|
ΟΔΗΓΙΑ 97/9/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής (1), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2), τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος (3), Αποφασίζοντας σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 189Β της συνθήκης (4), αφού έλαβαν υπόψη το κοινό σχέδιο που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής στις 18 Δεκεμβρίου 1996, Εκτιμώντας: (1) ότι το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 10 Μαΐου 1993, την οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (5) 7 ότι η εν λόγω οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων 7 (2) ότι η οδηγία 93/22/ΕΟΚ προβλέπει τους κανόνες προληπτικής εποπτείας τους οποίους οι επιχειρήσεις επενδύσεων οφείλουν να τηρούν σε μόνιμη βάση, και ιδίως τους κανόνες που έχουν στόχο να προστατεύσουν όσο το δυνατόν τα δικαιώματα των επενδυτών όσον αφορά τα κεφάλαια ή τους τίτλους που τους ανήκουν 7 (3) ότι, ωστόσο, κανένα σύστημα εποπτείας δεν μπορεί να παράσχει απόλυτη ασφάλεια, ιδίως στις περιπτώσεις διάπραξης απάτης 7 (4) ότι η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ότι, προς το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές 7 (5) ότι οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές 7 (6) ότι η έλλειψη τέτοιας ελάχιστης εναρμόνισης μπορεί να ωθήσει τα κράτη μέλη υποδοχής να απαιτούν, για λόγους προστασίας των επενδυτών, τη συμμετοχή των επιχειρήσεων επενδύσεων στο σύστημα αποζημίωσης του κράτους μέλους υποδοχής, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων της Κοινότητας που ασκεί δραστηριότητες μέσω υποκαταστήματος ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν ανήκει σε σύστημα αποζημίωσης του κράτους μέλους καταγωγής της ή ανήκει σε σύστημα που δεν θεωρείται ότι παρέχει ισοδύναμη προστασία 7 ότι η απαίτηση αυτή μπορεί να είναι επιζήμια για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς 7 (7) ότι, παρόλο που μηχανισμοί αποζημίωσης των επενδυτών υπάρχουν σήμερα στα περισσότερα κράτη μέλη, το πεδίο εφαρμογής τους δεν καλύπτει γενικώς όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι κάτοχοι της ενιαίας άδειας που προβλέπει η οδηγία 93/22/ΕΟΚ 7 (8) ότι, κατά συνέπεια, όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων 7 ότι αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή 7 ότι αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων 7 (9) ότι ο ορισμός της επιχείρησης επενδύσεων καλύπτει τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών 7 ότι αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να συμμετέχουν στο σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών όσον αφορά τις επενδυτικές τους εργασίες 7 ότι, ωστόσο, αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα δεν χρειάζεται να ανήκουν σε δύο διαφορετικά συστήματα αποζημίωσης όταν υπάρχει ένα σύστημα το οποίο ανταποκρίνεται στα κριτήρια τόσο της παρούσας οδηγίας όσο και της οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (6) 7 ότι, στην περίπτωση των επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι πιστωτικά ιδρύματα, ενδέχεται εντούτοις σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι δυσχερής η διάκριση μεταξύ των καταθέσεων που καλύπτονται δυνάμει της οδηγίας 94/19/ΕΚ και των κεφαλαίων που κρατούνται σε σχέση με επενδυτικές εργασίες 7 ότι θα πρέπει να δοθεί η ευχέρεια στα κράτη μέλη να αποφασίζουν τα ίδια σε ποιά από τις δύο οδηγίες υπάγονται οι εν λόγω απαιτήσεις 7 (10) ότι η οδηγία 94/19/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν ένα πιστωτικό ίδρυμα από την υποχρέωση συμμετοχής σε σύστημα εγγύησης καταθέσεων όταν αυτό ανήκει σε σύστημα που προστατεύει το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα και εγγυάται κυρίως τη φερεγγυότητά του 7 ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα που υπάγεται σε ένα τέτοιο σύστημα είναι συγχρόνως και επιχείρηση επενδύσεων, θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται στα κράτη μέλη, υπό ορισμένους όρους, να το απαλλάσσουν από την υποχρέωση συμμετοχής σε σύστημα αποζημίωσης επενδυτών 7 (11) ότι ένα εναρμονισμένο ελάχιστο ύψος αποζημίωσης 20 000 Ecu ανά επενδυτή πρέπει να επαρκεί για την προστασία των συμφερόντων του μικρού επενδυτή σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές 7 ότι φαίνεται κατά συνέπεια εύλογο να καθοριστεί το ύψος του εναρμονισμένου ελάχιστου ποσού αποζημίωσης σε 20 000 Ecu 7 ότι, όπως στην οδηγία 94/19/ΕΚ, ορισμένες περιορισμένες μεταβατικές διατάξεις μπορεί να αποβούν αναγκαίες προκειμένου να δοθεί στα συστήματα αποζημίωσης η δυνατότητα να διαθέτουν αυτό το ποσό, πράγμα που ισχύει και για τα κράτη μέλη στα οποία, την στιγμή της έκδοσης της παρούσας οδηγίας, δεν υπάρχει τέτοιο σύστημα 7 (12) ότι το ίδιο ποσό καθορίστηκε στην οδηγία 94/19/ΕΚ 7 (13) ότι, προκειμένου να ενθαρρύνεται ο επενδυτής να επιδεικνύει τη δέουσα προσοχή κατά την επιλογή της επιχείρησης επενδύσεων, είναι λογικό να δοθεί στα κράτη μέλη η ευχέρεια να απαιτούν από τους επενδυτές να καλύπτουν ένα μέρος της ζημίας 7 ότι, ωστόσο, ο επενδυτής πρέπει να καλύπτεται τουλάχιστον για το 90 % της ζημίας του εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό της αποζημίωσης είναι κατώτερο από το ελάχιστο κοινοτικό επίπεδο 7 (14) ότι τα συστήματα ορισμένων κρατών μελών παρέχουν σήμερα υψηλότερα επίπεδα κάλυψης από το εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας της παρούσας οδηγίας 7 ότι, ωστόσο, δεν κρίνεται σκόπιμο να απαιτηθεί τροποποίηση των εν λόγω συστημάτων ως προς αυτό το σημείο 7 (15) ότι η διατήρηση στην Κοινότητα συστημάτων που παρέχουν υψηλότερη κάλυψη από το εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο μπορεί να προκαλέσει, στην ίδια επικράτεια διακρίσεις όσον αφορά την αποζημίωση και άνισες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών επιχειρήσεων επενδύσεων και των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών 7 ότι, για την εξάλειψη των προβλημάτων αυτών, θα πρέπει να επιτραπεί στα υποκαταστήματα να συμμετέχουν στο σύστημα της χώρας υποδοχής ούτως ώστε να μπορούν να παρέχουν το ίδιο επίπεδο κάλυψης με εκείνο που εξασφαλίζεται από το σύστημα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένα 7 ότι η Επιτροπή είναι σκόπιμο να αναφέρει, στην έκθεση που θα καταρτίσει σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σε ποιό βαθμό τα υποκαταστήματα έκαναν χρήση αυτής της δυνατότητας και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν ενδεχομένως τα υποκαταστήματα ή τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών κατά την εφαρμογή αυτών των διατάξεων 7 ότι δεν αποκλείεται να παρέχει το ίδιο το σύστημα του κράτους μέλους καταγωγής μια τέτοια συμπληρωματική κάλυψη, υπό την επιφύλαξη των όρων τους οποίους το σύστημα αυτό έχει ενδεχομένως καθορίσει 7 (16) ότι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν διατάξεις της αγοράς οφειλόμενες στο γεγονός ότι υποκαταστήματα ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος καταγωγής παρέχουν κάλυψη υψηλότερη από εκείνη που παρέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες έχουν άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος υποδοχής 7 ότι το ύψος και η έκταση της κάλυψης που παρέχουν τα συστήματα αποζημίωσης δεν θα πρέπει να καταστούν μέσο ανταγωνισμού 7 ότι, τουλάχιστον για ένα αρχικό διάστημα, είναι συνεπώς αναγκαίο να ορισθεί ότι το ύψος και η έκταση της κάλυψης που παρέχει το σύστημα εγγύησης του κράτους μέλους καταγωγής στους επενδυτές υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το ανώτατο ύψος και έκταση που παρέχει το αντίστοιχο σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής 7 ότι θα πρέπει να εξετασθούν σύντομα οι τυχόν διατάξεις της αγοράς με βάση την αποκτηθείσα πείρα και υπό το πρίσμα των εξελίξεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα 7 (17) ότι, όταν ένα κράτος μέλος κρίνει ότι ορισμένες ειδικώς απαριθμούμενες κατηγορίες επενδύσεων ή επενδυτών δεν χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία, πρέπει να μπορεί να τις εξαιρεί από την κάλυψη που προσφέρουν τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών 7 (18) ότι ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών τα οποία λειτουργούν με την ευθύνη επαγγελματικών οργανώσεων 7 ότι σε άλλα κράτη μέλη, υπάρχουν συστήματα που έχουν συσταθεί και ρυθμίζονται νομοθετικώς 7 ότι αυτή η διαφορά καθεστώτος δημιουργεί προβλήματα μόνον σε περίπτωση υποχρεωτικής συμμετοχής και αποκλεισμού από το σύστημα 7 ότι, κατά συνέπεια, θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις οι οποίες περιορίζουν τις εξουσίες των συστημάτων στα θέματα αυτά 7 (19) ότι ο επενδυτής πρέπει να αποζημιώνεται χωρίς υπερβολική καθυστέρηση από τη στιγμή που έχει θεμελιωθεί νομοτύπως η απαίτησή του 7 ότι το ίδιο το σύστημα αποζημίωσης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει μια λογική προθεσμία εντός της οποίας εγείρονται οι απαιτήσεις 7 ότι, ωστόσο, οι υπεύθυνοι του συστήματος δεν πρέπει να επικαλούνται το γεγονός ότι εξέπνευσε η προθεσμία αυτή για να αρνηθούν την καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτή ο οποίος δικαιολογημένα δεν ήταν σε θέση να εγείρει εγκαίρως την απαίτησή του 7 (20) ότι η ενημέρωση των επενδυτών για τις διαδικασίες αποζημίωσης αποτελεί βασικό στοιχείο της προστασίας τους 7 ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ όριζε πως οι επιχειρήσεις επενδύσεων υποχρεούνται να ενημερώνουν τους επενδυτές, πριν προχωρήσουν σε επαγγελματική συναλλαγή μαζί τους, σχετικά με την τυχόν εφαρμογή ενός συστήματος αποζημίωσης, και ότι συνεπώς θα πρέπει και η παρούσα οδηγία να θεσπίσει κανόνες ενημέρωσης των υποψηφίων επενδυτών σχετικά με το σύστημα αποζημίωσης που καλύπτει τις επενδυτικές τους εργασίες 7 (21) ότι η ανεξέλεγκτη, στα πλαίσια διαφημίσεων, αναφορά στο ποσό και το πεδίο εφαρμογής ενός συστήματος αποζημίωσης θα μπορούσε να υπονομεύσει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή να κλονίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών 7 ότι τα κράτη μέλη πρέπει, ως εκ τούτου, να θεσπίσουν κανόνες για τον περιορισμό τέτοιων αναφορών 7 (22) ότι η παρούσα οδηγία απαιτεί καταρχήν από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων να συμμετέχουν σε ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών 7 ότι οι οδηγίες που διέπουν την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις επενδύσεων η έδρα των οποίων ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, και ιδίως η οδηγία 93/22/ΕΟΚ, επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αποφασίζουν εάν και υπό ποίους όρους θα επιτρέπουν στα υποκαταστήματα των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων να ασκούν τις δραστηριότητές τους στο έδαφός τους 7 ότι τα υποκαταστήματα αυτά δεν έχουν το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συνθήκης, ούτε το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλα κράτη μέλη εκτός εκείνου στο οποίο είναι εγκατεστημένα 7 ότι, συνεπώς, το κράτος μέλος που επιτρέπει τη λειτουργία των υποκαταστημάτων αυτών πρέπει να αποφασίσει πώς θα εφαρμόσει τις αρχές της παρούσας οδηγίας στα υποκαταστήματα αυτά, κατά τρόπο συμβατό προς το άρθρο 5 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ και προς την ανάγκη να προστατεύονται οι επενδυτές και να διατηρείται η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος 7 ότι είναι αναγκαίο να ενημερώνονται πλήρως οι επενδυτές που απευθύνονται στα υποκαταστήματα αυτά σχετικά με τους μηχανισμούς αποζημίωσης που τους αφορούν 7 (23) ότι, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, δεν είναι απαραίτητο να εναρμονιστούν οι μέθοδοι χρηματοδότησης των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών δεδομένου, αφενός, ότι το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων αυτών πρέπει, καταρχήν, να φέρουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις επενδύσεων και, αφετέρου, ότι η χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων αυτών πρέπει να είναι ανάλογη προς τις υποχρεώσεις τους 7 ότι, ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να υπονομεύει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους 7 (24) ότι η παρούσα οδηγία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την θεμελίωση ευθύνης των κρατών μελών ή των αρμοδίων αρχών τους έναντι των επενδυτών, εφόσον έχουν μεριμνήσει για τη σύσταση ή την επίσημη αναγνώριση ενός ή περισσότερων συστημάτων αποζημίωσης ή προστασίας των επενδυτών υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία 7 (25) ότι, τέλος, απαιτείται μια ελάχιστη εναρμόνιση των μηχανισμών αποζημίωσης των επενδυτών προκειμένου να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, διότι η εναρμόνιση αυτή επιτρέπει να δημιουργηθούν σχέσεις μεγαλύτερης εμπιστοσύνης μεταξύ επενδυτών και επιχειρήσεων, ιδίως όταν πρόκειται για επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη, και να αποφευχθούν οι δυσχέρειες που προκύπτουν από την εφαρμογή από τα κράτη μέλη υποδοχής ασυντόνιστων σε κοινοτικό επίπεδο εθνικών κανόνων περί προστασίας των επενδυτών 7 ότι μια δεσμευτική κοινοτική οδηγία αποτελεί το μόνο κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί ο επιθυμητός στόχος, εφόσον δεν υπάρχουν γενικά μηχανισμοί αποζημίωσης των επενδυτών που να ανταποκρίνονται στο πεδίο που καλύπτει η οδηγία 93/22/ΕΟΚ 7 ότι η παρούσα οδηγία περιορίζεται στην ελάχιστη απαιτούμενη εναρμόνιση 7 ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλουν ευρύτερη και υψηλότερη κάλυψη εφόσον το επιθυμούν και τους προσφέρει την απαραίτητη ευχέρεια όσον αφορά την οργάνωση και χρηματοδότηση των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
|