|
+ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
ΜΕΡΟΣ 1 ΓΕΝΙΚΕς ΟΔΗΓΙΕς 1. ΠΑΡΑΠΟΜΠΕς 1. Το παρόν παράρτημα περιέχει πρόσθετες οδηγίες για τα υποδείγματα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης («FINREP») των παραρτημάτων III και IV του παρόντος κανονισμού. Το παρόν παράρτημα συμπληρώνει τις οδηγίες που περιλαμβάνονται με τη μορφή παραπομπών στα υποδείγματα στα παραρτήματα III και IV. 2. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εθνικά λογιστικά πρότυπα τα οποία είναι συμβατά με τα ΔΠΧΑ («συμβατές εθνικές ΓΑΛΑ») εφαρμόζουν τις κοινές οδηγίες και τις οδηγίες ΔΠΧΑ που περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης των απαιτήσεων των συμβατών εθνικών ΓΑΛΑ με τις απαιτήσεις της οδηγίας BAD. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν απαιτήσεις εθνικών ΓΑΛΑ οι οποίες δεν είναι συμβατές με τα ΔΠΧΑ ή δεν έχουν καταστεί ακόμη συμβατές με τις απαιτήσεις του ΔΠΧΠ 9 εφαρμόζουν τις κοινές οδηγίες και τις οδηγίες της BAD που περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά. 3. Τα σημεία δεδομένων που αναφέρονται στα υποδείγματα καταρτίζονται σύμφωνα με τους κανόνες αναγνώρισης, συμψηφισμού και αποτίμησης του σχετικού λογιστικού πλαισίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 77 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. 4. Ενα ίδρυμα υποβάλλει μόνο τα τμήματα των υποδειγμάτων που σχετίζονται με:
α)
στοιχεία ενεργητικού, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα και έξοδα που αναγνωρίζονται από το ίδρυμα·
β)
ανοίγματα και δραστηριότητες εκτός ισολογισμού όπου συμμετέχει το ίδρυμα·
γ)
συναλλαγές που εκτελεί το ίδρυμα·
δ)
κανόνες αποτίμησης, περιλαμβανομένων μεθόδων για την εκτίμηση των προβλέψεων πιστωτικού κινδύνου, που εφαρμόζονται από το ίδρυμα. 5. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, ισχύουν οι εξής συντμήσεις:
α)
«ΚΚΑ»: κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
β)
«ΔΛΠ» ή «ΔΠΧΑ»: «Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα», όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού αριθ. (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 11 ), τα οποία έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή,
γ)
«κανονισμός BSI της ΕΚΤ» ή «ΕΚΤ/2013/33»: κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1071/2013 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ( 12 ),
δ)
«κανονισμός NACE»: κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 13 ),
ε)
«κωδικοί NACE»: κωδικοί στον κανονισμό NACE,
στ)
«BAD»: οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 14 ),
ζ)
«λογιστική οδηγία»: οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 15 ),
η)
«εθνικές ΓΑΛΑ»: εθνικές γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές, που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο της BAD,
θ)
«ΜΜΕ»: πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στη σύσταση της Επιτροπής E(2003) 1422 ( 16 ),
ι)
«κωδικός ISIN»: ο διεθνής αριθμός αναγνώρισης τίτλων που αποδίδεται στους τίτλους και αποτελείται από 12 αλφαριθμητικούς χαρακτήρες, προσδιορίζει δε με μοναδικό τρόπο την έκδοση του τίτλου,
ια)
«κωδικός LEI»: ο παγκόσμιος αναγνωριστικός κωδικός νομικής οντότητας που αποδίδεται σε οντότητες, ο οποίος προσδιορίζει με μοναδικό τρόπο ένα συμβαλλόμενο μέρος σε μια χρηματοοικονομική συναλλαγή,
ιβ)
«βαθμίδες απομείωσης»: κατηγορίες απομείωσης, όπως ορίζονται στο ΔΠΧΑ 9.5.5. Η «βαθμίδα 1» αναφέρεται σε απομείωση που επιμετράται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.5.5. Η «βαθμίδα 2» αναφέρεται σε απομείωση που επιμετράται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.5.3. Η «βαθμίδα 3» αναφέρεται σε απομείωση επί στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας, όπως ορίζονται στο προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 9,
ιγ)
Η «σύσταση ΕΣΣΚ σχετικά με την κάλυψη κενών στα στοιχεία που αφορούν ακίνητα» αναφέρεται στη σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, της 31ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με την κάλυψη κενών στα στοιχεία που αφορούν ακίνητα (ΕΣΣΚ/2016/14) ( 17 ). 2. ΣΥΜΒΑΣΕΙς 6. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, ένα σημείο δεδομένων με γκρίζα σκίαση σημαίνει ότι το εν λόγω σημείο δεδομένων δεν ζητείται ή ότι δεν είναι δυνατόν να υποβληθεί. Στο παράρτημα IV, μια γραμμή ή μια στήλη με παραπομπές με μαύρη σκίαση σημαίνει ότι τα σχετικά σημεία δεδομένων δεν υποβάλλονται από εκείνα τα ιδρύματα που ακολουθούν αυτές τις παραπομπές στη συγκεκριμένη γραμμή ή στήλη. 7. Τα υποδείγματα στα παραρτήματα III και IV περιλαμβάνουν υπονοούμενους κανόνες επικύρωσης, που καθορίζονται στα ίδια τα υποδείγματα μέσω της χρήσης συμβάσεων. 8. Η χρήση παρενθέσεων στην ετικέτα ενός στοιχείου σε ένα υπόδειγμα σημαίνει ότι το στοιχείο αυτό πρέπει να αφαιρεθεί προκειμένου να εξαχθεί ένα σύνολο, αλλά δεν σημαίνει ότι υποβάλλεται ως αρνητικό. 9. Τα στοιχεία που υποβάλλονται ως αρνητικά προσδιορίζονται στα συγκεντρωτικά υποδείγματα με τη συμπερίληψη του συμβόλου «(-)» στην αρχή της ετικέτας τους, όπως, για παράδειγμα, «(-) Ιδιες μετοχές». 10. Στο «Μοντέλο Σημείων Δεδομένων» (DPM) για τα υποδείγματα υποβολής χρηματοοικονομικών πληροφοριών των παραρτημάτων III και IV, κάθε σημείο δεδομένων (κελί) έχει ένα «στοιχείο βάσης» στο οποίο αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «πίστωση/χρέωση». Αυτή η κατανομή διασφαλίζει ότι όλες οι οντότητες υποβάλλουν σημεία δεδομένων με βάση τη «σύμβαση περί συμβόλων» και παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε το χαρακτηριστικό «πίστωση/χρέωση» που αντιστοιχεί σε κάθε σημείο δεδομένων. 11. Σχηματικά, η εν λόγω σύμβαση λειτουργεί όπως εμφαίνεται στον Πίνακα 1.
Πίνακας 1 σύμβαση πίστωση/χρέωση, θετικά και αρνητικά σύμβολα
3. ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ 12. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν παράρτημα, τα υποδείγματα FINREP καταρτίζονται με τη χρήση του πεδίου εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης, σύμφωνα με το Μέρος πρώτο τίτλος II κεφάλαιο 2 τμήμα 2 του ΚΚΑ. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις θυγατρικές, τις κοινοπραξίες και τις συγγενείς επιχειρήσεις τους χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους όπως και για την εποπτική ενοποίηση:
α)
μπορεί να επιτρέπεται στα ιδρύματα ή να απαιτείται από αυτά να εφαρμόζουν τη μέθοδο της καθαρής θέσης σε επενδύσεις σε ασφαλιστικές και μη χρηματοοικονομικές θυγατρικές, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 5 του ΚΚΑ·
β)
μπορεί να επιτρέπεται στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν τη μέθοδο αναλογικής ενοποίησης για χρηματοοικονομικές θυγατρικές, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 του ΚΚΑ·
γ)
μπορεί να απαιτείται από τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν τη μέθοδο αναλογικής ενοποίησης για επενδύσεις σε κοινοπραξίες, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4 του ΚΚΑ. 4. ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ 13. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, ως «λογιστικά χαρτοφυλάκια» νοούνται τα χρηματοοικονομικά μέσα που αθροίζονται με τους κανόνες αποτίμησης. Οι εν λόγω ομαδοποιήσεις δεν συμπεριλαμβάνουν επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις, υπόλοιπα εισπρακτέα σε πρώτη ζήτηση που κατατάσσονται στην κατηγορία «Μετρητά, διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως», ούτε χρηματοοικονομικά μέσα που κατατάσσονται στην κατηγορία «Διακρατούμενα προς πώληση», που εμφανίζονται στα στοιχεία «Μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση» και «Υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενες προς πώληση». 14. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ, τα ιδρύματα στα οποία επιτρέπεται ή από τα οποία απαιτείται να εφαρμόζουν ορισμένους κανόνες αποτίμησης για χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ υποβάλλουν, στον βαθμό που εφαρμόζονται οι εν λόγω κανόνες, τα σχετικά λογιστικά χαρτοφυλάκια με βάση τα ΔΠΧΑ. Σε περίπτωση που οι κανόνες αποτίμησης για τα χρηματοοικονομικά μέσα, τους οποίους επιτρέπεται ή απαιτείται να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, αναφέρονται στους κανόνες αποτίμησης του ΔΛΠ 39, τα ιδρύματα υποβάλλουν τα λογιστικά χαρτοφυλάκια με βάση την BAD για όλα τα χρηματοοικονομικά τους μέσα, έως ότου οι κανόνες αποτίμησης, τους οποίους εφαρμόζουν, να αναφέρονται στους κανόνες αποτίμησης του ΔΠΧΑ 9. 4.1. Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού 15. Τα ακόλουθα λογιστικά χαρτοφυλάκια με βάση τα ΔΠΧΑ χρησιμοποιούνται για τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού:
α)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού διακρατούμενα για διαπραγμάτευση»·
β)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων»·
γ)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων»·
δ)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων»·
ε)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού επιμετρούμενα στο αποσβεσμένο κόστος». 17. Τα ακόλουθα λογιστικά χαρτοφυλάκια με βάση τις εθνικές ΓΑΛΑ χρησιμοποιούνται για τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού:
α)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης»·
β)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων»·
γ)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια»·
δ)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα με βάση μέθοδο κόστους»·
ε)
«Αλλα μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης». 18. Στα «Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης» περιλαμβάνονται όλα τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που ταξινομούνται ως εμπορικής χρήσης, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD. Ανεξάρτητα από τη μέθοδο επιμέτρησης που εφαρμόζεται σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, όλα τα παράγωγα με θετικό υπόλοιπο για το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, τα οποία δεν ταξινομούνται ως λογιστική αντιστάθμισης σύμφωνα με την παράγραφο 22 του παρόντος Μέρους, αναφέρονται ως χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης. Η εν λόγω ταξινόμηση ισχύει επίσης για παράγωγα τα οποία, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, δεν αναγνωρίζονται στον ισολογισμό, ή αναγνωρίζονται στον ισολογισμό μόνον οι μεταβολές της εύλογης αξίας τους, ή χρησιμοποιούνται ως οικονομικές αντισταθμίσεις, όπως ορίζεται στην παράγραφο 137 του Μέρους 2 του παρόντος παραρτήματος. 19. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, για τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, οι «μέθοδοι με βάση το κόστος» περιλαμβάνουν τους κανόνες αποτίμησης με βάση τους οποίους o χρεωστικός τίτλος επιμετράται στο κόστος, συν τους δεδουλευμένους τόκους μείον τις ζημίες απομείωσης. 20. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα «Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα με βάση μέθοδο κόστους» περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικά μέσα που επιμετρώνται με μεθόδους με βάση το κόστος, καθώς και μέσα τα οποία επιμετρώνται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ τιμής κτήσης και αγοραίας τιμής («LOCOM») σε μη συνεχή βάση (μέτρια LOCOM), ανεξάρτητα από την πραγματική επιμέτρησή τους κατά την ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή στοιχείων. Τα στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση τη μέτρια LOCOM είναι στοιχεία ενεργητικού για τα οποία η LOCOM εφαρμόζεται μόνο σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Οι εν λόγω περιστάσεις, όπως απομείωση, παρατεταμένη μείωση της εύλογης αξίας σε σύγκριση με το κόστος ή τυχόν αλλαγές στην πρόθεση της διοίκησης, προβλέπονται στο εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο. 21. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα «Αλλα μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης» περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για συμπερίληψη σε άλλα λογιστικά χαρτοφυλάκια. Το εν λόγω λογιστικό χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται στη LOCOM σε συνεχή βάση («αυστηρή LOCOM»). Τα στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση την αυστηρή LOCOM είναι στοιχεία ενεργητικού για τα οποία το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο είτε προβλέπει αρχική και μεταγενέστερη επιμέτρηση στη LOCOM, είτε αρχική επιμέτρηση στο κόστος και μεταγενέστερη επιμέτρηση στη LOCOM. 22. Ανεξάρτητα από τη μέθοδο επιμέτρησής τους, οι επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις που δεν είναι πλήρως ή αναλογικά ενοποιημένες, βάσει του κανονιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης, αναφέρονται στο στοιχείο «Επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις», εκτός εάν ταξινομούνται ως διακρατούμενες προς πώληση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5. 23. Τα «Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης» περιλαμβάνουν παράγωγα με θετικό υπόλοιπο για το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, τα οποία διακρατούνται για λογιστική αντιστάθμισης με βάση τα ΔΠΧΑ. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα παράγωγα τραπεζικού χαρτοφυλακίου ταξινομούνται ως παράγωγα που διακρατούνται για λογιστική αντιστάθμισης, μόνον εφόσον υπάρχουν ειδικοί λογιστικοί κανόνες για παράγωγα τραπεζικού χαρτοφυλακίου, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, και εφόσον τα παράγωγα μειώνουν τον κίνδυνο άλλης θέσης εντός του τραπεζικού χαρτοφυλακίου. 24. Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις 25. Τα ακόλουθα λογιστικά χαρτοφυλάκια με βάση τα ΔΠΧΑ χρησιμοποιούνται για τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις:
α)
«Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις διακρατούμενες για διαπραγμάτευση»·
β)
«Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων»·
γ)
«Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις επιμετρούμενες στο αποσβεσμένο κόστος». 26. Τα ακόλουθα λογιστικά χαρτοφυλάκια με βάση τις εθνικές ΓΑΛΑ χρησιμοποιούνται για τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις:
α)
«Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις εμπορικής χρήσης»·
β)
«Μη παράγωγες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενες με βάση μέθοδο κόστους». 27. Στις «Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις εμπορικής χρήσης» περιλαμβάνονται όλες οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που ταξινομούνται ως εμπορικής χρήσης, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD. Ανεξάρτητα από τη μέθοδο επιμέτρησης που εφαρμόζεται σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, όλα τα παράγωγα με αρνητικό υπόλοιπο για το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, τα οποία δεν ταξινομούνται ως λογιστική αντιστάθμισης σύμφωνα με την παράγραφο 26 του παρόντος Μέρους, αναφέρονται ως χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις εμπορικής χρήσης. Η εν λόγω ταξινόμηση ισχύει επίσης για παράγωγα τα οποία, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, δεν αναγνωρίζονται στον ισολογισμό, ή αναγνωρίζονται στον ισολογισμό μόνον οι μεταβολές της εύλογης αξίας τους, ή χρησιμοποιούνται ως οικονομικές αντισταθμίσεις, όπως ορίζεται στην παράγραφο 137 του Μέρους 2 του παρόντος παραρτήματος. 28. Τα «Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης» περιλαμβάνουν παράγωγα με αρνητικό υπόλοιπο για το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, τα οποία διακρατούνται για λογιστική αντιστάθμισης με βάση τα ΔΠΧΑ. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα παράγωγα τραπεζικού χαρτοφυλακίου ταξινομούνται ως λογιστική αντιστάθμισης, μόνον εφόσον υπάρχουν ειδικοί λογιστικοί κανόνες για παράγωγα τραπεζικού χαρτοφυλακίου, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, και εφόσον τα παράγωγα μειώνουν τον κίνδυνο άλλης θέσης εντός του τραπεζικού χαρτοφυλακίου. 5. ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΣΑ 29. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, ως «λογιστική αξία» νοείται το ποσό που πρέπει να αναφέρεται στον ισολογισμό. Η λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών μέσων περιλαμβάνει τους δεδουλευμένους τόκους. Σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, η λογιστική αξία των παραγώγων είτε είναι η λογιστική αξία βάσει των εθνικών ΓΑΛΑ, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δεδουλευμένων, των προσαυξήσεων και των προβλέψεων, είτε ισούται με μηδέν σε περίπτωση που τα παράγωγα δεν αναγνωρίζονται στον ισολογισμό. 30. Εφόσον αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα δεδουλευμένα και τα εισπρακτέα των χρηματοοικονομικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, των προσαυξήσεων και των εκπτώσεων ή του κόστους συναλλαγών, υποβάλλονται από κοινού με το μέσο και όχι ως άλλα στοιχεία ενεργητικού ή άλλες υποχρεώσεις. 31. Κατά περίπτωση σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, υποβάλλονται τα «Ποσοστά περικοπής για θέσεις συναλλαγών που αποτιμώνται στην εύλογη αξία». Με τις περικοπές μειώνεται η αξία των στοιχείων ενεργητικού εμπορικής χρήσης και αυξάνεται η αξία των υποχρεώσεων εμπορικής χρήσης. 32. Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού 33. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού κατανέμονται μεταξύ των ακόλουθων κατηγοριών μέσων: «Μετρητά στο ταμείο», «Παράγωγα», «Μέσα μετοχικού κεφαλαίου», «Χρεωστικοί τίτλοι» και «Δάνεια και προκαταβολές». 34. Οι «Χρεωστικοί τίτλοι» είναι χρεωστικά μέσα τα οποία κατέχει το ίδρυμα και έχουν εκδοθεί ως τίτλοι που δεν είναι δάνεια, όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. 35. Τα «Δάνεια και προκαταβολές» είναι χρεωστικά μέσα τα οποία κατέχει το ίδρυμα και δεν είναι τίτλοι. Αυτό το στοιχείο περιλαμβάνει δάνεια, όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ (συμπεριλαμβανομένων καταθέσεων όψεως σε πιστωτικά ιδρύματα και κεντρικές τράπεζες, ανεξάρτητα από την ταξινόμησή τους σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο), καθώς και προκαταβολές που δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως «δάνεια», όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. Οι «Προκαταβολές που δεν είναι δάνεια» αναλύονται περαιτέρω στην παράγραφο 85 στοιχείο ζ) του Μέρους 2 του παρόντος παραρτήματος. 36. Στη FINREP, τα «χρεωστικά μέσα» περιλαμβάνουν «δάνεια και προκαταβολές» και «χρεωστικούς τίτλους». 37. Ακαθάριστη λογιστική αξία 38. Η ακαθάριστη λογιστική αξία των χρεωστικών μέσων έχει την ακόλουθη έννοια:
α)
σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ και τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, για τα χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, χωρίς να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο διακράτησης για διαπραγμάτευση ή στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, η ακαθάριστη λογιστική αξία εξαρτάται από το αν τα εν λόγω χρεωστικά μέσα ταξινομούνται ως εξυπηρετούμενα ή μη εξυπηρετούμενα. Για τα εξυπηρετούμενα χρεωστικά μέσα, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η εύλογη αξία. Για τα μη εξυπηρετούμενα χρεωστικά μέσα, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η εύλογη αξία κατόπιν συνυπολογισμού τυχόν σωρευτικών αρνητικών μεταβολών της εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 69 του Μέρους 2 του παρόντος παραρτήματος. Για τον σκοπό της επιμέτρησης της ακαθάριστης λογιστικής αξίας, η αποτίμηση των χρεωστικών μέσων πραγματοποιείται στο επίπεδο μεμονωμένων χρηματοοικονομικών μέσων,
β)
σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ, για χρεωστικά μέσα επιμετρούμενα στο αποσβεσμένο κόστος, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η λογιστική αξία πριν από την προσαρμογή για τυχόν πρόβλεψη ζημίας, και για χρεωστικά μέσα επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, το αποσβεσμένο κόστος πριν από την προσαρμογή για τυχόν πρόβλεψη ζημίας·
γ)
σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, για χρεωστικά μέσα που ταξινομούνται ως «μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα με βάση μέθοδο κόστους», η ακαθάριστη λογιστική αξία απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού ισούται με τη λογιστική αξία πριν από την προσαρμογή για ειδικές προβλέψεις πιστωτικού κινδύνου. Η ακαθάριστη λογιστική αξία μη απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού είναι η λογιστική αξία πριν από την προσαρμογή για γενικές προβλέψεις πιστωτικού κινδύνου και γενικές προβλέψεις τραπεζικού κινδύνου, εφόσον επηρεάζουν τη λογιστική αξία·
δ)
σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, η ακαθάριστη λογιστική αξία των χρεωστικών μέσων που ταξινομούνται ως «Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια» εξαρτάται από το αν τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού υπόκεινται σε απαιτήσεις απομείωσης. Εάν τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού υπόκεινται σε απαιτήσεις απομείωσης, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η λογιστική αξία πριν από την προσαρμογή για τυχόν σωρευτική απομείωση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο στοιχείο γ) ανωτέρω για απομειωμένα και μη απομειωμένα στοιχεία ενεργητικού, ή για τυχόν συσσωρευμένο ποσό προσαρμογής εύλογης αξίας που θεωρείται ζημία απομείωσης. Όταν τα εν λόγω χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις απομείωσης, η ακαθάριστη λογιστική αξία αυτών των χρηματοοικονομικών στοιχείων είναι η εύλογη αξία, για εξυπηρετούμενα ανοίγματα, και, για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, η εύλογη αξία κατόπιν συνυπολογισμού τυχόν σωρευτικής προσαρμογής αρνητικής εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου,
ε)
σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, η ακαθάριστη λογιστική αξία των χρεωστικών μέσων που επιμετρώνται με βάση την αυστηρή ή μέτρια LOCOM ισούται με το κόστος, εφόσον επιμετρώνται στο κόστος κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβολής αναφοράς. Εάν τα εν λόγω χρεωστικά μέσα επιμετρώνται στην αγοραία αξία, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η αγοραία αξία πριν από τις προσαρμογές αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου,
στ)
σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, για χρεωστικά μέσα που υποβάλλονται στο στοιχείο «Αλλα μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης» και επιμετρώνται με μεθόδους εκτός της LOCOM, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η λογιστική αξία προτού ληφθεί υπόψη τυχόν προσαρμογή αποτίμησης η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως απομείωση·
ζ)
όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης σύμφωνα με τις ΓΑΛΑ με βάση την BAD, ή τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που διακρατώνται για διαπραγμάτευση βάσει των ΔΠΧΑ, η ακαθάριστη λογιστική αξία είναι η εύλογη αξία. Εάν, στο πλαίσιο των ΓΑΛΑ με βάση την BAD, απαιτούνται περικοπές σε μέσα διαπραγμάτευσης που επιμετρώνται στην εύλογη αξία, η λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών μέσων είναι η εύλογη αξία πριν από τις περικοπές αυτές. 39. Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις 40. Οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις κατανέμονται μεταξύ των ακόλουθων κατηγοριών μέσων: «Παράγωγα», «Αρνητικές θέσεις», «Καταθέσεις», «Εκδοθέντες χρεωστικοί τίτλοι» και «Αλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις». 41. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, οι «καταθέσεις» ορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. 42. Οι «Εκδοθέντες χρεωστικοί τίτλοι» είναι χρεωστικά μέσα που εκδίδονται ως τίτλοι από το ίδρυμα και δεν είναι καταθέσεις, σύμφωνα με τον ορισμό του πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. 43. Οι «Αλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις» περιλαμβάνουν όλες τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, εκτός από παράγωγα, αρνητικές θέσεις, καταθέσεις και εκδοθέντες χρεωστικούς τίτλους. 44. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι «Αλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις» περιλαμβάνουν δοθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις, επιμετρώνται δε είτε στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων [ΔΠΧΑ 9.4.2.1(α)] είτε στο ποσό που αναγνωρίστηκε αρχικά μείον τη σωρευτική απόσβεση [ΔΠΧΑ 9.4.2.1(γ)(ii)]. Οι αναληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις αναφέρονται στις «Αλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις», αναγνωρίζονται δε ως χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων [ΔΠΧΑ 9.4.2.1(α)] ή είναι δεσμεύσεις παροχής δανείου με επιτόκιο χαμηλότερο από εκείνο της αγοράς [ΔΠΧΑ 9.2.3(γ), ΔΠΧΑ 9.4.2.1(δ)]. 45. Όταν οι δανειακές δεσμεύσεις, οι χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, τυχόν μεταβολή στην εύλογη αξία, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών λόγω πιστωτικού κινδύνου, αναφέρεται ως «άλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις» και όχι ως προβλέψεις για «Αναληφθείσες δεσμεύσεις και δοθείσες εγγυήσεις». 46. Οι «Αλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις» περιλαμβάνουν επίσης μερίσματα προς καταβολή, ποσά προς καταβολή σε σχέση με εκκρεμή στοιχεία και στοιχεία μεταβατικών λογαριασμών, και ποσά προς καταβολή σε σχέση με μελλοντικούς διακανονισμούς συναλλαγών επί τίτλων ή πράξεων συναλλάγματος, όταν τα πληρωτέα για συναλλαγές αναγνωρίζονται πριν από την ημερομηνία πληρωμής. 6. ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ 47. Όπου απαιτείται κατανομή ανά αντισυμβαλλόμενο, χρησιμοποιούνται οι ακόλουθοι τομείς αντισυμβαλλομένου:
α)
κεντρικές τράπεζες·
β)
γενικές κυβερνήσεις: κεντρικές κυβερνήσεις, κρατικές ή περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές κυβερνήσεις, περιλαμβανομένων διοικητικών φορέων και μη εμπορικών επιχειρήσεων, αλλά εξαιρουμένων δημόσιων εταιρειών και ιδιωτικών εταιρειών που ανήκουν στις εν λόγω διοικήσεις και που ασκούν εμπορική δραστηριότητα (οι οποίες αναφέρονται στο πεδίο «πιστωτικά ιδρύματα», «άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες» ή «μη χρηματοδοτικές εταιρείες», ανάλογα με τη δραστηριότητά τους)· ταμεία κοινωνικής ασφάλισης· και διεθνείς οργανισμοί, όπως τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών·
γ)
πιστωτικά ιδρύματα: κάθε ίδρυμα που καλύπτεται από τον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του ΚΚΑ («επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό») και πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης (ΠΤΑ)·
δ)
άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες: όλες οι χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες, εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συνταξιοδοτικά ταμεία, οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων και γραφεία εκκαθάρισης, καθώς και υπόλοιποι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί διαμεσολάβησης, επικουρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και θυγατρικοί χρηματοοικονομικοί οργανισμοί και δανειστές χρημάτων,
ε)
μη χρηματοδοτικές εταιρείες (ΜΧΕ): εταιρείες και οιονεί εταιρείες που δεν εμπλέκονται σε χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση, αλλά ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή εμπορικών αγαθών και την παροχή μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 3 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ,
στ)
νοικοκυριά: άτομα ή ομάδες ατόμων ως καταναλωτές, και παραγωγοί αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών αποκλειστικά για δική τους τελική κατανάλωση, και ως παραγωγοί εμπορικών αγαθών και μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητές τους δεν είναι εκείνες των οιονεί εταιρειών. Περιλαμβάνονται μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά («ΜΚΙΕΝ») και τα οποία ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή μη εμπορικών αγαθών και την παροχή υπηρεσιών που προορίζονται για συγκεκριμένες ομάδες νοικοκυριών. 48. Η κατανομή ανά τομέα αντισυμβαλλομένου βασίζεται αποκλειστικά στη φύση του άμεσου αντισυμβαλλομένου. Η κατάταξη των ανοιγμάτων τα οποία έχουν αναλάβει από κοινού περισσότεροι του ενός οφειλέτες γίνεται με βάση τα χαρακτηριστικά του οφειλέτη τα οποία ήταν τα πλέον σχετικά, ή καθοριστικά, ώστε να χορηγήσει το ίδρυμα το άνοιγμα. Μεταξύ άλλων κατατάξεων, η κατανομή των από κοινού αναληφθέντων ανοιγμάτων ανά τομέα αντισυμβαλλομένου, χώρα κατοικίας και κωδικό NACE καθορίζεται με βάση τα χαρακτηριστικά του πλέον σχετικού ή καθοριστικού οφειλέτη. 49. Οι άμεσοι αντισυμβαλλόμενοι στις ακόλουθες συναλλαγές είναι:
α)
για δάνεια και προκαταβολές, ο άμεσος δανειολήπτης. Για εμπορικές απαιτήσεις, ο άμεσος δανειολήπτης είναι ο αντισυμβαλλόμενος που υποχρεούται να καταβάλει τις πληρωμές για τις απαιτήσεις, εξαιρουμένων των συναλλαγών με δικαίωμα προσφυγής, όταν ο άμεσος δανειολήπτης είναι ο εκχωρητής των απαιτήσεων και το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά δεν αποκτά ουσιαστικά όλους τους κινδύνους και τα οφέλη της κυριότητας των εκχωρηθεισών απαιτήσεων·
β)
για χρεωστικούς τίτλους (συμπεριλαμβανομένων μέσων τιτλοποίησης) και μέσα μετοχικού κεφαλαίου, ο εκδότης των τίτλων·
γ)
για καταθέσεις, ο καταθέτης·
δ)
για αρνητικές θέσεις, ο αντισυμβαλλόμενος της συναλλαγής δανειοληψίας τίτλων ή της συμφωνίας αγοράς και επαναπώλησης·
ε)
για παράγωγα, ο άμεσος αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση παραγώγου. Για εξωχρηματιστηριακά παράγωγα που εκκαθαρίζονται κεντρικά, ο άμεσος αντισυμβαλλόμενος είναι το γραφείο εκκαθάρισης που ενεργεί ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος. Η κατανομή αντισυμβαλλομένου για παράγωγα πιστωτικού κινδύνου αναφέρεται στον τομέα όπου ανήκει ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση (αγοραστής ή πωλητής της προστασίας)·
στ)
για δοθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις, ο αντισυμβαλλόμενος είναι ο άμεσος αντισυμβαλλόμενος του υποκείμενου εγγυημένου χρεωστικού μέσου·
ζ)
για αναληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις και άλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις, ο αντισυμβαλλόμενος του οποίου ο πιστωτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται από το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά·
η)
για ληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες ληφθείσες δεσμεύσεις, ο εγγυητής ή ο αντισυμβαλλόμενος που παρείχε τη δέσμευση στο ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά. ΜΕΡΟΣ 2 ΟΔΗΓΙΕς ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ 1. ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟς 1.1 Στοιχεία ενεργητικού (1.1) 1. Τα «Μετρητά στο ταμείο» περιλαμβάνουν τα εθνικά και ξένα χαρτονομίσματα και κέρματα σε κυκλοφορία που χρησιμοποιούνται συνήθως για την πραγματοποίηση πληρωμών. 2. Τα «Διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες» περιλαμβάνουν «δάνεια και προκαταβολές» που είναι υπόλοιπα εισπρακτέα σε πρώτη ζήτηση σε κεντρικές τράπεζες. 3. Οι «Αλλες καταθέσεις όψεως» περιλαμβάνουν «δάνεια και προκαταβολές» που είναι υπόλοιπα εισπρακτέα σε πρώτη ζήτηση σε πιστωτικά ιδρύματα. 4. Οι «Επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις» περιλαμβάνουν τις επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις, κοινοπραξίες και θυγατρικές που δεν είναι πλήρως ή αναλογικά ενοποιημένες βάσει του κανονιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης, εκτός εάν ταξινομούνται ως διακρατούμενες προς πώληση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5, ανεξάρτητα από τον τρόπο επιμέτρησής τους, ακόμη και όταν τα λογιστικά πρότυπα επιτρέπουν τη συμπερίληψή τους στα διάφορα λογιστικά χαρτοφυλάκια που χρησιμοποιούνται για τα χρηματοοικονομικά μέσα. Η λογιστική αξία των επενδύσεων που υπολογίζεται με τη χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης περιλαμβάνει τη σχετική υπεραξία. 5. Τα στοιχεία ενεργητικού που δεν είναι χρηματοοικονομικά στοιχεία και που, λόγω της φύσης τους, δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε συγκεκριμένα στοιχεία του ισολογισμού υποβάλλονται στα «Αλλα στοιχεία ενεργητικού». Τα άλλα στοιχεία ενεργητικού περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, χρυσό, άργυρο και άλλα βασικά εμπορεύματα, ακόμη και όταν κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση. 6. Σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, η λογιστική αξία των ιδίων μετοχών που έχουν επαναγοραστεί αναφέρεται ως «άλλα στοιχεία ενεργητικού», εφόσον επιτρέπεται η παρουσίασή τους ως στοιχείων ενεργητικού βάσει των σχετικών εθνικών ΓΑΛΑ. 7. Τα «Μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση» έχουν την ίδια έννοια όπως στο ΔΠΧΑ 5. 1.2 Υποχρεώσεις (1.2) 8. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, οι προβλέψεις για ενδεχόμενες ζημίες που προκύπτουν από το αναποτελεσματικό τμήμα της σχέσης αντιστάθμισης χαρτοφυλακίου υποβάλλονται στη γραμμή «Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης», εφόσον η ζημία προκύπτει από την αποτίμηση του παραγώγου αντιστάθμισης, ή στη γραμμή «Μεταβολές στην εύλογη αξία των αντισταθμισμένων στοιχείων στην αντιστάθμιση του κινδύνου επιτοκίου χαρτοφυλακίου», εφόσον η ζημία προκύπτει από την αποτίμηση της αντισταθμισμένης θέσης. Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η διάκριση μεταξύ ζημιών που προκύπτουν από την αποτίμηση του παραγώγου αντιστάθμισης και ζημίας που προκύπτει από την αποτίμηση της αντισταθμισμένης θέσης, όλες οι προβλέψεις για ενδεχόμενες ζημίες που προκύπτουν από το αναποτελεσματικό τμήμα της σχέσης αντιστάθμισης χαρτοφυλακίου υποβάλλονται στη γραμμή «Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης». 9. Οι προβλέψεις για «Συντάξεις και άλλες υποχρεώσεις καθορισμένων παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία» περιλαμβάνουν το ποσό των καθαρών υποχρεώσεων καθορισμένων παροχών. 10. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι προβλέψεις για «Αλλες μακροπρόθεσμες παροχές προς τους εργαζομένους» περιλαμβάνουν το ποσό των ελλειμμάτων στα προγράμματα μακροπρόθεσμων παροχών σε εργαζομένους, που απαριθμούνται στο ΔΛΠ 19.153. Το δεδουλευμένο έξοδο από βραχυπρόθεσμες παροχές προς τους εργαζομένους [ΔΛΠ 19.11(α)], τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών [ΔΛΠ 19.51(α)] και οι παροχές λήξης απασχόλησης [IAS 19.169(α)] περιλαμβάνονται στις «Αλλες υποχρεώσεις». 11. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι προβλέψεις για «Αναληφθείσες δεσμεύσεις και δοθείσες εγγυήσεις» περιλαμβάνουν τις προβλέψεις που σχετίζονται με όλες τις δεσμεύσεις και εγγυήσεις, ανεξάρτητα από το αν η απομείωση της αξίας τους προσδιορίζεται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, αν ο σχηματισμός προβλέψεων για τη χρηματοδότησή τους ακολουθεί το ΔΛΠ 37 ή αν αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστήρια συμβόλαια, βάσει του ΔΠΧΑ 4. Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από δεσμεύσεις και χρηματοοικονομικές εγγυήσεις επιμετρούμενες στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων δεν αναφέρονται ως προβλέψεις, παρόλο που οφείλονται στον πιστωτικό κίνδυνο, αλλά ως «άλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις», σύμφωνα με την παράγραφο 40 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, οι προβλέψεις για «Αναληφθείσες δεσμεύσεις και δοθείσες εγγυήσεις» περιλαμβάνουν προβλέψεις που σχετίζονται με όλες τις δεσμεύσεις και εγγυήσεις. 12. Το «Εταιρικό κεφάλαιο πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση» περιλαμβάνει τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από το ίδρυμα τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια ώστε να ταξινομηθούν στο μετοχικό κεφάλαιο. Τα ιδρύματα συμπεριλαμβάνουν στο παρόν στοιχείο τις συνεταιριστικές μετοχές που δεν πληρούν τα κριτήρια ώστε να ταξινομηθούν στο μετοχικό κεφάλαιο. 13. Οι υποχρεώσεις που δεν είναι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις και που, λόγω της φύσης τους, δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε συγκεκριμένα στοιχεία του ισολογισμού, υποβάλλονται στις «Αλλες υποχρεώσεις». 14. Οι «Υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενες προς πώληση» έχουν την ίδια έννοια όπως στο ΔΠΧΑ 5. 15. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα «Κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους» είναι ποσά που έχουν συσχετισθεί σύμφωνα με το άρθρο 38 της οδηγίας BAD. Εάν αναγνωρίζονται, εμφανίζονται χωριστά είτε ως υποχρεώσεις στις «προβλέψεις» είτε στο μετοχικό κεφάλαιο στα «λοιπά αποθεματικά», σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ. 1.3 Μετοχικό κεφάλαιο (1.3) 16. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα μέσα μετοχικού κεφαλαίου που είναι χρηματοοικονομικά μέσα περιλαμβάνουν τις συμβάσεις αυτές στο πλαίσιο της εφαρμογής του ΔΛΠ 32. 17. Σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, το «Μη καταβεβλημένο κεφάλαιο που ζητήθηκε να καταβληθεί» περιλαμβάνει τη λογιστική αξία κεφαλαίου που εκδόθηκε από το ίδρυμα και που έχει ζητηθεί να καταβληθεί, αλλά δεν έχει καταβληθεί κατά την ημερομηνία αναφοράς. Εάν η αύξηση κεφαλαίου, που όμως δεν έχει ακόμη καταβληθεί, καταγραφεί ως αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, το μη καταβεβλημένο κεφάλαιο που ζητήθηκε να καταβληθεί υποβάλλεται στο στοιχείο «Μη καταβεβλημένο κεφάλαιο που ζητήθηκε να καταβληθεί» στο υπόδειγμα 1.3, καθώς και στα «άλλα στοιχεία ενεργητικού» στο υπόδειγμα 1.1. Σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, εάν η αύξηση κεφαλαίου είναι δυνατόν να καταγραφεί μόνο μετά την είσπραξη της πληρωμής από τους μετόχους, το μη καταβεβλημένο κεφάλαιο δεν υποβάλλεται στο υπόδειγμα 1.3. 18. Το «Στοιχείο ιδίων κεφαλαίων των σύνθετων χρηματοοικονομικών μέσων» περιλαμβάνει το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων των σύνθετων χρηματοοικονομικών μέσων (δηλαδή, χρηματοοικονομικά μέσα που περιέχουν τόσο στοιχείο υποχρέωσης όσο και στοιχείο ιδίων κεφαλαίων) που εκδίδονται από το ίδρυμα, όταν είναι διαχωρισμένο σύμφωνα με το σχετικό λογιστικό πλαίσιο (περιλαμβανομένων σύνθετων χρηματοοικονομικών μέσων με πολλαπλά ενσωματωμένα παράγωγα, των οποίων οι αξίες είναι αλληλοεξαρτώμενες). 19. Τα «Αλλα εκδοθέντα μέσα μετοχικού κεφαλαίου» περιλαμβάνουν μέσα μετοχικού κεφαλαίου που είναι χρηματοοικονομικά μέσα, πλην του «Κεφαλαίου» και του «Στοιχείου ιδίων κεφαλαίων των σύνθετων χρηματοοικονομικών μέσων». 20. Τα «Αλλα μέσα μετοχικού κεφαλαίου» αποτελούνται από όλα τα μέσα μετοχικού κεφαλαίου που δεν είναι χρηματοοικονομικά μέσα, και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συναλλαγές που αφορούν παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών και διακανονίζονται με συμμετοχικούς τίτλους (ΔΠΧΑ 2.10). 21. Οι «Μεταβολές στην εύλογη αξία μέσων μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» περιλαμβάνουν τα συσσωρευμένα κέρδη και ζημίες λόγω μεταβολών στην εύλογη αξία επενδύσεων σε μέσα μετοχικού κεφαλαίου, για τα οποία η οντότητα που υποβάλλει αναφορά έχει επιλέξει αμετάκλητα να απεικονίζει τις μεταβολές στην εύλογη αξία στα λοιπά συνολικά έσοδα. 22. Η «Αναποτελεσματικότητα της αντιστάθμισης αντισταθμίσεων εύλογης αξίας για μέσα μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» περιλαμβάνει τη συσσωρευμένη αναποτελεσματικότητα της αντιστάθμισης που προκύπτει σε αντισταθμίσεις εύλογης αξίας, όπου το αντισταθμισμένο στοιχείο είναι μέσο μετοχικού κεφαλαίου που επιμετράται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων. Η αναποτελεσματικότητα της αντιστάθμισης που αναφέρεται στη γραμμή αυτή είναι η διαφορά μεταξύ της συσσωρευμένης διακύμανσης της εύλογης αξίας του μέσου μετοχικού κεφαλαίου που υποβάλλεται στο στοιχείο «Μεταβολές στην εύλογη αξία μέσων μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων (αντισταθμισμένο στοιχείο)» και των συσσωρευμένων διακυμάνσεων της εύλογης αξίας του παραγώγου αντιστάθμισης που υποβάλλονται στο στοιχείο «Μεταβολές στην εύλογη αξία μέσων μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων (μέσο αντιστάθμισης)» (ΔΠΧΑ 9.6.5.3 και ΔΠΧΑ 9.6.5.8). 23. Οι «Μεταβολές στην εύλογη αξία χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων οι οποίες αποδίδονται στις μεταβολές του πιστωτικού κινδύνου» περιλαμβάνουν τα συσσωρευμένα κέρδη και ζημίες που αναγνωρίζονται στα λοιπά συνολικά έσοδα και σχετίζονται με τον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο για υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, ανεξάρτητα από το αν η αναγνώριση πραγματοποιείται κατά την αρχική αναγνώριση ή μεταγενέστερα. 24. Η «Αντιστάθμιση καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού (αποτελεσματικό τμήμα)» περιλαμβάνει το αποθεματικό μετατροπής συναλλάγματος για το αποτελεσματικό τμήμα τόσο των συνεχιζόμενων αντισταθμίσεων καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού όσο και των αντισταθμίσεων καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού οι οποίες δεν εφαρμόζονται πλέον, παρότι οι εκμεταλλεύσεις εξωτερικού παραμένουν αναγνωρισμένες στον ισολογισμό. 25. Τα «Παράγωγα αντιστάθμισης. Απόθεμα αντιστάθμισης ταμειακών ροών (αποτελεσματικό τμήμα)» περιλαμβάνουν το απόθεμα αντιστάθμισης ταμειακών ροών για το αποτελεσματικό τμήμα της διακύμανσης της εύλογης αξίας των παραγώγων αντιστάθμισης σε μια αντιστάθμιση ταμειακών ροών, τόσο για τις συνεχιζόμενες αντισταθμίσεις ταμειακών ροών όσο και για τις αντισταθμίσεις ταμειακών ροών που δεν εφαρμόζονται πλέον. 26. Οι «Μεταβολές στην εύλογη αξία χρεωστικών μέσων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» περιλαμβάνουν τα συσσωρευμένα κέρδη ή ζημίες επί χρεωστικών μέσων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, χωρίς την πρόβλεψη ζημίας που επιμετράται κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.5. 27. Τα «Μέσα αντιστάθμισης [μη προσδιορισμένα στοιχεία]» περιλαμβάνουν τις σωρευτικές μεταβολές στην εύλογη αξία όλων των ακόλουθων στοιχείων:
α)
της διαχρονικής αξίας ενός δικαιώματος προαίρεσης, όταν οι μεταβολές στη διαχρονική αξία και την εσωτερική αξία του συγκεκριμένου δικαιώματος προαίρεσης διαχωρίζονται και μόνον η μεταβολή στην εσωτερική αξία προσδιορίζεται ως μέσο αντιστάθμισης (ΔΠΧΑ 9.6.5.15),
β)
του προθεσμιακού στοιχείου ενός προθεσμιακού συμβολαίου, όταν το προθεσμιακό στοιχείο και το τρέχον στοιχείο του συγκεκριμένου προθεσμιακού συμβολαίου διαχωρίζονται και μόνον η μεταβολή στο τρέχον στοιχείο του προθεσμιακού συμβολαίου προσδιορίζεται ως μέσο αντιστάθμισης·
γ)
του περιθωρίου βάσης συναλλαγματικής ισοτιμίας από ένα χρηματοοικονομικό μέσο, όταν το περιθώριο αυτό εξαιρείται από τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου ως μέσου αντιστάθμισης (ΔΠΧΑ 9.6.5.15, ΔΠΧΑ 9.6.5.16). 28. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα «Αποθεματικά αναπροσαρμογής» περιλαμβάνουν το ποσό των αποθεματικών που προκύπτει από την πρώτη εφαρμογή όσον αφορά τα ΔΛΠ και δεν έχει ενταχθεί σε άλλα είδη αποθεματικών. 29. Τα «Αλλα αποθεματικά» χωρίζονται σε «Αποθεματικά ή συσσωρευμένες ζημίες επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις που λογιστικοποιούνται με χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης» και «Αλλα». Τα «Αποθεματικά ή συσσωρευμένες ζημίες επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις που λογιστικοποιούνται με χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης» περιλαμβάνουν το συσσωρευμένο ποσό εσόδων και εξόδων που προκύπτουν από τις προαναφερθείσες επενδύσεις μέσω των αποτελεσμάτων κατά τα προηγούμενα έτη, όταν λογιστικοποιούνται με χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης. Τα «Αλλα» περιλαμβάνουν διαφορετικά αποθεματικά από εκείνα που αναγράφονται χωριστά σε άλλα στοιχεία και μπορεί να περιλαμβάνουν νόμιμο αποθεματικό και καταστατικό αποθεματικό. 30. Οι «Ιδιες μετοχές» καλύπτουν όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που έχουν τα χαρακτηριστικά μέσων ιδίων κεφαλαίων, τα οποία επαναποκτήθηκαν από το ίδρυμα και δεν πωλούνται ούτε αποσβένονται, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες, δυνάμει των σχετικών εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD, υποβάλλονται στα «άλλα στοιχεία ενεργητικού». 2. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ (2) 31. Τα έσοδα και έξοδα από τόκους από χρηματοοικονομικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και από παράγωγα αντιστάθμισης που ταξινομούνται στην κατηγορία «λογιστική αντιστάθμισης» υποβάλλονται είτε χωριστά από άλλα κέρδη και ζημίες στα στοιχεία «έσοδα από τόκους» και «έξοδα από τόκους» («καθαρή τιμή») είτε ως μέρος των κερδών ή ζημιών από αυτές τις κατηγορίες μέσων («ακαθάριστη τιμή»). Η προσέγγιση της καθαρής ή ακαθάριστης τιμής εφαρμόζεται με συνέπεια για όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και για παράγωγα αντιστάθμισης που ταξινομούνται στην κατηγορία «λογιστική αντιστάθμισης». 32. Τα ιδρύματα αναφέρουν τα ακόλουθα στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται τα έσοδα και έξοδα σε σχέση με συνδεδεμένα μέρη που δεν είναι πλήρως ή αναλογικά ενοποιημένα βάσει του κανονιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης, κατανεμημένα ανά λογιστικά χαρτοφυλάκια:
α)
«Εσοδα από τόκους»·
β)
«Εξοδα από τόκους»·
γ)
«Εσοδα από μερίσματα»·
δ)
«Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά»,
ε)
«Κέρδη ή ζημίες τροποποίησης, καθαρά»·
στ)
«Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων». 33. Τα «Εσοδα από τόκους. Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού διακρατούμενα για διαπραγμάτευση» και τα «Εξοδα από τόκους. Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις διακρατούμενες για διαπραγμάτευση» περιλαμβάνουν, όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, τα ποσά που σχετίζονται με τα παράγωγα εκείνα που ταξινομούνται στην κατηγορία «διακρατούμενα για διαπραγμάτευση», τα οποία είναι μέσα αντιστάθμισης από οικονομική, αλλά όχι από λογιστική άποψη, για την ορθή παρουσίαση των εσόδων και εξόδων από τόκους από τα χρηματοοικονομικά μέσα που αντισταθμίζονται. 34. Όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, τα «Εσοδα από τόκους. Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού διακρατούμενα για διαπραγμάτευση» και τα «Εξοδα από τόκους. Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις διακρατούμενες για διαπραγμάτευση» περιλαμβάνουν επίσης χρονικά κατανεμημένες αμοιβές και αντισταθμιστικές πληρωμές σε σχέση με πιστωτικά παράγωγα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία και χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, το οποίο αναγνωρίζεται στην εύλογη αξία στη συγκεκριμένη περίσταση (ΔΠΧΑ 9.6.7). 35. Τα «Εσοδα από τόκους. Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης, κίνδυνος επιτοκίου» και τα «Εξοδα από τόκους. Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης κίνδυνος επιτοκίου» περιλαμβάνουν, όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, τα ποσά που σχετίζονται με τα παράγωγα εκείνα που ταξινομούνται στην κατηγορία «λογιστική αντιστάθμισης» και καλύπτουν τον κίνδυνο επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένων των αντισταθμίσεων μιας ομάδας στοιχείων με αλληλοκαλυπτόμενες θέσεις κινδύνου (αντισταθμίσεις καθαρής θέσης) των οποίων ο αντισταθμισμένος κίνδυνος επηρεάζει διαφορετικά στοιχεία γραμμών στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, τα ποσά αυτά αναφέρονται ως έσοδα και έξοδα από τόκους σε ακαθάριστη βάση, ώστε να παρουσιάζουν τα ορθά έσοδα και έξοδα από τόκους από τα αντισταθμισμένα στοιχεία με τα οποία συνδέονται. Με την καθαρή τιμή, όταν το αντισταθμισμένο στοιχείο παράγει έσοδα (έξοδα) από τόκους, τα ποσά αυτά αναφέρονται ως έσοδα (έξοδα) από τόκους, ακόμη και αν πρόκειται για αρνητικό (θετικό) ποσό. 36. Τα «Εσοδα από τόκους – άλλα στοιχεία ενεργητικού» περιλαμβάνουν τα ποσά των εσόδων από τόκους που δεν περιλαμβάνονται στα άλλα στοιχεία, όπως έσοδα από τόκους που σχετίζονται με μετρητά, διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως, και με τα μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση, καθώς και καθαρά έσοδα από τόκους από καθαρό στοιχείο ενεργητικού καθορισμένων παροχών. 37. Βάσει των ΔΠΧΑ και εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στις εθνικές ΓΑΛΑ, οι τόκοι που σχετίζονται με χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο υποβάλλονται στο στοιχείο «Εσοδα από τόκους επί υποχρεώσεων». Οι εν λόγω υποχρεώσεις και οι τόκοι τους οδηγούν σε θετική απόδοση για το ίδρυμα. 38. Τα «Εξοδα από τόκους – άλλες υποχρεώσεις» περιλαμβάνουν τα ποσά των εξόδων από τόκους που δεν περιλαμβάνονται στα άλλα στοιχεία, όπως έξοδα από τόκους που σχετίζονται με υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενες προς πώληση, έξοδα που προκύπτουν από αυξήσεις της λογιστικής αξίας μιας πρόβλεψης η οποία αντανακλά την πάροδο του χρόνου, ή καθαρά έξοδα από τόκους από καθαρές υποχρεώσεις καθορισμένων παροχών. 39. Βάσει των ΔΠΧΑ και εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στις εθνικές ΓΑΛΑ, οι τόκοι που σχετίζονται με χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο υποβάλλονται στο στοιχείο «Εξοδα από τόκους επί στοιχείων ενεργητικού». Τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού και οι τόκοι τους οδηγούν σε αρνητική απόδοση για το ίδρυμα. 40. Τα έσοδα από μερίσματα από συμμετοχικούς τίτλους που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων υποβάλλονται είτε ως «έσοδα από μερίσματα», χωριστά από άλλα κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από αυτές τις κατηγορίες μέσων, όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, είτε ως μέρος των κερδών ή ζημιών που προκύπτουν από αυτές τις κατηγορίες μέσων, όταν χρησιμοποιείται η ακαθάριστη τιμή. 41. Τα έσοδα από μερίσματα από συμμετοχικούς τίτλους που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων περιλαμβάνουν τα μερίσματα που σχετίζονται με μέσα που έχουν παύσει να αναγνωρίζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβολής αναφοράς και μερίσματα που σχετίζονται με μέσα που διατηρούνται στη λήξη της περιόδου υποβολής αναφοράς. 42. Τα έσοδα από μερίσματα από επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις περιλαμβάνουν τα μερίσματα από αυτές τις επενδύσεις, όταν λογιστικοποιούνται με μέθοδο άλλη από τη μέθοδο της καθαρής θέσης. 43. Τα «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, καθαρά» περιλαμβάνουν τα κέρδη και τις ζημίες που προκύπτουν από την επανεπιμέτρηση και παύση αναγνώρισης των χρηματοοικονομικών μέσων που ταξινομούνται ως διακρατούμενα για διαπραγμάτευση. Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει επίσης τα κέρδη και τις ζημίες από πιστωτικά παράγωγα επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, που προσδιορίζεται ως επιμετρούμενο στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθώς και έσοδα από μερίσματα και τόκους και έξοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, όταν χρησιμοποιείται η ακαθάριστη τιμή. 44. Τα «Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» περιλαμβάνουν επίσης το ποσό που αναγνωρίζεται στην κατάσταση αποτελεσμάτων για τον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία, όταν η αναγνώριση των μεταβολών στον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο στα λοιπά συνολικά έσοδα δημιουργεί ή διευρύνει μια λογιστική αναντιστοιχία (ΔΠΧΑ 9.5.7.8). Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει επίσης τα κέρδη και τις ζημίες επί αντισταθμισμένων μέσων που αναγνωρίζονται ως επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, όταν η αναγνώριση χρησιμοποιείται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου, καθώς και τα έσοδα και έξοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, όταν χρησιμοποιείται η ακαθάριστη τιμή. 45. Τα «Κέρδη ή (-) ζημίες από την παύση αναγνώρισης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» δεν περιλαμβάνουν τα κέρδη από συμμετοχικούς τίτλους τα οποία μια οντότητα που υποβάλλει αναφορά επέλεξε να επιμετρήσει στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων [ΔΠΧΑ 9.5.7.1(β)]. 46. Όταν μια μεταβολή στο επιχειρηματικό μοντέλο οδηγεί σε αναταξινόμηση ενός χρηματοοικονομικού στοιχείου ενεργητικού σε διαφορετικό λογιστικό χαρτοφυλάκιο, τα κέρδη ή οι ζημίες από την αναταξινόμηση αναφέρονται στις σχετικές γραμμές του λογιστικού χαρτοφυλακίου στο οποίο αναταξινομείται το χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού, σύμφωνα με τα εξής:
α)
όταν ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού αναταξινομείται από την κατηγορία επιμέτρησης στο αποσβεσμένο κόστος στο λογιστικό χαρτοφυλάκιο επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων (ΔΠΧΑ 9.5.6.2), τα κέρδη ή οι ζημίες λόγω της αναταξινόμησης αναφέρονται στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, καθαρά» ή στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά», κατά περίπτωση·
β)
όταν ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού αναταξινομείται από την κατηγορία επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων στην κατηγορία επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων [ΔΠΧΑ 9.5.6.7], τα σωρευτικά κέρδη ή οι ζημίες, που προηγουμένως αναγνωρίζονταν στα λοιπά συνολικά έσοδα και αναταξινομούνται στα αποτελέσματα, αναφέρονται στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, καθαρά» ή στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά», κατά περίπτωση. 47. Τα «Κέρδη ή (-) ζημίες από λογιστική αντιστάθμισης, καθαρά» περιλαμβάνουν τα κέρδη και τις ζημίες επί μέσων αντιστάθμισης και αντισταθμισμένων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων επί αντισταθμισμένων στοιχείων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων εκτός των συμμετοχικών τίτλων, στο πλαίσιο αντιστάθμισης εύλογης αξίας σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.5.8. Περιλαμβάνουν επίσης το αναποτελεσματικό τμήμα της διακύμανσης της εύλογης αξίας των μέσων αντιστάθμισης στο πλαίσιο αντιστάθμισης ταμειακών ροών. Οι αναταξινομήσεις του αποθεματικού αντισταθμίσεων ταμειακών ροών ή του αποθεματικού αντισταθμίσεων μιας καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση εξωτερικού αναγνωρίζονται στις ίδιες γραμμές του στοιχείου «Κατάσταση αποτελεσμάτων» με εκείνες που επηρεάζονται από τις ταμειακές ροές από τα αντισταθμισμένα στοιχεία. Τα «Κέρδη ή (-) ζημίες από λογιστική αντιστάθμισης, καθαρά» περιλαμβάνουν επίσης τα κέρδη και τις ζημίες από αντισταθμίσεις καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού. Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει επίσης τα κέρδη από αντισταθμίσεις καθαρών θέσεων. 48. Τα «Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού» περιλαμβάνουν τα κέρδη και τις ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες ταξινομούνται ως διακρατούμενα προς πώληση ή ως επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις. 48i. Οι «Συνεισφορές σε χρήμα σε ταμεία εξυγίανσης και συστήματα εγγύησης των καταθέσεων» περιλαμβάνουν τα ποσά των εισφορών προς ταμεία εξυγίανσης και συστήματα εγγύησης καταθέσεων, εφόσον καταβάλλονταν υπό μορφή μετρητών. Όταν η συνεισφορά πραγματοποιείται υπό μορφή δέσμευσης πληρωμής, η εν λόγω δέσμευση πληρωμής περιλαμβάνεται στις «προβλέψεις ή (-) αντιλογισμό προβλέψεων», εφόσον η δέσμευση πληρωμής δημιουργεί υποχρέωση σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πρότυπο. 49. Τα «Κέρδη ή (-) ζημίες τροποποίησης, καθαρά» περιλαμβάνουν τα ποσά που προκύπτουν από την προσαρμογή της ακαθάριστης λογιστικής αξίας των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού, ώστε να αντανακλώνται οι συμβατικές ταμειακές ροές που αποτέλεσαν αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης ή τροποποίησης (ΔΠΧΑ 9.5.4.3 και προσάρτημα Α). Τα κέρδη ή ζημίες τροποποίησης δεν περιλαμβάνουν τον αντίκτυπο των τροποποιήσεων επί του ποσού των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, ο οποίος αναφέρεται στο στοιχείο «Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων». 50. Οι «Προβλέψεις ή (-) αντιλογισμός προβλέψεων. Αναληφθείσες δεσμεύσεις και δοθείσες εγγυήσεις» περιλαμβάνουν τις καθαρές επιβαρύνσεις στην «Κατάσταση αποτελεσμάτων» για τις προβλέψεις οι οποίες σχετίζονται με όλες τις δεσμεύσεις και εγγυήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9, του ΔΛΠ 37 ή του ΔΠΧΑ 4, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του παρόντος Μέρους ή σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD. Βάσει των ΔΠΧΑ, τυχόν μεταβολή στην εύλογη αξία των δεσμεύσεων και των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία αναφέρεται στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά». Επομένως, οι προβλέψεις περιλαμβάνουν το ποσό απομείωσης για δεσμεύσεις και εγγυήσεις για τις οποίες η απομείωση καθορίζεται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, ή η χορήγησή τους ακολουθεί το ΔΛΠ 37, ή αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστήρια συμβόλαια βάσει του ΔΠΧΑ 4. 51. Βάσει των ΔΠΧΑ, η «Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» περιλαμβάνει όλα τα κέρδη ή ζημίες απομείωσης για χρεωστικά μέσα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κανόνων απομείωσης του ΔΠΧΑ 9.5.5, ανεξάρτητα από το αν οι αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.5 εκτιμώνται σε περίοδο 12 μηνών ή καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής, και συμπεριλαμβανομένων των κερδών ή ζημιών απομείωσης για εμπορικές απαιτήσεις, συμβατικά στοιχεία ενεργητικού και απαιτήσεις από μισθώματα (ΔΠΧΑ 9.5.5.15). 52. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, η «Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» περιλαμβάνει όλες τις προβλέψεις και τον αντιλογισμό των προβλέψεων χρηματοοικονομικών μέσων που επιμετρώνται με μεθόδους με βάση το κόστος, λόγω μεταβολής της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη ή εκδότη, καθώς και, ανάλογα με τις προδιαγραφές των εθνικών ΓΑΛΑ, τις προβλέψεις λόγω της απομείωσης χρηματοοικονομικών μέσων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια ή με βάση άλλες μεθόδους επιμέτρησης, συμπεριλαμβανομένης της LOCOM. 53. Η «Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» περιλαμβάνει επίσης τα διαγραφέντα ποσά –όπως ορίζονται στις παραγράφους 72, 74 και 165β) του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος– τα οποία υπερβαίνουν το ποσό της πρόβλεψης ζημίας κατά την ημερομηνία διαγραφής και, ως εκ τούτου, αναγνωρίζονται ως ζημία απευθείας στα αποτελέσματα, καθώς και ανακτήσεις προηγουμένως διαγραφέντων ποσών που καταγράφονται απευθείας στην κατάσταση αποτελεσμάτων. 54. Το μερίδιο των κερδών ή ζημιών από θυγατρικές, συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης, βάσει του κανονιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης, υποβάλλονται στο στοιχείο «Μερίδιο των κερδών ή (-) ζημιών επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης». Σύμφωνα με το ΔΛΠ 28.10, η λογιστική αξία της επένδυσης μειώνεται κατά το ποσό των μερισμάτων που καταβάλλονται από τις εν λόγω οντότητες. Η απομείωση αξίας επί αυτών των επενδύσεων υποβάλλεται στο στοιχείο «(Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις)». Τα κέρδη ή οι ζημίες από την παύση αναγνώρισης αυτών των επενδύσεων υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 55 και 56 του παρόντος Μέρους. 55. Τα «Κέρδη ή ζημίες από μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση και δεν αποτελούν διακοπείσες δραστηριότητες» περιλαμβάνουν τα κέρδη ή τις ζημίες που προκύπτουν από τα μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση και δεν αποτελούν διακοπείσες δραστηριότητες. 56. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα κέρδη ή οι ζημίες από την παύση αναγνώρισης των επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις υποβάλλονται στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες προ φόρων από διακοπείσες δραστηριότητες», εφόσον θεωρούνται διακοπείσες δραστηριότητες βάσει του ΔΠΧΑ 5. Όταν επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις παύουν να αναγνωρίζονται χωρίς να έχουν προηγουμένως ταξινομηθεί ως διακρατούμενες προς πώληση και χωρίς να αποτελούν διακοπείσες δραστηριότητες βάσει του ΔΠΧΑ 5, τυχόν κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης των εν λόγω επενδύσεων υποβάλλονται στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από την παύση αναγνώρισης επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις, καθαρά», ανεξάρτητα από την εφαρμοζόμενη μέθοδο ενοποίησης. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, όλα τα κέρδη και οι ζημίες από την παύση αναγνώρισης επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις υποβάλλονται στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από την παύση αναγνώρισης επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις, καθαρά». 3. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΟΛΙΚΩΝ ΕΣΟΔΩΝ (3) 57. Τα «Κέρδη ή (-) ζημίες από λογιστική αντιστάθμισης μέσων μετοχικού κεφαλαίου επιμετρούμενων στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» περιλαμβάνουν τη μεταβολή στη συσσωρευμένη αναποτελεσματικότητα της αντιστάθμισης που προκύπτει σε αντισταθμίσεις εύλογης αξίας, όπου το αντισταθμισμένο στοιχείο είναι μέσο μετοχικού κεφαλαίου που επιμετράται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων. Η μεταβολή στη συσσωρευμένη αναποτελεσματικότητα της αντιστάθμισης που υποβάλλεται στη συγκεκριμένη γραμμή είναι η διαφορά μεταξύ των μεταβολών στη διακύμανση της εύλογης αξίας του μέσου μετοχικού κεφαλαίου που υποβάλλονται στο στοιχείο «Μεταβολές στην εύλογη αξία μέσων μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων (αντισταθμισμένο στοιχείο)» και των μεταβολών στη διακύμανση της εύλογης αξίας του παραγώγου αντιστάθμισης που υποβάλλονται στο στοιχείο «Μεταβολές στην εύλογη αξία μέσων μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων (μέσο αντιστάθμισης)». 58. Η «Αντιστάθμιση καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού (αποτελεσματικό τμήμα)» περιλαμβάνει τη μεταβολή στο συσσωρευμένο αποθεματικό μετατροπής συναλλάγματος για το αποτελεσματικό τμήμα των αντισταθμίσεων καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού, τόσο εκείνων που εξακολουθούν να εφαρμόζονται όσο και εκείνων που έχουν διακοπεί. 59. Για τις αντισταθμίσεις καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού και τις αντισταθμίσεις ταμειακών ροών, τα αντίστοιχα ποσά που υποβάλλονται στο στοιχείο «Που μεταφέρθηκαν στα αποτελέσματα» περιλαμβάνουν τα ποσά που μεταφέρθηκαν, διότι οι αντισταθμισμένες ταμειακές ροές επήλθαν και δεν αναμένεται πλέον να επέλθουν. 60. Τα «Μέσα αντιστάθμισης (μη προσδιορισμένα στοιχεία)» περιλαμβάνουν τις μεταβολές στις σωρευτικές μεταβολές στην εύλογη αξία όλων των ακόλουθων στοιχείων, εφόσον δεν προσδιορίζονται ως συστατικό στοιχείο αντιστάθμισης:
α)
διαχρονική αξία των δικαιωμάτων προαίρεσης·
β)
προθεσμιακά στοιχεία προθεσμιακών συμβολαίων·
γ)
περιθώριο βάσης συναλλαγματικής ισοτιμίας χρηματοοικονομικών μέσων. 61. Για τα δικαιώματα προαίρεσης, τα ποσά που αναταξινομούνται στα αποτελέσματα και υποβάλλονται στο στοιχείο «Που μεταφέρθηκαν στα αποτελέσματα» περιλαμβάνουν τις αναταξινομήσεις λόγω δικαιωμάτων προαίρεσης που αντισταθμίζουν ένα αντισταθμισμένο στοιχείο που αφορά συναλλαγή και δικαιωμάτων προαίρεσης που αντισταθμίζουν ένα αντισταθμισμένο στοιχείο που αφορά χρονική περίοδο. 62. Τα «Χρεωστικά μέσα επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» περιλαμβάνουν τα κέρδη ή τις ζημίες επί χρεωστικών μέσων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, εκτός των κερδών ή ζημιών απομείωσης και των συναλλαγματικών κερδών ή ζημιών, τα οποία υποβάλλονται, αντιστοίχως, στα στοιχεία «(Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων)» και «Συναλλαγματικές διαφορές (κέρδος ή (-) ζημία), καθαρές» στο υπόδειγμα 2. Το στοιχείο «Που μεταφέρθηκαν στα αποτελέσματα», ειδικότερα, περιλαμβάνει τη μεταφορά στα αποτελέσματα λόγω παύσης αναγνώρισης ή αναταξινόμησης στην κατηγορία επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων. 63. Εάν ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού αναταξινομηθεί από την κατηγορία επιμέτρησης στο αποσβεσμένο κόστος στην κατηγορία επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων (ΔΠΧΑ 9.5.6.4), τα κέρδη ή οι ζημίες που προκύπτουν λόγω της αναταξινόμησης υποβάλλονται στο στοιχείο «Χρεωστικά μέσα επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων». 64. Εάν ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού αναταξινομηθεί από την κατηγορία επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων στην κατηγορία επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων (ΔΠΧΑ 9.5.6.7) ή στην κατηγορία επιμέτρησης στο αποσβεσμένο κόστος (ΔΠΧΑ 9.5.6.5), τα σωρευτικά κέρδη και ζημίες που έχουν αναταξινομηθεί και προηγουμένως αναγνωρίζονταν στα λοιπά συνολικά έσοδα υποβάλλονται, αντιστοίχως, στα στοιχεία «Που μεταφέρθηκαν στα αποτελέσματα» και «Αλλες αναταξινομήσεις», με προσαρμογή, στη δεύτερη περίπτωση, της λογιστικής αξίας του χρηματοοικονομικού στοιχείου ενεργητικού. 65. Για όλες τις συνιστώσες των λοιπών συνολικών εσόδων, οι «Αλλες αναταξινομήσεις» περιλαμβάνουν μεταφορές πλην των αναταξινομήσεων από τα λοιπά συνολικά έσοδα στα αποτελέσματα ή στην αρχική λογιστική αξία των αντισταθμισμένων στοιχείων, στην περίπτωση αντισταθμίσεων ταμειακών ροών. 66. Βάσει των ΔΠΧΑ, ο «Φόρος εισοδήματος που αφορά στοιχεία που δεν θα αναταξινομηθούν» και ο «Φόρος εισοδήματος που αφορά στοιχεία που μπορεί να αναταξινομηθούν στα αποτελέσματα (κέρδη ή (-) ζημίες)» (ΔΛΠ 1.91 (β), IG6) υποβάλλονται ως στοιχεία χωριστών γραμμών. 4. ΑΝΑΛΥΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΑΝΑ ΜΕΣΟ ΚΑΙ ΑΝΑ ΤΟΜΕΑ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ (4) 67. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού αναλύονται ανά λογιστικό χαρτοφυλάκιο και μέσο και –όπου απαιτείται– ανά αντισυμβαλλόμενο. Για τα χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων και στο αποσβεσμένο κόστος, η ακαθάριστη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού και οι σωρευτικές απομειώσεις αξίας αναλύονται κατά βαθμίδες απομείωσης, εκτός εάν πρόκειται για αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας κατά την αρχική αναγνώριση, όπως ορίζονται στο προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 9. Για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, η ακαθάριστη λογιστική αξία και η σωρευτική απομείωση αξίας υποβάλλονται χωριστά, εκτός των βαθμίδων απομείωσης, στα υποδείγματα 4.3.1 και 4.4.1. 68. Τα παράγωγα που αναφέρονται ως χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης, σύμφωνα με τις ΓΑΛΑ με βάση την BAD, περιλαμβάνουν μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία, καθώς και μέσα που επιμετρώνται με βάση μεθόδους κόστους ή τη LOCOM. 69. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, ως «σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου» νοούνται, για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, οι σωρευτικές μεταβολές στην εύλογη αξία λόγω πιστωτικού κινδύνου, όταν η σωρευτική καθαρή μεταβολή είναι αρνητική. Η σωρευτική καθαρή μεταβολή εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου υπολογίζεται αθροίζοντας όλες τις αρνητικές και θετικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες έχουν επέλθει από την αναγνώριση του χρεωστικού μέσου. Το ποσό αυτό υποβάλλεται μόνον σε περίπτωση που το άθροισμα των θετικών και αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου είναι αρνητικό. Η αποτίμηση των χρεωστικών μέσων πραγματοποιείται στο επίπεδο μεμονωμένων χρηματοοικονομικών μέσων. Για κάθε χρεωστικό μέσο, οι «Σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου» υποβάλλονται μέχρι την παύση αναγνώρισης του μέσου. 70. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, ως «σωρευτική απομείωση» νοείται:
α)
για τα χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος ή με βάση μέθοδο κόστους, τα οποία δεν είναι αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας, η σωρευτική απομείωση είναι το σωρευτικό ποσό των ζημιών απομείωσης, χωρίς τη χρήση και τους αντιλογισμούς, που έχει αναγνωριστεί κατά περίπτωση για κάθε βαθμίδα απομείωσης. Η σωρευτική απομείωση μειώνει τη λογιστική αξία του χρεωστικού μέσου μέσω της χρήσης λογαριασμού πρόβλεψης, σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ και τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, ή μέσω απευθείας μειώσεων που δεν συνιστούν γεγονός παύσης αναγνώρισης δυνάμει των εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD·
β)
για τα χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων βάσει των ΔΠΧΑ και τα οποία δεν είναι αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας, η σωρευτική απομείωση είναι το άθροισμα των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών και των διακυμάνσεών τους, που αναγνωρίζονται ως μείωση της εύλογης αξίας επί ενός συγκεκριμένου μέσου μετά την αρχική αναγνώριση·
γ)
για τα χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, και υπόκεινται σε απομείωση, η σωρευτική απομείωση είναι το σωρευτικό ποσό των ζημιών απομείωσης, χωρίς τη χρήση και τους αντιλογισμούς, που έχει αναγνωριστεί. Η μείωση στη λογιστική αξία πραγματοποιείται είτε με χρήση λογαριασμού πρόβλεψης είτε μέσω απευθείας μειώσεων, που δεν συνιστούν γεγονός παύσης αναγνώρισης.
δ)
για τα αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας, η αρχική εκτίμηση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής ενσωματώνεται στον υπολογισμό του προσαρμοσμένου στον πιστωτικό κίνδυνο πραγματικού επιτοκίου και η σωρευτική απομείωση είναι το άθροισμα των μεταγενέστερων μεταβολών στις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής μετά την αρχική αναγνώριση οι οποίες αναγνωρίζονται ως μεταβολή της λογιστικής αξίας/εύλογης αξίας επί ενός συγκεκριμένου μέσου. Η σωρευτική απομείωση για τα αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας μπορεί να είναι θετική στην περίπτωση κερδών απομείωσης που υπερβαίνουν τυχόν προηγουμένως αναγνωρισμένες ζημίες απομείωσης (ΔΠΧΑ 9.5.5.14). 71. Βάσει των ΔΠΧΑ, η σωρευτική απομείωση περιλαμβάνει την πρόβλεψη για αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες για χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού βάσει κάθε βαθμίδας απομείωσης που προσδιορίζεται στο ΔΠΧΑ 9 και την πρόβλεψη για αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, περιλαμβάνει ειδικές και γενικές προβλέψεις πιστωτικού κινδύνου, καθώς και γενικές προβλέψεις τραπεζικού κινδύνου, εφόσον μειώνουν τη λογιστική αξία των χρεωστικών μέσων. Η σωρευτική απομείωση περιλαμβάνει επίσης τις προσαρμογές αξίας των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού λόγω πιστωτικού κινδύνου βάσει της LOCOM. 72. Οι «Σωρευτικές μερικές διαγραφές» και οι «Σωρευτικές ολικές διαγραφές» περιλαμβάνουν, αντιστοίχως, το συσσωρευμένο μερικό και συνολικό ποσό, κατά την ημερομηνία αναφοράς, του τόκου κεφαλαίου και του τόκου καθυστέρησης, καθώς και των τελών, κάθε χρεωστικού μέσου του οποίου έχει παύσει η αναγνώριση, με χρήση οποιασδήποτε από τις μεθόδους που περιγράφονται στην παράγραφο 74, διότι το ίδρυμα δεν έχει εύλογες προσδοκίες ανάκτησης των συμβατικών ταμειακών ροών. Τα ποσά αυτά υποβάλλονται έως την ολοκληρωτική εξάλειψη όλων των δικαιωμάτων του ιδρύματος που υποβάλλει αναφορά, μέχρι την εκπνοή της περιόδου παραγραφής, τη διαγραφή ή για άλλες αιτίες, ή μέχρι την ανάκτηση. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση μη ανάκτησης των διαγραφέντων ποσών, τα ποσά αυτά υποβάλλονται ενώ υπόκεινται σε εκτέλεση. 73. Όταν ένα χρεωστικό μέσο διαγραφεί εντέλει οριστικά, λόγω διαδοχικών μερικών διαγραφών, το σωρευτικό διαγραφέν ποσό αναταξινομείται από τη στήλη «Σωρευτικές μερικές διαγραφές» στη στήλη «Σωρευτικές ολικές διαγραφές». 74. Οι διαγραφές συνιστούν γεγονός παύσης αναγνώρισης και αφορούν το σύνολο ή μέρος ενός χρηματοοικονομικού στοιχείου ενεργητικού, ακόμη και όταν η τροποποίηση ενός στοιχείου ενεργητικού οδηγεί το ίδρυμα να παραιτηθεί από το δικαίωμα είσπραξης ταμειακών ροών επί ενός μέρους ή επί του συνόλου του συγκεκριμένου στοιχείου ενεργητικού, όπως εξηγείται περαιτέρω στην παράγραφο 72. Οι «Διαγραφές» περιλαμβάνουν ποσά που οφείλονται τόσο σε μειώσεις στη λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που αναγνωρίζονται απευθείας στα αποτελέσματα, όσο και σε μειώσεις των ποσών των λογαριασμών προβλέψεων για πιστωτικές ζημίες που ανελήφθησαν έναντι της λογιστικής αξίας των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού. 75. Η στήλη «εκ των οποίων: Μέσα με χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο» περιλαμβάνει τα μέσα για τα οποία θεωρείται ότι εμπεριέχουν χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο, κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, και για τα οποία το ίδρυμα υποθέτει ότι ο πιστωτικός κίνδυνος δεν έχει αυξηθεί σημαντικά μετά την αρχική αναγνώριση, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.5.10. 76. Οι εμπορικές απαιτήσεις κατά την έννοια του ΔΛΠ 1.54(η), τα συμβατικά στοιχεία ενεργητικού και οι απαιτήσεις από μισθώματα, για τα οποία έχει εφαρμοστεί η απλοποιημένη προσέγγιση του ΔΠΧΑ 9.5.5.15 για την εκτίμηση των προβλέψεων ζημιών, υποβάλλονται στα δάνεια και προκαταβολές στο υπόδειγμα 4.4.1. Η αντίστοιχη πρόβλεψη ζημιών για τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού που δεν είναι αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας υποβάλλεται είτε στο στοιχείο «Σωρευτική απομείωση αξίας σε στοιχεία ενεργητικού με σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου μετά την αρχική αναγνώριση αλλά μη απομειωμένης πιστωτικής αξίας (βαθμίδα 2)» ή στο στοιχείο «Σωρευτική απομείωση αξίας σε στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας (βαθμίδα 3)», ανάλογα με το αν οι εμπορικές απαιτήσεις, τα συμβατικά στοιχεία ενεργητικού ή οι απαιτήσεις από μισθώματα βάσει της απλουστευμένης προσέγγισης θεωρούνται ως στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας. 78. Στο υπόδειγμα 4.5, τα ιδρύματα υποβάλλουν τη λογιστική αξία των «Δανείων και προκαταβολών» και των «Χρεωστικών τίτλων» που εμπίπτουν στον ορισμό του «χρέους μειωμένης εξασφάλισης» στην παράγραφο 100 του παρόντος Μέρους. 79. Στο υπόδειγμα 4.8, οι πληροφορίες προς υποβολή εξαρτώνται από το αν τα μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης που επιμετρώνται στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια μπορούν να υπαχθούν σε απαιτήσεις απομείωσης, κατ’ εφαρμογή των εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD. Όταν τα εν λόγω χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού υπόκεινται σε απομείωση, τα ιδρύματα υποβάλλουν στο παρόν υπόδειγμα πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με τη λογιστική αξία, την ακαθάριστη λογιστική αξία των μη απομειωμένων και απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού, τη σωρευτική απομείωση και τις σωρευτικές διαγραφές. Όταν τα εν λόγω χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού δεν υπόκεινται σε απομείωση, τα ιδρύματα υποβάλλουν τις σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. 80. Στο υπόδειγμα 4.9, τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση τη μέτρια LOCOM και οι συναφείς προσαρμογές αξίας τους προσδιορίζονται χωριστά από τα άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση μέθοδο κόστους και την απομείωση που συνδέεται με αυτά. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση μέθοδο κόστους, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση τη μέτρια LOCOM, αναφέρονται ως μη απομειωμένα στοιχεία ενεργητικού, εφόσον δεν συνδέονται με αυτά προσαρμογές αξίας ή απομείωση, και ως απομειωμένα στοιχεία ενεργητικού, στην περίπτωση προσαρμογών αξίας που μπορούν να χαρακτηριστούν ως απομείωση ή απομείωση που συνδέεται με αυτά. Οι προσαρμογές αξίας που μπορούν να χαρακτηριστούν ως απομείωση είναι προσαρμογές αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου οι οποίες αντανακλούν την επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας του αντισυμβαλλομένου. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση τη μέτρια LOCOM, με προσαρμογές αξίας λόγω κινδύνου αγοράς οι οποίες αντανακλούν τον αντίκτυπο των μεταβολών στις συνθήκες της αγοράς επί της αξίας του στοιχείου ενεργητικού, δεν θεωρούνται απομειωμένα. Οι σωρευτικές προσαρμογές αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου και λόγω κινδύνου αγοράς υποβάλλονται χωριστά. 81. Στο υπόδειγμα 4.10, τα στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση την αυστηρή LOCOM, καθώς και οι συνδεδεμένες με αυτά προσαρμογές αξίας, υποβάλλονται χωριστά από τα στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με χρήση άλλων μεθόδων. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση την αυστηρή LOCOM και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με χρήση άλλων μεθόδων αναφέρονται ως απομειωμένα στοιχεία ενεργητικού, σε περίπτωση που έχουν εφαρμοστεί προσαρμογές αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου, όπως καθορίζονται στην παράγραφο 80, ή απομείωση που συνδέεται με αυτά. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση την αυστηρή LOCOM, με αναπροσαρμογές αξίας λόγω κινδύνου αγοράς, όπως καθορίζονται στην παράγραφο 80, δεν θεωρούνται απομειωμένα. Οι σωρευτικές προσαρμογές αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου και λόγω κινδύνου αγοράς υποβάλλονται χωριστά. 82. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, το ποσό των γενικών προβλέψεων τραπεζικού κινδύνου που πρέπει να υποβάλλεται στα σχετικά υποδείγματα είναι μόνο το μέρος που επηρεάζει τη λογιστική αξία των χρεωστικών μέσων (άρθρο 37 παράγραφος 2 της BAD). 5. ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΑΝΕΙΩΝ ΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗς ΧΡΗΣΗς ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΑΝΑ ΠΡΟΪΟΝ (5) 83. Τα δάνεια και οι προκαταβολές, εκτός των διακρατούμενων για διαπραγμάτευση στοιχείων ενεργητικού, των στοιχείων ενεργητικού εμπορικής χρήσης ή των διακρατούμενων προς πώληση στοιχείων ενεργητικού, αναλύονται ανά είδος προϊόντος και ανά τομέα αντισυμβαλλομένου για τη λογιστική αξία και ανά είδος προϊόντων μόνο για την ακαθάριστη λογιστική αξία. 84. Υπόλοιπα εισπρακτέα σε πρώτη ζήτηση τα οποία ταξινομούνται ως «Μετρητά, διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως» υποβάλλονται επίσης στο παρόν υπόδειγμα, ανεξάρτητα από τον τρόπο επιμέτρησής τους. 85. Τα δάνεια και οι προκαταβολές κατανέμονται στα ακόλουθα προϊόντα:
α)
οι λογαριασμοί «Σε πρώτη ζήτηση (όψεως) και σύντομης προειδοποίησης (τρέχων λογαριασμός)» περιλαμβάνουν υπόλοιπα εισπρακτέα σε πρώτη ζήτηση (όψεως), με σύντομη προθεσμία (έως το πέρας των εργασιών της επόμενης ημέρας από αυτή της υποβολής του αιτήματος), τρέχοντες λογαριασμούς και παρόμοια υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων δανείων που είναι καταθέσεις μίας ημέρας για τον δανειολήπτη (δάνεια που εξοφλούνται έως το πέρας των εργασιών της επόμενης ημέρας από αυτή της χορήγησης), ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή. Περιλαμβάνουν επίσης «υπεραναλήψεις» που είναι χρεωστικά υπόλοιπα σε υπόλοιπα τρεχόντων λογαριασμών και υποχρεωτικά αποθεματικά που διατηρούνται στην κεντρική τράπεζα·
β)
οι «Οφειλές πιστωτικών καρτών» περιλαμβάνουν πιστώσεις που χορηγήθηκαν είτε μέσω καρτών μεταγενέστερης χρέωσης είτε μέσω πιστωτικών καρτών, όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ·
γ)
οι «Εμπορικές απαιτήσεις» περιλαμβάνουν δάνεια προς άλλους οφειλέτες που χορηγούνται με βάση τιμολόγια ή άλλα έγγραφα τα οποία δίνουν το δικαίωμα είσπραξης των εσόδων των συναλλαγών για την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Το συγκεκριμένο στοιχείο περιλαμβάνει όλες τις συναλλαγές πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) και παρόμοιες συναλλαγές, όπως αποδοχές, οριστική αγορά εμπορικών απαιτήσεων, πώληση επιχειρηματικών απαιτήσεων (forfaiting), προεξόφληση τιμολογίων, συναλλαγματικών, εμπορικών χρεογράφων και άλλων απαιτήσεων στο πλαίσιο των οποίων το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά αγοράζει τις εμπορικές απαιτήσεις (με ή χωρίς δικαίωμα προσφυγής)·
δ)
οι «Χρηματοδοτικές μισθώσεις» περιλαμβάνουν τη λογιστική αξία των εισπρακτέων χρηματοδοτικών μισθώσεων. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι «εισπρακτέες απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις» ορίζονται σύμφωνα με το ΔΛΠ 17·
ε)
τα «Δάνεια αγοράς και επαναπώλησης» περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση που χορηγείται σε αντάλλαγμα τίτλων ή χρυσού που έχουν αγοραστεί βάσει συμφωνιών επαναγοράς ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δανεισμού βάσει συμφωνιών δανειοδοσίας τίτλων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 183 και 184 του παρόντος Μέρους·
στ)
τα «Αλλα προθεσμιακά δάνεια» περιλαμβάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα με συμβατικά καθορισμένη ληκτότητα ή όρους που δεν περιλαμβάνονται σε άλλα στοιχεία·
ζ)
οι «Προκαταβολές που δεν είναι δάνεια» περιλαμβάνουν προκαταβολές που δεν μπορούν να ταξινομηθούν στα «δάνεια», σύμφωνα με τον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. Το συγκεκριμένο στοιχείο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εισπρακτέα ακαθάριστα ποσά σε σχέση με εκκρεμή στοιχεία (όπως κεφάλαια που δεν έχουν ακόμη επενδυθεί, μεταφερθεί ή διακανονιστεί) και στοιχεία μεταβατικών λογαριασμών (όπως επιταγές και άλλες μορφές πληρωμής που έχουν σταλεί για είσπραξη). 86. Τα δάνεια και οι προκαταβολές ταξινομούνται με βάση τις ληφθείσες εξασφαλίσεις ως εξής:
α)
τα «Δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία» περιλαμβάνουν τα δάνεια και τις προκαταβολές που εξασφαλίζονται επισήμως με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα, ανεξάρτητα από τον λόγο δανείου/εξασφάλισης (αποκαλούμενος λόγος «δανείου/αξίας») και τη νομική μορφή της εξασφάλισης·
β)
τα «Αλλα εξασφαλισμένα δάνεια» περιλαμβάνουν τα δάνεια και τις προκαταβολές που καλύπτονται επισήμως από εξασφαλίσεις, ανεξάρτητα από τον λόγο δανείου/εξασφάλισης [αποκαλούμενος λόγος «δανείου/αξίας» (LTV)] και τη νομική μορφή της εξασφάλισης, εκτός από τα «Δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία». Οι εξασφαλίσεις αυτές περιλαμβάνουν ενεχυριάσεις τίτλων, μετρητά και άλλες εξασφαλίσεις, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της εξασφάλισης. 87. Τα δάνεια και οι προκαταβολές ταξινομούνται με βάση την εξασφάλιση και ανεξάρτητα από τον σκοπό του δανείου. Η λογιστική αξία των δανείων και προκαταβολών που εξασφαλίζονται με περισσότερα του ενός είδη εξασφάλισης ταξινομείται και αναφέρεται ως εξασφαλισμένη με ακίνητη περιουσία, εφόσον τα συγκεκριμένα δάνεια και οι προκαταβολές εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, ανεξάρτητα από το αν εξασφαλίζονται επίσης με άλλα είδη εξασφάλισης. 88. Τα δάνεια και οι προκαταβολές ταξινομούνται με βάση τον σκοπό τους ως εξής:
α)
η «Καταναλωτική πίστη» περιλαμβάνει τα δάνεια που χορηγούνται κυρίως για προσωπική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών, όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ·
β)
τα «Στεγαστικά δάνεια» περιλαμβάνουν πιστώσεις που χορηγούνται σε νοικοκυριά για επενδύσεις σε κατοικίες για ιδία χρήση ή μίσθωση, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής και της ανακαίνισης, όπως ορίζονται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. 89. Τα δάνεια ταξινομούνται με βάση τον τρόπο ανάκτησής τους. Τα «Δάνεια χρηματοδότησης έργων» περιλαμβάνουν δάνεια τα οποία πληρούν τα χαρακτηριστικά των ανοιγμάτων ειδικής δανειοδότησης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 8 του ΚΚΑ. 6. ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΗ ΠΡΟΟΡΙΖΟΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΠΡΟς ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕς ΕΤΑΙΡΕΙΕς ΑΝΑ ΚΩΔΙΚΟ NACE (6) 90. Η ακαθάριστη λογιστική αξία των δανείων και προκαταβολών προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στα χαρτοφυλάκια «διακρατούμενα για διαπραγμάτευση», «στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης» ή «διακρατούμενα προς πώληση», κατατάσσεται ανά τομέα οικονομικών δραστηριοτήτων με τη χρήση κωδικών NACE βάσει της κύριας δραστηριότητας του αντισυμβαλλομένου. 91. Η κατάταξη των ανοιγμάτων τα οποία έχουν αναλάβει από κοινού περισσότεροι του ενός οφειλέτες πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 43 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος. 92. Η υποβολή των κωδικών NACE πραγματοποιείται σύμφωνα με το πρώτο επίπεδο ανάλυσης (ανά «τμήμα»). Τα ιδρύματα αναφέρουν τα δάνεια και τις προκαταβολές προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες οι οποίες ασκούν χρηματοοικονομικές ή ασφαλιστικές δραστηριότητες στο στοιχείο «Κ – Χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες». 93. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που υπόκεινται σε απομείωση είναι εκείνα που περιλαμβάνονται στα ακόλουθα λογιστικά χαρτοφυλάκια: i) τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος και ii) τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που υπόκεινται σε απομείωση περιλαμβάνουν τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση μέθοδο κόστους, καθώς και με βάση τη LOCOM. Ανάλογα με τις προδιαγραφές κάθε εθνικής ΓΑΛΑ, μπορούν να περιλαμβάνουν i) χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια και ii) χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση άλλες μεθόδους επιμέτρησης. 7. ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ (7) 94. Η λογιστική αξία των χρεωστικών μέσων τα οποία περιλαμβάνονται στα λογιστικά χαρτοφυλάκια που υπόκεινται σε απομείωση υποβάλλεται στο υπόδειγμα 7.1, μόνον εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα. Τα ληξιπρόθεσμα μέσα κατανέμονται στα αντίστοιχα κλιμάκια ληξιπρόθεσμων, με βάση την ατομική τους κατάσταση. 95. Τα λογιστικά χαρτοφυλάκια που υπόκεινται σε απομείωση είναι χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που υπόκεινται σε απομείωση, όπως ορίζονται στην παράγραφο 93 του παρόντος Μέρους. 96. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού χαρακτηρίζονται ως σε καθυστέρηση πληρωμής όταν οποιοδήποτε ποσό του κεφαλαίου, των τόκων ή των τελών δεν έχει καταβληθεί κατά την ημερομηνία που ήταν ληξιπρόθεσμο. Τα ανοίγματα σε καθυστέρηση αναφέρονται ως προς τη συνολική λογιστική τους αξία και αναλύονται σύμφωνα με τον αριθμό ημερών του παλαιότερου ποσού σε καθυστέρηση που δεν έχει καταβληθεί κατά την ημερομηνία αναφοράς. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι λογιστικές αξίες των στοιχείων ενεργητικού που δεν είναι αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας υποβάλλονται ανά βαθμίδες απομείωσης· η λογιστική αξία των αγορασμένων ή δημιουργημένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας υποβάλλεται χωριστά. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα ληξιπρόθεσμα στοιχεία ενεργητικού αναφέρονται ανά κατάσταση απομείωσης σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα. 8. ΑΝΑΛΥΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ (8) 97. Οι «Καταθέσεις» και η ανάλυση ανά προϊόν ορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΤ. Οι ρυθμιζόμενες καταθέσεις ταμιευτηρίου ταξινομούνται σύμφωνα με τον κανονισμό BSI της ΕΚΤ και κατανέμονται ανάλογα με τον αντισυμβαλλόμενο. Ειδικότερα, οι μη μεταβιβάσιμες αποταμιευτικές καταθέσεις όψεως, για τις οποίες αν και από νομική άποψη υπάρχει η δυνατότητα ανάληψης σε πρώτη ζήτηση, υπόκεινται όμως σε σημαντικές ποινές και περιορισμούς και έχουν χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν ιδιαίτερα στις καταθέσεις μίας ημέρας, ταξινομούνται ως καταθέσεις υπό προειδοποίηση. 98. Οι «Εκδοθέντες χρεωστικοί τίτλοι» διαχωρίζονται στα ακόλουθα είδη προϊόντων:
α)
«Πιστοποιητικά καταθέσεων», τα οποία είναι τίτλοι που επιτρέπουν στους κατόχους να αποσύρουν ποσά από έναν λογαριασμό·
β)
«Τίτλοι εξασφαλισμένοι με στοιχεία ενεργητικού» είναι τίτλοι που προέρχονται από συναλλαγές τιτλοποιήσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 61 του ΚΚΑ·
γ)
«Καλυμμένα ομόλογα», όπως αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 του ΚΚΑ·
δ)
«Υβριδικές συμβάσεις» οι οποίες περιλαμβάνουν συμβάσεις με ενσωματωμένα παράγωγα που δεν περιλαμβάνονται στα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) ούτε ταξινομούνται ως μετατρέψιμα σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα δυνάμει του στοιχείου ε)·
ε)
«Αλλοι εκδοθέντες χρεωστικοί τίτλοι» οι οποίοι είναι χρεωστικοί τίτλοι που δεν περιλαμβάνονται στα προϊόντα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και δ) και γίνεται αντίστοιχη διάκριση σε σύνθετα μετατρέψιμα χρηματοοικονομικά μέσα και μη μετατρέψιμα μέσα. 99. Οι «Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης» που έχουν εκδοθεί αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως άλλες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί. Οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που έχουν εκδοθεί με τη μορφή τίτλων ταξινομούνται ως «Εκδοθέντες χρεωστικοί τίτλοι», και οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης με τη μορφή καταθέσεων ταξινομούνται ως «Καταθέσεις». 100. Το υπόδειγμα 8.2 περιλαμβάνει τη λογιστική αξία των «Καταθέσεων» και των «Εκδοθέντων χρεωστικών τίτλων» που είναι χρέος μειωμένης εξασφάλισης, όπως καθορίζεται στον πίνακα του Μέρους 2 του παραρτήματος II του κανονισμού BSI της ΕΚΡ, που ταξινομείται ανά λογιστικό χαρτοφυλάκιο. Τα μέσα «Χρέους μειωμένης εξασφάλισης» παρέχουν επικουρική απαίτηση έναντι του ιδρύματος έκδοσης, η οποία μπορεί να ασκηθεί μόνον αφού έχουν ικανοποιηθεί όλες οι απαιτήσεις υψηλότερης βαθμίδας. 101. Οι «Σωρευτικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω μεταβολών στον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο» περιλαμβάνουν όλες τις εν λόγω σωρευτικές μεταβολές εύλογης αξίας, ανεξάρτητα από το αν αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα ή στα λοιπά συνολικά έσοδα. 9. ΔΑΝΕΙΑΚΕς ΔΕΣΜΕΥΣΕΙς, ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕς ΕΓΓΥΗΣΕΙς ΚΑΙ ΑΛΛΕς ΔΕΣΜΕΥΣΕΙς (9) 102. Τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού περιλαμβάνουν τα στοιχεία εκτός ισολογισμού που απαριθμούνται στο παράρτημα I του ΚΚΑ. Στα υποδείγματα 9.1, 9.1.1 και 9.2, όλα τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού που απαριθμούνται στο παράρτημα I του ΚΚΑ, αναλύονται σε δανειακές δεσμεύσεις, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες δεσμεύσεις. 103. Οι πληροφορίες για τις δανειακές δεσμεύσεις, τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και τις άλλες δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν και λήφθηκαν περιλαμβάνουν τόσο ανακλητές όσο και αμετάκλητες δεσμεύσεις. 104. Οι δανειακές δεσμεύσεις, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις, οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I του ΚΚΑ, μπορούν να είναι μέσα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9, εφόσον επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ή υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9, καθώς και μέσα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 37 ή του ΔΠΧΑ 4. 105. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι δανειακές δεσμεύσεις, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις υποβάλλονται στο υπόδειγμα 9.1.1, όταν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9·
β)
αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων βάσει του ΔΠΧΑ 9·
γ)
εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 37 ή του ΔΠΧΑ 4. 106. Οι υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται ως πιστωτικές ζημίες για τις δοθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και τις αναληφθείσες δεσμεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 105 στοιχεία α) και γ) του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος, αναφέρονται ως προβλέψεις, ανεξάρτητα από τα κριτήρια επιμέτρησης που εφαρμόζονται. 107. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα ιδρύματα αναφέρουν το ονομαστικό ποσό και τις προβλέψεις μέσων τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που επιμετρώνται στο αρχικό κόστος μείον το σωρευτικό ποσό των εσόδων που αναγνωρίζεται, κατά βαθμίδες απομείωσης, εκτός εάν θεωρούνται απομειωμένης πιστωτικής αξίας κατά την αρχική αναγνώριση σύμφωνα με τον ορισμό των αγορασμένων ή δημιουργημένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού του προσαρτήματος Α του ΔΠΧΑ 9. Για τα εν λόγω ανοίγματα, το ονομαστικό ποσό και οι προβλέψεις αναφέρονται χωριστά, εκτός των βαθμίδων απομείωσης στο υπόδειγμα 9.1.1. 108. Στο υπόδειγμα 9.1.1, υποβάλλεται μόνο το ονομαστικό ποσό της δέσμευσης, όταν το χρεωστικό μέσο περιλαμβάνει τόσο ένα μέσο εντός ισολογισμού όσο και ένα συστατικό στοιχείο εκτός ισολογισμού. Εάν η οντότητα που υποβάλλει αναφορά δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει χωριστά τις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες στα συστατικά στοιχεία εντός και εκτός ισολογισμού, οι αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες επί της δέσμευσης αναφέρονται από κοινού με τη σωρευτική απομείωση επί του συστατικού στοιχείου εντός ισολογισμού. Εάν οι συνδυασμένες αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες υπερβαίνουν την ακαθάριστη λογιστική αξία του χρεωστικού μέσου, το εναπομένον υπόλοιπο των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών υποβάλλεται ως πρόβλεψη στην κατάλληλη στήλη στο υπόδειγμα 9.1.1 (ΔΠΧΑ 9.5.5.20 και ΔΠΧΑ 7.B8E). 109. Χρηματοοικονομική εγγύηση ή δέσμευση χορήγησης δανείου με επιτόκιο χαμηλότερο από εκείνο της αγοράς που επιμετράται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.4.2.1(δ) και για την οποία η πρόβλεψη ζημίας προσδιορίζεται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.5 αναφέρεται στην κατάλληλη στήλη. 110. Εάν οι δανειακές δεσμεύσεις, χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες δεσμεύσεις επιμετρώνται στην εύλογη αξία σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, τα ιδρύματα υποβάλλουν στο υπόδειγμα 9.1.1 το ονομαστικό ποσό και τις σωρευτικές αρνητικές μεταβολές στην εύλογη αξία λόγω πιστωτικού κινδύνου των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και δεσμεύσεων σε ειδικές στήλες. Οι «Σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου» υποβάλλονται εφαρμόζοντας τα κριτήρια της παραγράφου 69 του παρόντος Μέρους. 111. Το ονομαστικό ποσό και οι προβλέψεις άλλων δεσμεύσεων ή εγγυήσεων οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 37 ή του ΔΠΧΑ 4 υποβάλλονται σε ειδικές στήλες. 112. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα ιδρύματα υποβάλλουν στο υπόδειγμα 9.1 το ονομαστικό ποσό των δεσμεύσεων και χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 102 και 103, καθώς και το ποσό των προβλέψεων που απαιτούνται γι’ αυτά τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού. 113. Οι «Δανειακές δεσμεύσεις» είναι σταθερές δεσμεύσεις για την παροχή πιστώσεων σύμφωνα με προκαθορισμένους όρους και προϋποθέσεις, εκτός από εκείνες που είναι παράγωγα, επειδή μπορούν να διακανονιστούν συμψηφιστικά τοις μετρητοίς ή με παράδοση ή έκδοση άλλου χρηματοοικονομικού μέσου. Τα ακόλουθα στοιχεία του παραρτήματος I του ΚΚΑ ταξινομούνται ως «Δανειακές δεσμεύσεις»:
α)
«Προθεσμιακές καταθέσεις»·
β)
«Μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις», που περιλαμβάνουν συμφωνίες «δανεισμού» ή παρέχουν «διευκολύνσεις αποδοχής», σύμφωνα με προκαθορισμένους όρους και προϋποθέσεις. 114. Οι «Χρηματοοικονομικές εγγυήσεις» είναι συμβάσεις βάσει των οποίων ο εκδότης πρέπει να καταβάλει συγκεκριμένες πληρωμές για την αποζημίωση του κατόχου, λόγω ζημίας που υπέστη από την αδυναμία συγκεκριμένου οφειλέτη να καταβάλει εγκαίρως πληρωμές, σύμφωνα με τους αρχικούς ή τους τροποποιημένους όρους ενός χρεωστικού μέσου, συμπεριλαμβανομένων των εγγυήσεων που παρέχονται για άλλες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις. Βάσει των ΔΠΧΑ, οι εν λόγω συμβάσεις ανταποκρίνονται στον ορισμό των συμβάσεων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που περιέχεται στο ΔΠΧΑ 9.2.1(ε) και στο ΔΠΧΑ 4.Α. Τα ακόλουθα στοιχεία του παραρτήματος I του ΚΚΑ ταξινομούνται ως «Χρηματοοικονομικές εγγυήσεις»:
α)
«Εγγυήσεις που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων»·
β)
«Πιστωτικά παράγωγα» που ανταποκρίνονται στον ορισμό της χρηματοοικονομικής εγγύησης·
γ)
«Ανέκκλητες ενέγγυες πιστώσεις εν αναμονή που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων». 115. Οι «Αλλες δεσμεύσεις» περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία του παραρτήματος I του ΚΚΑ:
α)
«Μη καταβληθέν τμήμα μερικώς πληρωθέντων τίτλων και μετοχών»·
β)
«Πιστώσεις έναντι φορτωτικών εγγράφων που έχουν εκδοθεί ή βεβαιωθεί»·
γ)
«Εκτός ισολογισμού στοιχεία χρηματοδότησης του εμπορίου»·
δ)
«Πιστώσεις έναντι φορτωτικών εγγράφων, στις οποίες τα εμπορεύματα χρησιμεύουν ως πρόσθετη εγγύηση και άλλες αυτοεξοφλούμενες συναλλαγές»·
ε)
«Εγγυήσεις και ασφάλειες» (περιλαμβανομένων των εγγυήσεων συμμετοχής σε διαγωνισμό και καλής εκτέλεσης) και «εγγυήσεις που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων»·
στ)
«Εγγυήσεις φορτωτικής, τελωνειακές εγγυήσεις και εγγυήσεις καταβολής φόρου»·
ζ)
«Διευκολύνσεις έκδοσης αξιών» («ΝΙF») και «Ανανεούμενες ασφαλιστικές διευκολύνσεις» («RUF»)·
η)
«Μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις» που περιλαμβάνουν υποχρεώσεις «δανειοδότησης» ή παροχής «διευκολύνσεων αποδοχής», όταν οι όροι και οι προϋποθέσεις δεν είναι προκαθορισμένοι·
θ)
«Μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις» που περιλαμβάνουν υποχρεώσεις «αγοράς τίτλων» ή «παροχής εγγυήσεων»·
ι)
«Μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις για εγγυήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμό και καλής εκτέλεσης»·
ια)
«Αλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού» στο παράρτημα I του ΚΚΑ. 116. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα ακόλουθα στοιχεία αναγνωρίζονται στον ισολογισμό και, κατά συνέπεια, δεν υποβάλλονται ως ανοίγματα εκτός ισολογισμού:
α)
τα «Πιστωτικά παράγωγα» που δεν πληρούν τον ορισμό των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων είναι «παράγωγα» σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9·
β)
οι «Τίτλοι αποδοχής» είναι οι υποχρεώσεις ενός ιδρύματος να καταβάλει κατά τη λήξη την ονομαστική αξία μιας συναλλαγματικής, η οποία συνήθως καλύπτει την πώληση αγαθών. Κατά συνέπεια, κατατάσσονται ως «εμπορικές εισπρακτέες απαιτήσεις» στον ισολογισμό·
γ)
οι «Οπισθογραφήσεις αξιογράφων» που δεν πληρούν τα κριτήρια για παύση αναγνώρισης σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9·
δ)
οι «Συναλλαγές με δικαίωμα προσφυγής» που δεν πληρούν τα κριτήρια για παύση αναγνώρισης σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9·
ε)
τα «Στοιχεία ενεργητικού που έχουν αγοραστεί βάσει συμφωνιών μελλοντικής αγοράς» είναι «παράγωγα» σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9·
στ)
οι «Συμφωνίες προσωρινής εκχώρησης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 3 και 5 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ». Στις εν λόγω συμβάσεις, ο εκδοχέας έχει το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να επιστρέψει τα στοιχεία ενεργητικού σε τιμή συμφωνηθείσα εκ των προτέρων σε μια ημερομηνία που έχει καθοριστεί ή σε ημερομηνία που θα καθοριστεί. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω συμβάσεις ανταποκρίνονται στον ορισμό των παραγώγων του προσαρτήματος Α του ΔΠΧΑ 9-. 117. Το στοιχείο «εκ των οποίων: μη εξυπηρετούμενες» περιλαμβάνει το ονομαστικό ποσό εκείνων των δανειακών δεσμεύσεων, χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και άλλων αναληφθεισών δεσμεύσεων οι οποίες θεωρούνται μη εξυπηρετούμενες σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 του παρόντος Μέρους. 118. Για τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις, δανειακές δεσμεύσεις και άλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις, το «Ονομαστικό ποσό» είναι το ποσό που αντιπροσωπεύει καλύτερα το μέγιστο άνοιγμα του ιδρύματος σε πιστωτικό κίνδυνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν εξασφαλίσεις υπό κατοχή ή άλλες πιστωτικές ενισχύσεις. Ειδικότερα, για τις δοθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις, το ονομαστικό ποσό είναι το μέγιστο ποσό που θα κληθεί να καταβάλει η οντότητα εάν καταπέσει η εγγύηση. Για τις δανειακές δεσμεύσεις, το ονομαστικό ποσό είναι το μη αναληφθέν ποσό που η οντότητα έχει δεσμευθεί να δανείσει. Τα ονομαστικά ποσά είναι οι αξίες ανοίγματος πριν από την εφαρμογή συντελεστών μετατροπής και τεχνικών μετριασμού του πιστωτικού κινδύνου. 119. Στο υπόδειγμα 9.2, για ληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις, το ονομαστικό ποσό είναι το συνολικό μη αναληφθέν ποσό που ο αντισυμβαλλόμενος έχει δεσμευθεί να δανείσει στο ίδρυμα. Για άλλες ληφθείσες δεσμεύσεις, το ονομαστικό ποσό είναι το συνολικό ποσό για το οποίο έγινε δέσμευση από το άλλο μέρος στη συναλλαγή. Για ληφθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις, το «μέγιστο ποσό της εγγύησης που μπορεί να ληφθεί υπόψη» είναι το μέγιστο ποσό που θα κληθεί να καταβάλει ο αντισυμβαλλόμενος, εάν καταπέσει η εγγύηση. Όταν μια ληφθείσα χρηματοοικονομική εγγύηση έχει εκδοθεί από περισσότερους του ενός εγγυητές, το ποσό της εγγύησης υποβάλλεται μόνο μία φορά στο συγκεκριμένο υπόδειγμα· το ποσό της εγγύησης κατανέμεται στον εγγυητή που είναι πιο συναφής για τον μετριασμό του πιστωτικού κινδύνου. 10. ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗς (10 ΚΑΙ 11) 120. Για τους σκοπούς των υποδειγμάτων 10 και 11, τα παράγωγα θεωρούνται είτε ως παράγωγα αντιστάθμισης, εφόσον χρησιμοποιούνται σε μια επιλέξιμη σχέση αντιστάθμισης σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ ή τις εφαρμοστέες εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, είτε ως διακρατούμενα για διαπραγμάτευση σε άλλες περιπτώσεις. 121. Η λογιστική αξία και το ονομαστικό ποσό των παραγώγων που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών αντισταθμίσεων, καθώς και των παραγώγων που διακρατούνται για λογιστική αντιστάθμισης, υποβάλλονται ανά είδος υποκείμενου κινδύνου, ανά είδος αγοράς και ανά είδος προϊόντος, στα υποδείγματα 10 και 11. Τα ιδρύματα υποβάλλουν τα παράγωγα που διακρατούνται για λογιστική αντιστάθμισης επίσης ανά είδος αντιστάθμισης. Πληροφορίες σχετικά με μη παράγωγα μέσα αντιστάθμισης υποβάλλονται χωριστά ανά είδος αντιστάθμισης. 122. Σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, όλα τα παράγωγα υποβάλλονται στα εν λόγω υποδείγματα, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αναγνωρίζονται στον ισολογισμό βάσει των σχετικών εθνικών ΓΑΛΑ. 123. Για την κατανομή της λογιστικής αξίας, της εύλογης αξίας και του ονομαστικού ποσού των παραγώγων εμπορικής χρήσης και αντιστάθμισης ανά λογιστικά χαρτοφυλάκια και είδη αντιστάθμισης, λαμβάνονται υπόψη τα λογιστικά χαρτοφυλάκια και τα είδη αντιστάθμισης που εφαρμόζονται στα ΔΠΧΑ ή στις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, ανάλογα με το πλαίσιο που εφαρμόζεται στην οντότητα που υποβάλλει αναφορά. 124. Τα παράγωγα εμπορικής χρήσης και αντιστάθμισης τα οποία, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, επιμετρώνται στο κόστος ή στη LOCOM προσδιορίζονται χωριστά. 125. Στο υπόδειγμα 11 περιλαμβάνονται μέσα αντιστάθμισης και αντισταθμισμένα στοιχεία, ανεξάρτητα από το λογιστικό πρότυπο που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση μιας επιλέξιμης σχέσης αντιστάθμισης, μεταξύ άλλων και όταν η συγκεκριμένη επιλέξιμη σχέση αντιστάθμισης αφορά μια καθαρή θέση. Εάν ένα ίδρυμα έχει επιλέξει να συνεχίσει να εφαρμόζει το ΔΛΠ 39 για τη λογιστική αντιστάθμισης (ΔΠΧΑ 9.7.2.21), οι παραπομπές και τα ονόματα των ειδών αντιστάθμισης και των λογιστικών χαρτοφυλακίων θεωρούνται ως οι σχετικές παραπομπές και τα ονόματα που περιλαμβάνονται στο ΔΛΠ 39.9: Τα «Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» αναφέρονται στα «Στοιχεία ενεργητικού διαθέσιμα προς πώληση» και τα «Στοιχεία ενεργητικού επιμετρούμενα στο αποσβεσμένο κόστος» περιλαμβάνουν τα «Διακρατούμενα έως τη λήξη», καθώς και τα «Δάνεια και απαιτήσεις». 126. Τα παράγωγα που περιλαμβάνονται σε υβριδικά μέσα, τα οποία έχουν διαχωριστεί από το κύριο συμβόλαιο, υποβάλλονται στα υποδείγματα 10 και 11, ανάλογα με τη φύση του παραγώγου. Το ποσό του κύριου συμβολαίου δεν περιλαμβάνεται στα εν λόγω υποδείγματα. Ωστόσο, εάν το υβριδικό μέσο επιμετράται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, η σύμβαση αναφέρεται ως σύνολο και τα ενσωματωμένα παράγωγα δεν υποβάλλονται στα υποδείγματα 10 και 11. 127. Οι δεσμεύσεις που θεωρούνται ως παράγωγα [ΔΠΧΑ 9.2.3(β)] και τα πιστωτικά παράγωγα που δεν πληρούν τον ορισμό της χρηματοοικονομικής εγγύησης, που παρατίθεται στην παράγραφο 114 του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος, υποβάλλονται στο υπόδειγμα 10 και στο υπόδειγμα 11 με τις ίδιες κατανομές όπως και τα άλλα παράγωγα μέσα, αλλά δεν υποβάλλονται στο υπόδειγμα 9. 128. Η λογιστική αξία μη παράγωγων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού ή μη παράγωγων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, που αναγνωρίζονται ως μέσα αντιστάθμισης κατ’ εφαρμογή των ΔΠΧΑ ή των σχετικών εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD, υποβάλλεται χωριστά στο υπόδειγμα 11.3. 10.1 Ταξινόμηση των παραγώγων ανά είδος κινδύνου 129. Όλα τα παράγωγα ταξινομούνται σε μία από τις κατωτέρω κατηγορίες κινδύνου:
α)
επιτόκιο: τα παράγωγα επιτοκίου είναι συμβάσεις που σχετίζονται με τοκοφόρο χρηματοοικονομικό μέσο του οποίου οι ταμειακές ροές καθορίζονται με την παραπομπή σε επιτόκια αναφοράς ή άλλη σύμβαση επιτοκίου, όπως δικαίωμα προαίρεσης επί συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης για την αγορά κρατικών ομολόγων. Η εν λόγω κατηγορία περιορίζεται σε εκείνες τις πράξεις στις οποίες όλα τα σκέλη είναι εκτεθειμένα στο επιτόκιο ενός μόνον νομίσματος. Κατά συνέπεια, εξαιρούνται οι συμβάσεις που αφορούν τις πράξεις συναλλάγματος ενός ή περισσότερων ξένων νομισμάτων, όπως ανταλλαγές συναλλάγματος σε διαφορετικά νομίσματα και δικαιώματα προαίρεσης επί νομισμάτων, καθώς και άλλες συμβάσεις των οποίων το πρωταρχικό χαρακτηριστικό κινδύνου είναι ο συναλλαγματικός κίνδυνος, τα οποία πρέπει να υποβάλλονται ως συμβάσεις συναλλάγματος. Η μόνη εξαίρεση είναι όταν οι ανταλλαγές συναλλάγματος σε διαφορετικά νομίσματα χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αντιστάθμισης του κινδύνου επιτοκίου ενός χαρτοφυλακίου, περίπτωση στην οποία υποβάλλονται στις ειδικές γραμμές για τα συγκεκριμένα είδη αντιστάθμισης. Οι συμβάσεις επιτοκίου περιλαμβάνουν προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου, συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων στο ίδιο νόμισμα, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου, δικαιώματα προαίρεσης επιτοκίου (συμπεριλαμβανομένων ανώτατων ορίων, κατώτατων ορίων, ανώτατων και κατώτατων ορίων διακύμανσης επιτοκίου, περιθωρίων), δικαιώματα προαίρεσης συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίου και τίτλους επιλογής (warrants) επιτοκίου·
β)
μετοχικό κεφάλαιο: τα παράγωγα επί μετοχών είναι συμβάσεις των οποίων η απόδοση, ή ένα τμήμα της απόδοσής τους, συνδέεται με την τιμή μιας συγκεκριμένης μετοχής ή με έναν δείκτη τιμών των μετοχών·
γ)
συνάλλαγμα και χρυσός: αυτά τα παράγωγα περιλαμβάνουν συμβάσεις που αφορούν την ανταλλαγή νομισμάτων στην προθεσμιακή αγορά και το άνοιγμα σε χρυσό. Επομένως, καλύπτουν τις μελλοντικές αγορές, τις πράξεις ανταλλαγής συναλλάγματος, τις πράξεις ανταλλαγής νομισμάτων (συμπεριλαμβανομένων των διασυναλλαγματικών πράξεων ανταλλαγής επιτοκίων), τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης συναλλάγματος, τα δικαιώματα προαίρεσης συναλλάγματος, τα δικαιώματα προαίρεσης συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων και τους τίτλους επιλογής (warrants) νομίσματος. Τα παράγωγα συναλλάγματος περιλαμβάνουν όλες τις πράξεις που συνεπάγονται άνοιγμα σε περισσότερα του ενός νομίσματα, είτε σε συναλλαγματικές ισοτιμίες είτε σε επιτόκια, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες οι διασυναλλαγματικές πράξεις ανταλλαγής χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αντιστάθμισης του κινδύνου επιτοκίου ενός χαρτοφυλακίου. Οι συμβάσεις χρυσού περιλαμβάνουν όλες τις πράξεις που συνεπάγονται άνοιγμα στο εν λόγω βασικό εμπόρευμα·
δ)
πίστωση: Τα πιστωτικά παράγωγα είναι συμβάσεις στις οποίες η πληρωμή συνδέεται κυρίως με κάποιο μέτρο της πιστοληπτικής ικανότητας μιας συγκεκριμένης πίστωσης αναφοράς και οι οποίες δεν πληρούν τον ορισμό των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων [ΔΠΧΑ 9.4.2.1(γ)]. Οι συμβάσεις καθορίζουν μια ανταλλαγή πληρωμών, κατά την οποία τουλάχιστον ένα από τα δύο σκέλη προσδιορίζεται από τις επιδόσεις της πίστωσης αναφοράς. Οι πληρωμές μπορούν να ενεργοποιηθούν από ορισμένα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένης μιας αθέτησης, μιας υποβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας ή μιας προκαθορισμένης μεταβολής στο πιστωτικό περιθώριο του στοιχείου ενεργητικού αναφοράς. Τα πιστωτικά παράγωγα που πληρούν τον ορισμό της χρηματοοικονομικής εγγύησης, που παρατίθεται στην παράγραφο 114 του παρόντος Μέρους του παρόντος Παραρτήματος, υποβάλλονται μόνο στο υπόδειγμα 9·
ε)
βασικό εμπόρευμα: αυτά τα παράγωγα είναι συμβάσεις των οποίων η απόδοση, ή ένα τμήμα της απόδοσής τους, συνδέεται με την τιμή, ή με έναν δείκτη τιμών, βασικού εμπορεύματος, όπως πολύτιμα μέταλλα (εκτός από χρυσό), πετρέλαιο, ξυλεία ή γεωργικά προϊόντα·
στ)
άλλα: τα εν λόγω παράγωγα είναι οποιεσδήποτε άλλες συμβάσεις παραγώγων, οι οποίες δεν συνεπάγονται άνοιγμα έναντι συναλλαγματικού κινδύνου, κινδύνου επιτοκίου, κινδύνου ιδίων κεφαλαίων, κινδύνου βασικού εμπορεύματος ή πιστωτικού κινδύνου, όπως τα κλιματικά παράγωγα ή τα ασφαλιστικά παράγωγα. 130. Όταν ένα παράγωγο επηρεάζεται από περισσότερα του ενός είδη υποκείμενου κινδύνου, το μέσο κατανέμεται στο πλέον ευαίσθητο είδος κινδύνου. Για παράγωγα πολλαπλών ανοιγμάτων, σε περίπτωση αβεβαιότητας, οι πράξεις κατανέμονται με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας:
α)
βασικά εμπορεύματα: όλες οι συναλλαγές παραγώγων που αφορούν άνοιγμα σε βασικό εμπόρευμα ή δείκτη βασικού εμπορεύματος, είτε περιλαμβάνουν από κοινού άνοιγμα σε βασικά εμπορεύματα είτε όχι, καθώς και τυχόν άλλη κατηγορία κινδύνου που μπορεί να περιλαμβάνει συνάλλαγμα, επιτόκιο ή μετοχικό κεφάλαιο, υποβάλλονται σε αυτήν την κατηγορία·
β)
μετοχές: με εξαίρεση τις συμβάσεις με άνοιγμα από κοινού σε βασικά εμπορεύματα και μετοχές, που πρέπει να υποβάλλονται ως βασικά εμπορεύματα, όλες οι συναλλαγές παραγώγων με σύνδεση με τις επιδόσεις των μετοχών ή των δεικτών μετοχών υποβάλλονται στην κατηγορία μετοχών. Οι πράξεις μετοχικού κεφαλαίου με άνοιγμα σε συνάλλαγμα ή επιτόκια περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία·
γ)
συνάλλαγμα και χρυσός: αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει όλες τις συναλλαγές παραγώγων (με εξαίρεση εκείνες που έχουν ήδη υποβληθεί στην κατηγορία βασικού εμπορεύματος ή μετοχών) με άνοιγμα σε περισσότερα του ενός νομίσματα, που αφορούν είτε τοκοφόρα χρηματοοικονομικά μέσα είτε συναλλαγματικές ισοτιμίες, εκτός εάν οι διασυναλλαγματικές πράξεις ανταλλαγής χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αντιστάθμισης του κινδύνου επιτοκίου ενός χαρτοφυλακίου. 10.2 Ποσά που πρέπει να αναφέρονται για τα παράγωγα 131. Σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ, η «λογιστική αξία» για όλα τα παράγωγα (αντιστάθμισης ή διαπραγμάτευσης) είναι η εύλογη αξία. Τα παράγωγα με θετική εύλογη αξία (άνω του μηδενός), είναι «χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού» και τα παράγωγα με αρνητική εύλογη αξία (υπό του μηδενός) είναι «χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις». Η «λογιστική αξία» αναφέρεται χωριστά για παράγωγα με θετική εύλογη αξία («χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού») και για εκείνα με αρνητική εύλογη αξία («χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις»). Κατά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης, ένα παράγωγο ταξινομείται ως «χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού» ή «χρηματοοικονομική υποχρέωση» ανάλογα με την αρχική εύλογη αξία του. Μετά την αρχική αναγνώριση, καθώς η εύλογη αξία ενός παραγώγου αυξάνεται ή μειώνεται, οι όροι της ανταλλαγής μπορεί να καταστούν είτε ευνοϊκοί για το ίδρυμα (και το παράγωγο ταξινομείται ως «χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού») είτε δυσμενείς (και το παράγωγο ταξινομείται ως «χρηματοοικονομική υποχρέωση»). Η λογιστική αξία των παραγώγων αντιστάθμισης είναι ολόκληρη η εύλογη αξία τους, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των συστατικών στοιχείων της εν λόγω εύλογης αξίας που δεν προσδιορίζονται ως μέσα αντιστάθμισης. 132. Πέραν των λογιστικών αξιών, όπως ορίζονται στην παράγραφο 27 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος, οι εύλογες αξίες αναφέρονται από τα ιδρύματα που υποβάλλουν αναφορά σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD για όλα τα παράγωγα μέσα, είτε απαιτείται να εγγράφονται εντός ισολογισμού είτε εκτός ισολογισμού, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD. 133. Το «Ονομαστικό ποσό» είναι η ακαθάριστη ονομαστική αξία όλων των πράξεων που έχουν συμφωνηθεί και δεν έχουν ακόμη διακανονιστεί κατά την ημερομηνία αναφοράς, ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω πράξεις οδηγούν στην εγγραφή ανοιγμάτων παραγώγων εντός ισολογισμού. Συγκεκριμένα, για τον προσδιορισμό του ονομαστικού ποσού λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
α)
για συμβάσεις με ποικίλα ονομαστικά ποσά αρχικού κεφαλαίου, η βάση για την υποβολή αναφορών είναι τα ονομαστικά ποσά αρχικού κεφαλαίου κατά την ημερομηνία αναφοράς·
β)
η αξία του ονομαστικού ποσού που πρέπει να υποβληθεί για μια σύμβαση παραγώγων με πολλαπλασιαστική συνιστώσα είναι το συμβατικό πραγματικό ονομαστικό ποσό ή αξία·
γ)
συμφωνίες ανταλλαγής: το ονομαστικό ποσό μιας συμφωνίας ανταλλαγής είναι το υποκείμενο ποσό αρχικού κεφαλαίου επί του οποίου βασίζεται η ανταλλαγή τόκων, συναλλάγματος ή άλλων εσόδων ή εξόδων·
δ)
συμβάσεις συνδεόμενες με μετοχές ή με βασικά εμπορεύματα: το ονομαστικό ποσό που πρέπει να υποβληθεί για μια σύμβαση μετοχών ή βασικού εμπορεύματος είναι η ποσότητα του προϊόντος βασικού εμπορεύματος ή μετοχών που έχει συμβατικά συμφωνηθεί για αγορά ή πώληση, πολλαπλασιαζόμενο με τη συμβατική τιμή μιας μονάδας. Το ονομαστικό ποσό που πρέπει να υποβληθεί για συμβάσεις βασικού εμπορεύματος με πολλαπλές ανταλλαγές αρχικού κεφαλαίου είναι το συμβατικό ποσό πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμό των υπόλοιπων ανταλλαγών αρχικού κεφαλαίου στη σύμβαση·
ε)
πιστωτικά παράγωγα: το συμβατικό ποσό που πρέπει να υποβληθεί για πιστωτικά παράγωγα είναι η ονομαστική αξία της σχετικής πίστωσης αναφοράς·
στ)
τα ψηφιακά δικαιώματα προαίρεσης έχουν προκαθορισμένη αποπληρωμή, η οποία μπορεί να είναι είτε ένα χρηματικό ποσό είτε ένας αριθμός συμβάσεων υποκείμενου μέσου. Το ονομαστικό ποσό για τα ψηφιακά δικαιώματα προαίρεσης είναι είτε το προκαθορισμένο χρηματικό ποσό είτε η εύλογη αξία του υποκείμενου μέσου κατά την ημερομηνία αναφοράς. 134. Η στήλη «Ονομαστικό ποσό» των παραγώγων περιλαμβάνει, για κάθε γραμμή στοιχείων, το άθροισμα των ονομαστικών ποσών όλων των συμβάσεων στις οποίες είναι αντισυμβαλλόμενος το ίδρυμα, ανεξάρτητα από το αν τα παράγωγα θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις στο πλαίσιο του ισολογισμού ή δεν είναι εγγεγραμμένα εντός ισολογισμού. Όλα τα ονομαστικά ποσά υποβάλλονται ανεξάρτητα από το αν η εύλογη αξία των παραγώγων είναι θετική, αρνητική ή ισούται με το μηδέν. Ο συμψηφισμός μεταξύ των ονομαστικών ποσών δεν επιτρέπεται. 135. Το «Ονομαστικό ποσό» υποβάλλεται ανά «σύνολο» και ανά «εκ των οποίων: πωληθέντα» για τα εξής: «Εξωχρηματιστηριακά (OTC) δικαιώματα προαίρεσης», «Δικαιώματα προαίρεσης οργανωμένης αγοράς», «Πίστωση», «Βασικό εμπόρευμα» και «Αλλα». Το στοιχείο «εκ των οποίων πωληθέντα» περιλαμβάνει τα ονομαστικά ποσά (τιμή άσκησης) των συμβάσεων στις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι (κάτοχοι δικαιωμάτων προαίρεσης) του ιδρύματος (εκδότης του δικαιώματος προαίρεσης) έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν το δικαίωμα προαίρεσης και, για τα στοιχεία που έχουν σχέση με παράγωγα πιστωτικού κινδύνου, τα ονομαστικά ποσά των συμβάσεων στα οποία το ίδρυμα (πωλητής προστασίας) έχει πωλήσει (χορηγεί) προστασία στους αντισυμβαλλομένους του (αγοραστές προστασίας). 136. Η κατάταξη μιας συναλλαγής ως «Εξωχρηματιστηριακή αγορά» ή «Οργανωμένη αγορά» βασίζεται στον χαρακτήρα της αγοράς στην οποία πραγματοποιείται η συναλλαγή και όχι στο κατά πόσον υφίσταται υποχρεωτική υποχρέωση εκκαθάρισης για τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Μια «Οργανωμένη αγορά» είναι μια ρυθμιζόμενη αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 92) του ΚΚΑ. Ως εκ τούτου, όταν μια οντότητα που υποβάλλει αναφορά συνάπτει σύμβαση παραγώγου σε εξωχρηματιστηριακή αγορά στην οποία είναι υποχρεωτική η κεντρική εκκαθάριση, το συγκεκριμένο παράγωγο ταξινομείται ως «Εξωχρηματιστηριακή αγορά» και όχι ως «Οργανωμένη αγορά». 10.3. Παράγωγα που ταξινομούνται ως «οικονομικές αντισταθμίσεις» 137. Παράγωγα τα οποία διακρατούνται για σκοπούς αντιστάθμισης, αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια ώστε να είναι αποτελεσματικά μέσα αντιστάθμισης σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, με το ΔΛΠ 39, εφόσον το ΔΛΠ 39 εφαρμόζεται για σκοπούς λογιστικής αντιστάθμισης, ή σύμφωνα με το λογιστικό πλαίσιο δυνάμει των εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD, υποβάλλονται στο υπόδειγμα 10 ως «οικονομικές αντισταθμίσεις». Αυτό ισχύει επίσης σε όλες τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
παράγωγα που αντισταθμίζουν μη εισηγμένα μέσα μετοχικού κεφαλαίου για τα οποία το κόστος ενδέχεται να αποτελεί κατάλληλη εκτίμηση της εύλογης αξίας·
β)
πιστωτικά παράγωγα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, το οποίο προσδιορίζεται ως επιμετρούμενο στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων κατά την αρχική αναγνώριση, ή μεταγενέστερα αυτής, ή ενόσω είναι μη αναγνωρισμένο σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.7·
γ)
παράγωγα που ταξινομούνται ως «διακρατούμενα για διαπραγμάτευση», σύμφωνα με το προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 9 ή ταξινομούνται ως στοιχεία ενεργητικού προς διαπραγμάτευση, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, αλλά δεν αποτελούν μέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 86) του ΚΚΑ. 138. Οι «οικονομικές αντισταθμίσεις» δεν περιλαμβάνουν παράγωγα διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό. 139. Τα παράγωγα που ανταποκρίνονται στον ορισμό των «οικονομικών αντισταθμίσεων» υποβάλλονται ξεχωριστά για κάθε είδος κινδύνου στο υπόδειγμα 10. 140. Τα πιστωτικά παράγωγα που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, το οποίο επιμετράται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, κατά την αρχική αναγνώριση, ή μεταγενέστερα αυτής, ή ενόσω είναι μη αναγνωρισμένο σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.7, υποβάλλονται σε ειδική γραμμή στο υπόδειγμα 10 στο στοιχείο για τον πιστωτικό κίνδυνο. Αλλες οικονομικές αντισταθμίσεις πιστωτικού κινδύνου, για τις οποίες η οντότητα που υποβάλλει αναφορά δεν εφαρμόζει το ΔΠΧΑ 9.6.7, υποβάλλονται χωριστά. 10.4. Ανάλυση των παραγώγων ανά τομέα αντισυμβαλλομένου 141. Η λογιστική αξία και το συνολικό ονομαστικό ποσό παραγώγων που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, καθώς και παραγώγων που διακρατούνται για λογιστική αντιστάθμισης, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην εξωχρηματιστηριακή αγορά, υποβάλλονται ανά αντισυμβαλλόμενο με τη χρήση των ακόλουθων κατηγοριών:
α)
«πιστωτικά ιδρύματα»·
β)
«άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες»·
γ)
«υπόλοιποι», που περιλαμβάνει όλους τους άλλους αντισυμβαλλομένους. 142. Όλα τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, ανεξάρτητα από το είδος κινδύνου με το οποίο σχετίζονται, κατανέμονται ανάλογα με τους εν λόγω αντισυμβαλλομένους. 10.5 Λογιστική αντιστάθμισης σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ (11.2) 143. Όταν, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, απαιτείται η κατανομή των παραγώγων αντιστάθμισης σε κατηγορίες αντισταθμίσεων, τα παράγωγα αντιστάθμισης υποβάλλονται χωριστά για κάθε σχετική κατηγορία: «αντισταθμίσεις εύλογης αξίας», «αντισταθμίσεις ταμειακών ροών», «αντισταθμίσεις κόστους-τιμής», «αντιστάθμιση καθαρών επενδύσεων σε εκμετάλλευση εξωτερικού», «αντισταθμίσεις εύλογης αξίας κινδύνου επιτοκίου χαρτοφυλακίου» και «αντισταθμίσεις ταμειακών ροών κινδύνου επιτοκίου χαρτοφυλακίου». 144. Κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, οι «αντισταθμίσεις κόστους-τιμής» αναφέρονται σε κατηγορία αντιστάθμισης στην οποία το παράγωγο αντιστάθμισης επιμετράται συνήθως στο κόστος. 10.6 Ποσό που πρέπει να υποβάλλεται για μη παράγωγα μέσα αντιστάθμισης (11.3 και 11.3.1) 145. Για τα μη παράγωγα μέσα αντιστάθμισης, το ποσό που πρέπει να υποβάλλεται είναι η λογιστική τους αξία, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες επιμέτρησης για τα λογιστικά χαρτοφυλάκια στα οποία ανήκουν, βάσει των ΔΠΧΑ ή των ΓΑΛΑ με βάση την BAD. Για μη παράγωγα μέσα αντιστάθμισης δεν υποβάλλεται «ονομαστικό ποσό». 10.7 Αντισταθμισμένα στοιχεία σε αντισταθμίσεις εύλογης αξίας (11.4) 146. Η λογιστική αξία των αντισταθμισμένων στοιχείων στο πλαίσιο αντιστάθμισης εύλογης αξίας που αναγνωρίζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης υποβάλλεται ανά λογιστικό χαρτοφυλάκιο και είδος σταθμισμένου κινδύνου για τα αντισταθμισμένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και τις αντισταθμισμένες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις. Όταν ένα χρηματοοικονομικό μέσο αντισταθμίζεται για περισσότερους του ενός κινδύνους, υποβάλλεται στο είδος κινδύνου στο οποίο υποβάλλεται το μέσο αντιστάθμισης, σύμφωνα με την παράγραφο 129. 147. Οι «Αντισταθμίσεις μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού» είναι αντισταθμίσεις εκτός της αντιστάθμισης του κινδύνου επιτοκίου χαρτοφυλακίου, σύμφωνα με το ΔΛΠ 39.89A. Οι αντισταθμίσεις μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού (μικρο-αντισταθμίσεις) περιλαμβάνουν αντισταθμίσεις μηδενικών καθαρών θέσεων, όπως αναφέρονται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.6. 148. Οι «Προσαρμογές αντιστάθμισης επί αντισταθμίσεων μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού» περιλαμβάνουν όλες τις προσαρμογές αντισταθμίσεων για όλες τις αντισταθμίσεις μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού, όπως ορίζονται στην παράγραφο 147. 149. Οι «Προσαρμογές αντιστάθμισης που περιλαμβάνονται στη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού/υποχρεώσεων» είναι το συσσωρευμένο ποσό των κερδών και ζημιών επί των αντισταθμισμένων στοιχείων που έχουν προσαρμόσει τη λογιστική αξία των στοιχείων αυτών και έχουν αναγνωριστεί στα αποτελέσματα. Οι προσαρμογές αντιστάθμισης για τα αντισταθμισμένα στοιχεία που είναι μετοχές επιμετρούμενες στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων υποβάλλονται στο υπόδειγμα 1.3. Οι προσαρμογές αντιστάθμισης για μη αναγνωρισμένες βέβαιες δεσμεύσεις ή συστατικό στοιχείο αυτών δεν υποβάλλονται. 150. Οι «Εναπομένουσες προσαρμογές για διακοπείσες αντισταθμίσεις μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού συμπεριλαμβανομένων των αντισταθμίσεων καθαρών θέσεων» περιλαμβάνουν τις προσαρμογές αντιστάθμισης οι οποίες, μετά τη διακοπή της σχέσης αντιστάθμισης και το πέρας της αναπροσαρμογής των αντισταθμισμένων στοιχείων για κέρδη και ζημίες αντιστάθμισης, απομένουν να αποσβεστούν στα αποτελέσματα, με βάση εκ νέου υπολογισμένο πραγματικό επιτόκιο για αντισταθμισμένα στοιχεία που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος, ή στο ποσό που αντιπροσωπεύει τα προηγουμένως αναγνωρισθέντα σωρευτικά κέρδη ή ζημίες αντιστάθμισης για αντισταθμισμένα στοιχεία που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων. 151. Όταν μια ομάδα χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού ή χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας ομάδας χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού ή χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που συνιστούν καθαρή θέση, είναι επιλέξιμη ως αντισταθμισμένο στοιχείο, τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που απαρτίζουν την εν λόγω ομάδα αναφέρονται στη λογιστική τους αξία σε ακαθάριστη βάση, πριν από τον συμψηφισμό μεταξύ μέσων εντός της ομάδας, στο στοιχείο «Στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αντιστάθμιση καθαρής θέσης (προ συμψηφισμού)». 152. Τα «Αντισταθμισμένα στοιχεία στην αντιστάθμιση του κινδύνου επιτοκίου χαρτοφυλακίου» περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αντιστάθμιση εύλογης αξίας της έκθεσης σε κίνδυνο επιτοκίου ενός χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού ή χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων. Τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα αναφέρονται στη λογιστική τους αξία σε ακαθάριστη βάση, πριν από τον συμψηφισμό μεταξύ των μέσων εντός του χαρτοφυλακίου. 11. ΜΕΤΑΒΟΛΕς ΣΤΙς ΠΡΟΒΛΕΨΕΙς ΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΕς ΖΗΜΙΕς (12) 11.1 Μεταβολές στις προβλέψεις για πιστωτικές ζημίες και απομείωση μέσων ιδίων κεφαλαίων βάσει των εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD (12.0) 153. Το υπόδειγμα 12.0 περιλαμβάνει συμφωνία των υπολοίπων ανοίγματος και κλεισίματος του λογαριασμού πρόβλεψης για χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση μεθόδους κόστους, καθώς και για χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με άλλες μεθόδους ή επιμετρώνται στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια, σε περίπτωση που οι εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD απαιτούν την υπαγωγή αυτών των στοιχείων ενεργητικού σε απομείωση (περιλαμβανομένων των διαθέσιμων υπολοίπων σε κεντρικές τράπεζες και άλλων καταθέσεων όψεως). Οι προσαρμογές αξίας επί στοιχείων ενεργητικού που επιμετρώνται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ τιμής κτήσης και αγοραίας τιμής δεν υποβάλλονται στο υπόδειγμα 12.0. 154. Οι «Αυξήσεις λόγω ποσών που παρακρατούνται για εκτιμώμενες δανειακές ζημίες κατά τη διάρκεια της περιόδου» υποβάλλονται όταν, για την κύρια κατηγορία στοιχείων ενεργητικού ή για τον αντισυμβαλλόμενο, η εκτίμηση της απομείωσης για την περίοδο έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση καθαρών εξόδων· δηλαδή, για τη δεδομένη κατηγορία ή τον αντισυμβαλλόμενο, οι αυξήσεις απομείωσης για τη δεδομένη περίοδο υπερβαίνουν τις μειώσεις. Οι «Μειώσεις λόγω ποσών που αντιλογίζονται για προβλεπόμενες δανειακές ζημίες κατά τη διάρκεια της περιόδου» υποβάλλονται όταν, για την κύρια κατηγορία στοιχείων ενεργητικού ή για τον αντισυμβαλλόμενο, η εκτίμηση της απομείωσης για την περίοδο έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση καθαρών εσόδων· δηλαδή, για τη δεδομένη κατηγορία ή τον αντισυμβαλλόμενο, οι μειώσεις απομείωσης για τη δεδομένη περίοδο υπερβαίνουν τις αυξήσεις. 155. Οι μεταβολές στα ποσά προβλέψεων λόγω αποπληρωμής ή διάθεσης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού υποβάλλονται στο στοιχείο «Αλλες προσαρμογές». Οι διαγραφές υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 72 έως 74. 11.2 Μεταβολές στις προβλέψεις για πιστωτικές ζημίες βάσει των ΔΠΧΑ (12.1) 156. Το υπόδειγμα 12.1 περιλαμβάνει συμφωνία των υπολοίπων ανοίγματος και κλεισίματος του λογαριασμού πρόβλεψης για χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος και στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, κατανεμημένα κατά βαθμίδες απομείωσης, μέσο (περιλαμβανομένων των διαθέσιμων υπολοίπων σε κεντρικές τράπεζες και άλλων καταθέσεων όψεως) και αντισυμβαλλόμενο. Στο υπόδειγμα αναφέρεται χωριστή συμφωνία για τα αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας. 157. Οι προβλέψεις για ανοίγματα εκτός ισολογισμού τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9 υποβάλλονται κατά βαθμίδες απομείωσης και χωριστά για τα αγορασμένα ή δημιουργημένα ανοίγματα απομειωμένης πιστωτικής αξίας. Η απομείωση δανειακών δεσμεύσεων αναφέρεται ως προβλέψεις, μόνον εφόσον δεν υπολογίζονται από κοινού με την απομείωση στοιχείων ενεργητικού εντός ισολογισμού, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.7.B8E και την παράγραφο 108 του παρόντος Μέρους. Οι μεταβολές στις προβλέψεις δεσμεύσεων και χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που επιμετρώνται βάσει του ΔΛΠ 37, και χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστήρια συμβόλαια βάσει του ΔΠΧΑ 4 δεν υποβάλλονται στο συγκεκριμένο υπόδειγμα, αλλά στο υπόδειγμα 43. Οι μεταβολές στην εύλογη αξία λόγω πιστωτικού κινδύνου δεσμεύσεων και χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 δεν υποβάλλονται στο συγκεκριμένο υπόδειγμα, αλλά στο στοιχείο «Κέρδη ή (-) ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά», σύμφωνα με την παράγραφο 50 του παρόντος Μέρους. 158. Τα στοιχεία «εκ των οποίων: συνολικά επιμετρούμενες προβλέψεις» και «εκ των οποίων: μεμονωμένα επιμετρούμενες προβλέψεις» περιλαμβάνουν τις μεταβολές στο σωρευτικό ποσό της απομείωσης σε σχέση με χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού τα οποία έχουν επιμετρηθεί σε συνολική ή μεμονωμένη βάση. 159. Οι «Αυξήσεις λόγω δημιουργίας και απόκτησης» περιλαμβάνουν το ποσό των αυξήσεων στις αναμενόμενες ζημίες που λογιστικοποιούνται κατά την αρχική αναγνώριση των δημιουργηθέντων ή αποκτηθέντων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού. Η εν λόγω αύξηση της πρόβλεψης υποβάλλεται κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς για υποβολή στοιχείων κατόπιν της δημιουργίας ή απόκτησης των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού. Οι αυξήσεις ή μειώσεις στις αναμενόμενες ζημίες επί των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού μετά την αρχική τους αναγνώριση υποβάλλονται σε άλλες στήλες. Τα δημιουργηθέντα ή αποκτηθέντα στοιχεία ενεργητικού περιλαμβάνουν στοιχεία ενεργητικού που προκύπτουν από την εκταμίευση των αναληφθεισών δεσμεύσεων εκτός ισολογισμού. 160. Οι «Μειώσεις λόγω παύσης αναγνώρισης» περιλαμβάνουν το ποσό των μεταβολών στις προβλέψεις, λόγω ολικής παύσης αναγνώρισης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού κατά την περίοδο υποβολής αναφοράς για λόγους πλην διαγραφών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται μεταβιβάσεις σε τρίτους ή η λήξη των συμβατικών δικαιωμάτων λόγω πλήρους αποπληρωμής, διάθεσης αυτών των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού ή μεταφοράς τους σε άλλο λογιστικό χαρτοφυλάκιο. Η μεταβολή στην πρόβλεψη αναγνωρίζεται στη συγκεκριμένη στήλη κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς για υποβολή στοιχείων κατόπιν της αποπληρωμής, διάθεσης ή μεταφοράς. Για ανοίγματα εκτός ισολογισμού, το παρόν στοιχείο περιλαμβάνει επίσης τις μειώσεις στην απομείωση λόγω μετατροπής ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού σε στοιχείο ενεργητικού εντός ισολογισμού. 161. Οι «Μεταβολές λόγω μεταβολής του πιστωτικού κινδύνου (καθαρό ποσό)» περιλαμβάνουν το καθαρό ποσό των μεταβολών στις αναμενόμενες ζημίες στο τέλος της περιόδου υποβολής αναφοράς, λόγω αύξησης ή μείωσης του πιστωτικού κινδύνου μετά την αρχική αναγνώριση, ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω μεταβολές οδήγησαν σε μεταφορά του χρηματοοικονομικού στοιχείου ενεργητικού σε άλλη βαθμίδα. Ο αντίκτυπος στην πρόβλεψη λόγω της αύξησης ή μείωσης του ποσού των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού, ως αποτέλεσμα των εσόδων από δεδουλευμένους και καταβληθέντες τόκους, υποβάλλεται στη συγκεκριμένη στήλη. Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει επίσης τον αντίκτυπο της παρόδου του χρόνου στις αναμενόμενες ζημίες που υπολογίζονται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.5.4.1(α) και (β). Οι μεταβολές στις εκτιμήσεις λόγω επικαιροποιήσεων ή επανεξέτασης των παραμέτρων κινδύνου, καθώς και οι μεταβολές στα οικονομικά δεδομένα που αφορούν το μέλλον, υποβάλλονται επίσης στη συγκεκριμένη στήλη. Οι μεταβολές στις αναμενόμενες ζημίες, λόγω μερικής αποπληρωμής ανοιγμάτων μέσω δόσεων, υποβάλλονται στη συγκεκριμένη στήλη, με εξαίρεση την τελευταία δόση, η οποία υποβάλλεται στη στήλη «Μειώσεις λόγω παύσης αναγνώρισης». 162. Όλες οι μεταβολές στις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες που σχετίζονται με ανακυκλούμενα ανοίγματα υποβάλλονται στο στοιχείο «Μεταβολές λόγω μεταβολής του πιστωτικού κινδύνου (καθαρό ποσό)», με εξαίρεση τις μεταβολές που σχετίζονται με διαγραφές και επικαιροποιήσεις στη μεθοδολογία του ιδρύματος για την εκτίμηση των πιστωτικών ζημιών. Τα ανακυκλούμενα ανοίγματα είναι εκείνα στα οποία είναι δυνατή η αυξομείωση των ανεξόφλητων υπολοίπων των πελατών με βάση τις αποφάσεις τους για το ποσό που θα δανειστούν και θα εξοφλήσουν, μέχρις ενός ορίου που καθορίζεται από το ίδρυμα. 163. Οι «Μεταβολές λόγω επικαιροποίησης της μεθοδολογίας εκτίμησης του ιδρύματος (καθαρό ποσό)» περιλαμβάνουν τις μεταβολές λόγω επικαιροποιήσεων στη μεθοδολογία του ιδρύματος για την εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών, λόγω μεταβολών στα υφιστάμενα μοντέλα ή της καθιέρωσης νέων μοντέλων για την εκτίμηση της απομείωσης. Οι επικαιροποιήσεις της μεθοδολογίας περιλαμβάνουν επίσης τον αντίκτυπο της έγκρισης νέων προτύπων. Οι μεταβολές στη μεθοδολογία οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της βαθμίδας απομείωσης ενός στοιχείου ενεργητικού λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο μεταβολής ενός μοντέλου στο σύνολό του. Οι μεταβολές στις εκτιμήσεις λόγω επικαιροποιήσεων ή επανεξέτασης των παραμέτρων κινδύνου, καθώς και οι μεταβολές στα οικονομικά δεδομένα που αφορούν το μέλλον, δεν υποβάλλονται στη συγκεκριμένη στήλη. 164. Η αναφορά των μεταβολών στις αναμενόμενες ζημίες που σχετίζονται με τα τροποποιηθέντα στοιχεία ενεργητικού (ΔΠΧΑ 9.5.4.3 και προσάρτημα A) εξαρτάται από το χαρακτηριστικό της τροποποίησης σύμφωνα με τα εξής:
α)
εάν η τροποποίηση οδηγεί στη μερική ή ολική παύση αναγνώρισης ενός στοιχείου ενεργητικού λόγω διαγραφής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 74, ο αντίκτυπος επί των αναμενόμενων ζημιών λόγω αυτής της παύσης αναγνώρισης υποβάλλεται στο στοιχείο «Μείωση στον λογαριασμό πρόβλεψης λόγω διαγραφών», ενώ τυχόν άλλος αντίκτυπος λόγω τροποποίησης στις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες υποβάλλεται σε άλλες κατάλληλες στήλες·
β)
εάν η τροποποίηση οδηγεί στην πλήρη παύση αναγνώρισης ενός στοιχείου ενεργητικού για λόγους πλην διαγραφής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 74 και στην αντικατάστασή του με νέο στοιχείο ενεργητικού, ο αντίκτυπος της τροποποίησης στις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες υποβάλλεται στο στοιχείο «Μεταβολές λόγω παύσης αναγνώρισης», για τις μεταβολές που οφείλονται στην παύση αναγνώρισης του στοιχείου ενεργητικού, και στο στοιχείο «Αυξήσεις λόγω δημιουργίας και απόκτησης», για τις μεταβολές που οφείλονται στο προσφάτως αναγνωρισθέν τροποποιημένο στοιχείο ενεργητικού. Η παύση αναγνώρισης για λόγους πλην διαγραφών περιλαμβάνει την παύση αναγνώρισης όταν οι όροι των τροποποιημένων στοιχείων ενεργητικού έχουν υποστεί σημαντικές μεταβολές·
γ)
εάν η τροποποίηση δεν οδηγεί σε παύση αναγνώρισης ολόκληρου ή μέρους του τροποποιημένου στοιχείου ενεργητικού, ο αντίκτυπος στις αναμενόμενες ζημίες υποβάλλεται στο στοιχείο «Μεταβολές λόγω τροποποιήσεων χωρίς παύση αναγνώρισης». 165. Οι διαγραφές υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 72 έως 74 του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος και σύμφωνα με τα εξής:
α)
εάν έχει γίνει μερική ή ολική παύση αναγνώρισης ενός χρεωστικού μέσου, διότι δεν υπάρχουν εύλογες προσδοκίες ανάκτησης, η μείωση στην πρόβλεψη ζημίας λόγω των διαγραφέντων ποσών υποβάλλεται στο στοιχείο: «Μείωση στον λογαριασμό πρόβλεψης λόγω διαγραφών»·
β)
τα «Ποσά που διαγράφονται απευθείας στην κατάσταση αποτελεσμάτων» είναι τα ποσά των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που διαγράφονται στη διάρκεια της περιόδου υποβολής αναφοράς, τα οποία υπερβαίνουν οποιονδήποτε λογαριασμό πρόβλεψης των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού κατά την ημερομηνία παύσης αναγνώρισης. Περιλαμβάνουν όλα τα ποσά που έχουν διαγραφεί κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβολής αναφοράς, και όχι μόνο τα ποσά που εξακολουθούν να υπόκεινται σε εκτέλεση. 166. Οι «Αλλες προσαρμογές» περιλαμβάνουν κάθε ποσό που δεν υποβάλλεται στις προηγούμενες στήλες, συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών επί των αναμενόμενων ζημιών λόγω συναλλαγματικών διαφορών, εφόσον αυτό συνάδει με την υποβολή στοιχείων για τον συναλλαγματικό αντίκτυπο στο υπόδειγμα 2. 166i. Τα «Κέρδη ή ζημίες από την αναγνώριση παύσης χρεωστικών μέσων» περιλαμβάνουν τη διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που επιμετράται την ημερομηνία παύσης αναγνώρισης και της ληφθείσας αντιπαροχής. 11.3 Μεταφορές μεταξύ βαθμίδων απομείωσης (απεικόνιση σε ακαθάριστη βάση) (12.2) 167. Όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται στα λογιστικά χαρτοφυλάκια και τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού, εκτός των αγορασμένων ή δημιουργημένων χρηματοοικονοικών ανοιγμάτων απομειωμένης πιστωτικής αξίας, τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις απομείωσης του ΔΠΧΑ 9, η ακαθάριστη λογιστική αξία και το ονομαστικό ποσό που έχουν μεταφερθεί μεταξύ βαθμίδων απομείωσης κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβολής αναφοράς υποβάλλονται, αντίστοιχα, στο υπόδειγμα 12.2. 168. Γι’ αυτά τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού ή τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού, τα οποία βρίσκονται σε διαφορετική βαθμίδα απομείωσης, κατά την ημερομηνία αναφοράς για υποβολή στοιχείων, από τη βαθμίδα στην οποία βρίσκονταν στις αρχές του οικονομικού έτους ή κατά την αρχική τους αναγνώριση, υποβάλλεται μόνον η ακαθάριστη λογιστική αξία ή το ονομαστικό ποσό. Για τα ανοίγματα εντός ισολογισμού για τα οποία η απομείωση που υποβάλλεται στο υπόδειγμα 12.1 περιλαμβάνει ένα στοιχείο εκτός ισολογισμού (ΔΠΧΑ 9.5.5.20 και ΔΠΧΑ 7.B8E), λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή στη βαθμίδα του συστατικού στοιχείου εντός και εκτός ισολογισμού. 169. Όσον αφορά την υποβολή στοιχείων σχετικά με τις μεταφορές που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού ή τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού, των οποίων η βαθμίδα απομείωσης έχει μεταβληθεί πολλές φορές από την έναρξη του οικονομικού έτους ή την αρχική τους αναγνώριση, αναφέρονται ως μεταφερθέντα από τη βαθμίδα απομείωσής τους, κατά την έναρξη του οικονομικού έτους ή την αρχική αναγνώριση, στη βαθμίδα απομείωσης στην οποία εντάσσονται κατά την ημερομηνία αναφοράς για υποβολή στοιχείων. 170. Η ακαθάριστη λογιστική αξία ή το ονομαστικό ποσό που υποβάλλεται στο υπόδειγμα 12.2 είναι η ακαθάριστη λογιστική αξία ή η ονομαστική αξία κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, ανεξάρτητα από το αν το εν λόγω ποσό ήταν υψηλότερο ή χαμηλότερο κατά την ημερομηνία της μεταφοράς. 12. ΛΗΦΘΕΙΣΕς ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙς ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙς (13) 12.1 Ανάλυση εξασφαλίσεων και εγγυήσεων κατά δάνεια και προκαταβολές εκτός εκείνων που διακρατούνται για διαπραγμάτευση (13.1) 171. Οι εξασφαλίσεις και οι εγγυήσεις των δανείων και των προκαταβολών που περιλαμβάνονται στα λογιστικά χαρτοφυλάκια, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, υποβάλλονται ανά είδος ενεχύρων/δεσμεύσεων: δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία και άλλα εξασφαλισμένα δάνεια, και ανά ληφθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις. Τα δάνεια και οι προκαταβολές αναλύονται ανά αντισυμβαλλόμενο και σκοπό. Στο στοιχείο «εκ των οποίων: μη εξυπηρετούμενα», τα δάνεια και οι προκαταβολές υποβάλλονται όπως ορίζεται στις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους. 172. Στο υπόδειγμα 13.1, υποβάλλεται το «μέγιστο ποσό εξασφάλισης ή εγγύησης που μπορεί να ληφθεί υπόψη». Το άθροισμα των ποσών της χρηματοοικονομικής εγγύησης και/ή εξασφάλισης, που εμφανίζεται στις σχετικές στήλες του υποδείγματος 13.1, δεν υπερβαίνει τη λογιστική αξία του σχετικού δανείου. 173. Για την αναφορά των δανείων και των προκαταβολών ανάλογα με το είδος του ενεχύρου/δέσμευσης, χρησιμοποιούνται οι ορισμοί που ακολουθούν:
α)
στα «Δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητη περιουσία», οι «Κατοικίες» περιλαμβάνουν δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητη περιουσία κατοικίας και τα «Εμπορικά ακίνητα» περιλαμβάνουν δάνεια εξασφαλισμένα με δεσμεύσεις ακίνητης περιουσίας πλην ακινήτων κατοικίας, συμπεριλαμβανομένων γραφείων και εμπορικών ακινήτων και άλλων ειδών εμπορικών ακινήτων. Το αν η εξασφάλιση με ακίνητη περιουσία είναι ακίνητο κατοικίας ή εμπορικό ακίνητο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 75 του ΚΚΑ·
β)
στα «Αλλα εξασφαλισμένα δάνεια»:
(i)
τα «Μετρητά, καταθέσεις (Εκδοθέντες χρεωστικούς τίτλους)» περιλαμβάνουν: α) καταθέσεις στο ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά οι οποίες έχουν δεσμευθεί ως εξασφάλιση για δάνειο και β) χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά οι οποίοι έχουν ενεχυριαστεί ως εξασφάλιση για δάνειο·
(ii)
η «Κινητή περιουσία» περιλαμβάνει δεσμεύσεις εμπράγματων εξασφαλίσεων διαφορετικών από ακίνητα και περιλαμβάνουν αυτοκίνητα, αεροπλάνα, πλοία, βιομηχανικό και μηχανικό εξοπλισμό (μηχανήματα, μηχανικό και τεχνικό εξοπλισμό), αποθέματα και βασικά εμπορεύματα (εμπόρευμα, έτοιμα και ημι-έτοιμα προϊόντα, πρώτες ύλες) και άλλες μορφές κινητής περιουσίας·
(iii)
οι «Μετοχές και χρεωστικοί τίτλοι» περιλαμβάνουν εξασφάλιση υπό μορφή μέσων μετοχικού κεφαλαίου, περιλαμβανομένων των επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις, καθώς και υπό μορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από τρίτους·
(iv)
τα «Υπόλοιπα» περιλαμβάνουν δεσμεύσεις στοιχείων ενεργητικού·
γ)
Οι «Ληφθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις» περιλαμβάνουν συμβάσεις βάσει των οποίων, σύμφωνα με την παράγραφο 114 του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος, ο εκδότης πρέπει να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες πληρωμές για την αποζημίωση του ιδρύματος για ζημία που υπέστη από την αδυναμία συγκεκριμένου οφειλέτη να καταβάλει εγκαίρως πληρωμή, σύμφωνα με τους αρχικούς ή τους τροποποιημένους όρους ενός χρεωστικού μέσου. 174. Για τα δάνεια και τις προκαταβολές που έχουν ταυτόχρονα διάφορα είδη εξασφάλισης ή εγγύησης, το ποσό της «Μέγιστης εξασφάλισης/εγγύησης που μπορεί να ληφθεί υπόψη» κατανέμεται σύμφωνα με την ποιότητά του, αρχής γενομένης από εκείνο με τη βέλτιστη ποιότητα. Για τα δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, η ακίνητη περιουσία αναφέρεται πάντοτε πρώτη, ανεξάρτητα από την ποιότητά της σε σύγκριση με άλλες εξασφαλίσεις. Εάν η «Μέγιστη εξασφάλιση/εγγύηση που μπορεί να ληφθεί υπόψη» υπερβαίνει την αξία της ακίνητης περιουσίας, η εναπομείνασα αξία της κατανέμεται σε άλλα είδη εξασφαλίσεων και εγγυήσεις σύμφωνα με την ποιότητά της, αρχής γενομένης από εκείνη με τη βέλτιστη ποιότητα. 12.2 Εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση κατά τη διάρκεια της περιόδου (υπό κατοχή κατά την ημερομηνία αναφοράς) (13.2.1) 175. Το υπόδειγμα αυτό χρησιμοποιείται για την υποβολή πληροφοριών σχετικά με την εξασφάλιση που ελήφθη μεταξύ της αρχής και του τέλους της περιόδου αναφοράς και που εξακολουθεί να αναγνωρίζεται στον ισολογισμό κατά την ημερομηνία αναφοράς. Η εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση περιλαμβάνει στοιχεία ενεργητικού τα οποία δεν είχαν ενεχυριαστεί από τον οφειλέτη ως εξασφάλιση, αλλά ελήφθησαν με αντάλλαγμα την ακύρωση του χρέους, είτε εκουσίως είτε στο πλαίσιο δίκης. Οι μορφές της εξασφάλισης είναι αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 173, με εξαίρεση όσων περιλαμβάνονται στο στοιχείο β) σημείο i) της εν λόγω παραγράφου. 175i. «Αξία κατά την αρχική αναγνώριση»: η ακαθάριστη λογιστική αξία της εξασφάλισης που λαμβάνεται με απόκτηση κατά τον χρόνο της αρχικής αναγνώρισης στον ισολογισμό του ιδρύματος που υποβάλλει αναφορά. 175ii. Οι «Σωρευτικές αρνητικές μεταβολές» είναι η διαφορά, στο επίπεδο της μεμονωμένης θέσης εξασφάλισης, μεταξύ της αξίας κατά την αρχική αναγνώριση της εξασφάλισης και της λογιστικής αξίας κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, σε περίπτωση που η εν λόγω διαφορά είναι αρνητική. 12.3 Εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση σωρευτικές (13.3.1) 176. Εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση και η οποία παραμένει αναγνωρισμένη στον ισολογισμό κατά την ημερομηνία αναφοράς, ανεξάρτητα από τον χρόνο λήψης της, υποβάλλεται στο υπόδειγμα 13.3.1. Περιλαμβάνονται αμφότερες οι εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση και ταξινομούνται ως «Ενσώματα πάγια» και άλλες εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση. Η εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση περιλαμβάνει στοιχεία ενεργητικού τα οποία δεν είχαν ενεχυριαστεί από τον οφειλέτη ως εξασφάλιση, αλλά ελήφθησαν με αντάλλαγμα την ακύρωση του χρέους, είτε εκουσίως είτε στο πλαίσιο δίκης. 13. ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΕΥΛΟΓΗς ΑΞΙΑς: ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΥΛΟΓΗ ΑΞΙΑ (14) 177. Τα ιδρύματα αναφέρουν την αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία, σύμφωνα με την ιεραρχία που προβλέπεται στο ΔΠΧΑ 13.72. Εάν, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, απαιτείται η κατανομή των στοιχείων ενεργητικού που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μεταξύ διαφόρων επιπέδων εύλογης αξίας, τα ιδρύματα που υπάγονται στις εθνικές ΓΑΛΑ υποβάλλουν επίσης και το παρόν υπόδειγμα. 178. Η «Μεταβολή στην εύλογη αξία για την περίοδο» περιλαμβάνει κέρδη ή ζημίες από επανεπιμετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, το ΔΠΧΑ 13 ή τις εθνικές ΓΑΛΑ, κατά περίπτωση, στην περίοδο των μέσων που εξακολουθούν να υφίστανται κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς. Τα εν λόγω κέρδη και ζημίες υποβάλλονται για συμπερίληψη στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή, κατά περίπτωση, στην κατάσταση συνολικών εσόδων· συνεπώς, τα ποσά προς υποβολή είναι προ φόρων. 179. Η «Σωρευτική μεταβολή εύλογης αξίας προ φόρων» περιλαμβάνει το ποσό των κερδών ή ζημιών από επανεπιμετρήσεις των μέσων που έχουν συσσωρευθεί από την αρχική αναγνώριση έως την ημερομηνία αναφοράς. 14. ΠΑΥΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗς ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕς ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙς ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΘΕΝΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ (15) 180. Το υπόδειγμα 15 περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με μεταβιβασθέντα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, εκ των οποίων μέρος ή το σύνολό τους δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παύση αναγνώρισης, και για χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που έχουν παύσει να αναγνωρίζονται συνολικά, για τα οποία το ίδρυμα διατηρεί τα δικαιώματα εξυπηρέτησης. 181. Οι συναφείς υποχρεώσεις υποβάλλονται σύμφωνα με το χαρτοφυλάκιο στο οποίο συμπεριλήφθηκαν τα σχετικά μεταβιβασθέντα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού στην πλευρά των στοιχείων ενεργητικού, και όχι σύμφωνα με το χαρτοφυλάκιο στο οποίο συμπεριλήφθηκαν στην πλευρά των υποχρεώσεων. 182. Η στήλη «Ποσά των οποίων έχει παύσει η αναγνώριση για κεφαλαιακούς σκοπούς» περιλαμβάνει τη λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που αναγνωρίζονται για λογιστικούς σκοπούς, αλλά δεν αναγνωρίζονται για σκοπούς προληπτικής εποπτείας, επειδή το ίδρυμα τα αντιμετωπίζει ως θέσεις τιτλοποίησης για κεφαλαιακούς σκοπούς, σύμφωνα με τα άρθρα 109, 243 και 244 του ΚΚΑ. 183. Οι «Συμφωνίες επαναγοράς» («repos») είναι συναλλαγές στις οποίες το ίδρυμα λαμβάνει μετρητά με αντάλλαγμα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που πωλούνται σε δεδομένη τιμή, υπό τη δέσμευση για την επαναγορά των ιδίων (ή ταυτόσημων) στοιχείων ενεργητικού σε προκαθορισμένη τιμή και σε καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία. Οι συναλλαγές που συνεπάγονται την προσωρινή μεταβίβαση χρυσού έναντι εξασφάλισης υπό μορφή μετρητών θεωρούνται επίσης «Συμφωνίες επαναγοράς» («repos»). Τα ποσά που λαμβάνονται από το ίδρυμα με αντάλλαγμα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν σε τρίτο μέρος («προσωρινός αποκτών») ταξινομούνται στις «συμφωνίες επαναγοράς», όπου υπάρχει δέσμευση για αντιστροφή της πράξης και όχι απλώς προαίρεση. Οι συμφωνίες επαναγοράς περιλαμβάνουν επίσης πράξεις τύπου repos οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν:
α)
ποσά που λαμβάνονται με αντάλλαγμα τίτλους που εκχωρούνται προσωρινά σε τρίτους, με τη μορφή δανειοδοσίας τίτλων έναντι εξασφάλισης υπό μορφή μετρητών·
β)
ποσά που λαμβάνονται με αντάλλαγμα τίτλους που εκχωρούνται προσωρινά σε τρίτους, με τη μορφή συμφωνίας πώλησης/επαναγοράς (sale/buy-back). 184. Οι «συμφωνίες επαναγοράς» («repos») και τα «δάνεια αγοράς και επαναπώλησης» («reverse repos») περιλαμβάνουν μετρητά που ελήφθησαν ή δανείστηκαν από το ίδρυμα. 185. Σε μια πράξη τιτλοποίησης, όταν έχει παύσει η αναγνώριση για τα μεταβιβασθέντα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, τα ιδρύματα δηλώνουν τα κέρδη (ζημίες) που παράγονται από το στοιχείο που συμπεριλαμβάνεται στην κατάσταση εσόδων και αντιστοιχεί στα «λογιστικά χαρτοφυλάκια» στα οποία είχαν συμπεριληφθεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού πριν από την παύση αναγνώρισής τους. 15. ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΗς ΚΑΤΑΣΤΑΣΗς ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ (16) 186. Για επιλεγμένα στοιχεία της κατάστασης εσόδων, υποβάλλονται περαιτέρω αναλύσεις των κερδών (ή εσόδων) και ζημιών (ή εξόδων). 15.1. Εσοδα και έξοδα από τόκους ανά μέσο και τομέα αντισυμβαλλομένου (16.1) 187. Τα έσοδα από τόκους αναλύονται σύμφωνα με αμφότερα τα κατωτέρω:
α)
έσοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στα λογιστικά χαρτοφυλάκια και άλλων στοιχείων ενεργητικού (περιλαμβανομένων μετρητών, διαθέσιμων υπολοίπων σε κεντρικές τράπεζες και άλλων καταθέσεων όψεως)·
β)
έσοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο. 188. Τα έξοδα από τόκους αναλύονται σύμφωνα με αμφότερα τα κατωτέρω:
α)
έξοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στα λογιστικά χαρτοφυλάκια και άλλων υποχρεώσεων·
β)
έξοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο. 189. Τα έσοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και επί χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο περιλαμβάνουν τα έσοδα από τόκους επί παραγώγων διακρατούμενων για διαπραγμάτευση, χρεωστικών τίτλων, δανείων και προκαταβολών, καθώς επίσης και επί καταθέσεων, εκδοθέντων χρεωστικών τίτλων και άλλων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο. 190. Τα έξοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων και επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο περιλαμβάνουν έξοδα από τόκους επί παραγώγων διακρατούμενων για διαπραγμάτευση, καταθέσεων, εκδοθέντων χρεωστικών τίτλων και άλλων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, καθώς επίσης και επί χρεωστικών τίτλων, δανείων και προκαταβολών με αρνητικό πραγματικό επιτόκιο. 191. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 16.1, οι αρνητικές θέσεις λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο άλλων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων. Όλα τα μέσα στα διάφορα χαρτοφυλάκια λαμβάνονται υπόψη, εκτός από εκείνα που περιλαμβάνονται στα στοιχεία «Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης» που δεν χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση του κινδύνου επιτοκίου. 192. Τα «Παράγωγα – Λογιστική αντιστάθμισης, κίνδυνος επιτοκίου» περιλαμβάνουν τα έσοδα και έξοδα από τόκους επί μέσων αντιστάθμισης, όταν τα αντισταθμισμένα στοιχεία είναι τοκοφόρα. 193. Όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, οι τόκοι επί παραγώγων διακρατούμενων για διαπραγμάτευση περιλαμβάνουν τα ποσά που σχετίζονται με εκείνα τα παράγωγα που διακρατούνται για διαπραγμάτευση τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις των «οικονομικών αντισταθμίσεων», που περιλαμβάνονται ως έσοδα ή έξοδα από τόκους για τη διόρθωση των εσόδων και των εξόδων των χρηματοοικονομικών μέσων που είναι αντισταθμισμένα στοιχεία από οικονομική, αλλά όχι από λογιστική άποψη. Στην περίπτωση αυτή, τα έσοδα από τόκους επί παραγώγων οικονομικής αντιστάθμισης υποβάλλονται χωριστά στα έσοδα από τόκους από παράγωγα διαπραγμάτευσης. Οι χρονικά κατανεμημένες αμοιβές ή αντισταθμιστικές πληρωμές σε σχέση με πιστωτικά παράγωγα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία και χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, το οποίο αναγνωρίζεται στην εύλογη αξία στη συγκεκριμένη περίσταση, υποβάλλονται επίσης στο στοιχείο «τόκοι επί παραγώγων διακρατούμενων για διαπραγμάτευση». 194. Βάσει των ΔΠΧΑ, το στοιχείο «εκ των οποίων: έσοδα από τόκους επί απομειωμένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού» σημαίνει έσοδα από τόκους επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας, συμπεριλαμβανομένων των αγορασμένων ή δημιουργημένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας εφόσον αυτά θεωρούνται μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με την παράγραφο 215 του παρόντος Μέρους. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει τα έσοδα από τόκους επί απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού με ειδική πρόβλεψη απομείωσης λόγω πιστωτικού κινδύνου. 194i. Τα στοιχεία «εκ των οποίων: καταναλωτική πίστη» και «εκ των οποίων: στεγαστικά δάνεια» αντιστοιχούν στα έσοδα και τα έξοδα για δάνεια και προκαταβολές, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 88 του παρόντος Μέρους. 194ii. Το στοιχείο «εκ των οποίων: τόκος από μισθώσεις» αντιστοιχεί στα έσοδα του εκμισθωτή από τόκους από τις απαιτήσεις από μισθώματα (χρηματοδοτικές μισθώσεις) και στα έξοδα του μισθωτή από τόκους από την υποχρέωση από τη μίσθωση αντίστοιχα. 15.2 Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ανά μέσο (16.2) 195. Τα κέρδη και οι ζημίες από την παύση αναγνώρισης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναλύονται ανά είδος χρηματοοικονομικού μέσου και ανά λογιστικό χαρτοφυλάκιο. Για κάθε στοιχείο, υποβάλλονται τα καθαρά πραγματοποιηθέντα κέρδη ή ζημίες που προκύπτουν από τη συναλλαγή της οποίας έπαυσε η αναγνώριση. Το καθαρό ποσό αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ των πραγματοποιηθέντων κερδών και των πραγματοποιηθεισών ζημιών. 196. Το υπόδειγμα 16.2 εφαρμόζεται βάσει των ΔΠΧΑ σε χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος, και σε χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, το υπόδειγμα 16.2 εφαρμόζεται σε χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση μέθοδο κόστους, στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια, και σύμφωνα με μεθόδους επιμέτρησης, όπως η χαμηλότερη τιμή μεταξύ τιμής κτήσης και αγοραίας τιμής. Τα κέρδη και οι ζημίες από χρηματοοικονομικά μέσα που ταξινομούνται ως εμπορικής χρήσης, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, δεν υποβάλλονται στο παρόν υπόδειγμα, ανεξαρτήτως των εφαρμοστέων κανόνων αποτίμησης για τα εν λόγω μέσα. 15.3 Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, και χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις εμπορικής χρήσης ανά μέσο (16.3) 197. Τα κέρδη και οι ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση αναλύονται ανά είδος μέσου· κάθε στοιχείο της κατανομής είναι το καθαρό πραγματοποιηθέν και μη πραγματοποιηθέν ποσό (κέρδη μείον ζημίες) του χρηματοοικονομικού μέσου. 198. Τα κέρδη και οι ζημίες από τη διαπραγμάτευση συναλλάγματος στην αγορά άμεσης παράδοσης, εξαιρουμένης της ανταλλαγής ξένων χαρτονομισμάτων και κερμάτων, συμπεριλαμβάνονται ως κέρδη και ζημίες χρήσης. Τα κέρδη και οι ζημίες από τη διαπραγμάτευση πολυτίμων μετάλλων ή από παύση αναγνώρισης και επανεπιμέτρηση δεν περιλαμβάνονται στα κέρδη και τις ζημίες χρήσης, αλλά στα «Αλλα έσοδα εκμεταλλεύσεως» ή «Αλλα έξοδα εκμεταλλεύσεως» σύμφωνα με την παράγραφο 316 του παρόντος Μέρους. 199. Το στοιχείο «εκ των οποίων: οικονομικές αντισταθμίσεις με χρήση της ευχέρειας αποτίμησης στην εύλογη αξία» περιλαμβάνει μόνο κέρδη και ζημίες επί πιστωτικών παραγώγων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, το οποίο αναγνωρίζεται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων στη συγκεκριμένη περίσταση, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.7. Τα κέρδη ή ζημίες λόγω της αναταξινόμησης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού από το λογιστικό χαρτοφυλάκιο επιμετρούμενων στο αποσβεσμένο κόστος, στο λογιστικό χαρτοφυλάκιο επιμετρούμενων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ή στο χαρτοφυλάκιο διακρατούμενων για διαπραγμάτευση (ΔΠΧΑ 9.5.6.2) υποβάλλονται στο στοιχείο «εκ των οποίων: κέρδη και ζημίες λόγω της αναταξινόμησης των στοιχείων ενεργητικού στο αποσβεσμένο κόστος». 15.4 Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, και χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις εμπορικής χρήσης ανά κίνδυνο (16.4) 200. Τα κέρδη και οι ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση αναλύονται επίσης ανά είδος κινδύνου. Κάθε στοιχείο της ανάλυσης είναι το καθαρό πραγματοποιηθέν και μη πραγματοποιηθέν ποσό (κέρδη μείον ζημίες) του υποκείμενου κινδύνου (επιτόκιο, μετοχές, συνάλλαγμα, πίστωση, βασικό εμπόρευμα και άλλα) που σχετίζεται με το άνοιγμα, συμπεριλαμβανομένων σχετικών παραγώγων. Τα κέρδη και οι ζημίες από συναλλαγματικές διαφορές περιλαμβάνονται στο στοιχείο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα υπόλοιπα κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από τη μετατροπή μέσου. Τα κέρδη και οι ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, πλην παραγώγων, συμπεριλαμβάνονται στις κατηγορίες κινδύνου ως εξής:
α)
επιτόκιο: συμπεριλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης δανείων και προκαταβολών, καταθέσεων και χρεωστικών τίτλων (υπό κατοχή ή εκδοθέντων)·
β)
μετοχικό κεφάλαιο: συμπεριλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης μετοχών, ποσοστώσεων των ΟΣΕΚΑ και άλλων μέσων μετοχικού κεφαλαίου·
γ)
διαπραγμάτευση συναλλάγματος: συμπεριλαμβανομένης αποκλειστικά της διαπραγμάτευσης σε χρηματιστήρια συναλλάγματος·
δ)
πιστωτικός κίνδυνος: συμπεριλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης ομολόγων συνδεδεμένων με τον πιστωτικό κίνδυνο υποκείμενου μέσου·
ε)
βασικά εμπορεύματα: το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει μόνο παράγωγα, διότι τα κέρδη και οι ζημίες επί βασικών εμπορευμάτων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση υποβάλλονται στα «Αλλα έσοδα εκμεταλλεύσεως» ή στα «Αλλα έξοδα εκμεταλλεύσεως», σύμφωνα με την παράγραφο 316 του παρόντος Μέρους·
στ)
άλλα: συμπεριλαμβανομένης της διαπραγμάτευσης χρηματοοικονομικών μέσων που δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε άλλες κατανομές. 15.5. Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης που επιμετρώνται υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ανά μέσο (16.4.1) 201. Τα κέρδη και οι ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης που επιμετρώνται υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναλύονται ανά είδος μέσου. Κάθε στοιχείο της κατανομής είναι το καθαρό πραγματοποιηθέν και μη πραγματοποιηθέν ποσό (κέρδη μείον ζημίες) του χρηματοοικονομικού μέσου. 202. Τα κέρδη ή ζημίες λόγω της αναταξινόμησης χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού από το λογιστικό χαρτοφυλάκιο επιμετρούμενων στο αποσβεσμένο κόστος στο λογιστικό χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης που επιμετρώνται υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων (ΔΠΧΑ 9.5.6.2) υποβάλλονται στο στοιχείο «εκ των οποίων: κέρδη και ζημίες λόγω της αναταξινόμησης των στοιχείων ενεργητικού στο αποσβεσμένο κόστος». 15.6 Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ανά μέσο (16.5) 203. Τα κέρδη και οι ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία του ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων αναλύονται ανά είδος μέσου. Τα ιδρύματα υποβάλλουν τα καθαρά πραγματοποιηθέντα και μη πραγματοποιηθέντα κέρδη ή ζημίες, καθώς και το ποσό της μεταβολής στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων κατά την περίοδο, που οφείλεται σε μεταβολές του πιστωτικού κινδύνου (ίδιος πιστωτικός κίνδυνος του οφειλέτη ή του εκδότη), όταν ο ίδιος πιστωτικός κίνδυνος δεν υποβάλλεται στα λοιπά συνολικά έσοδα. 204. Εάν ένα πιστωτικό παράγωγο που επιμετράται στην εύλογη αξία χρησιμοποιείται για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοοικονομικού μέσου, συνολικά ή για ένα μέρος αυτού, το οποίο αναγνωρίζεται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων στη συγκεκριμένη περίσταση, τα κέρδη ή οι ζημίες του χρηματοοικονομικού μέσου κατά τον εν λόγω προσδιορισμό αναφέρονται στο στοιχείο «Εκ των οποίων: κέρδη ή (-) ζημίες κατά τον προσδιορισμό χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων για λόγους αντιστάθμισης, καθαρά». Μεταγενέστερα κέρδη ή ζημίες εύλογης αξίας επί των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων υποβάλλονται στο στοιχείο «εκ των οποίων: κέρδη ή (-) ζημίες μετά τον προσδιορισμό χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων για λόγους αντιστάθμισης, καθαρά». 15.7 Κέρδη ή ζημίες από λογιστική αντιστάθμισης (16.6) 205. Όλα τα κέρδη και οι ζημίες από λογιστική αντιστάθμισης, πλην των εσόδων ή εξόδων από τόκους, όταν χρησιμοποιείται η καθαρή τιμή, αναλύονται ανά είδος λογιστικής αντιστάθμισης: αντιστάθμιση εύλογης αξίας, αντιστάθμιση ταμειακών ροών και αντιστάθμιση καθαρών επενδύσεων σε εκμεταλλεύσεις εξωτερικού. Τα κέρδη και οι ζημίες που σχετίζονται με αντιστάθμιση εύλογης αξίας αναλύονται μεταξύ του μέσου αντιστάθμισης και του αντισταθμισμένου στοιχείου. Τα κέρδη και οι ζημίες επί μέσων αντιστάθμισης δεν περιλαμβάνουν τα κέρδη και τις ζημίες που σχετίζονται με στοιχεία των μέσων αντιστάθμισης που δεν προσδιορίζονται ως μέσα αντιστάθμισης σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.2.4. Τα μέσα αντιστάθμισης που δεν προσδιορίζονται υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 60 του παρόντος Μέρους. Τα κέρδη και οι ζημίες από τη λογιστική αντιστάθμισης περιλαμβάνουν επίσης τα κέρδη και τις ζημίες επί αντισταθμίσεων μιας ομάδας στοιχείων με αλληλοκαλυπτόμενες θέσεις κινδύνου (αντισταθμίσεις καθαρής θέσης). 206. Οι «Μεταβολές στην εύλογη αξία του αντισταθμισμένου στοιχείου που αποδίδονται στον αντισταθμισμένο κίνδυνο» περιλαμβάνουν τα κέρδη και τις ζημίες επί των αντισταθμισμένων στοιχείων, όταν τα στοιχεία είναι χρεωστικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.4.1.2A (ΔΠΧΑ 9.6.5.8). 207. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, η ανάλυση κατά είδος αντιστάθμισης, όπως προβλέπεται στο συγκεκριμένο υπόδειγμα, υποβάλλεται στον βαθμό που η ανάλυση συνάδει με τις ισχύουσες λογιστικές απαιτήσεις. 15.8. Απομείωση αξίας μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού (16.7) 208. Οι «Προσθήκες» υποβάλλονται όταν, για το λογιστικό χαρτοφυλάκιο ή για την κύρια κατηγορία στοιχείων ενεργητικού, η εκτίμηση της απομείωσης για την περίοδο έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση καθαρών εξόδων. Οι «Αντιλογισμοί» υποβάλλονται όταν, για το λογιστικό χαρτοφυλάκιο ή για την κύρια κατηγορία στοιχείων ενεργητικού, η εκτίμηση της απομείωσης για την περίοδο έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση καθαρών εσόδων. 15.9 Αλλα διοικητικά έξοδα (16.8) 208i. Τα «Εξοδα τεχνολογίας των πληροφοριών» είναι τα έξοδα που αναλαμβάνονται για την παροχή επιχειρηματικών διαδικασιών, υπηρεσιών εφαρμογών και λύσεων υποδομών για επιχειρηματικά αποτελέσματα με βάση την τεχνολογία των πληροφοριών, περιλαμβανομένου του κόστους που σχετίζεται με τη δημιουργία και συντήρηση συστημάτων ΤΠ και εξαιρουμένης της αμοιβής των ειδικών ΤΠ από τη μισθοδοσία του ιδρύματος που υποβάλλεται στις δαπάνες προσωπικού. 208ii. Μεταξύ των εξόδων τεχνολογίας πληροφορικών, «Εξωτερική ανάθεση ΤΠ» σημαίνει τα έξοδα ΤΠ που σχετίζονται με τη χρήση εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών. Δεν περιλαμβάνονται έξοδα που σχετίζονται με i) καθαυτό υπηρεσίες προσωπικού (προσωπικό οργανισμού) στον βαθμό που το ίδρυμα απλώς προσλαμβάνει προσωπικό προσωρινά και διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των παρεχόμενων υπηρεσιών και ii) καθαυτό τυποποιημένες συμβάσεις συντήρησης επιχειρησιακού υλισμικού/λογισμικού για απλώς αγορασμένα στοιχεία ενεργητικού. 208iii. Οι «Φόροι και δασμοί (άλλο)» περιλαμβάνουν φόρους και δασμούς διαφορετικούς από i) φόρους που σχετίζονται με τους φόρους αποτελεσμάτων και ii) φόρους και δασμούς από διακοπείσες δραστηριότητες. Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει φόρους και δασμούς όπως φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών και τους δασμούς που καταβάλλει το ίδρυμα. 208iv. «Συμβουλευτικές και επαγγελματικές υπηρεσίες» σημαίνει τα έξοδα που αναλαμβάνονται για την παροχή συμβουλών ειδικών ή συμβουλών επί στρατηγικών θεμάτων. 208v. Η «Διαφήμιση, μάρκετινγκ και επικοινωνία» περιλαμβάνει έξοδα που σχετίζονται με δραστηριότητες επικοινωνιών μάρκετινγκ όπως διαφήμιση, άμεσο ή επιγραμμικό μάρκετινγκ και εκδηλώσεις. 208vi. «Εξοδα που σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο» σημαίνει διοικητικά έξοδα στο πλαίσιο πιστωτικών συμβάντων, όπως έξοδα που αναλαμβάνονται σε σχέση με την απόκτηση εξασφάλισης ή νομική διαδικασία. 208vii. «Δικαστικά έξοδα που δεν καλύπτονται από προβλέψεις» σημαίνει δικαστικά έξοδα που δεν σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο τα οποία δεν καλύφθηκαν από σχετική πρόβλεψη. 208viii. «Δαπάνες ακινήτων» σημαίνει δαπάνες για επισκευές και συντήρηση που δεν βελτιώνουν τη χρήση ούτε παρατείνουν την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του ακινήτου, καθώς και έξοδα οργανισμών κοινής ωφελείας (νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση). 208ix. Βάσει των ΔΠΧΑ, «έξοδα μίσθωσης» περιλαμβάνουν τα έξοδα του μισθωτή λόγω βραχυχρόνιων μισθώσεων και μισθώσεων στοιχείων ενεργητικού χαμηλής αξίας, όπως αναφέρεται στα ΔΠΧΑ 16.5 και 16.6. Σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ, στα έξοδα μίσθωσης περιλαμβάνονται τα έξοδα του μισθωτή, στην περίπτωση που το λογιστικό πρότυπο προβλέπει τη μεταχείριση των πληρωμών μίσθωσης ως έξοδα. 208x. Τα «Αλλα διοικητικά έξοδα – Υπόλοιπα» περιλαμβάνουν όλες τις υπόλοιπες συνιστώσες των «άλλων διοικητικών εξόδων», όπως τα εποπτικά τέλη ή οι εισφορές επί τραπεζών, οι διοικητικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες εφοδιαστικής, τα ταχυδρομικά τέλη και η μεταφορά εγγράφων, οι υπηρεσίες παρακολούθησης και ασφάλειας, οι υπηρεσίες μέτρησης χρημάτων και η μεταφορά. Οι «Συνεισφορές σε χρήμα σε ταμεία εξυγίανσης και συστήματα εγγύησης των καταθέσεων» δεν υποβάλλονται σε αυτή την κατηγορία, δεδομένου ότι υποβάλλονται σε χωριστή γραμμή του υποδείγματος 2. 16. ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΕΔΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗς ΤΗς ΛΟΓΙΣΤΙΚΗς ΕΝΟΠΟΙΗΣΗς ΚΑΙ ΠΕΔΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗς ΤΗς ΕΝΟΠΟΙΗΣΗς ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΚΑ (17) 209. Το «Λογιστικό πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης» περιλαμβάνει τη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού, των υποχρεώσεων και του μετοχικού κεφαλαίου, καθώς και τα ονομαστικά ποσά των ανοιγμάτων εκτός ισολογισμού, που έχουν καταρτιστεί με τη χρήση του λογιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης· δηλαδή, συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και μη χρηματοδοτικές εταιρείες. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις θυγατρικές, τις κοινοπραξίες και τις συγγενείς επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο όπως και στις οικονομικές τους καταστάσεις. 210. Στο συγκεκριμένο υπόδειγμα, το στοιχείο «Επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις» δεν περιλαμβάνει θυγατρικές, καθώς όλες οι θυγατρικές είναι πλήρως ενοποιημένες στο πεδίο εφαρμογής της λογιστικής ενοποίησης. 211. Στα «Στοιχεία ενεργητικού καλυπτόμενα από συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης» περιλαμβάνονται στοιχεία ενεργητικού στο πλαίσιο εκχωρηθείσας αντασφάλισης, καθώς και, ενδεχομένως, στοιχεία ενεργητικού που σχετίζονται με συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που έχουν εκδοθεί. 212. Οι «Υποχρεώσεις καλυπτόμενες από συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης» περιλαμβάνουν υποχρεώσεις καλυπτόμενες από συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που έχουν εκδοθεί. 17. ΜΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ (18) 17.1. Πληροφορίες για εξυπηρετούμενα και μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (18.0) 213. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 18, μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα είναι τα ανοίγματα που παρατίθενται στο άρθρο 47α παράγραφος 3 του ΚΚΑ. 215. Βάσει των ΔΠΧΑ, για τους σκοπούς του υποδείγματος 18, τα απομειωμένα ανοίγματα είναι εκείνα για τα οποία έχει διαπιστωθεί απομείωση πιστωτικής αξίας (βαθμίδα 3). Τα ανοίγματα που εντάσσονται σε άλλες βαθμίδες απομείωσης πλην της βαθμίδας 3 και τα αγορασμένα ή δημιουργημένα ανοίγματα απομειωμένης πιστωτικής αξίας θεωρούνται μη εξυπηρετούμενα όταν πληρούν τα κριτήρια ώστε να θεωρηθούν μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με το άρθρο 47α παράγραφος 3 του ΚΚΑ. 216. Τα ανοίγματα ταξινομούνται για ολόκληρο το ποσό τους και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη εξασφαλίσεων. Όσον αφορά τα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 47α παράγραφος 3 στοιχείο α) του ΚΚΑ, η σημαντικότητα αξιολογείται σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΚΑ και τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2018/171 της Επιτροπής (ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για το όριο σημαντικότητας για καθυστερημένες πιστωτικές υποχρεώσεις). 217. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 18, τα «ανοίγματα» περιλαμβάνουν όλα τα χρεωστικά μέσα (χρεωστικοί τίτλοι και δάνεια και προκαταβολές, περιλαμβανομένων των διαθέσιμων υπολοίπων σε κεντρικές τράπεζες και άλλων καταθέσεων όψεως) και ανοίγματα εκτός ισολογισμού, εκτός όσων διακρατούνται για ανοίγματα διαπραγμάτευσης. 218. Τα χρεωστικά μέσα περιλαμβάνονται στα ακόλουθα λογιστικά χαρτοφυλάκια: α) χρεωστικά μέσα στο κόστος ή στο αποσβεσμένο κόστος· β) χρεωστικά μέσα στην εύλογη αξία μέσων των λοιπών συνολικών εσόδων ή μέσω των ιδίων κεφαλαίων που υπόκεινται σε απομείωση αξίας· και γ) χρεωστικά μέσα στην αυστηρή LOCOM ή στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ή μέσω των ιδίων κεφαλαίων που δεν υπόκεινται σε απομείωση αξίας, σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 233 του παρόντος Μέρους. Κάθε κατηγορία αναλύεται ανά μέσο και ανά αντισυμβαλλόμενο. 219. Σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ και τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ανακλητά και αμετάκλητα στοιχεία:
α)
αναληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις·
β)
δοθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις·
γ)
άλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις. 220. Τα χρεωστικά μέσα που ταξινομούνται ως διακρατούμενα προς πώληση, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5, υποβάλλονται χωριστά. 221. Στο υπόδειγμα 18 για χρεωστικά μέσα, υποβάλλεται η «ακαθάριστη λογιστική αξία», όπως ορίζεται στην παράγραφο 34 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος. Για τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού, υποβάλλεται το ονομαστικό ποσό, όπως ορίζεται στην παράγραφο 118 του παρόντος παραρτήματος. 222. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 18, ένα άνοιγμα είναι «σε καθυστέρηση πληρωμής» όταν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 96 του παρόντος Μέρους. Για τον σκοπό της ταξινόμησης των ανοιγμάτων ως μη εξυπηρετούμενων σύμφωνα με το άρθρο 47α παράγραφος 3 στοιχείο α) του ΚΚΑ, ο υπολογισμός των 90 ημερών καθυστέρησης αρχίζει μόλις το καθυστερούμενο ποσό, που είναι το άθροισμα του κεφαλαίου, των τόκων και των τελών σε καθυστέρηση, παραβιάσει το όριο σημαντικότητας που ορίζεται στην παράγραφο 216 του παρόντος Μέρους. Εάν το καθυστερούμενο τμήμα του ανοίγματος εξακολουθεί να είναι σημαντικό για 90 συνεχόμενες ημέρες, τότε το άνοιγμα ταξινομείται ως μη εξυπηρετούμενο. 223. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 18, «οφειλέτης» είναι ο οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 178 του ΚΚΑ. 226. Τα ανοίγματα που ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα, σύμφωνα με την παράγραφο 213, ταξινομούνται είτε ως μη εξυπηρετούμενα σε ατομική βάση («βάσει συναλλαγής») είτε ως μη εξυπηρετούμενα για το συνολικό άνοιγμα σε συγκεκριμένο οφειλέτη («βάσει οφειλέτη»). Για την κατηγοριοποίηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε ατομική βάση ή σε συγκεκριμένο οφειλέτη, χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες προσεγγίσεις κατηγοριοποίησης για τα διάφορα είδη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων:
α)
για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα που ταξινομούνται σε κατάσταση αθέτησης σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΚΑ, εφαρμόζεται η προσέγγιση κατηγοριοποίησης του άρθρου αυτού·
β)
για ανοίγματα που ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα λόγω απομείωσης βάσει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, εφαρμόζονται τα κριτήρια αναγνώρισης της απομείωσης βάσει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου·
γ)
για άλλα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα που δεν έχουν ταξινομηθεί ούτε σε αθέτηση ούτε ως απομειωμένα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 178 του ΚΚΑ για ανοίγματα σε αθέτηση. 227. Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα έχει ανοίγματα εντός ισολογισμού σε έναν οφειλέτη τα οποία εμφανίζουν καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, και η ακαθάριστη λογιστική αξία των ανοιγμάτων σε υπερημερία αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 20 % της ακαθάριστης λογιστικής αξίας όλων των ανοιγμάτων εντός ισολογισμού έναντι του εν λόγω οφειλέτη, θεωρούνται μη εξυπηρετούμενα όλα τα ανοίγματα εντός και εκτός ισολογισμού έναντι του εν λόγω οφειλέτη. Όταν ένας οφειλέτης ανήκει σε όμιλο, αξιολογείται η ανάγκη να θεωρηθούν επίσης και τα ανοίγματα σε άλλες οντότητες του ομίλου μη εξυπηρετούμενα, εκτός από ανοίγματα που επηρεάζονται από μεμονωμένες διαφορές που δεν σχετίζονται με τη φερεγγυότητα του αντισυμβαλλομένου. 228. Τα ανοίγματα θεωρείται ότι έχουν παύσει να είναι μη εξυπηρετούμενα, όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47α παράγραφος 4 του ΚΚΑ. 230. Η ταξινόμηση ενός μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος ως μη κυκλοφορούντος στοιχείου ενεργητικού διακρατούμενου προς πώληση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5 δεν διακόπτει την ταξινόμησή του ως μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 47α παράγραφος 5 του ΚΚΑ. 231. Η εφαρμογή μέτρων ρύθμισης σε ένα μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα δεν διακόπτει την κατάσταση μη εξυπηρέτησης του συγκεκριμένου ανοίγματος. Σε περίπτωση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με μέτρα ρύθμισης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 262, τα ανοίγματα αυτά θεωρείται ότι έχουν παύσει να είναι μη εξυπηρετούμενα, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47α παράγραφος 6 του ΚΚΑ. 232. Σε περίπτωση που οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 231 του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος δεν πληρούνται στο τέλος της περιόδου ενός έτους που προσδιορίζεται στο άρθρο 47α παράγραφος 6 στοιχείο β) του ΚΚΑ, το άνοιγμα εξακολουθεί να προσδιορίζεται ως μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα με ρύθμιση, έως ότου εκπληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αξιολογούνται τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση. 233. Τα λογιστικά χαρτοφυλάκια βάσει των ΔΠΧΑ, που απαριθμούνται στην παράγραφο 15 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος, και σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, που απαριθμούνται στην παράγραφο 16 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος, υποβάλλονται στο υπόδειγμα 18 ως εξής:
α)
τα «Χρεωστικά μέσα στο κόστος ή στο αποσβεσμένο κόστος» περιλαμβάνουν χρεωστικά μέσα που εντάσσονται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:
i)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού στο αποσβεσμένο κόστος» (ΔΠΧΑ)·
ii)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα με βάση μέθοδο κόστους», συμπεριλαμβανομένων των χρεωστικών μέσων που επιμετρώνται με βάση τη μέτρια LOCOM (εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD)·
iii)
«Αλλα μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης», πλην χρεωστικών μέσων που επιμετρώνται με βάση την αυστηρή LOCOM (εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD)·
β)
τα «Χρεωστικά μέσα στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων ή στα ίδια κεφάλαια που υπόκεινται σε απομείωση αξίας» περιλαμβάνουν χρεωστικά μέσα που εντάσσονται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:
i)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων» (ΔΠΧΑ)·
ii)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια», όπου τα μέσα στη συγκεκριμένη κατηγορία επιμέτρησης μπορούν να υπόκεινται σε απομείωση σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο δυνάμει των εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD·
γ)
τα «Χρεωστικά μέσα στην αυστηρή LOCOM ή στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων ή στα ίδια κεφάλαια που δεν υπόκεινται σε απομείωση αξίας» περιλαμβάνουν χρεωστικά μέσα που εντάσσονται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:
i)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» (ΔΠΧΑ)·
ii)
«Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» (ΔΠΧΑ)·
iii)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» (εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD)·
iv)
«Αλλα μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης», όπου τα χρεωστικά μέσα επιμετρώνται με βάση την αυστηρή LOCOM (εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD)·
v)
«Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία στα ίδια κεφάλαια», όπου τα μέσα στη συγκεκριμένη κατηγορία επιμέτρησης δεν υπόκεινται σε απομείωση σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο δυνάμει των ΓΑΛΑ με βάση την BAD. 234. Εάν τα ΔΠΧΑ ή οι σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD προβλέπουν τον προσδιορισμό των δεσμεύσεων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, η λογιστική αξία οποιουδήποτε στοιχείου ενεργητικού που προκύπτει από τον εν λόγω προσδιορισμό και την επιμέτρηση στην εύλογη αξία υποβάλλεται στο στοιχείο «Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» (ΔΠΧΑ) ή στο στοιχείο «Μη παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» (εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD). Η λογιστική αξία οποιασδήποτε υποχρέωσης προκύπτει από τον εν λόγω προσδιορισμό δεν υποβάλλεται στο υπόδειγμα 18. Το ονομαστικό ποσό όλων των δεσμεύσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων υποβάλλεται στο υπόδειγμα 9. 234i. Τα κάτωθι ανοίγματα εμφανίζονται σε χωριστές γραμμές:
α)
Δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητη περιουσία, όπως ορίζονται στις παραγράφους 86 στοιχείο α) και 87 του παρόντος Μέρους·
β)
Καταναλωτική πίστη, όπως ορίζεται στην παράγραφο 88 στοιχείο α) του παρόντος Μέρους. 235. Τα ανοίγματα σε καθυστέρηση υποβάλλονται χωριστά στο πλαίσιο των κατηγοριών εξυπηρετούμενων και μη εξυπηρετούμενων για ολόκληρο το ποσό τους, όπως ορίζεται στην παράγραφο 96 του παρόντος Μέρους. Ανοίγματα τα οποία εμφανίζουν καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, αλλά δεν είναι σημαντικά σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΚΑ, αναφέρονται στα εξυπηρετούμενα ανοίγματα στο στοιχείο «Σε καθυστέρηση > 30 ημέρες <= 90 ημέρες». 236. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αναφέρονται αναλυτικά ανά χρονικά διαστήματα καθυστέρησης. Στην περίπτωση εφαρμογής της προσέγγισης του οφειλέτη για την ταξινόμηση των ανοιγμάτων ως μη εξυπηρετούμενων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 226 του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος, τα ανοίγματα του οφειλέτη αναφέρονται στα χρονικά διαστήματα καθυστέρησης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με βάση το καθεστώς ληξιπρόθεσμου κάθε ανοίγματος. Τα ανοίγματα που δεν εμφανίζουν καθυστέρηση ή έχουν καθυστέρηση 90 ημερών ή λιγότερο, αλλά, παρ’ όλα ταύτα, χαρακτηρίζονται ως μη εξυπηρετούμενα λόγω της πιθανότητας μη πλήρους αποπληρωμής, αναφέρονται σε ειδική στήλη. Τα ανοίγματα που εμφανίζουν τόσο καθυστερούμενα ποσά όσο και πιθανότητα μη πλήρους αποπληρωμής κατανέμονται ανά χρονικά διαστήματα καθυστέρησης, ανάλογα με τον αριθμό των ημερών κατά τις οποίες εμφανίζουν καθυστέρηση. 237. Τα κάτωθι χρηματοδοτικά ανοίγματα εμφανίζονται σε χωριστές στήλες:
α)
τα ανοίγματα που θεωρείται ότι έχουν υποστεί απομείωση σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο· βάσει των ΔΠΧΑ, υποβάλλεται το ποσό των στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας (βαθμίδα 3) που δεν περιλαμβάνει τα αγορασμένα ή δημιουργημένα στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας· σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ, υποβάλλεται η αξία απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού·
β)
τα ανοίγματα για τα οποία θεωρείται ότι έχει επέλθει αθέτηση, σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΚΑ·
γ)
βάσει των ΔΠΧΑ, τα στοιχεία ενεργητικού με σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου μετά την αρχική αναγνώριση, αλλά των οποίων η πιστωτική αξία δεν είναι απομειωμένη (βαθμίδα 2), τα οποία δεν περιλαμβάνουν τα αγορασμένα ή δημιουργημένα στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας·
δ)
βάσει των ΔΠΧΑ, για εξυπηρετούμενα ανοίγματα, τα στοιχεία ενεργητικού χωρίς σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου μετά την αρχική αναγνώριση (βαθμίδα 1)·
ε)
τα ανοίγματα τα οποία θεωρούνται αγορασμένα ή δημιουργημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας κατά την αρχική αναγνώριση σύμφωνα με το προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 9, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ανοιγμάτων εκτός ισολογισμού τα οποία θεωρούνται απομειωμένης πιστωτικής αξίας κατά την αρχική τους αναγνώριση·
στ)
για τα εξυπηρετούμενα ανοίγματα, το ποσό της σωρευτικής απομείωσης αξίας για ανοίγματα τα οποία εμφανίζουν καθυστέρηση άνω των 30 ημερών. 238. Η σωρευτική απομείωση αξίας, οι σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου και οι προβλέψεις υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 11, 69 έως 71, 106 και 110 του παρόντος Μέρους. 239. Οι πληροφορίες σχετικά με τις εξασφαλίσεις υπό κατοχή και τις ληφθείσες εγγυήσεις για εξυπηρετούμενα και μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα υποβάλλονται χωριστά. Τα ποσά που υποβάλλονται για τις ληφθείσες εξασφαλίσεις και τις ληφθείσες εγγυήσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 172 και 174 του παρόντος Μέρους. Το άθροισμα των ποσών που υποβάλλονται τόσο για τις εξασφαλίσεις όσο και για τις εγγυήσεις έχει ως ανώτατο όριο τη λογιστική αξία ή το ονομαστικό ποσό μετά την αφαίρεση των προβλέψεων του σχετικού ανοίγματος. 17.2. Εισροές και εκροές η εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων – δάνεια και προκαταβολές ανά τομέα αντισυμβαλλόμενου (18.1) 239i. Στο υπόδειγμα 18.1 παρέχονται οι εισροές και εκροές των δανείων και προκαταβολών, εξαιρουμένων των δανείων και προκαταβολών που ταξινομούνται ως στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης ή διακρατούμενα για διαπραγμάτευση, που ταξινομήθηκαν εντός ή εκτός της κατηγορίας μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους. Οι εισροές και εκροές μη εξυπηρετούμενων δανείων και προκαταβολών αναλύονται ανά τομέα αντισυμβαλλομένου. 239ii. Οι εισροές στην κατηγορία μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποβάλλονται σωρευτικά από την αρχή του οικονομικού έτους. Η εισροή αντικατοπτρίζει την ακαθάριστη λογιστική αξία των ανοιγμάτων που έχουν καταστεί μη εξυπηρετούμενα, όπως ορίζονται στις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους κατά την περίοδο, συμπεριλαμβανομένων των αγορασμένων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Αύξηση της ακαθάριστης λογιστικής αξίας μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος λόγω δεδουλευμένων τόκων ή λόγω αύξησης των σωρευμένων αρνητικών μεταβολών της εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου υποβάλλεται επίσης ως εισροή. 239iii. Για άνοιγμα το οποίο έχει αναταξινομηθεί πολλές φορές κατά την περίοδο από μη εξυπηρετούμενο σε εξυπηρετούμενο ή αντιστρόφως, το ποσό των εισροών και εκροών προσδιορίζεται βάσει σύγκρισης μεταξύ της κατάστασης του ανοίγματος (εξυπηρετούμενο ή μη εξυπηρετούμενο) στις αρχές του οικονομικού έτους ή κατά την αρχική αναγνώριση και της κατάστασής του κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς. 239iv. Οι εκροές από την κατηγορία μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποβάλλονται σωρευτικά από τις αρχές του οικονομικού έτους. Η εκροή αντικατοπτρίζει το άθροισμα των ακαθάριστων λογιστικών αξιών των ανοιγμάτων που παύουν να είναι μη εξυπηρετούμενα κατά την περίοδο, και, κατά περίπτωση, περιλαμβάνει την αξία των διαγραφών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της μερικής ή πλήρους παύσης αναγνώρισης του ανοίγματος. Μείωση της ακαθάριστης λογιστικής αξίας μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος λόγω καταβληθέντων τόκων ή λόγω μείωσης των σωρευμένων αρνητικών μεταβολών της εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου υποβάλλεται επίσης ως εκροή. 239v. Μια εκροή υποβάλλεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα πληροί τα κριτήρια διακοπής της ταξινόμησης ως μη εξυπηρετούμενου, όπως καθορίζεται στις παραγράφους 228 – 232 του παρόντος Μέρους και επαναταξινομείται ως εξυπηρετούμενο χωρίς ρύθμιση ή ως εξυπηρετούμενο με ρύθμιση·
β)
μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα εξοφλείται εν μέρει ή εν όλω· σε περίπτωση μερικής εξόφλησης, ως εκροή ταξινομείται μόνο το εξοφληθέν ποσό·
γ)
εξασφάλιση ρευστοποιείται, συμπεριλαμβανομένων των εκροών λόγω άλλης ρευστοποίησης ή νομικής διαδικασίας, όπως η ρευστοποίηση στοιχείων ενεργητικού διαφορετικών από την εξασφάλιση που ελήφθη μέσω νομικής διαδικασίας, και η εκούσια πώληση της εξασφάλισης·
δ)
το ίδρυμα αποκτά την εξασφάλιση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 175 του παρόντος Μέρους, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων ανταλλαγών χρέους με στοιχεία ενεργητικού, των περιπτώσεων εκούσιας εγκατάλειψης και των μετατροπών δανείων σε μετοχές·
ε)
πώληση μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος·
στ)
ο κίνδυνος που σχετίζεται με μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα μεταβιβάζεται και το άνοιγμα πληροί τα κριτήρια για παύση αναγνώρισης·
ζ)
μερική ή πλήρης διαγραφή μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος· σε περίπτωση μερικών διαγραφών, ως εκροή ταξινομείται μόνο το διαγραφέν ποσό·
η)
μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα, ή μέρη μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος, παύει να είναι μη εξυπηρετούμενο για άλλους λόγους. 239vi. Η αναταξινόμηση μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος από ένα λογιστικό χαρτοφυλάκιο σε άλλο δεν υποβάλλεται ούτε ως εισροή ούτε ως εκροή. Κατ’ εξαίρεση, η αναταξινόμηση μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος από οποιοδήποτε λογιστικό χαρτοφυλάκιο σε «διακρατούμενο προς πώληση» υποβάλλεται ως εκροή από το αρχικό λογιστικό χαρτοφυλάκιο και εισροή σε «διακρατούμενο προς πώληση». 239vii. Τα κάτωθι ανοίγματα εμφανίζονται σε χωριστές γραμμές:
α)
δάνεια για εμπορικά ακίνητα (CRE), όπως ορίζονται στην παράγραφο 239ix, κατανεμημένα σε δάνεια CRE προς ΜΜΕ και δάνεια CRE προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες άλλες από ΜΜΕ·
β)
δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητη περιουσία, όπως ορίζονται στις παραγράφους 86 στοιχείο α) και 87 του παρόντος Μέρους·
γ)
καταναλωτική πίστη, όπως ορίζεται στην παράγραφο 88 στοιχείο α) του παρόντος Μέρους. 17.3 Δάνεια για εμπορικά ακίνητα (CRE) και πρόσθετες πληροφορίες για δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητη περιουσία (18.2) 239viii. Το υπόδειγμα 18.2 συμπληρώνεται με τις πληροφορίες που αφορούν δάνεια για εμπορικά ακίνητα προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες και δάνεια εξασφαλισμένα με εμπορικά ακίνητα και ακίνητα κατοικίας προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες και νοικοκυριά αντίστοιχα, που κατανέμονται βάσει του λόγου «δανείου/αξίας» (λόγος LTV). Εξαιρούνται δάνεια και προκαταβολές που ταξινομούνται ως διακρατούμενα προς διαπραγμάτευση, στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης και χρεωστικά μέσα διακρατούμενα προς πώληση. 239ix. Τα «δάνεια» για εμπορικά ακίνητα (CRE)» περιλαμβάνουν ανοίγματα, όπως ορίζονται στο τμήμα 2, κεφάλαιο 1, παράγραφος 1 της σύστασης του ΕΣΣΚ σχετικά με την κάλυψη κενών στα στοιχεία που αφορούν ακίνητα ( 18 ). 239x. Ο λόγος LTV υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο για τον υπολογισμό του «τρέχοντος λόγου δανείου-αξίας (LTV-C)» που προβλέπεται στο τμήμα 2 κεφάλαιο 1 παράγραφος 1 της σύστασης του ΕΣΣΚ για την κάλυψη κενών στα στοιχεία που αφορούν ακίνητα. 239xi. Οι πληροφορίες σχετικά με τις ληφθείσες εξασφαλίσεις και τις ληφθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις σχετικά με δάνεια υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 239 του παρόντος Μέρους. Κατά συνέπεια, το άθροισμα των ποσών που υποβάλλονται τόσο για τις εξασφαλίσεις όσο και για τις εγγυήσεις έχει ως ανώτατο όριο τη λογιστική αξία του σχετικού ανοίγματος. 18. ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩς ΡΥΘΜΙΣΗς (19) 240. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 19, τα ανοίγματα υπό καθεστώς ρύθμισης είναι δανειακές συμβάσεις ως προς τις οποίες έχουν εφαρμοστεί μέτρα ρύθμισης (ρύθμισης) όπως ορίζονται στο άρθρο 47β παράγραφοι 1 και 2 του ΚΚΑ. 243. Στα μέτρα ρύθμισης περιλαμβάνεται επίσης η άσκηση ρητρών οι οποίες, όταν χρησιμοποιούνται κατά τη διακριτική ευχέρεια του οφειλέτη, επιτρέπουν στον οφειλέτη να αλλάξει τους όρους της σύμβασης («ενσωματωμένες ρήτρες ρύθμισης») και οι οποίες αντιμετωπίζονται ως παραχώρηση όταν το ίδρυμα εγκρίνει την εκτέλεση αυτών των ρητρών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο οφειλέτης αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. 244. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, ως «αναχρηματοδότηση» νοείται η χρήση δανειακών συμβάσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης ή μερική αποπληρωμή άλλων δανειακών συμβάσεων, με όρους τους οποίους δεν είναι σε θέση να τηρήσει ο οφειλέτης. 245. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 19, «οφειλέτης» είναι ο πιστούχος κατά την έννοια του άρθρου 47β παράγραφος 4 του ΚΚΑ. 246. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 19, το «χρέος» περιλαμβάνει δάνεια και προκαταβολές (που περιλαμβάνουν επίσης διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως), χρεωστικούς τίτλους, καθώς και ανακλητές και αμετάκλητες αναληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των δανειακών δεσμεύσεων αναγνωρισμένων στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων οι οποίες είναι στοιχεία ενεργητικού κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς. Το «χρέος» δεν περιλαμβάνει ανοίγματα διακρατούμενα για διαπραγμάτευση. 247. Το «χρέος» περιλαμβάνει επίσης δάνεια και προκαταβολές και χρεωστικούς τίτλους που ταξινομούνται ως μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που ταξινομούνται ως διακρατούμενες προς πώληση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5. 248. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 19, το «άνοιγμα» έχει την ίδια έννοια με αυτή του «χρέους» στις παραγράφους 246 και 247 του παρόντος Μέρους. 249. Τα λογιστικά χαρτοφυλάκια βάσει των ΔΠΧΑ, που απαριθμούνται στην παράγραφο 15 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος, και σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, που απαριθμούνται στην παράγραφο 16 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος, υποβάλλονται στο υπόδειγμα 19, σύμφωνα με την παράγραφο 233 του παρόντος Μέρους. 250. Για τους σκοπούς του υποδείγματος 19, ως «ίδρυμα» νοείται το ίδρυμα το οποίο εφάρμοσε τα μέτρα ρύθμισης. 252. Στο υπόδειγμα 19 για το «χρέος», η «ακαθάριστη λογιστική αξία» υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 34 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος. Για τις αναληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις οι οποίες είναι ανοίγματα εκτός ισολογισμού, υποβάλλεται το ονομαστικό ποσό, όπως ορίζεται στην παράγραφο 118 του παρόντος Μέρους του παρόντος παραρτήματος. 253. Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα θεωρούνται ανοίγματα με ρύθμιση, όταν έχει γίνει παραχώρηση σύμφωνα με το άρθρο 47β παράγραφος 1 του ΚΚΑ, ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιουδήποτε καθυστερούμενου ποσού ή την ταξινόμηση των ανοιγμάτων ως απομειωμένης αξίας, σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο, ή σε αθέτηση, σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΚΑ. Τα ανοίγματα δεν αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα με ρύθμιση, όταν ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα τροποποιημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού (ΔΠΧΑ 9.5.4.3 και προσάρτημα A) αντιμετωπίζονται ως με ρύθμιση εφόσον έχει γίνει παραχώρηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 47β παράγραφος 1 του ΚΚΑ, ανεξάρτητα από την επίπτωση της τροποποίησης στη μεταβολή του πιστωτικού κινδύνου του χρηματοοικονομικού στοιχείου ενεργητικού μετά την αρχική αναγνώριση. 254. Υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι έχει υπάρξει ρύθμιση σε οποιαδήποτε από τις περιστάσεις που παρατίθενται στο άρθρο 47β παράγραφος 3 του ΚΚΑ. 255. Οι οικονομικές δυσχέρειες αξιολογούνται σε επίπεδο οφειλέτη, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 245. Μόνο τα ανοίγματα έναντι των οποίων έχουν εφαρμοστεί μέτρα ρύθμισης προσδιορίζονται ως ανοίγματα με ρύθμιση. 256. Τα ανοίγματα με ρύθμιση περιλαμβάνονται στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ή στην κατηγορία των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 και 260 του παρόντος Μέρους. Η ταξινόμηση στα ανοίγματα υπό καθεστώς ρύθμισης διακόπτεται, όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47α παράγραφος 7 του ΚΚΑ. 257. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 47α παράγραφος 7 του ΚΚΑ στο τέλος της περιόδου αναστολής, το άνοιγμα εξακολουθεί να προσδιορίζεται ως εξυπηρετούμενο με ρύθμιση υπό αναστολή, έως ότου εκπληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αξιολογούνται τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση. 258. Τα ανοίγματα με ρύθμιση που ταξινομούνται ως μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού διακρατούμενα προς πώληση, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5, συνεχίζουν να ταξινομούνται ως ανοίγματα υπό καθεστώς ρύθμισης. 259. Ενα άνοιγμα με ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί εξυπηρετούμενο από την ημερομηνία που εφαρμόστηκαν τα μέτρα ρύθμισης, εφόσον πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
η παράταση αυτή δεν οδήγησε στην ταξινόμηση του ανοίγματος ως μη εξυπηρετούμενου·
β)
το άνοιγμα δεν θεωρήθηκε μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα κατά την ημερομηνία που παρατάθηκαν τα μέτρα ρύθμισης. 260. Σε περίπτωση που εφαρμοστούν πρόσθετα μέτρα ρύθμισης σε εξυπηρετούμενο άνοιγμα με ρύθμιση υπό αναστολή, που έχει αναταξινομηθεί από την κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων, ή εάν το άνοιγμα αυτό εμφανίσει καθυστέρηση άνω των 30 ημερών, ταξινομείται ως μη εξυπηρετούμενο σύμφωνα με το άρθρο 47α παράγραφος 3 στοιχείο γ) του ΚΚΑ. 261. Τα «Εξυπηρετούμενα ανοίγματα με μέτρα ρύθμισης» (εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση) περιλαμβάνουν ανοίγματα με ρύθμιση που δεν πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν μη εξυπηρετούμενα και περιλαμβάνονται στην κατηγορία των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Τα εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση τίθενται υπό επιτήρηση έως ότου να πληρούνται όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 47α παράγραφος 7 του ΚΚΑ, ακόμη και όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 259 του παρόντος Μέρους. Τα εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση υπό αναστολή που έχουν αναταξινομηθεί από την κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με ρύθμιση υποβάλλονται χωριστά, στο πλαίσιο των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με μέτρα ρύθμισης στη στήλη «εκ των οποίων: εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση υπό αναστολή που έχουν αναταξινομηθεί από την κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων». 262. Τα «Μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με μέτρα ρύθμισης» (μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση) περιλαμβάνουν ανοίγματα με ρύθμιση που πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν μη εξυπηρετούμενα και περιλαμβάνονται στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Τα εν λόγω μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση περιλαμβάνουν τα εξής:
α)
ανοίγματα που έχουν καταστεί μη εξυπηρετούμενα, λόγω της εφαρμογής των μέτρων ρύθμισης·
β)
ανοίγματα τα οποία ήταν μη εξυπηρετούμενα πριν από την παράταση των μέτρων ρύθμισης·
γ)
ανοίγματα με ρύθμιση που έχουν αναταξινομηθεί από την κατηγορία των εξυπηρετούμενων, συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων που έχουν αναταξινομηθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 260. 263. Σε περίπτωση επέκτασης των μέτρων ρύθμισης σε ανοίγματα που ήταν μη εξυπηρετούμενα πριν από την επέκταση των μέτρων ρύθμισης, το ποσό των εν λόγω ανοιγμάτων με ρύθμιση προσδιορίζεται χωριστά στη στήλη «εκ των οποίων: ρύθμιση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων πριν από τα μέτρα ρύθμισης». 264. Τα ακόλουθα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με μέτρα ρύθμισης εμφανίζονται σε χωριστές στήλες:
α)
τα ανοίγματα που θεωρείται ότι έχουν υποστεί απομείωση σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο. Βάσει των ΔΠΧΑ, το ποσό των στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας (βαθμίδα 3) και το ποσό των αγορασμένων ή δημιουργημένων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού απομειωμένης πιστωτικής αξίας όταν θεωρούνται μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με την παράγραφο 215 του παρόντος Μέρους, υποβάλλονται στη συγκεκριμένη στήλη·
β)
τα ανοίγματα για τα οποία θεωρείται ότι έχει επέλθει αθέτηση, σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΚΑ. 265. Η στήλη «Αναχρηματοδότηση» περιλαμβάνει την ακαθάριστη λογιστική αξία της νέας σύμβασης («αναχρηματοδότηση χρέους»), που χορηγήθηκε στο πλαίσιο μιας πράξης αναχρηματοδότησης, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέτρο ρύθμισης, καθώς και την ακαθάριστη λογιστική αξία της παλαιάς εξοφληθείσας σύμβασης που εξακολουθεί να εκκρεμεί. 266. Τα ανοίγματα με ρύθμιση που συνδυάζουν τροποποιήσεις και αναχρηματοδότηση ταξινομούνται στη στήλη «Μέσα με τροποποιήσεις των όρων και προϋποθέσεων» ή στη στήλη «Αναχρηματοδότηση», ανάλογα με το μέτρο που έχει τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις ταμειακές ροές. Η αναχρηματοδότηση από μια ομάδα τραπεζών αναφέρεται στη στήλη «Αναχρηματοδότηση» για το σύνολο του ποσού αναχρηματοδότησης του χρέους, που παρέχεται από το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, ή του αναχρηματοδοτημένου χρέους, που εξακολουθεί να εκκρεμεί στο εν λόγω ίδρυμα. Η ανασυσκευασία των διαφόρων οφειλών σε νέο χρέος αναφέρεται ως τροποποίηση, εκτός εάν υπάρχει επίσης πράξη αναχρηματοδότησης που έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στις ταμειακές ροές. Σε περίπτωση που η ρύθμιση μέσω τροποποίησης των όρων και προϋποθέσεων ενός προβληματικού ανοίγματος έχει ως αποτέλεσμα την παύση της αναγνώρισής του και την αναγνώριση νέου ανοίγματος, αυτό το νέο άνοιγμα αντιμετωπίζεται ως χρέος με ρύθμιση. 267. Η σωρευτική απομείωση αξίας, οι σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου και οι προβλέψεις υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 11, 69 έως 71, 106 και 110 του παρόντος Μέρους. 268. Οι ληφθείσες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις επί ανοιγμάτων με μέτρα ρύθμισης υποβάλλονται για όλα τα ανοίγματα με μέτρα ρύθμισης, ανεξάρτητα από το αν είναι εξυπηρετούμενα ή όχι. Επιπλέον, οι ληφθείσες εξασφαλίσεις και χρηματοοικονομικές εγγυήσεις επί μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με μέτρα ρύθμισης αναφέρονται χωριστά. Τα ποσά που υποβάλλονται για τις ληφθείσες εξασφαλίσεις και τις ληφθείσες εγγυήσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 172 και 174 του παρόντος Μέρους. Το άθροισμα των ποσών που υποβάλλονται τόσο για τις εξασφαλίσεις όσο και για τις εγγυήσεις έχει ως ανώτατο όριο τη λογιστική αξία του σχετικού ανοίγματος εντός ισολογισμού ή το ονομαστικό ποσό μετά την αφαίρεση των προβλέψεων του σχετικού ανοίγματος εκτός ισολογισμού. 19. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ (20) 269. Το υπόδειγμα 20 υποβάλλεται όταν το ίδρυμα υπερβαίνει το κατώτατο όριο που περιγράφεται στο άρθρο 5 στοιχείο α) σημείο 4) του παρόντος κανονισμού. 19.1. Γεωγραφική κατανομή με βάση την τοποθεσία εκτέλεσης των δραστηριοτήτων (20.1-20.3) 270. Η γεωγραφική κατανομή με βάση την τοποθεσία εκτέλεσης των δραστηριοτήτων, στα υποδείγματα 20.1 έως 20.3, κάνει διάκριση μεταξύ «εγχώριων δραστηριοτήτων» και «μη εγχώριων δραστηριοτήτων». Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ως «τοποθεσία» νοείται η περιοχή δικαιοδοσίας όπου συστάθηκε η νομική οντότητα που έχει αναγνωρίσει το αντίστοιχο στοιχείο ενεργητικού ή υποχρέωση. Για υποκαταστήματα, σημαίνει την περιοχή δικαιοδοσίας του τόπου εγκατάστασης. Στις «Εγχώριες δραστηριότητες» περιλαμβάνονται οι δραστηριότητες που αναγνωρίζονται στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά. 19.2 Γεωγραφική κατανομή με βάση τον τόπο κατοικίας του αντισυμβαλλομένου (20.4-20.7) 271. Τα υποδείγματα 20.4 έως 20.7 περιέχουν πληροφορίες «ανά χώρα» με βάση τον τόπο κατοικίας του άμεσου αντισυμβαλλομένου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 43 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος. Η κατανομή που παρέχεται περιλαμβάνει ανοίγματα ή υποχρεώσεις με κατοίκους σε κάθε ξένη χώρα στην οποία έχει ανοίγματα το ίδρυμα. Ανοίγματα ή υποχρεώσεις με διεθνείς οργανισμούς και πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης δεν αποδίδονται στη χώρα εγκατάστασης του ιδρύματος, αλλά στον γεωγραφικό τομέα «Αλλες χώρες». 272. Τα «Παράγωγα» περιλαμβάνουν τόσο παράγωγα διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών αντισταθμίσεων, όσο και παράγωγα αντιστάθμισης, βάσει των ΔΠΧΑ και των ΓΑΛΑ, που υποβάλλονται στα υποδείγματα 10 και 11. 273. Τα στοιχεία ενεργητικού που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, βάσει των ΔΠΧΑ, και τα στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης, βάσει των ΓΑΛΑ, προσδιορίζονται χωριστά. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που υπόκεινται σε απομείωση αξίας έχουν την ίδια έννοια όπως και στην παράγραφο 93 του παρόντος Μέρους. Για τον σκοπό του υποδείγματος 20.4, τα διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως αναφέρονται μαζί με τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που υπόκεινται σε απομείωση αξίας. Τα στοιχεία ενεργητικού που επιμετρώνται με βάση τη LOCOM και στα οποία έχουν εφαρμοστεί προσαρμογές αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου θεωρούνται απομειωμένα. 274. Στα υποδείγματα 20.4 και 20.7, υποβάλλονται η «Σωρευτική απομείωση αξίας» και οι «Σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα», κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 69 έως 71 του παρόντος Μέρους. 275. Στο υπόδειγμα 20.4 για χρεωστικά μέσα, υποβάλλεται η «ακαθάριστη λογιστική αξία», όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 34 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος. Για παράγωγα και μέσα μετοχικού κεφαλαίου, το ποσό που πρέπει να υποβάλλεται είναι η λογιστική αξία. Στη στήλη «εκ των οποίων: μη εξυπηρετούμενα» χρεωστικά μέσα, όπως καθορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους. Η ρύθμιση ως προς την εξυπηρέτηση του χρέους περιλαμβάνει όλες τις «δανειακές» συμβάσεις για τους σκοπούς του υποδείγματος 19, ως προς τις οποίες έχουν παραχωρηθεί μέτρα ρύθμισης, όπως ορίζεται στις παραγράφους 240 έως 268 του παρόντος Μέρους. 276. Στο υπόδειγμα 20.5, οι «Προβλέψεις για αναληφθείσες δεσμεύσεις και δοθείσες εγγυήσεις» περιλαμβάνουν τις προβλέψεις που επιμετρώνται βάσει του ΔΛΠ 37, τις πιστωτικές ζημίες των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστήρια συμβόλαια βάσει του ΔΠΧΑ 4, και τις προβλέψεις επί δανειακών δεσμεύσεων και χρηματοοικονομικών εγγυήσεων βάσει των απαιτήσεων απομείωσης του ΔΠΧΑ 9, καθώς και τις προβλέψεις για δεσμεύσεις και εγγυήσεις βάσει των εθνικών ΓΑΛΑ με βάση την BAD, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του παρόντος Μέρους. 277. Στο υπόδειγμα 20.7, τα δάνεια και οι προκαταβολές εκτός των διακρατούμενων για διαπραγμάτευση, των στοιχείων ενεργητικού εμπορικής χρήσης ή των διακρατούμενων προς πώληση αναφέρονται με την ταξινόμηση με κωδικούς NACE σε βάση «ανά χώρα». Οι κωδικοί NACE αναφέρονται στο πρώτο επίπεδο ανάλυσης (ανά «τμήμα»). Τα δάνεια και οι προκαταβολές που υπόκεινται σε απομείωση αξίας αναφέρονται στα ίδια χαρτοφυλάκια, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 93 του παρόντος Μέρους. 20. ΕΝΣΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΥΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ (21) 278. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του κατώτατου ορίου στο άρθρο 9 στοιχείο ε) του παρόντος κανονισμού, τα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού που έχουν εκμισθωθεί από το ίδρυμα (εκμισθωτής) σε τρίτους, σε συμφωνίες που πληρούν τα κριτήρια ώστε να θεωρούνται λειτουργικές μισθώσεις σύμφωνα με το σχετικό λογιστικό πλαίσιο, διαιρούνται με το σύνολο των ενσώματων στοιχείων ενεργητικού. 279. Βάσει των ΔΠΧΑ, τα στοιχεία που έχει εκμισθώσει το ίδρυμα (ως εκμισθωτής) σε τρίτους σε λειτουργικές μισθώσεις αναλύονται με βάση τη μέθοδο επιμέτρησης. 21. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ, ΦΥΛΑΞΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕς ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕς ΠΑΡΟΧΗς ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (22) 280. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του κατώτατου ορίου στο άρθρο 9 στοιχείο στ) του παρόντος κανονισμού, το ποσό από τα «καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες» είναι η απόλυτη τιμή της διαφοράς μεταξύ των «εσόδων από αμοιβές και προμήθειες» και των «εξόδων από αμοιβές και προμήθειες». Για τους ίδιους σκοπούς, το ποσό του «καθαρού τόκου» είναι η απόλυτη τιμή της διαφοράς μεταξύ των «εσόδων από τόκους» και των «εξόδων από τόκους». 21.1. Εσοδα από αμοιβές και προμήθειες και έξοδα ανά δραστηριότητα (22.1) 281. Τα έσοδα και έξοδα από αμοιβές και προμήθειες αναφέρονται ανά είδος δραστηριότητας. Βάσει των ΔΠΧΑ, το συγκεκριμένο υπόδειγμα περιλαμβάνει έσοδα και έξοδα από αμοιβές και προμήθειες, εκτός των δύο ακόλουθων:
α)
ποσά που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του πραγματικού τόκου χρηματοοικονομικών μέσων [ΔΠΧΑ 7.20.(γ)]·
β)
ποσά που προκύπτουν από χρηματοοικονομικά μέσα που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων [ΔΠΧΑ 7.20.(γ).(i)]. 282. Το κόστος συναλλαγής που οφείλεται άμεσα στην απόκτηση ή την έκδοση χρηματοοικονομικών μέσων που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων δεν περιλαμβάνεται. Το εν λόγω κόστος συναλλαγής αποτελεί μέρος της αρχικής αξίας απόκτησης/έκδοσης αυτών των μέσων και αποσβένεται στα αποτελέσματα επί της υπολειπόμενης περιόδου χρήσης τους, με χρήση του πραγματικού επιτοκίου (βλέπε ΔΠΧΑ 9.5.1.1). 283. Βάσει των ΔΠΧΑ, το κόστος συναλλαγής που οφείλεται άμεσα στην απόκτηση ή την έκδοση χρηματοοικονομικών μέσων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων περιλαμβάνεται στα «Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που διακρατούνται για διαπραγμάτευση, καθαρά», στα «Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού μη εμπορικής χρήσης επιμετρούμενα υποχρεωτικά στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά» και στα «Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, καθαρά», ανάλογα με το λογιστικό χαρτοφυλάκιο στο οποίο ταξινομείται το εν λόγω κόστος συναλλαγής. Το εν λόγω κόστος συναλλαγής δεν αποτελεί μέρος της αξίας αρχικής απόκτησης ή έκδοσης των εν λόγω μέσων και αναγνωρίζεται αμέσως στα αποτελέσματα. 284 Τα ιδρύματα υποβάλλουν έσοδα και έξοδα από αμοιβές και προμήθειες σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:
α)
οι «Τίτλοι. Εκδόσεις» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες που ελήφθησαν για τη συμμετοχή στη δημιουργία ή έκδοση τίτλων των οποίων η δημιουργία ή έκδοση δεν προέρχεται από το ίδρυμα·
β)
οι «Τίτλοι. Εντολές μεταβίβασης» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες που δημιουργούνται από τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των εντολών αγοράς ή πώλησης τίτλων για λογαριασμό των πελατών·
γ)
οι «Τίτλοι. Αλλα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες σε σχέση με τίτλους» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες που δημιουργούνται από το ίδρυμα που παρέχει άλλες υπηρεσίες, οι οποίες σχετίζονται με τίτλους που δεν δημιουργούνται ούτε εκδίδονται από το ίδρυμα·
δ)
Στα έξοδα από αμοιβές και προμήθειες, οι «τίτλοι» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες που χρεώνονται στο ίδρυμα, όταν αυτό λαμβάνει υπηρεσίες οι οποίες σχετίζονται με τίτλους, ανεξάρτητα από το εάν αυτοί δημιουργούνται ή εκδίδονται από το ίδρυμα·
ε)
Οι «Χρηματοδοτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες για συμβουλευτικές υπηρεσίες σε σχέση με δραστηριότητες συγχωνεύσεων και εξαγορών εταιρικών πελατών·
στ)
Οι «Χρηματοδοτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Υπηρεσίες ρευστότητας» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες για χρηματοδοτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις που σχετίζονται με την παροχή συμβουλών σε εταιρικούς πελάτες σχετικά με την αγορά κεφαλαίου·
ζ)
Οι «Χρηματοδοτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Αλλα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες σε σχέση με δραστηριότητες χρηματοδοτικών υπηρεσιών προς επιχειρήσεις» περιλαμβάνουν όλες τις υπόλοιπες αμοιβές και προμήθειες που σχετίζονται με χρηματοδοτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις·
η)
Οι «Υπηρεσίες βάσει αμοιβής» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες που χρεώνονται για συμβουλευτικές υπηρεσίες προς πελάτες που δεν συνδέονται άμεσα με τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού, όπως οι αμοιβές που σχετίζονται με την ιδιωτική τραπεζική. Οι αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές δεν περιλαμβάνονται εδώ, αλλά στο στοιχείο «Χρηματοδοτικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές»·
θ)
η «Εκκαθάριση και (ο) διακανονισμός» περιλαμβάνουν έσοδα από αμοιβές και προμήθειες (έξοδα) που δημιουργούνται από το ίδρυμα (χρεώνονται σε αυτό), όταν συμμετέχει σε συστήματα αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού·
ι)
η «Διαχείριση στοιχείων ενεργητικού», η «Φύλαξη», οι «Κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες για συλλογικές επενδύσεις» και οι «Καταπιστευματικές συναλλαγές» περιλαμβάνουν έσοδα από αμοιβές και προμήθειες (έξοδα) που δημιουργούνται από το ίδρυμα (χρεώνονται σε αυτό) που παρέχει αυτές τις υπηρεσίες·
ια)
Οι «Υπηρεσίες πληρωμών» περιλαμβάνουν έσοδα (έξοδα) από αμοιβές και προμήθειες που δημιουργούνται από το ίδρυμα (χρεώνονται σε αυτό) που παρέχει (λαμβάνει) τις υπηρεσίες πληρωμών, όπως αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 19 ). Οι πληροφορίες σχετικά με τα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες υποβάλλοντα χωριστά για τους τρέχοντες λογαριασμούς, τις πιστωτικές κάρτες, τις χρεωστικές κάρτες και άλλες πληρωμές μέσω καρτών, μεταβιβάσεις και άλλα εντάλματα πληρωμής καθώς και άλλα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες σε σχέση με υπηρεσίες πληρωμών. Τα «Αλλα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες σε σχέση με υπηρεσίες πληρωμών» περιλαμβάνουν χρεώσεις για τη χρήση του δικτύου μηχανημάτων αυτόματης συναλλαγής (ATM) του ιδρύματος με κάρτες που δεν εκδίδονται από το ίδρυμα. Οι πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα από αμοιβές και προμήθειες για πιστωτικές, χρεωστικές και άλλες κάρτες υποβάλλονται χωριστά·
ιβ)
Οι «Πόροι πελατών που διανέμονται αλλά δεν υπόκεινται σε διαχείριση (ανά είδος προϊόντος)» περιλαμβάνουν έσοδα από αμοιβές και προμήθειες για τη διανομή προϊόντων που εκδίδονται από οντότητες εκτός του εποπτικού ομίλου στους τωρινούς πελάτες του. Οι εν λόγω πληροφορίες υποβάλλονται ανά είδος προϊόντος·
ιγ)
Στα έξοδα για αμοιβές και προμήθειες, το στοιχείο «Εξωτερικά παρεχόμενη διανομή προϊόντων» περιλαμβάνει τα έξοδα για τη διανομή των προϊόντων και των υπηρεσιών του ιδρύματος μέσω μιας σχέσης του τύπου δικτύου/διανομής μέσω εξωτερικών αντιπροσώπων με εξωτερικούς παρόχους όπως μεσίτες ενυπόθηκων δανείων, διαδικτυακές πλατφόρμες δανείων ή και μετωπικές διεπαφές στον κλάδο των χρηματοπιστωτικών τεχνολογιών (Fintech)·
ιδ)
τα «Δομημένα χρηματοοικονομικά μέσα» περιλαμβάνουν αμοιβές και προμήθειες που ελήφθησαν για τη συμμετοχή στη δημιουργία ή έκδοση χρηματοοικονομικών μέσων, εκτός από τίτλους που δημιουργήθηκαν ή εκδόθηκαν από το ίδρυμα·
ιε)
Οι αμοιβές από «Δραστηριότητες διαχείρισης δανείων» περιλαμβάνουν, από την πλευρά των εσόδων, τα έσοδα από αμοιβές και προμήθειες που δημιουργήθηκαν από το ίδρυμα που παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης δανείων και, από την πλευρά των εξόδων, τα έξοδα από αμοιβές και προμήθειες που χρεώνονται στο ίδρυμα από παρόχους υπηρεσιών δανείων·
ιστ)
οι «Αναληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις» και οι «Δοθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις» περιλαμβάνουν το ποσό, που αναγνωρίστηκε ως έσοδο κατά τη διάρκεια της περιόδου, της απόσβεσης των αμοιβών και προμηθειών για τις εκείνες τις δραστηριότητες οι οποίες είχαν αναγνωριστεί αρχικά ως «άλλες υποχρεώσεις»·
ιζ)
οι «Ληφθείσες δανειακές δεσμεύσεις» και οι «Ληφθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις» περιλαμβάνουν τις αμοιβές και προμήθειες που αναγνωρίστηκαν ως έξοδα από το ίδρυμα κατά τη διάρκεια της περιόδου, ως συνέπεια της επιβάρυνσης του αντισυμβαλλομένου ο οποίος έχει χορηγήσει τη δανειακή δέσμευση ή τη χρηματοοικονομική εγγύηση, η οποία είχε αναγνωριστεί αρχικά ως «άλλα στοιχεία ενεργητικού»·
ιη)
Στα «χορηγηθέντα δάνεια», υποβάλλονται αμοιβές και προμήθειες που χρεώνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης δανείων, τα οποία, ωστόσο, δεν αποτελούν μέρος του υπολογισμού του πραγματικού επιτοκίου·
ιθ)
Στο «Συνάλλαγμα» περιλαμβάνονται έσοδα από αμοιβές και προμήθειες (έξοδα) για υπηρεσίες συναλλάγματος [συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ξένων χαρτονομισμάτων ή κερμάτων, τις αμοιβές από επιταγές διεθνών νομισμάτων, των αποκλίσεων τιμής αγοράς και τιμής πώλησης (bid ask spread)] και έσοδα από αμοιβές επί/έξοδα για διεθνείς συναλλαγές. Όταν τα έσοδα (έξοδα) που αποδίδονται σε συναλλαγές συναλλάγματος μπορούν να διαχωριστούν από άλλα έσοδα από αμοιβές που σχετίζονται με πιστωτικές/χρεωστικές κάρτες, αυτό το στοιχείο περιλαμβάνει επίσης αμοιβές και προμήθειες σε σχέση με συνάλλαγμα που δημιουργούνται μέσω πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών·
κ)
Τα «Βασικά εμπορεύματα» περιλαμβάνουν έσοδα από αμοιβές και προμήθειες που σχετίζονται με τις εμπορευματικές δραστηριότητες, με εξαίρεση τα έσοδα που σχετίζονται με τις συναλλαγές εμπορευμάτων που υποβάλλονται ως άλλα έσοδα εκμεταλλεύσεως·
κα)
Τα «Αλλα έσοδα (έξοδα) από αμοιβές και προμήθειες» περιλαμβάνουν τα έσοδα (έξοδα) από αμοιβές και προμήθειες που δημιουργούνται από το ίδρυμα (χρεώνονται σε αυτό) και τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν σε κανένα από τα υπόλοιπα στοιχεία που απαριθμούνται. 21.2. Στοιχεία ενεργητικού που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες (22.2) 285. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με διαχείριση στοιχείων ενεργητικού, λειτουργίες φύλαξης και άλλες υπηρεσίες που παρέχονται από το ίδρυμα υποβάλλονται με χρήση των ακόλουθων ορισμών:
α)
η «Διαχείριση στοιχείων ενεργητικού» αναφέρεται σε στοιχεία ενεργητικού που ανήκουν άμεσα στους πελάτες, για τα οποία το ίδρυμα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης. Η «Διαχείριση στοιχείων ενεργητικού» υποβάλλεται ανά είδος πελάτη: οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, συνταξιοδοτικά ταμεία, χαρτοφυλάκια πελατών των οποίων η διαχείριση γίνεται βάσει διακριτικής ευχέρειας, και άλλοι επενδυτικοί φορείς·
β)
τα «Στοιχεία ενεργητικού υπό φύλαξη» αναφέρονται στις υπηρεσίες φύλαξης και διαχείρισης χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών, που παρέχονται από το ίδρυμα, και υπηρεσίες που σχετίζονται με τη θεματοφυλακή, όπως η διαχείριση μετρητών και εξασφαλίσεων. Τα «Στοιχεία ενεργητικού υπό φύλαξη» υποβάλλονται ανά είδος πελατών για τους οποίους το ίδρυμα κατέχει τα στοιχεία ενεργητικού, με διάκριση μεταξύ οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και άλλων. Το στοιχείο «εκ των οποίων: ανατεθειμένα σε άλλες οικονομικές οντότητες» αναφέρεται στο ποσό των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στα στοιχεία ενεργητικού υπό φύλαξη, για τα οποία το ίδρυμα έχει αναθέσει την πραγματική φύλαξη σε άλλες οντότητες·
γ)
οι «Κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες για συλλογικές επενδύσεις» αναφέρονται στις διοικητικές υπηρεσίες που παρέχει το ίδρυμα σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις υπηρεσίες φορέα μεταβίβασης, της σύνταξης λογιστικών εγγράφων, της προετοιμασίας ενημερωτικού δελτίου, οικονομικών εκθέσεων και όλων των άλλων εγγράφων που προορίζονται για τους επενδυτές, της διεκπεραίωσης της αλληλογραφίας με τη διανομή οικονομικών εκθέσεων και όλων των άλλων εγγράφων που προορίζονται για τους επενδυτές, της διεκπεραίωσης θεμάτων και εξαγορών και τήρησης του μητρώου επενδυτών, καθώς και του υπολογισμού της καθαρής αξίας των στοιχείων ενεργητικού·
δ)
οι «Καταπιστευματικές συναλλαγές» αναφέρονται στις δραστηριότητες στις οποίες το ίδρυμα ενεργεί εξ ονόματός του, αλλά για λογαριασμό και με κίνδυνο των πελατών του. Συχνά, σε καταπιστευματικές συναλλαγές, το ίδρυμα παρέχει υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού υπό φύλαξη σε μια δομημένη οντότητα ή διαχείρισης χαρτοφυλακίων σε βάση διακριτικής ευχέρειας. Όλες οι καταπιστευματικές συναλλαγές υποβάλλονται αποκλειστικά στο παρόν στοιχείο, ανεξαρτήτως του αν το ίδρυμα παρέχει άλλες υπηρεσίες·
ε)
Οι «υπηρεσίες πληρωμών» αναφέρονται στις υπηρεσίες πληρωμών που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366·
στ)
οι «Πόροι πελατών που διανέμονται αλλά δεν υπόκεινται σε διαχείριση» αναφέρονται σε προϊόντα που εκδίδονται από οντότητες εκτός του εποπτικού ομίλου, τους οποίους το ίδρυμα έχει διανείμει στους τωρινούς πελάτες του. Το στοιχείο αυτό υποβάλλεται ανά είδος προϊόντος·
ζ)
το «Ποσό στοιχείων ενεργητικού που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες» περιλαμβάνει το ποσό των στοιχείων ενεργητικού σε σχέση με τα οποία ενεργεί το ίδρυμα, με χρήση της εύλογης αξίας. Μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλες βάσεις επιμέτρησης, περιλαμβανομένης της ονομαστικής αξίας, εάν δεν είναι διαθέσιμη η εύλογη αξία. Στις περιπτώσεις που το ίδρυμα παρέχει υπηρεσίες σε οντότητες όπως οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων ή τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού μπορούν να αναφέρονται με την αξία με την οποία οι εν λόγω οντότητες υποβάλλουν τα στοιχεία ενεργητικού στον δικό τους ισολογισμό. Τα υποβαλλόμενα ποσά περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τους δεδουλευμένους τόκους. 22. ΣΥΜΜΕΤΟΧΕς ΣΕ ΜΗ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΕς ΔΟΜΗΜΕΝΕς ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕς ΟΝΤΟΤΗΤΕς (30) 286. Για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος, «ληφθείσα στήριξη ρευστότητας» σημαίνει το άθροισμα της λογιστικής αξίας των δανείων και προκαταβολών που χορηγήθηκαν σε μη ενοποιημένες δομημένες οντότητες και της λογιστικής αξίας των χρεωστικών τίτλων που κατέχονται και που έχουν εκδοθεί από μη ενοποιημένες δομημένες οντότητες. 287. Οι «Ζημίες που υπέστη το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά κατά την τρέχουσα περίοδο» περιλαμβάνουν τις ζημίες λόγω απομείωσης και τυχόν άλλες ζημίες που υπέστη, κατά την περίοδο υποβολής αναφοράς, το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, και οι οποίες αφορούν τις συμμετοχές του σε μη ενοποιημένες δομημένες οικονομικές οντότητες. 23. ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΑ ΜΕΡΗ (31) 288. Τα ιδρύματα αναφέρουν ποσά ή συναλλαγές που σχετίζονται με τον ισολογισμό και τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού όπου ο αντισυμβαλλόμενος είναι συνδεδεμένο μέρος, όπως αναφέρεται στο ΔΛΠ 24. 289. Οι ενδοομιλικές συναλλαγές και τα ανεξόφλητα ενδοομιλικά υπόλοιπα του εποπτικού ομίλου απαλείφονται. Στο πεδίο «Θυγατρικές και άλλες οντότητες του ιδίου ομίλου», τα ιδρύματα περιλαμβάνουν υπόλοιπα και συναλλαγές με θυγατρικές που δεν έχουν απαλειφθεί, είτε διότι οι θυγατρικές δεν έχουν πλήρως ενοποιηθεί με βάση το πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης, είτε διότι, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΚΚΑ, οι θυγατρικές έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης ως μη σημαντικές, είτε διότι, για τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου ομίλου, οι θυγατρικές ανήκουν στην επικεφαλής μητρική εταιρεία, και όχι στο ίδρυμα. Στο πεδίο «Συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες», τα ιδρύματα περιλαμβάνουν τα τμήματα των υπολοίπων και των συναλλαγών με κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις του ομίλου στον οποίο ανήκει η οντότητα, που δεν έχουν απαλειφθεί, όταν εφαρμόζεται η αναλογική ενοποίηση. 23.1. Συνδεδεμένα μέρη: ποσά πληρωτέα προς και εισπρακτέα από (31.1) 290. Για «Απαιτήσεις από δανειακές δεσμεύσεις, ληφθείσες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και άλλες ληφθείσες δεσμεύσεις», τα ποσά που αναφέρονται είναι το άθροισμα του «ονομαστικού ποσού» δανειακών και άλλων δεσμεύσεων που ελήφθησαν και του «μέγιστου ποσού της εγγύησης που μπορεί να ληφθεί υπόψη» των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που ελήφθησαν, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 119. 291. Η «Σωρευτική απομείωση αξίας και οι σωρευτικές αρνητικές μεταβολές εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου για μη εξυπηρετούμενα δάνεια», όπως καθορίζονται στις παραγράφους 69 έως 71 του παρόντος Μέρους, υποβάλλονται μόνο για μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οι «Προβλέψεις για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα εκτός ισολογισμού» περιλαμβάνουν τις προβλέψεις σύμφωνα με τις παραγράφους 11, 106 και 111 του παρόντος Μέρους για ανοίγματα τα οποία είναι μη εξυπηρετούμενα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 του παρόντος Μέρους. 23.2. Συνδεδεμένα μέρη: έξοδα και έσοδα από σχετικές συναλλαγές (31.2) 292. Τα «Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης άλλων πλην χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού» περιλαμβάνουν όλα τα κέρδη και τις ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που προκύπτουν από συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη. Στο παρόν στοιχείο περιλαμβάνονται τα κέρδη και οι ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού, που έχουν προκύψει από συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη και αποτελούν μέρος οποιουδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία γραμμών στην «Κατάσταση αποτελεσμάτων»:
α)
«Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης επενδύσεων σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις», στο πλαίσιο υποβολής αναφοράς σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD·
β)
«Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού»·
γ)
«Κέρδη ή ζημίες από μη κυκλοφορούντα στοιχεία ενεργητικού και ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση και δεν αποτελούν διακοπείσες δραστηριότητες»·
δ)
«Κέρδη ή ζημίες μετά από φόρους από διακοπείσες δραστηριότητες». 293. Η «Απομείωση αξίας ή (-) αντιλογισμός της απομείωσης αξίας για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα» περιλαμβάνει τις ζημίες απομείωσης, όπως ορίζονται στις παραγράφους 51 έως 53 του παρόντος Μέρους, για ανοίγματα τα οποία είναι μη εξυπηρετούμενα, σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 του παρόντος Μέρους. Οι «Προβλέψεις ή (-) αντιλογισμός προβλέψεων για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα» περιλαμβάνουν τις προβλέψεις, όπως ορίζονται στην παράγραφο 50 του παρόντος Μέρους, για ανοίγματα εκτός ισολογισμού τα οποία είναι μη εξυπηρετούμενα, σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 του παρόντος Μέρους. 24. ΔΟΜΗ ΟΜΙΛΟΥ (40) 294. Τα ιδρύματα παρέχουν, κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις θυγατρικές, τις κοινοπραξίες και τις συγγενείς επιχειρήσεις που είναι πλήρως ή αναλογικά ενοποιημένες βάσει του πεδίου εφαρμογής της λογιστικής ενοποίησης, καθώς και σχετικά με οντότητες που αναφέρονται ως «Επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις» σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος Μέρους, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων εκείνων στις οποίες οι επενδύσεις διακρατούνται προς πώληση βάσει του ΔΠΧΑ 5. Αναφέρονται όλες οι οντότητες, ανεξάρτητα από τη δραστηριότητα που αναπτύσσουν. 295. Τα μέσα μετοχικού κεφαλαίου που δεν πληρούν τα κριτήρια ταξινόμησης ως επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις και οι ίδιες μετοχές του ιδρύματος που υποβάλλει αναφορά οι οποίες του ανήκουν («Ιδιες μετοχές»), εξαιρούνται από το συγκεκριμένο υπόδειγμα. 24.1. Δομή ομίλου: «κάθε οντότητα χωριστά» (40.1) 296. Οι ακόλουθες πληροφορίες υποβάλλονται για «κάθε οντότητα χωριστά» και οι ακόλουθες απαιτήσεις εφαρμόζονται για τους σκοπούς των παραρτημάτων III και IV, καθώς και του παρόντος παραρτήματος:
α)
ο «Κωδικός» είναι ο αναγνωριστικός κωδικός της εκδότριας. Ο κωδικός ως μέρος αναγνωριστικού κωδικού γραμμής πρέπει να είναι μοναδικός για κάθε αναφερόμενη οντότητα. Για τα ιδρύματα και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο κωδικός είναι ο κωδικός LEI. Για άλλες οντότητες, ο κωδικός είναι ο κωδικός LEI ή, εάν δεν υπάρχει, εθνικός κωδικός. Ο κωδικός είναι μοναδικός και χρησιμοποιείται με συνέπεια σε όλα τα υποδείγματα και διαχρονικά. Ο κωδικός έχει πάντοτε μια τιμή·
β)
«Είδος κωδικού»: τα ιδρύματα προσδιορίζουν το είδος του κωδικού που αναφέρεται στη στήλη «Κωδικός» ως «Κωδικό LEI» ή «Κωδικό μη LEI». Το είδος του κωδικού αναφέρεται πάντοτε·
γ)
«Εθνικός κωδικός»: τα ιδρύματα μπορούν επιπλέον να αναφέρουν τον εθνικό κωδικό όταν αναφέρουν τον κωδικό LEI ως αναγνωριστικό στη στήλη «Κωδικός»·
δ)
το «Όνομα οντότητας» περιλαμβάνει την ονομασία της εκδότριας·
ε)
ως «Ημερομηνία έναρξης» νοείται η ημερομηνία κατά την οποία η εκδότρια εγγράφηκε στο «πεδίο εφαρμογής του ομίλου»·
στ)
ως «Μετοχικό κεφάλαιο της εκδότριας» νοείται το συνολικό ποσό κεφαλαίου που εκδόθηκε από την εκδότρια κατά την ημερομηνία αναφοράς·
ζ)
τα «Ιδια κεφάλαια της εκδότριας», τα «Συνολικά στοιχεία ενεργητικού της εκδότριας» και τα «Αποτελέσματα της εκδότριας» περιλαμβάνουν τα ποσά των εν λόγω στοιχείων στις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο της εκδότριας ή παρόμοιο εξουσιοδοτημένο όργανο·
η)
ως «Κατοικία της εκδότριας» νοείται η χώρα εγκατάστασης της εκδότριας·
θ)
ως «Τομέας της εκδότριας» νοείται ο τομέας αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 42 του Μέρους 1 του παρόντος παραρτήματος·
ι)
ο «Κωδικός NACE» παρέχεται με βάση την κύρια δραστηριότητα της εκδότριας. Για μη χρηματοδοτικές εταιρείες, οι κωδικοί NACE αναφέρονται στο πρώτο επίπεδο ανάλυσης (ανά «τμήμα»). Για χρηματοδοτικές εταιρείες, οι κωδικοί NACE αναφέρονται με λεπτομέρειες δύο επιπέδων (ανά «τομέα»)·
ια)
το «Σωρευτικό συμμετοχικό δικαίωμα (%)» είναι το ποσοστό μέσων κυριότητας που κατέχει το ίδρυμα κατά την ημερομηνία αναφοράς·
ιβ)
ως «Δικαιώματα ψήφου (%)» νοείται το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τα μέσα κυριότητας που κατέχει το ίδρυμα κατά την ημερομηνία αναφοράς·
ιγ)
η «Δομή του ομίλου (σχέση)» δείχνει τη σχέση μεταξύ της επικεφαλής μητρικής και της εκδότριας (μητρική ή οντότητα που ελέγχει από κοινού το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά, θυγατρική, κοινοπραξία ή συγγενής επιχείρηση)·
ιδ)
η «Λογιστική αντιμετώπιση (Λογιστική ομάδα)» καταδεικνύει τη σχέση μεταξύ της λογιστικής αντιμετώπισης και του λογιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης (πλήρης ενοποίηση, αναλογική ενοποίηση, μέθοδος της καθαρής θέσης ή άλλη)·
ιε)
η «Λογιστική αντιμετώπιση (Ομάδα ΚΚΑ)» καταδεικνύει τη σχέση μεταξύ της λογιστικής αντιμετώπισης και του πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης του ΚΚΑ (πλήρης ενοποίηση, αναλογική ενοποίηση, μέθοδος της καθαρής θέσης ή άλλη)·
ιστ)
ως «Λογιστική αξία» νοούνται τα ποσά που απεικονίζονται στον ισολογισμό του ιδρύματος για εκδότριες που δεν είναι ούτε πλήρως ούτε αναλογικά ενοποιημένες·
ιζ)
ως «Κόστος απόκτησης» νοείται το ποσό που καταβλήθηκε από τους επενδυτές·
ιη)
ως «Υπεραξία συνδεδεμένη με την εκδότρια» νοείται το ποσό της υπεραξίας που απεικονίζεται στον ενοποιημένο ισολογισμό του ιδρύματος που υποβάλλει αναφορά για την εκδότρια στα στοιχεία «υπεραξία» ή «επενδύσεις σε θυγατρικές, κοινοπραξίες και συγγενείς επιχειρήσεις»·
ιθ)
ως «Εύλογη αξία των επενδύσεων για τις οποίες υπάρχουν δημοσιευμένες προσφορές τιμών» νοείται η τιμή κατά την ημερομηνία αναφοράς. Παρέχεται μόνον όταν τα μέσα είναι εισηγμένα. 24.2 Δομή ομίλου: «κάθε μέσο χωριστά» (40.2) 297. Οι ακόλουθες πληροφορίες υποβάλλονται για «κάθε μέσο χωριστά»:
α)
ο «Κωδικός τίτλου» περιλαμβάνει τον κωδικό ISIN του τίτλου. Για τίτλους χωρίς κωδικό ISIN, περιλαμβάνεται άλλος κωδικός που προσδιορίζει μοναδικά τον τίτλο. Τα στοιχεία «Κωδικός τίτλου» και «Εταιρεία συμμετοχών/Κωδικός» αποτελούν έναν σύνθετο αναγνωριστικό κωδικό γραμμής, και μαζί είναι μοναδικοί για κάθε γραμμή στο υπόδειγμα 40.2·
β)
το στοιχείο «Εταιρεία συμμετοχών/Κωδικός» είναι ο αναγνωριστικός κωδικός της οντότητας εντός του ομίλου που κατέχει την επένδυση. Ο κωδικός ως μέρος αναγνωριστικού κωδικού γραμμής πρέπει να είναι μοναδικός για κάθε αναφερόμενη οντότητα. Για τα ιδρύματα και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο κωδικός είναι ο κωδικός LEI. Για άλλες οντότητες, ο κωδικός είναι ο κωδικός LEI ή, εάν δεν υπάρχει, εθνικός κωδικός. Ο κωδικός είναι μοναδικός και χρησιμοποιείται με συνέπεια σε όλα τα υποδείγματα και διαχρονικά. Ο κωδικός έχει πάντοτε μια τιμή·
γ)
«Εταιρεία συμμετοχών/Είδος κωδικού»: τα ιδρύματα προσδιορίζουν το είδος του κωδικού που αναφέρεται στη στήλη «Εταιρεία συμμετοχών/Κωδικός» ως «Κωδικό LEI» ή «Κωδικό μη LEI». Το είδος του κωδικού αναφέρεται πάντοτε·
δ)
«Εταιρεία συμμετοχών/Εθνικός κωδικός»: τα ιδρύματα μπορούν επιπλέον να αναφέρουν τον εθνικό κωδικό όταν αναφέρουν τον κωδικό LEI ως αναγνωριστικό στη στήλη «Εταιρεία συμμετοχών/Κωδικός»·
ε)
τα στοιχεία «Εκδότρια/Κωδικός», «Εκδότρια/Είδος κωδικού», «Σωρευτικό συμμετοχικό δικαίωμα (%)», «Λογιστική αξία» και «Κόστος απόκτησης» ορίζονται στην παράγραφο 296 του παρόντος Μέρους. Τα ποσά αντιστοιχούν στον τίτλο τον οποίο κατέχει η σχετική εταιρεία συμμετοχών. 25. ΕΥΛΟΓΗ ΑΞΙΑ (41) 25.1. Ιεραρχία εύλογης αξίας: χρηματοοικονομικά μέσα στο αποσβεσμένο κόστος (41.1) 298. Οι πληροφορίες για την εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών μέσων που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος, με τη χρήση της ιεραρχίας στο ΔΠΧΑ 13.72, 76, 81 και 86, υποβάλλονται στο παρόν υπόδειγμα. Εάν, σύμφωνα με τις εθνικές ΓΑΛΑ με βάση την BAD, απαιτείται επίσης η κατανομή των στοιχείων ενεργητικού που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μεταξύ διαφόρων επιπέδων εύλογης αξίας, τα ιδρύματα που υπάγονται στις εθνικές ΓΑΛΑ υποβάλλουν επίσης και το παρόν υπόδειγμα. 25.2 Χρήση της ευχέρειας αποτίμησης στην εύλογη αξία (41.2) 299. Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της ευχέρειας αποτίμησης στην εύλογη αξία για τα χρηματοοικονομικά στοιχεία του ενεργητικού και τις υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων υποβάλλονται στο παρόν υπόδειγμα. 300. Οι «Υβριδικές συμβάσεις» περιλαμβάνουν, για τις υποχρεώσεις, τη λογιστική αξία υβριδικών χρηματοοικονομικών μέσων που ταξινομούνται, ως σύνολο, στο λογιστικό χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσων των αποτελεσμάτων. Ως εκ τούτου, περιλαμβάνουν μη διαχωρισμένα υβριδικά μέσα στο σύνολό τους. 301. Το πεδίο «Διαχείριση πιστωτικού κινδύνου» περιλαμβάνει τη λογιστική αξία των μέσων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, κατά την περίσταση της αντιστάθμισής τους έναντι του πιστωτικού κινδύνου από πιστωτικά παράγωγα επιμετρούμενα στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9.6.7. 26. ΕΝΣΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΥΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ: ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗς (42) 302. Τα «Ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού», οι «Επενδύσεις σε ακίνητα» και τα «Αλλα άυλα στοιχεία ενεργητικού» υποβάλλονται με βάση τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται στην επιμέτρησή τους. 303. Τα «Αλλα άυλα στοιχεία ενεργητικού» περιλαμβάνουν όλα τα άυλα στοιχεία ενεργητικού, εκτός από την υπεραξία. Τα στοιχεία ενεργητικού στην κατηγορία του λογισμικού αναφέρονται στα «Αλλα άυλα στοιχεία ενεργητικού» ή στα «Ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού», σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο. 303i. Όταν το ίδρυμα αναλαμβάνει τον ρόλο του μισθωτή, παρέχει χωριστές πληροφορίες για τα μισθωμένα περιουσιακά στοιχεία (περιουσιακά στοιχεία με δικαίωμα χρήσης). 27. ΠΡΟΒΛΕΨΕΙς (43) 304. Το υπόδειγμα αυτό περιλαμβάνει τη συμφωνία μεταξύ της λογιστικής αξίας του στοιχείου «Προβλέψεις» στην αρχή και στο τέλος της περιόδου, με βάση τη φύση των μεταβολών, με εξαίρεση τις προβλέψεις που επιμετρώνται βάσει του ΔΠΧΑ 9, οι οποίες υποβάλλονται στο υπόδειγμα 12. 305. Οι «Αλλες αναληφθείσες δεσμεύσεις και δοθείσες εγγυήσεις που επιμετρώνται βάσει του ΔΛΠ 37 και δοθείσες εγγυήσεις που επιμετρώνται βάσει του ΔΠΧΑ 4» περιλαμβάνουν τις προβλέψεις που επιμετρώνται βάσει του ΔΛΠ 37 και τις πιστωτικές ζημίες χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που αντιμετωπίζονται ως ασφαλιστήρια συμβόλαια, βάσει του ΔΧΠΑ 4. 28. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕς ΣΕ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥς (44) 306. Αυτά τα υποδείγματα περιλαμβάνουν συσσωρευμένες πληροφορίες για όλα τα προγράμματα καθορισμένων παροχών του ιδρύματος. Όταν υπάρχουν περισσότερα του ενός προγράμματα καθορισμένων παροχών, υποβάλλεται το συνολικό ποσό όλων των προγραμμάτων. 28.2. Συνιστώσες των καθαρών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών (44.1) 307. Το υπόδειγμα για τις συνιστώσες των καθαρών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών δείχνει τη συμφωνία της συσσωρευμένης παρούσας αξίας όλων των καθαρών υποχρεώσεων (στοιχείων ενεργητικού) καθορισμένων παροχών, καθώς και των δικαιωμάτων αποζημίωσης [ΔΛΠ 19.140 (α), (β)]. 308. Τα «Καθαρά στοιχεία ενεργητικού προγραμμάτων καθορισμένων παροχών» περιλαμβάνουν, σε περίπτωση πλεονάσματος, τα ποσά πλεονάσματος που αναγνωρίζονται στον ισολογισμό, καθώς δεν επηρεάζονται από τα όρια που καθορίζονται στο ΔΛΠ 19.63. Το ποσό στο συγκεκριμένο στοιχείο και το ποσό που αναγνωρίζεται στο υπομνηματικό στοιχείο «Εύλογη αξία οποιουδήποτε δικαιώματος επιστροφής που αναγνωρίζεται ως στοιχείο ενεργητικού» περιλαμβάνονται στο στοιχείο «Αλλα στοιχεία ενεργητικού» του ισολογισμού. 28.3 Κινήσεις στις υποχρεώσεις βάσει προγραμμάτων καθορισμένων παροχών (44.2) 309. Το υπόδειγμα για τις κινήσεις στις υποχρεώσεις βάσει προγραμμάτων καθορισμένων παροχών δείχνει τη συμφωνία των υπολοίπων ανοίγματος και κλεισίματος της συσσωρευμένης παρούσας αξίας όλων των υποχρεώσεων βάσει προγραμμάτων καθορισμένων παροχών του ιδρύματος. Οι επιπτώσεις των διαφόρων στοιχείων που παρατίθενται στο ΔΛΠ 19.141, κατά τη διάρκεια της περιόδου, παρουσιάζονται χωριστά. 310. Το ποσό στο «Υπόλοιπο κλεισίματος (παρούσα αξία)» στο υπόδειγμα για κινήσεις στις υποχρεώσεις βάσει προγραμμάτων καθορισμένων παροχών ισούται με την «Παρούσα αξία υποχρεώσεων βάσει προγραμμάτων καθορισμένων παροχών». 28.3. Δαπάνες προσωπικού ανά είδος παροχών (44.3) 311. Για την αναφορά των δαπανών προσωπικού ανά είδος παροχών, χρησιμοποιούνται οι ορισμοί που ακολουθούν:
α)
τα «Συνταξιοδοτικά και παρόμοια έξοδα» περιλαμβάνουν το ποσό που αναγνωρίστηκε, κατά τη διάρκεια της περιόδου, ως δαπάνες προσωπικού για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία (τόσο των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών όσο και των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών), συμπεριλαμβανομένων των εισφορών στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης (συνταξιοδοτικά ταμεία) μετά την έξοδο από την υπηρεσία που διατηρεί το κράτος ή οι οντότητες κοινωνικής ασφάλισης·
β)
οι «Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών» περιλαμβάνουν το ποσό που αναγνωρίζεται, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ως δαπάνες προσωπικού για τις παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών.
γ)
οι «Μισθοί και ημερομίσθια» περιλαμβάνουν τις αποδοχές των υπαλλήλων του ιδρύματος για την εργασία ή τις υπηρεσίες τους, εκτός των αποζημιώσεων αποχώρησης και των αποδοχών υπό μορφή στοιχείων που εξαρτώνται από την αξία μετοχών, τα οποία αναφέρονται σε χωριστά στοιχεία·
δ)
οι «εισφορές κοινωνικής ασφάλισης» περιλαμβάνουν εισφορές στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, τα ποσά που καταβάλλονται στο κράτος ή σε οντότητες κοινωνικής ασφάλισης με σκοπό τη λήψη μελλοντικής κοινωνικής παροχής, αλλά δεν περιλαμβάνουν εισφορές μετά την έξοδο από την υπηρεσία σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης σε ό,τι αφορά συντάξεις (εισφορές σε συνταξιοδοτικά ταμεία)·
ε)
ως «Αποζημιώσεις αποχώρησης» νοούνται αποζημιώσεις σε σχέση με την πρόωρη λύση μιας σύμβασης και περιλαμβάνουν παροχές τερματισμού της απασχόλησης, όπως ορίζονται στο ΔΛΠ 19.8·
στ)
τα «Αλλα είδη δαπανών προσωπικού» περιλαμβάνουν δαπάνες προσωπικού που δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε οποιαδήποτε τις ανωτέρω κατηγορίες. 28.4. Δαπάνες προσωπικού ανά κατηγορία αποδοχών και κατηγορία προσωπικού (44.4) 311i. Για την αναφορά των δαπανών προσωπικού ανά κατηγορία αποδοχών και κατηγορία προσωπικού, χρησιμοποιούνται οι ορισμοί που ακολουθούν:
α)
οι όροι «σταθερές αποδοχές», «μεταβλητές αποδοχές», «συγκεκριμένα μέλη του προσωπικού» και «διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της διοικητικής του αρμοδιότητας» έχουν την ίδια έννοια με αυτήν των Κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ «σχετικά με τις ορθές πολιτικές αποδοχών» βάσει του άρθρου 74 παράγραφος 3 και του άρθρου 75 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τις δημοσιοποιήσεις βάσει του άρθρου 450 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013» (EBA/GL/2015/22)·
β)
τα «διοικητικό όργανο», «διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας» και «ανώτατα διευθυντικά στελέχη» περιλαμβάνουν μέλη του προσωπικού, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημεία 7, 8 και 9 της OKA. 311ii. Ο «Αριθμός μελών προσωπικού» περιλαμβάνει, κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, τον αριθμό των μελών προσωπικού, εκφρασμένο σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ), συν τον αριθμό των μελών στο διοικητικό όργανο, εκφρασμένο με όρους αριθμού απασχολούμενων ατόμων για το πεδίο εφαρμογής της εποπτικής (ΚΚΑ) ενοποίησης. Εξ αυτών, ο αριθμός εντοπισμένων μελών του προσωπικού και ο αριθμός των εκπροσώπων στο διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της διοικητικής του αρμοδιότητας και στα ανώτατα διευθυντικά στελέχη, καθώς και ο αριθμός των εκπροσώπων στο διοικητικό όργανο υπό την εποπτική αρμοδιότητα υποβάλλονται χωριστά. 29. ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΗς ΚΑΤΑΣΤΑΣΗς ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ (45) 29.1. Κέρδη ή ζημίες από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία στα αποτελέσματα ανά λογιστικό χαρτοφυλάκιο (45.1) 312. Οι «Χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων» περιλαμβάνουν μόνο τα κέρδη και τις ζημίες που οφείλονται σε μεταβολές του ιδίου πιστωτικού κινδύνου των εκδοτών υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, όταν το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά έχει επιλέξει να τα αναγνωρίσει στα αποτελέσματα, διότι τυχόν αναγνώριση στα λοιπά συνολικά έσοδα θα δημιουργούσε ή θα διεύρυνε μια λογιστική αναντιστοιχία. 29.2. Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού (45.2) 313. Τα «Κέρδη ή ζημίες από την παύση αναγνώρισης μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού» κατανέμονται ανά είδος στοιχείου ενεργητικού. Κάθε στοιχείο γραμμής περιλαμβάνει το κέρδος ή τη ζημία επί του στοιχείου ενεργητικού του οποίου έχει παύσει η αναγνώριση. Τα «Αλλα στοιχεία ενεργητικού» περιλαμβάνουν άλλα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού, άυλα στοιχεία ενεργητικού και επενδύσεις που δεν αναφέρονται αλλού. 29.3. Αλλα έσοδα και έξοδα εκμεταλλεύσεως (45.3) 314. Τα άλλα έσοδα και έξοδα εκμεταλλεύσεως κατανέμονται σύμφωνα με τα ακόλουθα στοιχεία: προσαρμογές εύλογης αξίας ενσώματων στοιχείων ενεργητικού που επιμετρώνται με χρήση της μεθόδου της εύλογης αξίας· έσοδα από μισθώσεις και άμεσα έξοδα εκμεταλλεύσεως από επενδύσεις σε ακίνητα· έσοδα και έξοδα λειτουργικών μισθώσεων, εκτός από επενδύσεις σε ακίνητα και τα υπόλοιπα έσοδα και έξοδα εκμεταλλεύσεως. 3155. Οι «Λειτουργικές μισθώσεις πλην επενδύσεων σε ακίνητα» περιλαμβάνουν, για τη στήλη «έσοδα», τις αποδόσεις που επιτεύχθηκαν, και, για τη στήλη «έξοδα», το κόστος το οποίο επωμίστηκε το ίδρυμα ως εκμισθωτής στις δραστηριότητες λειτουργικής μίσθωσης, εκτός από εκείνες με στοιχεία ενεργητικού που ταξινομούνται ως επενδύσεις σε ακίνητα. Το κόστος για το ίδρυμα ως μισθωτή περιλαμβάνεται στο στοιχείο «Αλλα διοικητικά έξοδα». 316. Τα κέρδη ή οι ζημίες από παύση της αναγνώρισης και επανεπιμετρήσεις κατοχών χρυσού, άλλων πολυτίμων μετάλλων και άλλων βασικών εμπορευμάτων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία, μείον το κόστος πώλησης, υποβάλλονται μεταξύ των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα «Αλλα έσοδα εκμεταλλεύσεως. Αλλα» ή «Αλλα έξοδα εκμεταλλεύσεως. Αλλα». 30. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ (46) 317. Η κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων εμφανίζει τη συμφωνία μεταξύ της λογιστικής αξίας στην αρχή της περιόδου (υπόλοιπο ανοίγματος) και στο τέλος της περιόδου (υπόλοιπο κλεισίματος) για κάθε συνιστώσα των ιδίων κεφαλαίων. 318. Οι «Μεταφορές μεταξύ συνιστωσών των ιδίων κεφαλαίων» περιλαμβάνουν όλα τα ποσά που μεταφέρονται εντός των ιδίων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων τόσο των κερδών και ζημιών λόγω ιδίου πιστωτικού κινδύνου υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, όσο και των σωρευτικών μεταβολών εύλογης αξίας μέσων μετοχικού κεφαλαίου που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, τα οποία μεταφέρονται σε άλλες συνιστώσες των ιδίων κεφαλαίων κατά την παύση αναγνώρισης. 31. ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΕΣ: ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ (23) 319. Στο υπόδειγμα 23 παρέχονται συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με δάνεια και προκαταβολές, εκτός των δανείων και προκαταβολών που ταξινομούνται ως διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως, διακρατούμενα προς διαπραγμάτευση, στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης και χρεωστικά μέσα διακρατούμενα προς πώληση. 320. Για τους σκοπούς του καθορισμού του «αριθμού των μέσων», ένα μέσο νοείται ως τραπεζικό προϊόν με ανεξόφλητο υπόλοιπο και, κατά περίπτωση, με όριο πίστωσης, το οποίο συνήθως συνδέεται με λογαριασμό. Ενα άνοιγμα έναντι συγκεκριμένου αντισυμβαλλόμενου μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα μέσα. Ο αριθμός των μέσων καθορίζεται με βάση τον τρόπο με τον οποίο το ίδρυμα διαχειρίζεται το άνοιγμα. Ο αριθμός των μέσων αναφέρεται χωριστά για ανοίγματα σε προδικαστικό στάδιο και για ανοίγματα σε στάδιο προσφυγής σε ένδικα μέσα, όπως ορίζεται στις παραγράφους 321 και 322 του παρόντος Μέρους. 321. Ενα άνοιγμα είναι σε «προδικαστικό στάδιο» όταν ο οφειλέτης έχει ενημερωθεί επισήμως ότι το ίδρυμα πρόκειται να προσφύγει σε ένδικα μέσα κατά του οφειλέτη εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, εκτός εάν εκπληρωθούν ορισμένες συμβατικές ή άλλες υποχρεώσεις πληρωμής. Στην εν λόγω κατάσταση περιλαμβάνονται επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύμβαση έχει καταγγελθεί από το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά διότι ο οφειλέτης έχει παραβιάσει τυπικά τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης και έχει ειδοποιηθεί σχετικά, χωρίς ωστόσο το ίδρυμα να έχει προσφύγει ακόμη νομικά κατά του οφειλέτη. Τα ανοίγματα που ταξινομούνται σε ανοίγματα «σε προδικαστικό στάδιο» μπορούν να απενταχθούν από τη συγκεκριμένη ταξινόμηση εάν τα ανεξόφλητα ποσά εξοφληθούν ή εάν τεθούν σε καθεστώς προσφυγής σε ένδικα μέσα, όπως ορίζεται στην ακόλουθη παράγραφο. 322. Ενα άνοιγμα τίθεται σε «καθεστώς προσφυγής σε ένδικα μέσα» όταν έχει πραγματοποιηθεί επισήμως η προσφυγή σε ένδικα μέσα. Στην εν λόγω κατάσταση περιλαμβάνονται περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι έχει κινηθεί επίσημη δικαστική διαδικασία ή το δικαστικό σύστημα έχει ειδοποιηθεί σχετικά με την πρόθεση προσφυγής σε ένδικα μέσα. 323. Τα «Μη εξασφαλισμένα δάνεια και προκαταβολές χωρίς εγγυήσεις» αναφέρονται σε ανοίγματα για τα οποία δεν υπήρξε δέσμευση υπό μορφή εξασφάλισης ούτε ελήφθησαν χρηματοοικονομικές εγγυήσεις· το μη εξασφαλισμένο μέρος ενός μερικώς εξασφαλισμένου ανοίγματος ή ενός ανοίγματος για το οποίο υπήρξαν εν μέρει εγγυήσεις δεν συμπεριλαμβάνεται. 324. Τα δάνεια και προκαταβολές με δείκτη κάλυψης ρευστότητας άνω του 90 % υποβάλλονται χωριστά Για αυτόν τον σκοπό, ο «δείκτης κάλυψης ρευστότητας» είναι ο λόγος μεταξύ των σωρευτικών απομειώσεων, αντίστοιχα των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου που σχετίζεται με ένα δάνειο ή προκαταβολή ως αριθμητή, και της ακαθάριστης λογιστικής αξίας του εν λόγω δανείου ή της προκαταβολής ως παρονομαστή. 325. Τα δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, όπως ορίζεται στην παράγραφο 86 στοιχείο α) και την παράγραφο 87 του παρόντος Μέρους, καθώς και τα δάνεια για εμπορικά ακίνητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 239ix του παρόντος Μέρους, υποβάλλονται αναλυόμενα βάσει του λόγου δανείου/εξασφάλισης [«δανείου/αξίας» (LTV)], όπως ορίζεται στην παράγραφο 239x του παρόντος Μέρους. 326. Οι πληροφορίες σχετικά με τις εξασφαλίσεις υπό κατοχή και τις ληφθείσες εγγυήσεις για τα δάνεια και τις προκαταβολές υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 239 του παρόντος Μέρους. Κατά συνέπεια, το άθροισμα των ποσών που υποβάλλονται τόσο για τις εξασφαλίσεις όσο και για τις εγγυήσεις έχει ως ανώτατο όριο τη λογιστική αξία του σχετικού ανοίγματος. Η ακίνητη περιουσία που δεσμεύεται ως εξασφάλιση υποβάλλεται επιπλέον χωριστά. 327. Κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου, η «ληφθείσα εξασφάλιση για δάνεια και προκαταβολές – ποσά χωρίς ανώτατο όριο» αντικατοπτρίζει την πλήρη αξία της ληφθείσας εξασφάλισης χωρίς ανώτατο όριο όσον αφορά τη λογιστική αξία του σχετικού ανοίγματος. 32. ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΕΣ: ΡΟΕΣ ΜΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ, ΑΠΟΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΥΣ (24) 32.1. Δάνεια και προκαταβολές: Εισροές και εκροές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (24.1) 328. Στο υπόδειγμα 24.1 παρέχεται συμφωνία των υπολοίπων έναρξης και κλεισίματος των υπολοίπων δανείων και προκαταβολών, εξαιρουμένων των δανείων και προκαταβολών που ταξινομούνται ως διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως, στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης, διακρατούμενα προς διαπραγμάτευση ή ως διακρατούμενα προς πώληση, τα οποία ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους και υποβάλλονται στο υπόδειγμα 18. Οι εισροές και εκροές μη εξυπηρετούμενων δανείων και προκαταβολών αναλύονται ανά είδος εισροής και εκροής. 329. Οι εισροές στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 239ii έως 239iii και 239vi του παρόντος Μέρους, με την εξαίρεση των εισροών στην κατηγορία «διακρατούμενα προς πώληση», τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω υποδείγματος. Οι εισροές αναλύονται ανά είδος (πηγή) εισροής. Στο πλαίσιο αυτό:
α)
Οι «Εισροές λόγω δεδουλευμένων τόκων» αντιπροσωπεύουν τους δεδουλευμένους τόκους μη εξυπηρετούμενων δανείων και προκαταβολών που δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμία από τις άλλες κατηγορίες ανάλυσης ανά είδος (πηγή)· στο πλαίσιο αυτό, η εν λόγω εισροή καλύπτει τους δεδουλευμένους τόκους μη εξυπηρετούμενων δανείων και προκαταβολών που είχαν ταξινομηθεί ως μη εξυπηρετούμενα στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους και έκτοτε ταξινομούνται ως τέτοια· οι δεδουλευμένοι τόκοι των ανοιγμάτων που είχαν ταξινομηθεί ως μη εξυπηρετούμενα, σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους, μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου, υποβάλλονται μαζί με την ίδια την εισροή στην αντίστοιχη κατηγορία είδους (πηγή)·
β)
Στο πεδίο «εκ των οποίων: αναταξινομηθέντα από εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση υπό αναστολή τα οποία είχαν προηγουμένως αναταξινομηθεί από μη εξυπηρετούμενα» περιλαμβάνονται «εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση υπό αναστολή που αναταξινομήθηκαν από μη εξυπηρετούμενα», όπως ορίζονται στην παράγραφο 261 του παρόντος Μέρους, τα οποία είχαν αναταξινομηθεί ξανά ως μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους κατά την περίοδο·
γ)
Οι «Εισροές που οφείλονται σε άλλους λόγους» αποτυπώνουν εισροές που δεν μπορούν να συνδεθούν με καμία από τις άλλες, καθορισμένες πηγές εισροών και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αυξήσεις της ακαθάριστης λογιστικής αξίας των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων λόγω πρόσθετων ποσών που εκταμιεύτηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου, την κεφαλαιοποίηση παλαιών οφειλόμενων ποσών, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιοποιημένων αμοιβών και μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών που αφορούν μη εξυπηρετούμενα δάνεια και προκαταβολές που ταξινομήθηκαν ως μη εξυπηρετούμενα στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους και εξακολουθούν έκτοτε να κατατάσσονται ως μη εξυπηρετούμενα. 330. Τα κάτωθι χρηματοδοτικά ανοίγματα εμφανίζονται σε χωριστές σειρές:
α)
Η «Εισροή περισσότερο από μία φορά» περιλαμβάνει δάνεια και προκαταβολές που αναταξινομήθηκαν πολλές φορές από μη εξυπηρετούμενα σε εξυπηρετούμενα ή αντιστρόφως κατά τη διάρκεια της περιόδου·
β)
Η «Εισροή ανοιγμάτων που χορηγήθηκαν τους τελευταίους 24 μήνες» αντιπροσωπεύει δάνεια και προκαταβολές που χορηγήθηκαν τους 24 μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής αναφοράς και τα οποία ταξινομήθηκαν ως μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους κατά τη διάρκεια της περιόδου. Από τα ανοίγματα αυτά, όσα χορηγούνται κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβάλλονται χωριστά επιπλέον. 331. Οι εκροές από την κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 239iii έως 239vi του παρόντος Μέρους και αναλύονται ανά είδος (λόγος) της εκροής. Στο πλαίσιο αυτό, η «εκροή λόγω διαγραφών» αντικατοπτρίζει το ποσό των διαγραφών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου το οποίο δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε από τα άλλα καθορισμένα είδη εκροών και περιλαμβάνει επίσης διαγραφές σχετικές με την ολοκληρωτική εξάλειψη όλων των δικαιωμάτων του ιδρύματος που υποβάλλει αναφορά μέχρι την εκπνοή της περιόδου παραγραφής, τη διαγραφή ή για άλλες αιτίες κατά τη διάρκεια της περιόδου. 332. Στις περιπτώσεις όπου ένα άνοιγμα έχει παύσει να αναγνωρίζεται εν μέρει και το υπόλοιπο μέρος αναταξινομείται ως εξυπηρετούμενο, η εκροή που αφορά την αναταξινόμηση και η εκροή που αφορά την παύση αναγνώρισης υποβάλλονται ως χωριστές εκροές. Για τις εκροές που οφείλονται σε ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων, την πώληση ανοιγμάτων, τις μεταβιβάσεις κινδύνου και την απόκτηση εξασφάλισης, υποβάλλονται οι καθαρές σωρευμένες ανακτήσεις που λαμβάνονται. Εάν, κατά τη στιγμή των ρευστοποιήσεων εξασφαλίσεων, της πώλησης ανοιγμάτων, των μεταβιβάσεων κινδύνου και της απόκτησης εξασφάλισης, πραγματοποιήθηκε διαγραφή, το εν λόγω ποσό υποβάλλεται ως μέρος του σχετικού είδους εκροών. 333. Ως «Καθαρές σωρευτικές ανακτήσεις» νοούνται i) το ποσό των ταμειακών διαθεσίμων ή των ισοδυνάμων ταμειακών διαθεσίμων που συλλέγεται, μετά την αφαίρεση του σχετικού κόστους, στο πλαίσιο των ρευστοποιήσεων εξασφαλίσεων, της πώλησης ανοιγμάτων και των μεταβιβάσεων κινδύνου, αντίστοιχα ii) την αξία κατά την αρχική αναγνώριση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 175i του παρόντος Μέρους, της εξασφάλισης που λαμβάνεται στο πλαίσιο των εκροών λόγω απόκτησης εξασφάλισης. 334. Η εκροή που αφορά δάνεια και προκαταβολές που κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα κατά τη διάρκεια της περιόδου και μετά έπαυσαν να πληρούν τα κριτήρια για ταξινόμηση ως μη εξυπηρετούμενα πρέπει να υποβάλλεται χωριστά. 32.2. Δάνεια και προκαταβολές: Ροή απομειώσεων και σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου για μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (24.2) 335. Το υπόδειγμα 24.2 περιλαμβάνει συμφωνία των υπολοίπων έναρξης και κλεισίματος των λογαριασμών προβλέψεων και των υπολοίπων σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου που αφορούν δάνεια και προκαταβολές που ταξινομούνται ή ταξινομήθηκαν ως μη εξυπηρετούμενα σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους, εξαιρουμένων των δανείων και προκαταβολών που ταξινομούνται ως διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως ή ως διακρατούμενα προς πώληση. 336. Οι «Αυξήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου» περιλαμβάνουν:
α)
τα υπόλοιπα, κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου που αφορούν δάνεια και προκαταβολές που κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα κατά τη διάρκεια της περιόδου και εξακολουθούν να ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς·
β)
τα υπόλοιπα, κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου που αφορούν δάνεια και προκαταβολές που κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα κατά τη διάρκεια της περιόδου και έπαυσαν να αναγνωρίζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου· και
γ)
την αύξηση των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών στην εύλογη αξία λόγω πιστωτικού κινδύνου σε σχέση με δάνεια και προκαταβολές που ταξινομήθηκαν ως μη εξυπηρετούμενα στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους και είτε εξακολουθούν να ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα κατά την ημερομηνία αναφοράς κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς είτε έπαυσαν να αναγνωρίζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου. 337. Το μέρος της αύξησης που οφείλεται σε απομειώσεις και σωρευτικές αρνητικές μεταβολές της εύλογης αξίας που καταχωρίζονται λογιστικά στους δεδουλευμένους τόκους πρέπει να υποβάλλεται χωριστά επιπλέον. 338. Οι «Μειώσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου» περιλαμβάνουν:
α)
τα υπόλοιπα, κατά την ημερομηνία παύσης της αναγνώρισης, των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου σε σχέση με δάνεια και προκαταβολές που έπαυσαν να είναι μη εξυπηρετούμενα κατά τη διάρκεια της περιόδου και απεντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου·
β)
τα υπόλοιπα, κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου που αφορούν δάνεια και προκαταβολές που έπαυσαν να είναι μη εξυπηρετούμενα κατά τη διάρκεια της περιόδου και εξακολουθούν να μην ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα κατά την ημερομηνία αναφοράς·
γ)
τα υπόλοιπα, κατά την ημερομηνία αναφοράς, των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου σε σχέση με δάνεια και προκαταβολές που αναταξινομήθηκαν ως «διακρατούμενα προς πώληση» κατά τη διάρκεια της περιόδου· και
δ)
τη μείωση των σωρευτικών απομειώσεων και των σωρευτικών αρνητικών μεταβολών στην εύλογη αξία λόγω πιστωτικού κινδύνου σε σχέση με δάνεια και προκαταβολές που ταξινομήθηκαν ως μη εξυπηρετούμενα στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους και εξακολουθούν να ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα κατά την ημερομηνία αναφοράς. 339. Τα ακόλουθα στοιχεία υποβάλλονται χωριστά:
α)
η μείωση που αποδίδεται στον αντιλογισμό των προβλέψεων και στον αντιλογισμό των αρνητικών μεταβολών εύλογης αξίας λόγω πιστωτικού κινδύνου·
β)
η μείωση που αποδίδεται στην «αναστροφή» προεξοφλήσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής της λογιστικής μεθόδου πραγματικού επιτοκίου. 32.3. Δάνεια και προκαταβολές: Διαγραφές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου (24.3) 340. Το υπόδειγμα 24.3 χρησιμοποιείται για την αναφορά των διαγραφών, όπως ορίζονται στην παράγραφο 74 του παρόντος Μέρους, στον βαθμό που i) είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου (εισροές) και ii) αφορούν δάνεια και προκαταβολές που έχουν ταξινομηθεί ως μη εξυπηρετούμενα, σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους, κατά τη διάρκεια της περιόδου, εξαιρουμένων των δανείων και προκαταβολών που κατατάσσονται ως διακρατούμενα για διαπραγμάτευση, στοιχεία ενεργητικού προς διαπραγμάτευση ή διακρατούμενα προς πώληση. Υποβάλλονται τόσο οι μερικές όσο και οι συνολικές διαγραφές. Από τις εν λόγω διαγραφές, όσες αποδίδονται στην παραίτηση από το δικαίωμα νόμιμης ανάκτησης ενός ανοίγματος, ή μέρους αυτού, υποβάλλονται χωριστά. 33. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (25) 341. Η «Εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση» περιλαμβάνει τόσο στοιχεία ενεργητικού τα οποία είχαν ενεχυριαστεί από τον οφειλέτη ως εξασφάλιση όσο και στοιχεία ενεργητικού που δεν είχαν ενεχυριαστεί ως εξασφάλιση από τον οφειλέτη, αλλά ελήφθησαν με αντάλλαγμα την ακύρωση του χρέους, είτε εκουσίως είτε στο πλαίσιο δίκης. 33.1. Εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση άλλες από αυτές που ταξινομούνται ως ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού (ΕΠΣΕ): εισροές και εκροές (25.1) 342. Το υπόδειγμα 25.1 χρησιμοποιείται για την παρουσίαση της συμφωνίας του υπολοίπου ανοίγματος, κατά την έναρξη του οικονομικού έτους, και του υπολοίπου κλεισίματος των υπόλοιπων εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με απόκτηση, εκτός από τις εξασφαλίσεις που ταξινομούνται ως ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού (ΕΠΣΕ). Επιπλέον, το υπόδειγμα παρέχει πληροφορίες για τη σχετική «μείωση του υπολοίπου χρέους» και την αξία κατά την αρχική αναγνώριση των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με απόκτηση. 343. Ως «μείωση του υπολοίπου χρέους» νοείται η ακαθάριστη λογιστική αξία του ανοίγματος που έχει παύσει να αναγνωρίζεται από τον ισολογισμό ως αντάλλαγμα για τις εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση, κατά την ακριβή στιγμή της ανταλλαγής, και οι σχετικές απομειώσεις και αρνητικές μεταβολές στην εύλογη αξία λόγω πιστωτικού κινδύνου που έχουν συσσωρευθεί κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Σε περίπτωση διαγραφής κατά τη χρονική στιγμή της ανταλλαγής, το εν λόγω ποσό θεωρείται επίσης μέρος της μείωσης του υπολοίπου χρέους. Οι παύσεις αναγνώρισης από τον ισολογισμό που οφείλονται σε άλλους λόγους, όπως οι εισπράξεις μετρητών, δεν υποβάλλονται. 344. Η «Αξία κατά την αρχική αναγνώριση» έχει την ίδια έννοια με αυτήν που περιγράφεται στην παράγραφο 175i του παρόντος Μέρους. 345. Όσον αφορά τις «εισροές κατά τη διάρκεια της περιόδου»:
α)
η εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση περιλαμβάνει: i) νέα εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση κατά τη διάρκεια της περιόδου (από την αρχή του οικονομικού έτους), ανεξάρτητα από το εάν η εξασφάλιση εξακολουθεί να αναγνωρίζεται στον ισολογισμό του ιδρύματος (διακρατείται) κατά την ημερομηνία αναφοράς και ii) θετικές μεταβολές όσον αφορά την αποτίμηση της εξασφάλισης κατά τη διάρκεια της περιόδου για διαφόρους λόγους (όπως θετικές μεταβολές της εύλογης αξίας, ανατίμηση, αντιλογισμός της απομείωσης, αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές). Αυτά τα είδη εισροών υποβάλλονται χωριστά επιπλέον.
β)
η «μείωση του υπολοίπου χρέους» αντικατοπτρίζει τη μείωση του υπολοίπου χρέους του ανοίγματος που έπαυσε να αναγνωρίζεται η οποία σχετίζεται με την εξασφάλιση που ελήφθη κατά τη διάρκεια της περιόδου. 346. Όσον αφορά τις «εκροές κατά τη διάρκεια της περιόδου»:
α)
η εξασφάλιση που λαμβάνεται με απόκτηση περιλαμβάνει: i) εξασφάλιση που πωλείται για μετρητά κατά τη διάρκεια της περιόδου· ii) εξασφάλιση που πωλείται με αντικατάσταση από χρηματοοικονομικά μέσα κατά τη διάρκεια της περιόδου· και iii) αρνητικές μεταβολές όσον αφορά την αποτίμηση της εξασφάλισης κατά τη διάρκεια της περιόδου για διαφόρους λόγους (όπως αρνητικές μεταβολές της εύλογης αξίας, υποτίμηση, απομείωση, διαγραφή, αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές). Αυτά τα είδη εκροών υποβάλλονται χωριστά επιπλέον. Σε περίπτωση παύσης αναγνώρισης εξασφάλισης με αντάλλαγμα τόσο μετρητά όσο και χρηματοοικονομικά μέσα, τα σχετικά ποσά χωρίζονται και κατανέμονται στα δύο είδη εκροών. Η «Εξασφάλιση που πωλείται με αντικατάσταση από χρηματοοικονομικά μέσα» αφορά περιπτώσεις όπου η εξασφάλιση πωλείται σε αντισυμβαλλόμενο, και η απόκτηση από τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο χρηματοδοτείται από το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά.
β)
η «μείωση του υπολοίπου χρέους» αντικατοπτρίζει τη μείωση του υπολοίπου χρέους του ανοίγματος σε σχέση με περιπτώσεις πώλησης της εξασφάλισης για μετρητά ή αντικατάστασής της από χρηματοοικονομικά μέσα κατά τη διάρκεια της περιόδου. 347. Σε περίπτωση πώλησης εξασφάλισης για μετρητά, η «Εκροή για την οποία εισπράχθηκαν μετρητά» ισούται με το άθροισμα των «Εισπραχθέντων μετρητών αφαιρουμένων των εξόδων» και των «Κερδών/(-) ζημιών από την πώληση εξασφάλισης που ελήφθη με απόκτηση». Ως «Εισπραχθέντα μετρητά αφαιρουμένων των εξόδων» νοείται το ποσό των εισπραχθέντων μετρητών με αφαίρεση του κόστους συναλλαγής, όπως αμοιβές και προμήθειες που καταβάλλονται σε πράκτορες, φόροι μεταβίβασης και δασμοί. Ως «Κέρδη/(-)ζημίες από την πώληση εξασφάλισης που ελήφθη με απόκτηση» νοείται η διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας της εξασφάλισης επιμετρούμενης κατά την ημερομηνία της παύσης αναγνώρισης και του ποσού των εισπραχθέντων μετρητών με αφαίρεση του κόστους συναλλαγής. Σε περίπτωση αντικατάστασης εξασφάλισης από χρηματοοικονομικά μέσα, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 346 του παρόντος Μέρους, υποβάλλεται η λογιστική αξία της χορηγηθείσας χρηματοδότησης. 348. Οι εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση υποβάλλονται αναλυόμενες με βάση τη χρονική περίοδο που έχει παρέλθει από την αναγνώριση των εξασφαλίσεων στον ισολογισμό του ιδρύματος. 349. Στο πλαίσιο της παρουσίασης των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με βάση τη χρονική περίοδο που έχει παρέλθει από την αναγνώριση στον ισολογισμό, η «παλαίωση» των εξασφαλίσεων στον ισολογισμό, δηλαδή η μετάβαση μεταξύ των προκαθορισμένων χρονικών περιόδων, δεν υποβάλλεται ούτε ως εισροή ούτε ως εκροή. 33.2. Εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση άλλες από αυτές που ταξινομούνται ως ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού (ΕΠΣΕ) - Είδος εξασφαλίσεων που λαμβάνονται (25.2) 350. Το υπόδειγμα 25.2 περιλαμβάνει ανάλυση των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με απόκτηση, όπως ορίζονται στην παράγραφο 341 του παρόντος Μέρους, ανά είδος εξασφαλίσεων που λαμβάνονται. Το υπόδειγμα αντικατοπτρίζει τις εξασφαλίσεις που αναγνωρίζονται στον ισολογισμό κατά την ημερομηνία αναφοράς, ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή κατά την οποία ελήφθησαν. Επιπλέον, το υπόδειγμα παρέχει πληροφορίες για τη σχετική «μείωση του υπολοίπου χρέους» και την «αξία κατά την αρχική αναγνώριση», όπως ορίζεται στις παραγράφους 343 και 344 του παρόντος Μέρους, και σχετικά με τον αριθμό των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με απόκτηση και αναγνωρίζονται στον ισολογισμό κατά την ημερομηνία αναφοράς. Ο αριθμός των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με απόκτηση υπολογίζεται ανεξάρτητα από τη λογιστική αξία των εξασφαλίσεων και μπορεί να είναι μία ή περισσότερες από μία για κάθε άνοιγμα που παύει να αναγνωρίζεται από τον ισολογισμό ως αντάλλαγμα για τις εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση. 351. Το είδος των εξασφαλίσεων είναι αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 173 του παρόντος Μέρους, με εξαίρεση όσων περιλαμβάνονται στο στοιχείο β) σημείο i) της εν λόγω παραγράφου. 352. Όσον αφορά τις εξασφαλίσεις με τη μορφή ακίνητης περιουσίας, οι ακόλουθες πληροφορίες υποβάλλονται σε χωριστές σειρές:
α)
ακίνητη περιουσία υπό κατασκευή ή υπό ανάπτυξη·
β)
όσο αφορά τα εμπορικά ακίνητα, εξασφαλίσεις υπό μορφή γης που σχετίζονται με εταιρείες εμπορικών ακινήτων, εκτός των γεωργικών γαιών. Χωριστές πληροφορίες σχετικά με γη με και χωρίς άδεια χωροθετήσεως υποβάλλονται επιπλέον. 33.3. Εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση, οι οποίες ταξινομούνται ως ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού (ΕΠΣΕ) (25.3): 353. Στο υπόδειγμα 25.3, υποβάλλονται πληροφορίες για εξασφαλίσεις που λαμβάνονται με απόκτηση, οι οποίες ταξινομούνται ως ενσώματα πάγια στοιχεία ενεργητικού (ΕΠΣΕ). Επιπλέον, το υπόδειγμα παρέχει πληροφορίες για τη σχετική «μείωση του υπολοίπου χρέους» και την «αξία κατά την αρχική αναγνώριση», όπως ορίζονται στις παραγράφους 343 και 344 του παρόντος Μέρους. 354. Παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις κατά την ημερομηνία αναφοράς, ανεξαρτήτως της χρονικής στιγμής που ελήφθησαν, και σχετικά με τις εισροές λόγω νέων εξασφαλίσεων που ελήφθησαν με απόκτηση κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της έναρξης και της λήξης της περιόδου αναφοράς και οι οποίες εξακολουθούν να αναγνωρίζονται στον ισολογισμό κατά την ημερομηνία αναφοράς. Όσον αφορά τη «μείωση του υπολοίπου χρέους», το «σύνολο» αντικατοπτρίζει τη μείωση του υπολοίπου χρέους σε σχέση με τις εξασφαλίσεις κατά την ημερομηνία αναφοράς και οι «εισροές λόγω νέων εξασφαλίσεων που ελήφθησαν με απόκτηση» αντικατοπτρίζουν τη μείωση του υπολοίπου χρέους σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου. 34. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΝΟΧΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΑΝΟΧΗΣ (26) 355. Το υπόδειγμα 26 περιλαμβάνει αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με δάνεια και προκαταβολές που ταξινομούνται ως δάνεια και προκαταβολές με ρύθμιση σύμφωνα με τις παραγράφους 240 έως 268 του παρόντος Μέρους, εξαιρουμένων των μέσων που ταξινομούνται ως διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως ή ως διακρατούμενα προς πώληση. Τα ανοίγματα με ρύθμιση που αναφέρονται είτε σε τροποποίηση των προηγούμενων όρων και προϋποθέσεων είτε σε συνολική ή μερική χρηματοδότηση μιας σύμβασης προβληματικού χρέους, όπως ορίζεται στην παράγραφο 241 του παρόντος Μέρους, αναλύονται σε πιο εξειδικευμένα είδη μέτρων ρύθμισης. 356. Ο «Αριθμός μέσων» καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 320 του παρόντος Μέρους. 357. Η ακαθάριστη λογιστική αξία των ανοιγμάτων με μέτρα ρύθμισης κατανέμεται σε κατηγορία που αντικατοπτρίζει το είδος του μέτρου ρύθμισης. Σε περίπτωση εφαρμογής πολλαπλών μέτρων ρύθμισης σε ένα άνοιγμα, η ακαθάριστη λογιστική αξία των ανοιγμάτων με μέτρα ρύθμισης κατανέμεται στο πλέον συναφές είδος μέτρου ρύθμισης. Το εν λόγω πλέον συναφές μέτρο ρύθμισης προσδιορίζεται με βάση το είδος του μέτρου ρύθμισης που έχει τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην καθαρή παρούσα αξία (ΚΠΑ) του ανοίγματος με ρύθμιση ή με χρήση οποιωνδήποτε άλλων μεθόδων θεωρούνται εφαρμοστέες. 358. Τα είδη μέτρων ρύθμισης είναι τα ακόλουθα:
α)
περίοδος χάριτος/αναστολή πληρωμής: προσωρινή αναστολή των υποχρεώσεων εξόφλησης όσον αφορά το κεφάλαιο ή τους τόκους, με επανέναρξη των εξοφλήσεων σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή·
β)
μείωση επιτοκίου: μόνιμη ή προσωρινή μείωση του επιτοκίου (σταθερού ή κυμαινόμενου) σε ένα εύλογο και βιώσιμο επιτόκιο·
γ)
παράταση ληκτότητας/διάρκειας: παράταση της ληκτότητας του ανοίγματος, με συνέπεια τη μείωση των ποσών των δόσεων διά της κατανομής τους σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα·
δ)
αναδιάταξη πληρωμών: προσαρμογή του συμβατικού προγράμματος αποπληρωμής με ή χωρίς μεταβολές στα ποσά των δόσεων, εκτός περιόδων χάριτος/αναστολής πληρωμής, παράτασης της ληκτότητας/διάρκειας και άφεσης χρέους. Η κατηγορία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και/ή των ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων τόκων στο ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου για εξόφληση βάσει βιώσιμου προγράμματος με παράταση ημερομηνίας λήξης· μείωση του ποσού των δόσεων εξόφλησης κεφαλαίου για καθορισμένη χρονική περίοδο, ανεξαρτήτως του εάν οι τόκοι πρέπει και πάλι να εξοφληθούν πλήρως ή εάν θα κεφαλαιοποιηθούν ή θα εκπέσουν·
ε)
άφεση χρέους: μερική ακύρωση του ανοίγματος από το ίδρυμα που υποβάλλει αναφορά μέσω παραίτησης από το δικαίωμα νόμιμης ανάκτησής του·
στ)
ανταλλαγές χρέους με στοιχεία ενεργητικού: μερική αντικατάσταση ανοιγμάτων υπό μορφή χρεωστικών μέσων από στοιχεία ενεργητικού ή ίδια κεφάλαια·
ζ)
άλλα μέτρα ρύθμισης, περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της συνολικής ή μερικής αναχρηματοδότησης μιας σύμβασης προβληματικού χρέους. 359. Σε περίπτωση που το μέτρο ρύθμισης επηρεάζει την ακαθάριστη λογιστική αξία ενός ανοίγματος, υποβάλλεται η ακαθάριστη λογιστική αξία κατά την ημερομηνία αναφοράς, δηλαδή μετά την εφαρμογή του μέτρου ρύθμισης. Στην περίπτωση της αναχρηματοδότησης, υποβάλλεται η ακαθάριστη λογιστική αξία της νέας σύμβασης («αναχρηματοδότηση χρέους») που χορηγήθηκε και η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέτρο ρύθμισης, καθώς και η ακαθάριστη λογιστική αξία της παλαιάς εξοφληθείσας σύμβασης που εξακολουθεί να εκκρεμεί. 360. Τα κάτωθι στοιχεία υποβάλλονται σε χωριστές σειρές:
α)
Μέσα επί των οποίων εφαρμόστηκαν μέτρα ρύθμισης σε διάφορες χρονικές στιγμές, σε σχέση με τα οποία:
i)
ως «Δάνεια και προκαταβολές επί των οποίων εφαρμόστηκαν μέτρα ρύθμισης “δύο φορές” και “περισσότερες από δύο φορές» νοούνται τα ανοίγματα που ταξινομούνται ως ανοίγματα με ρύθμιση σύμφωνα με τις παραγράφους 240 έως 268 του παρόντος Μέρους κατά την ημερομηνία υποβολής αναφοράς, επί των οποίων εφαρμόστηκαν μέτρα ρύθμισης σε δύο, και, αντιστοίχως, περισσότερες από δύο, χρονικές στιγμές. Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ανοίγματα με αρχική ρύθμιση, τα οποία περιήλθαν σε καθεστώς ανοιγμάτων χωρίς ρύθμιση (ανοίγματα με ρύθμιση που κατέστησαν εκ νέου ενήμερα), αλλά επί των οποίων, στη συνέχεια, εφαρμόστηκαν νέα μέτρα ρύθμισης·
ii)
ως «Δάνεια και προκαταβολές επί των οποίων εφαρμόστηκαν μέτρα ρύθμισης, επιπλέον των ήδη υφιστάμενων μέτρων» νοούνται τα ανοίγματα με ρύθμιση υπό αναστολή, επί των οποίων εφαρμόστηκαν μέτρα ρύθμισης, επιπλέον των μέτρων ρύθμισης που εφαρμόστηκαν σε προγενέστερη χρονική στιγμή, χωρίς εντωμεταξύ το άνοιγμα να έχει καταστεί ενήμερο.
β)
Μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση που δεν εκπλήρωσαν τα κριτήρια επιτυχίας ώστε να παύσουν να είναι μη εξυπηρετούμενα. Σε αυτά περιλαμβάνονται μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα με ρύθμιση που δεν εκπλήρωσαν τα κριτήρια επιτυχίας ώστε να παύσουν να είναι μη εξυπηρετούμενα, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 232 του παρόντος Μέρους, στο τέλος της περιόδου αναστολής 1 έτους που καθορίζεται στην παράγραφο 231 στοιχείο β) του παρόντος Μέρους. 361. Ανοίγματα σε σχέση με τα οποία εφαρμόστηκαν μέτρα ρύθμισης από το τέλος του τελευταίου οικονομικού έτους υποβάλλονται σε χωριστές στήλες. 35. ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΕΣ: ΜΕΣΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ (47) 362. Οι πληροφορίες που παρέχονται στο υπόδειγμα 47 αναφέρονται σε δάνεια και προκαταβολές, εξαιρουμένων των δανείων και των προκαταβολών που ταξινομούνται ως διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως, διακρατούμενα για διαπραγμάτευση, χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού εμπορικής χρήσης ή διακρατούμενα προς πώληση. 363. Ο «σταθμισμένος μέσος χρόνος από τη λήξη της προθεσμίας (σε έτη)» υπολογίζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος του αριθμού ημερών καθυστέρησης των ανοιγμάτων που ταξινομούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 213 έως 239 ή 260 του παρόντος Μέρους κατά την ημερομηνία αναφοράς. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου υπολογισμού, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα που δεν εμφανίζουν καθυστέρηση θεωρείται ότι εμφανίζουν μηδενικές ημέρες καθυστέρησης. Τα ανοίγματα σταθμίζονται ως προς την ακαθάριστη λογιστική αξία επιμετρούμενη κατά την ημερομηνία αναφοράς. Ο σταθμισμένος μέσος χρόνος από την ημερομηνία καθυστέρησης εκφράζεται σε έτη (με δεκαδικά στοιχεία). 364. Υποβάλλονται οι ακόλουθες πληροφορίες για τα αποτελέσματα δικαστικών διαδικασιών σχετικά με μη εξυπηρετούμενα δάνεια και προκαταβολές που ολοκληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου:
α)
Καθαρές σωρευτικές ανακτήσεις: Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει ανακτήσεις που προκύπτουν από δικαστική διαδικασία. Οι ανακτήσεις που απορρέουν από εκούσιες συμφωνίες δεν συμπεριλαμβάνονται.
β)
Μείωση ακαθάριστης λογιστικής αξίας: Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει την ακαθάριστη λογιστική αξία μη εξυπηρετούμενων δανείων και προκαταβολών που έχουν παύσει να αναγνωρίζονται ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης δικαστικής διαδικασίας. Σε αυτό περιλαμβάνονται οι σχετικές διαγραφές.
γ)
Η μέση διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών που ολοκληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου: υπολογίζεται ως ο μέσος όρος του χρόνου που παρήλθε μεταξύ της ημερομηνίας ταξινόμησης του μέσου ως μέσου σε «κατάσταση προσφυγής σε ένδικα μέσα», σύμφωνα με την παράγραφο 322 του παρόντος Μέρους, και της ημερομηνίας ολοκλήρωσης της δικαστικής διαδικασίας· εκφράζεται σε έτη (με δεκαδικά στοιχεία). ΜΕΡΟΣ 3 ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟς ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΟΜΕΩΝ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ 1. Στους πίνακες 2 και 3 χαρτογραφούνται οι κατηγορίες ανοιγμάτων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με τον ΚΚΑ για τομείς αντισυμβαλλομένου που χρησιμοποιούνται σε πίνακες FINREP.
Πίνακας 2 Τυποποιημένη Προσέγγιση
Πίνακας 3 Προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB)
1. Overview
1.1 References1.2 Identified Requirements1.3 Related Standards2. Identified Requirements
3. Related Standards
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||