+Άρθρο 272 Ορισμοί

Άρθρο 272 Ορισμοί

Άρθρο 272

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου και του τίτλου VI του παρόντος μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

Γενικοί όροι

1)

«πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου» ή «CCR» : ο κίνδυνος να αθετήσει ο αντισυμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή τις υποχρεώσεις του πριν από τον οριστικό διακανονισμό των χρηματορροών της συναλλαγής,

Είδη συναλλαγών

2)

«συναλλαγών με μακρά προθεσμία διακανονισμού» : συναλλαγές στις οποίες ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει να παραδώσει έναν τίτλο, ένα εμπόρευμα ή ένα ποσό συναλλάγματος έναντι μετρητών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή βασικών εμπορευμάτων, ή αντιστρόφως, σε ημερομηνία διακανονισμού ή παράδοσης που ορίζεται συμβατικά ως μεταγενέστερη από την καθιερωμένη πρακτική της αγοράς για τη συγκεκριμένη συναλλαγή ή ως μεταγενέστερη κατά πέντε εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία προβαίνει στη συναλλαγή το ίδρυμα, ανάλογα με το ποια από τις δύο είναι νωρίτερα,

3)

«συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης» : συναλλαγές κατά τις οποίες το ίδρυμα χορηγεί πίστωση σε σχέση με την αγορά, την πώληση, τη διακράτηση ή τη διαπραγμάτευση τίτλων. Στις συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης δεν περιλαμβάνονται άλλα δάνεια τα οποία εξασφαλίζονται με τίτλους,

Συμψηφιστικό σύνολο, αντισταθμιστικά σύνολα και συναφείς όροι
4) 

«συμψηφιστικό σύνολο»: ομάδα συναλλαγών μεταξύ του ιδρύματος και ενός μόνον αντισυμβαλλομένου οι οποίες υπάγονται σε νομικά δεσμευτική διμερή συμφωνία συμψηφισμού που αναγνωρίζεται βάσει του τμήματος 7 και του κεφαλαίου 4.

Κάθε συναλλαγή η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο νομικά δεσμευτικής διμερούς συμφωνίας συμψηφισμού που αναγνωρίζεται βάσει του τμήματος 7 αντιμετωπίζεται ως χωριστό συμψηφιστικό σύνολο για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου.

Βάσει της μεθόδου των εσωτερικών υποδειγμάτων που ορίζεται στο τμήμα 6, όλα τα συμψηφιστικά σύνολα με έναν μόνο αντισυμβαλλόμενο μπορούν να θεωρούνται ένα και το αυτό συμψηφιστικό σύνολο, εφόσον οι αρνητικές προσομοιωμένες αποτιμήσεις με τιμές αγοράς των επιμέρους συμψηφιστικών συνόλων έχουν οριστεί σε 0 κατά την εκτίμηση του αναμενόμενου ανοίγματος (εφεξής «ΕΕ»),

5) 

«θέση κινδύνου» (risk position): αριθμητικά προσδιορισμένος κίνδυνος που αποδίδεται βάσει προκαθορισμένου αλγόριθμου σε μια συναλλαγή με την τυποποιημένη μέθοδο που περιγράφεται στο τμήμα 5,

▼M8

6) 

«αντισταθμιστικό σύνολο»: ομάδα συναλλαγών εντός ενός ενιαίου συνόλου συμψηφισμού, για το οποίο επιτρέπεται η πλήρης ή μερική αντιστάθμιση για τον προσδιορισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος βάσει των μεθόδων που ορίζονται στο τμήμα 3 ή 4 του παρόντος κεφαλαίου,

▼B

7) 

«συμφωνία περιθωρίου»: συμφωνία ή διατάξεις μιας συμφωνίας βάσει των οποίων ένας αντισυμβαλλόμενος οφείλει να παρέχει εξασφαλίσεις σε άλλον αντισυμβαλλόμενο όταν το άνοιγμα του δευτέρου έναντι του πρώτου υπερβαίνει ένα προκαθορισμένο επίπεδο,

▼M8

7α) 

«συμφωνία περιθωρίου μιας κατεύθυνσης»: η συμφωνία περιθωρίου βάσει της οποίας ένα ίδρυμα υποχρεούται να προσφέρει περιθώρια διαφορών αποτίμησης σε αντισυμβαλλόμενο, αλλά δεν δικαιούται να λάβει περιθώριο διαφορών αποτίμησης από τον αντισυμβαλλόμενο ή αντίστροφα,

▼B

8) 

«κατώφλι περιθωρίου»: μέγιστο ποσό τρέχοντος ανοίγματος πέραν του οποίου ένας αντισυμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή εξασφαλίσεων,

9) 

«περίοδος κινδύνου περιθωρίου»: χρονικό διάστημα από την πιο πρόσφατη ανταλλαγή εξασφαλίσεων για την κάλυψη ενός συμψηφιστικού συνόλου συναλλαγών με αντισυμβαλλόμενο σε αθέτηση έως το κλείσιμο των συναλλαγών και την εκ νέου αντιστάθμιση του απορρέοντος κινδύνου αγοράς,

▼C2

10) 

«πραγματική ληκτότητα» σύμφωνα με τη μέθοδο του εσωτερικού υποδείγματος, για ένα συμψηφιστικό σύνολο με ληκτότητα μεγαλύτερη του ενός έτους: λόγος του αθροίσματος των αναμενόμενων ανοιγμάτων στη διάρκεια ζωής των συναλλαγών σε ένα συμψηφιστικό σύνολο προεξοφλημένο με το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου, προς το άθροισμα των αναμενόμενων ανοιγμάτων σε περίοδο ενός έτους στο συμψηφιστικό σύνολο προεξοφλημένο με το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου.

▼B

Αυτή η πραγματική ληκτότητα μπορεί να προσαρμόζεται ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης, αντικαθιστώντας τα αναμενόμενα ανοίγματα με πραγματικά αναμενόμενα ανοίγματα για να διασφαλισθεί ορίζοντας πρόβλεψης κάτω του ενός έτους,

11) 

«συμψηφισμός μεταξύ προϊόντων»: ομαδοποίηση εντός του ίδιου συμψηφιστικού συνόλου συναλλαγών που αφορούν διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος κεφαλαίου περί συμψηφισμού μεταξύ προϊόντων,

▼M8

12) 

«τρέχουσα αγοραία αξία» ή «CMV»: η καθαρή αγοραία αξία όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, μη λαμβανομένων υπόψη των τυχόν εξασφαλίσεων που τηρούνται ή παρέχονται σε περίπτωση που οι θετικές και αρνητικές αγοραίες αξίες συμψηφίζονται κατά τον υπολογισμό της CMV,

▼M8

12α) 

«καθαρό ανεξάρτητο ποσό εξασφαλίσεων» ή «NICA»: το σύνολο της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των καθαρών εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο συμψηφιστικό σύνολο εκτός του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης.

▼B

Κατανομές

13)

«κατανομή αγοραίων αξιών» : πρόβλεψη της κατανομής πιθανοτήτων των καθαρών αγοραίων αξιών των συναλλαγών ενός συμψηφιστικού συνόλου σε μελλοντική ημερομηνία (ορίζοντας πρόβλεψης) βάσει της πραγματοποιηθείσας αγοραίας αξίας αυτών των συναλλαγών κατά την ημερομηνία της πρόβλεψης,

14)

«κατανομή ανοιγμάτων» : πρόβλεψη της κατανομής πιθανοτήτων των αγοραίων αξιών όταν οι προβλέψεις αρνητικής αγοραίας αξίας τίθενται ίσες με το μηδέν,

15)

«ουδέτερη ως προς τον κίνδυνο κατανομή» : κατανομή των αγοραίων αξιών ή των ανοιγμάτων σε μελλοντική χρονική περίοδο, υπολογιζόμενη βάσει τεκμαρτών αγοραίων αξίων, όπως οι τεκμαρτές μεταβλητότητες,

16)

«πραγματική κατανομή» : κατανομή αγοραίων αξιών ή ανοιγμάτων σε μελλοντική χρονική περίοδο, υπολογιζόμενη βάσει ιστορικών ή πραγματοποιηθεισών αξιών, όπως οι μεταβλητότητες που υπολογίζονται βάσει προηγούμενων μεταβολών τιμών ή ποσοστών,

Μετρήσεις και προσαρμογές ανοιγμάτων

17)

«τρέχον άνοιγμα» : η μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και της αγοραίας αξίας συναλλαγής ή ενός χαρτοφυλακίου με συναλλαγές σε συμψηφιστικό σύνολο με έναν αντισυμβαλλόμενο η οποία θα χανόταν εάν ο αντισυμβαλλόμενος αθετούσε τις υποχρεώσεις του, με την παραδοχή ότι κανένα μέρος της αξίας αυτής δεν μπορεί να ανακτηθεί σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης,

18)

«μέγιστο άνοιγμα» : το υψηλότερο εκατοστημόριο της κατανομής ανοιγμάτων σε δεδομένη μελλοντική ημερομηνία πριν την λήξη της συναλλαγής με τη μεγαλύτερη ημερομηνίας λήξης στο συμψηφιστικό σύνολο,

19)

«αναμενόμενο άνοιγμα» (εφεξής «ΕΕ») : ο μέσος όρος της κατανομής ανοιγμάτων σε δεδομένη μελλοντική ημερομηνία πριν την λήξη της συναλλαγής με τη μεγαλύτερη ημερομηνίας λήξης στο συμψηφιστικό σύνολο,

20)

«πραγματικό αναμενόμενο άνοιγμα σε δεδομένη ημερομηνία» (εφεξής «πραγματικό ΕΕ») : μέγιστο αναμενόμενο άνοιγμα σε δεδομένη ημερομηνία ή οποιαδήποτε προγενέστερη ημερομηνία. εναλλακτικά, μπορεί να οριστεί, για δεδομένη ημερομηνία, ως το ποσό αναμενόμενου ανοίγματος σε αυτή την ημερομηνία ή ως το πραγματικό άνοιγμα σε οποιαδήποτε προγενέστερη ημερομηνία, όποιο είναι μεγαλύτερο,

21)

«αναμενόμενο θετικό άνοιγμα» (εφεξής «EPE») :

διαχρονικά σταθμισμένος μέσος όρος των αναμενόμενων ανοιγμάτων, όπου οι σταθμίσεις είναι η αναλογία που αντιπροσωπεύει κάθε μεμονωμένο αναμενόμενο άνοιγμα στο σύνολο του σχετικού χρονικού διαστήματος.

Κατά τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων, τα ιδρύματα λαμβάνουν τον μέσο όρο για το πρώτο έτος ή, εάν όλες οι συμβάσεις εντός του συμψηφιστικού συνόλου λήγουν εντός διαστήματος μικρότερου του ενός έτους, για τη χρονική περίοδο έως την λήξη της σύμβασης με τη μεγαλύτερη ημερομηνία λήξης στο συμψηφιστικό σύνολο,

22)

«πραγματικό αναμενόμενο θετικό άνοιγμα» (εφεξής «πραγματικό ΕΡΕ») : διαχρονικά σταθμισμένος μέσος όρος των πραγματικών αναμενόμενων ανοιγμάτων κατά το πρώτο έτος ενός συμψηφιστικού συνόλου ή, εάν όλες οι συμβάσεις εντός του συμψηφιστικού συνόλου λήγουν εντός διαστήματος μικρότερου του ενός έτους, κατά τη διάρκεια της σύμβασης με τη μεγαλύτερη ημερομηνία λήξης στο συμψηφιστικό σύνολο, όπου οι σταθμίσεις είναι η αναλογία που αντιπροσωπεύει κάθε μεμονωμένο αναμενόμενο άνοιγμα στο σύνολο του σχετικού χρονικού διαστήματος,

Κίνδυνοι που συνδέονται με τον CCR
23) 

«κίνδυνος αναχρηματοδότησης»: ποσό κατά το οποίο το EPE υποεκτιμάται όταν προβλέπεται ότι οι μελλοντικές συναλλαγές με έναν αντισυμβαλλόμενο θα πραγματοποιούνται σε συνεχή βάση.

Το πρόσθετο άνοιγμα που δημιουργείται από αυτές τις μελλοντικές συναλλαγές δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του αναμενόμενου θετικού ανοίγματος,

24) 

«αντισυμβαλλόμενος» για τους σκοπούς του τμήματος 7 είναι ένα νομικό ή φυσικό πρόσωπο που συνάπτει μια συμφωνία συμψηφισμού και έχει τη δικαιοπρακτική ικανότητα να το πράξει,

25) 

«συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού μεταξύ προϊόντων» είναι η διμερής συμβατική συμφωνία μεταξύ ενός ιδρύματος και ενός αντισυμβαλλομένου η οποία δημιουργεί ενιαία νομική υποχρέωση (βάσει του συμψηφισμού των καλυπτόμενων συναλλαγών) που καλύπτει όλες τις συμπεριλαμβανόμενες διμερείς συμφωνίες-πλαίσια και συναλλαγές που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων που περιλαμβάνονται στη συμφωνία.

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, ως «διαφορετικές κατηγορίες» προϊόντων νοούνται:

α) 

συναλλαγές επαναγοράς, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων,

β) 

συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης,

γ) 

οι συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ,

26) 

«σκέλος πληρωμής»: η πληρωμή που συμφωνείται σε μια συναλλαγή σε εξωχρηματιστηριακό παράγωγο με γραμμικό προφίλ κινδύνου και προβλέπει την ανταλλαγή χρηματοπιστωτικού μέσου έναντι πληρωμής.

Στην περίπτωση συναλλαγών που ορίζουν την ανταλλαγή πληρωμής έναντι πληρωμής, τα εν λόγω δύο σκέλη πληρωμής αντιστοιχούν στις συμβατικά συμφωνηθείσες ακαθάριστες πληρωμές, περιλαμβανομένου του ονομαστικού ποσού της συναλλαγής.

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση