+Άρθρο 41 Εξουσίες προσωρινής παρέμβασης της ΕΑΤ
---+Άρθρο 41 1.
---+Άρθρο 41 2.
---+Άρθρο 41 3.
---+Άρθρο 41 4.
---+Άρθρο 41 5.
---+Άρθρο 41 6.
---+Άρθρο 41 7.
---+Άρθρο 41 8.

Άρθρο 41 Εξουσίες προσωρινής παρέμβασης της ΕΑΤ

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 41 1.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ μπορεί, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2 και 3, προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει στην Ένωση:

α) 

τη διάθεση στην αγορά, τη διανομή ή την πώληση ορισμένων δομημένων καταθέσεων ή δομημένων καταθέσεων με ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά· ή

β) 

ένα είδος χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής.

Η απαγόρευση ή ο περιορισμός μπορεί να ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις ή να υπόκειται σε εξαιρέσεις που καθορίζονται από την ΕΑΤ.

Άρθρο 41 2.

Η ΕΑΤ λαμβάνει αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1, μόνον εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

το προτεινόμενο μέτρο αντιμετωπίζει σημαντική ανησυχία για την προστασία των επενδυτών ή απειλή για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης·

β) 

οι κανονιστικές απαιτήσεις βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στη σχετική δομημένη κατάθεση ή δραστηριότητα δεν αντιμετωπίζουν την απειλή·

γ) 

η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της απειλής ή τα μέτρα που έχουν λάβει δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς την απειλή.

Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΤ μπορεί να επιβάλει την απαγόρευση ή τον περιορισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε προληπτική βάση προτού μια δομημένη κατάθεση διατεθεί στην αγορά, διανεμηθεί ή πωληθεί σε πελάτες.

Άρθρο 41 3.

Κατά τη λήψη μέτρων βάσει του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι το μέτρο:

α) 

δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τους επενδυτές, δυσανάλογες σε σχέση με τα οφέλη του μέτρου· και

β) 

δεν δημιουργεί κίνδυνο καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας.

Όταν μια αρμόδια αρχή ή αρμόδιες αρχές έχουν λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 42, η ΕΑΤ μπορεί να λαμβάνει οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, χωρίς να εκδώσει τη γνωμοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 41 4.
Πριν αποφασίσει τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου βάσει του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές το μέτρο που προτείνει να ληφθεί.
Άρθρο 41 5.
Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον ιστότοπό της ανακοίνωση σχετικά με κάθε απόφαση για τη λήψη μέτρων βάσει του παρόντος άρθρου. Στην ανακοίνωση αναφέρονται οι λεπτομέρειες της απαγόρευσης ή του περιορισμού και ορίζεται η χρονική στιγμή, μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης, από την οποία θα αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα. Η απαγόρευση ή ο περιορισμός εφαρμόζονται μόνο σε δράση που αναλαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος των μέτρων.
Άρθρο 41 6.
Η ΕΑΤ επανεξετάζει την απαγόρευση ή τον περιορισμό που επέβαλε βάσει της παραγράφου 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά εξάμηνο. Μετά από τουλάχιστον δύο διαδοχικές ανανεώσεις και βάσει κατάλληλης ανάλυσης προκειμένου να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις στον καταναλωτή, η ΕΑΤ μπορεί να αποφασίσει σχετικά με την ετήσια ανανέωση της απαγόρευσης ή του περιορισμού.
Άρθρο 41 7.
Μέτρο που λαμβάνεται από την ΕΑΤ βάσει του παρόντος άρθρου υπερισχύει έναντι κάθε προηγούμενου μέτρου που έχει ληφθεί από αρμόδια αρχή.
Άρθρο 41 8.
Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 με τις οποίες προσδιορίζονται τα κριτήρια και οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από την ΕΑΤ, προκειμένου να προσδιορίζεται πότε υφίσταται σημαντική ανησυχία για την προστασία των επενδυτών ή απειλή για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων και για τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α).

Μεταξύ των παραγόντων αυτών και των κριτηρίων περιλαμβάνονται:

α) 

ο βαθμός πολυπλοκότητας μιας δομημένης κατάθεσης και η σχέση με την κατηγορία του πελάτη για τον οποίο διατίθεται στην αγορά και πωλείται·

β) 

το μέγεθος ή η ονομαστική αξία έκδοσης δομημένων καταθέσεων·

γ) 

ο βαθμός καινοτομίας μιας δομημένης κατάθεσης, μιας δραστηριότητας ή πρακτικής·

δ) 

η μόχλευση που παρέχει μια δομημένη κατάθεση ή μια πρακτική.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση