυχόν στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού που προσδιορίζονται ως αντισταθμιζόμενα στο πλαίσιο λογιστικού συστήματος αντιστάθμισης με βάση την εύλογη αξία ή συγκεκριμένα τμήματα τέτοιων στοιχείων, να επιτρέπουν την επιμέτρηση βάσει συγκεκριμένου ποσού που απαιτείται από το σύστημα.
Άρθρο 8 6.
Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 3 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ή να απαιτούν την αναγνώριση, επιμέτρηση και δημοσίευση χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία συνάδουν με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που θεσπίσθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.
Άρθρο 8 7.

Η εύλογη αξία κατά την έννοια του παρόντος άρθρου καθορίζεται σε συνάρτηση με μία από τις ακόλουθες αξίες:

α) 

στην περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς μια αξιόπιστη αγορά, την τρέχουσα αξία· εάν αυτή δεν είναι άμεσα προσδιορίσιμη για ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, πλην όμως μπορεί να προσδιορισθεί για τις συνιστώσες του ή για παρεμφερές μέσο, η τρέχουσα αξία είναι δυνατόν να προκύψει από εκείνη των συνιστωσών του ή του παρεμφερούς μέσου·

β) 

στην περίπτωση των χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς μια αξιόπιστη αγορά, αξία που προκύπτει από γενικώς αποδεκτά υποδείγματα και τεχνικές αποτίμησης, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω υποδείγματα και τεχνικές εξασφαλίζουν μια εύλογη προσέγγιση της τρέχουσας αξίας.

Τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία δεν μπορούν να επιμετρηθούν αξιόπιστα με κάποια από τις μεθόδους των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου, επιμετρούνται σύμφωνα με την αρχή της τιμής κτήσης ή του κόστους παραγωγής, στον βαθμό που είναι δυνατή η επιμέτρηση επί αυτής της βάσεως.

Άρθρο 8 8.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ), όταν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο επιμετρείται στην εύλογη αξία, οι μεταβολές της αξίας περιλαμβάνονται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις, όπου η μεταβολή αυτή περιλαμβάνεται άμεσα σε αποθεματικό εύλογης αξίας:

α) 

το μέσο αυτό λογίζεται ως μέσο αντιστάθμισης δυνάμει λογιστικού συστήματος αντιστάθμισης που επιτρέπει να μην εμφανίζονται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων ορισμένες ή όλες οι μεταβολές της αξίας· ή

β) 

η μεταβολή της αξίας συνδέεται με συναλλαγματική διαφορά που προκύπτει από κάποιο νομισματικό στοιχείο το οποίο αποτελεί μέρος της καθαρής επένδυσης της επιχείρησης σε αλλοδαπή επιχείρηση.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ή να επιβάλλουν να περιλαμβάνεται απευθείας στο αποθεματικό εύλογης αξίας η μεταβολή της αξίας ενός διαθέσιμου προς πώληση χρηματοοικονομικού στοιχείου του ενεργητικού, πλην των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων. Αυτό το αποθεματικό εύλογης αξίας προσαρμόζεται εφόσον τα ποσά τα οποία περιλαμβάνει δεν θεωρούνται πλέον απαραίτητα για την εφαρμογή των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 8 9.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ), τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε όλες τις επιχειρήσεις ή σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή να απαιτούν από αυτές να περιλαμβάνουν στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης τις μεταβολές της αξίας στοιχείων ενεργητικού που επιμετρούνται στην εύλογη αξία πλην των χρηματοπιστωτικών μέσων.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση