+Άρθρο 17 Επιπρόσθετες πληροφορίες που οφείλουν να δημοσιοποιούν μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και οντότητες δημόσιου συμφέροντος
---+Άρθρο 17 1.
---+Άρθρο 17 2.
|
Άρθρο 17 Επιπρόσθετες πληροφορίες που οφείλουν να δημοσιοποιούν μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και οντότητες δημόσιου συμφέροντος
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Άρθρο 17 1.
|
Στο προσάρτημα, εκτός από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 16 ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και οι οντότητες δημόσιου συμφέροντος δημοσιοποιούν πληροφορίες με τις ακόλουθες ενδείξεις:
α)
για τα διάφορα πάγια στοιχεία:
i)
την τιμή κτήσης ή το κόστος παραγωγής, ή σε περίπτωση που έχει εφαρμοστεί άλλη βάση επιμέτρησης, την εύλογη αξία ή το αναπροσαρμοσμένο ποσό στην αρχή και στο τέλος της χρήσης,
ii)
τις προσθήκες, μειώσεις και μεταφορές κατά τη διάρκεια της χρήσης,
iii)
τις διορθώσεις σωρευμένης αξίας στην αρχή και στο τέλος της χρήσης,
iv)
διορθώσεις αξίας κατά τη διάρκεια της χρήσης,
v)
κινήσεις των διορθώσεων σωρευμένης αξίας όσον αφορά τις προσθήκες, μειώσεις και μεταφορές κατά τη διάρκεια της χρήσης, και
vi)
σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης των τόκων σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 8, το κεφαλαιοποιημένο ποσό κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης.
β)
εάν ορισμένα στοιχεία πάγιου ή κυκλοφορούντος ενεργητικού υπέστησαν διορθώσεις της αξίας τους για φορολογικούς μόνο λόγους, το αντίστοιχο ποσό και οι λόγοι για τους οποίους έγιναν·
γ)
σε περίπτωση επιμέτρησης χρηματοπιστωτικών μέσων στην τιμή κτήσης ή στο κόστος παραγωγής:
i)
για κάθε κατηγορία παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων:
—
την εύλογη αξία των μέσων, εάν αυτή μπορεί να προσδιοριστεί με κάποια από τις μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 7 στοιχείο α), και
—
πληροφορίες για την έκταση και τη φύση των μέσων αυτών,
ii)
για τα πάγια χρηματοοικονομικά στοιχεία τα οποία εμφανίζονται με ποσό που υπερβαίνει την εύλογη αξία τους:
—
τη λογιστική αξία και την εύλογη αξία είτε των επιμέρους στοιχείων του ενεργητικού είτε των κατάλληλων ομάδων των επιμέρους αυτών στοιχείων, και
—
τους λόγους για τη μη μείωση της λογιστικής αξίας, καθώς και τη φύση των αποδείξεων που στηρίζουν την πεποίθηση ότι η λογιστική αξία θα ανακτηθεί,
δ)
τα ποσά που δόθηκαν μέσα στη χρήση για αμοιβές σε μέλη διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών συμβουλίων, καθώς και τις υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν ή αναλήφθηκαν για συντάξεις σε αποχωρήσαντα μέλη των συμβουλίων τούτων, αθροιστικά κατά κατηγορία.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν να μην δημοσιοποιούνται οι πληροφορίες αυτές εφόσον μπορούν να καταστήσουν δυνατή τη διαπίστωση των εισοδημάτων μέλους των οργάνων αυτών,
ε)
το μέσο όρο απασχοληθέντος προσωπικού κατά τη διάρκεια της χρήσης με ανάλυση κατά κατηγορίες. Επίσης, αν δεν αναγράφονται χωριστά στα αποτελέσματα χρήσης, δαπάνες προσωπικού κατά τη χρήση, αναλυτικά κατά τις εξής κατηγορίες: μισθοί και ημερομίσθια, κοινωνικές επιβαρύνσεις και συντάξεις,
στ)
σε περίπτωση αναγνώρισης εγγραφής αναβαλλόμενου φόρου στον ισολογισμό, τα αναβαλλόμενα φορολογικά υπόλοιπα στο τέλος της χρήσης και την κίνησή τους κατά τη διάρκεια της χρήσης,
ζ)
την επωνυμία και την έδρα κάθε επιχείρησης στην οποία η επιχείρηση, είτε η ίδια είτε μέσω άλλου προσώπου που ενεργεί με το όνομά του αλλά για λογαριασμό της, κατέχει κάποιο ποσοστό συμμετοχής. Στην περίπτωση αυτή, αναγράφονται: η αναλογία της συμμετοχής στο κεφάλαιο, το ποσό του κεφαλαίου, τα αποθεματικά και τα κέρδη ή οι ζημίες της τελευταίας χρήσης των επιχειρήσεων αυτών κατά την οποία συντάχθηκαν οικονομικές καταστάσεις, Οι πληροφορίες για τα κεφάλαια, τα αποθεματικά και τα κέρδη ή τις ζημίες μπορούν επίσης να παραλειφθούν, όταν η επιχείρηση στην οποία αναφέρονται δεν δημοσιεύει ισολογισμό και δεν ελέγχεται από την επιχείρηση.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν να λάβουν οι πληροφορίες που επιβάλλεται να δημοσιοποιηθούν βάσει του πρώτου εδαφίου του παρόντος στοιχείου τη μορφή δήλωσης που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας 2009/101/ΕΚ, η κατάθεση της δήλωσης αναφέρεται στο προσάρτημα. Τα κράτη μέλη μπορούν εξάλλου να επιτρέψουν να παραλείπονται οι πληροφορίες αυτές όταν η φύση τους είναι τέτοια που θα γίνονταν σοβαρά επιζήμιες για οποιαδήποτε επιχείρηση στην οποία αναφέρονται. Τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν ως προϋπόθεση για την εξαίρεση αυτή τη χορήγηση άδειας διοικητικής ή δικαστικής αρχής. Η παράλειψη αυτών των στοιχείων αναγράφεται στο προσάρτημα·
η)
τον αριθμό και την ονομαστική αξία ή, όταν δεν υπάρχει, τη λογιστική αξία των μετοχών που εκδόθηκαν μέσα στη χρήση στα όρια του εγκεκριμένου κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το ύψος του κεφαλαίου αυτού, οι οποίες περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/101/ΕΚ ή στο άρθρο 2 στοιχεία γ) και δ) της οδηγίας 2012/30/ΕΕ·
θ)
όταν υπάρχουν περισσότεροι τύποι μετοχών, τον αριθμό και την ονομαστική αξία ή, όταν δεν υπάρχει, τη λογιστική αξία καθενός τύπου·
ι)
προνομιούχα μερίδια, μετατρέψιμες ομολογίες, πιστοποιητικά δικαιώματος αγοράς χρεογράφων, δικαιώματα προαίρεσης και παρόμοιους τίτλους ή δικαιώματα, με μνεία του αριθμού τους και των δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν·
ια)
την επωνυμία, την έδρα και τη νομική μορφή κάθε επιχείρησης, στην οποία η επιχείρηση είναι ο απεριόριστα ευθυνόμενος εταίρος·
ιβ)
την επωνυμία και την έδρα της επιχείρησης η οποία καταρτίζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του μέγιστου συνόλου επιχειρήσεων, μέρος του οποίου αποτελεί η επιχείρηση ως θυγατρική επιχείρηση·
ιγ)
την επωνυμία και την έδρα της επιχείρησης η οποία καταρτίζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του μικρότερου συνόλου επιχειρήσεων, μέρος του οποίου αποτελεί η επιχείρηση ως θυγατρική επιχείρηση, και η οποία περιλαμβάνεται επίσης στο σύνολο των επιχειρήσεων του στοιχείου ιβ)·
ιδ)
τον τόπο όπου μπορεί κανείς να προμηθευτεί τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, που αναφέρονται στα στοιχεία ιβ) και ιγ), εάν οι λογαριασμοί αυτοί είναι διαθέσιμοι·
ιε)
την προτεινόμενη διάθεση των κερδών ή κάλυψη των ζημιών, ή κατά περίπτωση, τη διάθεση των κερδών ή κάλυψη των ζημιών·
ιστ)
τη φύση και τον επιχειρηματικό στόχο των διακανονισμών της επιχείρησης που δεν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό, καθώς και τις οικονομικές επιπτώσεις των διακανονισμών αυτών στην επιχείρηση, εφόσον οι κίνδυνοι ή τα οφέλη των διακανονισμών αυτών είναι σημαντικοί και εφόσον η δημοσιοποίηση των κινδύνων ή οφελών απαιτείται για τους σκοπούς της εκτίμησης της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης·
ιζ)
τη φύση και την χρηματοπιστωτική επίπτωση σημαντικών γεγονότων που προκύπτουν μετά το τέλος του έτους τα οποία δεν αντικατοπτρίζονται στα αποτελέσματα χρήσης ή στον ισολογισμό· και
ιη)
τις συναλλαγές που πραγματοποιεί η επιχείρηση με τα συνδεδεμένα μέρη, περιλαμβανομένου και του ποσού αυτών των συναλλαγών, τη φύση της σχέσης του συνδεδεμένου μέρους καθώς και άλλα πληροφοριακά στοιχεία για τις συναλλαγές, τα οποία είναι απαραίτητα για την κατανόηση της οικονομικής θέσης της επιχείρησης. Τα πληροφοριακά στοιχεία για τις μεμονωμένες συναλλαγές μπορούν να συναθροίζονται ανάλογα με τη φύση τους, εκτός εάν απαιτούνται χωριστά πληροφοριακά στοιχεία για την κατανόηση των επιπτώσεων των συναλλαγών του συνδεδεμένου μέρους στην οικονομική θέση της επιχείρησης.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ή να απαιτούν να κοινοποιούνται μόνον οι συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη που δεν έχουν πραγματοποιηθεί υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ δύο ή περισσότερων μελών ενός ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι οι θυγατρικές επιχειρήσεις που είναι μέρη στη συναλλαγή ανήκουν εξ ολοκλήρου σε κάποιο από αυτά τα μέλη.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις μεσαίες επιχειρήσεις να περιορίζουν τις κοινοποιήσεις των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη στις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί με:
i)
κατόχους συμμετοχικών τίτλων στην επιχείρηση·
ii)
επιχειρήσεις με συμμετοχικό ενδιαφέρον για την ίδια την επιχείρηση· και
iii)
μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων επιχείρησης.
|
|
Άρθρο 17 2.
|
Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν την παράγραφο 1 στοιχείο ζ) σε επιχειρήσεις που είναι μητρικές επιχειρήσεις και διέπονται από την εθνική τους νομοθεσία, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
όταν οι επιχειρήσεις στις οποίες η μητρική επιχείρηση διακατέχει συμμετοχικούς τίτλους για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ζ), περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζει η εν λόγω μητρική επιχείρηση ή στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις μεγαλύτερου συνόλου επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 4·
β)
όταν οι συμμετοχικοί τίτλοι εμφανίζονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω μητρικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 7 ή στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζει η μητρική αυτή επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφοι 1 έως 8.
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|