+Preamble: 1

Preamble: 1

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες (3) θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων που ενδέχεται να προκύψουν από ορισμένες βιομηχανικές δραστηριότητες και για τον περιορισμό των συνεπειών τους στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον.

(2)

Τα μεγάλα ατυχήματα συχνά έχουν σοβαρές συνέπειες, όπως αποδεικνύεται από τα ατυχήματα στο Seveso, στο Bhopal, στη Schweizerhalle, στο Enschede, στην Τουλούζη και στο Buncefield. Επιπλέον, είναι δυνατόν να επεκταθούν οι επιπτώσεις πέραν των εθνικών συνόρων. Κατά συνέπεια, είναι επιτακτικότερη η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα για την κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας των πολιτών, των κοινοτήτων και του περιβάλλοντος σε όλη την Ένωση. Υπάρχει επομένως ανάγκη να εξασφαλίζεται τουλάχιστον η διατήρηση ή να επιτυγχάνεται αύξηση του υφιστάμενου υψηλού επιπέδου προστασίας.

(3)

Η οδηγία 96/82/ΕΚ έχει συμβάλει καθοριστικά στη μείωση της πιθανότητας και των συνεπειών των εν λόγω ατυχημάτων, βελτιώνοντας κατά συνέπεια το επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση. Από την επανεξέταση της συγκεκριμένης οδηγίας επιβεβαιώθηκε ότι το ποσοστό των μεγάλων ατυχημάτων έχει παραμείνει σταθερό. Ενώ συνολικά οι υφιστάμενες διατάξεις είναι κατάλληλες για τον σκοπό για τον οποίον προορίζονται, απαιτούνται ορισμένες αλλαγές προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω το επίπεδο της προστασίας, ιδίως όσον αφορά την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων. Ταυτόχρονα, το σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 96/82/ΕΚ θα πρέπει να προσαρμοστεί στις αλλαγές του ενωσιακού συστήματος κατάταξης των ουσιών και μειγμάτων στο οποίο παραπέμπει η εν λόγω οδηγία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν και να επικαιροποιηθούν αρκετές άλλες διατάξεις.

(4)

Είναι επομένως σκόπιμο να αντικατασταθεί η οδηγία 96/82/ΕΚ προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση και η περαιτέρω βελτίωση του υφιστάμενου επιπέδου προστασίας, με διατάξεις αποτελεσματικότερες και αποδοτικότερες και, όπου είναι δυνατόν, μειώνοντας τον περιττό διοικητικό φόρτο, με εξορθολογισμό ή απλούστευση, υπό τον όρο ότι δεν διακυβεύεται η ασφάλεια και η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Ταυτόχρονα, οι νέες διατάξεις θα πρέπει να είναι σαφείς, συνεκτικές και εύκολα κατανοητές προκειμένου να συμβάλουν στη βελτίωση της εφαρμογής και της επιβολής, ενώ το επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος θα πρέπει να παραμείνει τουλάχιστον το ίδιο ή να αυξηθεί. Η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστεί με τα κράτη μέλη για την πρακτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η εν λόγω συνεργασία θα πρέπει να αφορά, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της αυτοταξινόμησης ουσιών και μειγμάτων. Στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να συμμετέχουν, κατά περίπτωση, εκπρόσωποι της βιομηχανίας, εργαζόμενοι, και μη κυβερνητικές οργανώσεις που προωθούν την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος.

(5)

Στη σύμβαση της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη σχετικά με τις διασυνοριακές επιπτώσεις των βιομηχανικών ατυχημάτων, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης με την απόφαση 98/685/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1998, σχετικά με τη σύμβαση για τις διασυνοριακές επιπτώσεις των βιομηχανικών ατυχημάτων (4), προβλέπονται μέτρα σχετικά με την πρόληψη, την ετοιμότητα αντιμετώπισης και την αντιμετώπιση των βιομηχανικών ατυχημάτων που ενδέχεται να προκαλέσουν διασυνοριακές επιπτώσεις, καθώς και για τη διεθνή συνεργασία σε αυτόν τον τομέα. Με την οδηγία 96/82/ΕΚ ενσωματώνεται η σύμβαση στο δίκαιο της Ένωσης.

(6)

Τα μεγάλα ατυχήματα είναι δυνατόν να έχουν συνέπειες πέραν των συνόρων και το οικολογικό και οικονομικό κόστος ενός ατυχήματος βαρύνει όχι μόνο την πληγείσα μονάδα, αλλά και τα οικεία κράτη μέλη. Επομένως είναι απαραίτητο να λαμβάνονται και να εφαρμόζονται μέτρα ασφάλειας και μείωσης των κινδύνων, για την αποφυγή ενδεχόμενων ατυχημάτων, τη μείωση του κινδύνου πρόκλησης ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους, ώστε να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση.

(7)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία και το περιβάλλον της εργασίας και, ιδιαίτερα, με την επιφύλαξη της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (5).

(8)

Ορισμένες βιομηχανικές δραστηριότητες θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εφόσον υπόκεινται σε άλλη νομοθεσία σε επίπεδο Ένωσης ή εθνικό, παρέχοντας ισοδύναμο επίπεδο ασφαλείας. Η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να εξετάζει αν υπάρχουν σημαντικά κενά στο υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, ιδίως όσον αφορά νέους και αναδυόμενους κινδύνους από άλλες δραστηριότητες και από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, καθώς και να υποβάλλει, όπου είναι σκόπιμο, νομοθετικές προτάσεις για την κάλυψη των κενών αυτών.

(9)

Στο παράρτημα Ι της οδηγίας 96/82/ΕΚ απαριθμούνται οι επικίνδυνες ουσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, μεταξύ άλλων, με παραπομπές σε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, τη συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (6) καθώς και της οδηγίας 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 1999, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων παρασκευασμάτων (7). Οι οδηγίες 67/548/EOK και 1999/45/ΕΚ έχουν αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, επισήμανση και συσκευασία των χημικών ουσιών και των μειγμάτων τους (8), με τον οποίο εφαρμόζεται εντός της Ένωσης το παγκοσμίως εναρμονισμένο σύστημα ταξινόμησης και επισήμανσης των χημικών προϊόντων, που έχει εγκριθεί σε διεθνές επίπεδο στο πλαίσιο της δομής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Με τον εν λόγω κανονισμό θεσπίζονται νέες τάξεις και κατηγορίες κινδύνου, οι οποίες αντιστοιχούν μόνο εν μέρει σε εκείνες που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των οδηγιών εκείνων που έχουν καταργηθεί. Ωστόσο, ορισμένες ουσίες ή μείγματα δεν θα ταξινομούνταν στο συγκεκριμένο σύστημα, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν κριτήρια μέσα σε εκείνο το πλαίσιο. Επομένως, είναι ανάγκη να τροποποιηθεί το παράρτημα Ι της οδηγίας 96/82/ΕΚ για να ευθυγραμμιστεί με τον εν λόγω κανονισμό, διατηρώντας παράλληλα το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας που προβλέπονται στην ίδια οδηγία ή αυξάνοντάς το περαιτέρω.

(10)

Στην ταξινόμηση του αναβαθμισμένου βιοαερίου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις όσον αφορά τα πρότυπα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης (CEN).

(11)

Ενδέχεται να υπάρξουν ανεπιθύμητες συνέπειες από την ευθυγράμμιση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 και τις επακόλουθες προσαρμογές του εν λόγω κανονισμού, με αντίκτυπο στην ταξινόμηση ουσιών και μειγμάτων. Με βάση τα κριτήρια που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει αν υπάρχουν επικίνδυνες ουσίες και μείγματα που, παρά την ταξινόμηση επικινδυνότητάς τους, δεν ενέχουν σημαντικό κίνδυνο ατυχήματος και, όπου είναι σκόπιμο, να υποβάλει νομοθετική πρόταση προκειμένου να αποκλείσει την εν λόγω επικίνδυνη ουσία από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Η αξιολόγηση θα πρέπει να αρχίζει σύντομα, ιδίως μετά από αλλαγή στην ταξινόμηση ουσίας ή μείγματος, προκειμένου να αποφεύγεται περιττός φόρτος για τους φορείς εκμετάλλευσης και τις αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη. Οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας.

(12)

Οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να έχουν τη γενική υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων και τον μετριασμό και την εξάλειψη των συνεπειών τους. Σε περιπτώσεις που οι επικίνδυνες ουσίες σε μονάδα υπερβαίνουν ορισμένες ποσότητες, ο φορέας εκμετάλλευσης θα πρέπει να παρέχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να τη διευκολύνει να ταυτοποιεί τη μονάδα, τις υπάρχουσες σε αυτή επικίνδυνες ουσίες και τους πιθανούς κινδύνους. Ο φορέας εκμετάλλευσης θα πρέπει επίσης να συντάσσει και, όπου προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, να κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την πολιτική του για την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων (ΠΠΜΑ), όπου να καθορίζει τη συνολική προσέγγιση και τα μέτρα του φορέα εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων συστημάτων διαχείρισης της ασφαλείας, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων. Όταν οι φορείς εκμετάλλευσης εντοπίζουν και αξιολογούν κινδύνους μεγάλων ατυχημάτων, θα πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη τις επικίνδυνες ουσίες που μπορεί να παραχθούν σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος μέσα στη μονάδα.

(13)

Η οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (9) κανονικά αφορά την περιβαλλοντική βλάβη λόγω μεγάλου ατυχήματος.

(14)

Για να μειωθεί ο κίνδυνος πολλαπλασιαστικών επιδράσεων, όταν η χωροθέτηση ή η εγγύτητα μονάδας αυξάνει την πιθανότητα μεγάλων ατυχημάτων ή επιδείνωσης των συνεπειών μεγάλων ατυχημάτων, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να συνεργάζονται για την ανταλλαγή των κατάλληλων πληροφοριών και την ενημέρωση του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των γειτονικών μονάδων που ενδέχεται να επηρεαστούν.

(15)

Στις περιπτώσεις μονάδων με σημαντικές ποσότητες επικινδύνων ουσιών, προκειμένου ο φορέας εκμετάλλευσης να αποδείξει ότι έγιναν τα δέοντα για την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων και να προετοιμάσει σχέδια έκτακτης ανάγκης και μέτρα αντιμετώπισης, θα πρέπει να παρέχει στην αρμόδια αρχή πληροφορίες υπό μορφή έκθεσης ασφαλείας. Η εν λόγω έκθεση ασφαλείας θα πρέπει να περιέχει λεπτομέρειες σχετικά με την μονάδα, τις υπάρχουσες επικίνδυνες ουσίες, τις εγκαταστάσεις ή τις αποθήκες, τα πιθανά μεγάλα ατυχήματα και ανάλυση κινδύνων, τα προληπτικά μέτρα και τα μέτρα παρέμβασης και τα διαθέσιμα διοικητικά συστήματα, με σκοπό να προληφθεί και να μειωθεί ο κίνδυνος μεγάλων ατυχημάτων και να καταστεί δυνατή η λήψη των αναγκαίων μέτρων περιορισμού των συνεπειών τους. Ο κίνδυνος μεγάλου ατυχήματος θα μπορούσε να αυξηθεί, αν υπάρχει πιθανότητα φυσικής καταστροφής λόγω της θέσης της μονάδας. Τούτο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επεξεργασία σεναρίων μεγάλου ατυχήματος.

(16)

Για την ετοιμότητα για περιστάσεις έκτακτης ανάγκης, σε μονάδες με σημαντικές ποσότητες επικινδύνων ουσιών, είναι αναγκαίο να καταρτίζονται εξωτερικά και εσωτερικά σχέδια έκτακτης ανάγκης και να υιοθετούνται διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι τα σχέδια δοκιμάζονται και αναθεωρούνται όταν ενδείκνυται και ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση μεγάλου ατυχήματος ή σχετικής απειλής. Θα πρέπει να ζητείται η γνώμη του προσωπικού της μονάδας όσον αφορά το εσωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, ενώ, όσον αφορά το εξωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει το ενδιαφερόμενο κοινό να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του. Η ανάθεση σε τρίτους μπορεί να έχει αντίκτυπο στην ασφάλεια μιας μονάδας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης να λαμβάνουν το γεγονός αυτό υπόψη στη χάραξη ΠΠΜΑ, την εκπόνηση έκθεσης ασφαλείας ή την κατάρτιση σχεδίου έκτακτης ανάγκης,

(17)

Κατά την εξέταση των προσφερόμενων μεθόδων λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων της παρακολούθησης και του ελέγχου, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με βέλτιστες πρακτικές.

(18)

Για τη βελτίωση της προστασίας των κατοικημένων περιοχών, των περιοχών όπου συχνάζει το κοινό και των περιοχών με ιδιαίτερο φυσικό ενδιαφέρον ή ιδιαίτερη ευαισθησία, είναι αναγκαίο στις πολιτικές των κρατών μελών για την εξασφάλιση κατάλληλων αποστάσεων μεταξύ των περιοχών αυτών και των μονάδων που ενέχουν τέτοιους κινδύνους και, όσον αφορά υπάρχουσες μονάδες, να εφαρμόζονται, εν ανάγκη, πρόσθετα τεχνικά μέτρα ώστε να διατηρείται σε αποδεκτό επίπεδο η επικινδυνότητα για το κοινό ή το περιβάλλον. Κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη επαρκείς πληροφορίες και οι τεχνικές συμβουλές σχετικά με την επικινδυνότητα. Προκειμένου να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι διαδικασίες και τα μέτρα θα πρέπει να ενσωματωθούν, όπου είναι δυνατόν, σε διαδικασίες και μέτρα που ορίζονται βάσει άλλης σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.

(19)

Για να προωθηθεί η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, σύμφωνα με τη σύμβαση της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (σύμβαση του Ώρχους), η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (10), θα πρέπει να βελτιωθεί το επίπεδο και η ποιότητα των πληροφοριών που παρέχονται στο κοινό. Ειδικότερα, στα άτομα που είναι πιθανό να πληγούν από μεγάλο ατύχημα θα πρέπει να παρέχονται επαρκή στοιχεία σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο αντίδρασης εάν αυτό συμβεί. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν ενημέρωση σχετικά με τον τρόπο πληροφόρησης για τα δικαιώματα των προσώπων που πλήττονται από μεγάλο ατύχημα. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στο κοινό θα πρέπει να συντάσσονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Εκτός από την παροχή πληροφοριών με ενεργό τρόπο, χωρίς να χρειάζεται αίτημα από το κοινό και χωρίς να αποκλείονται άλλες μορφές διάδοσης, οι πληροφορίες θα πρέπει επιπλέον να διατίθενται σε μόνιμη βάση και να επικαιροποιούνται ηλεκτρονικά. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να υπάρχουν οι κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας όσον αφορά την εμπιστευτικότητα, για την αντιμετώπιση, μεταξύ άλλων, των ανησυχιών σχετικά με την προστασία από κακόβουλες ενέργειες.

(20)

Η διαχείριση των πληροφοριών θα πρέπει να συνάδει με το Ενιαίο Σύστημα Πληροφοριών για το Περιβάλλον (ΕΣΠΠ-SEIS), μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 1ης Φεβρουαρίου 2008 με τίτλο «Η πορεία προς το Ενιαίο Σύστημα Πληροφοριών για το Περιβάλλον (ΕΣΠΠ-SEIS)». Θα πρέπει επίσης να συνάδει με την οδηγία 2007/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2007, για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (INSPIRE) (11), καθώς και με τους κανόνες εφαρμογής της, με στόχο τη διευκόλυνση της ανταλλαγής των περιβαλλοντικών χωρικών πληροφοριών μεταξύ των οργανισμών του δημόσιου τομέα και την καλύτερη διευκόλυνση της πρόσβασης του κοινού στις χωρικές πληροφορίες σε ολόκληρη την Ένωση. Οι πληροφορίες θα πρέπει να διατηρούνται σε δημόσια προσβάσιμη βάση δεδομένων σε επίπεδο Ένωσης, η οποία θα διευκολύνει επίσης την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή.

(21)

Σύμφωνα με τη σύμβαση του Ώρχους, απαιτείται αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων προκειμένου το ενδιαφερόμενο κοινό να έχει τη δυνατότητα να εκφράζει, και ο φορέας λήψης των αποφάσεων να λαμβάνει υπόψη, απόψεις και ανησυχίες που ενδεχομένως είναι σχετικές με τις εν λόγω αποφάσεις, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη λογοδοσία και τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και συμβάλλοντας στην ευαισθητοποίηση του κοινού για περιβαλλοντικά θέματα και στην υποστήριξη εκ μέρους του κοινού των αποφάσεων που λαμβάνονται.

(22)

Για να εξασφαλίζεται η λήψη ενδεδειγμένων μέτρων αντιμετώπισης σε περίπτωση μεγάλου ατυχήματος, ο φορέας εκμετάλλευσης θα πρέπει να ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή και να της κοινοποιεί τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων του ατυχήματος στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.

(23)

Οι τοπικές αρχές έχουν συμφέρον να προλαμβάνουν τα μεγάλα ατυχήματα και να αμβλύνουν τις συνέπειές τους και μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη το γεγονός αυτό στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(24)

Για να διευκολύνεται η ανταλλαγή πληροφοριών και να αποφεύγονται ατυχήματα παρεμφερούς φύσεως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με μεγάλα ατυχήματα που συμβαίνουν στο έδαφός τους, ούτως ώστε η Επιτροπή να αναλύει τους κινδύνους και να διαχειρίζεται σύστημα διάδοσης πληροφοριών, ιδίως όσον αφορά τα μεγάλα ατυχήματα και τα διδάγματα που αποκομίσθηκαν. Η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών θα πρέπει να καλύπτει επίσης «παρ’ ολίγον ατυχήματα» τα οποία τα κράτη μέλη θεωρούν ότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο τεχνικό ενδιαφέρον για την αποτροπή μεγάλων ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους ώστε να είναι πλήρεις οι πληροφορίες που περιέχονται στα συστήματα πληροφόρησης που δημιουργήθηκαν για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα μεγάλα ατυχήματα.

(25)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν τις αρχές οι οποίες θα είναι αρμόδιες να διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Οι αρμόδιες αρχές και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργάζονται σε δραστηριότητες για την ενίσχυση της εφαρμογής, όπως η ανάπτυξη της κατάλληλης καθοδήγησης και οι ανταλλαγές των βέλτιστων πρακτικών. Για την αποφυγή περιττού διοικητικού φόρτου, οι υποχρεώσεις ενημέρωσης θα πρέπει να ενσωματωθούν, όπου κρίνεται απαραίτητο, σε αυτές που ορίζονται βάσει άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

(26)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή, θα πρέπει να υπάρχει σύστημα επιθεωρήσεων, το οποίο να συμπεριλαμβάνει πρόγραμμα επιθεωρήσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα και έκτακτες επιθεωρήσεις. Όποτε είναι δυνατόν, οι επιθεωρήσεις θα πρέπει να συντονίζονται με εκείνες που ορίζονται βάσει άλλης νομοθεσίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης, όπου ενδείκνυται, της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (12). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να υπάρχει επαρκές προσωπικό με τις ικανότητες και τα προσόντα που απαιτούνται για την αποτελεσματική διενέργεια των επιθεωρήσεων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρέχουν την κατάλληλη στήριξη, χρησιμοποιώντας εργαλεία και μηχανισμούς για την ανταλλαγή πείρας και την εδραίωση της γνώσης, ακόμη και σε επίπεδο Ένωσης.

(27)

Προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η τεχνολογική εξέλιξη, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την τροποποίηση των παραρτημάτων II έως VI, προκειμένου να προσαρμόζονται στην τεχνική πρόοδο. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει τις απαραίτητες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την κατά τον δέοντα τρόπο ταυτόχρονη και έγκαιρη διαβίβαση των συναφών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(28)

Για την εξασφάλιση ενιαίων όρων για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (13).

(29)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν κανόνες για τις εφαρμοστέες κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(30)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(31)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (14), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη.

(32)

Επομένως, η οδηγία 96/82/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί και στη συνέχεια να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Στρασβούργο, 4 Ιουλίου 2012.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Α. Δ. ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση