+TITLE III AMENDMENTS TO OTHER REGULATIONS
---+Άρθρο 61 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
---+Άρθρο 62 Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013
---+Άρθρο 63 Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014
---+Άρθρο 64 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014
|
TITLE III AMENDMENTS TO OTHER REGULATIONS
TITLE III AMENDMENTS TO OTHER REGULATIONS
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Άρθρο 61 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
|
Άρθρο 61
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010
Στο άρθρο 4 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
«viii)
όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*1
) και την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*2
), οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 5) της εν λόγω οδηγίας.
|
|
Άρθρο 62 Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013
|
Άρθρο 62
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:
1)
Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012».
2)
Στο άρθρο 2, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«5.
Όταν εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 2 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*3
) σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους, οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 5) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*4
) αντιμετωπίζουν τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων σαν να πρόκειται για «ιδρύματα» βάσει του παρόντος κανονισμού.
3)
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
α)
το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1)
ως “πιστωτικό ίδρυμα” νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α)
στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό,
β)
στην άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*5
), εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αλλά η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων ή ασφαλιστική επιχείρηση:
i)
η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει,
ii)
η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του εν λόγω ομίλου, οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 30 δισεκατομμυρίων EUR και οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι ίση με ποσό των 30 δισεκατομμυρίων EUR ή το υπερβαίνει, ή
iii)
η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι ίση με ποσό των 30 δισεκατομμυρίων EUR ή το υπερβαίνει, όταν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε διαβούλευση με το σώμα εποπτών το αποφασίσει προκειμένου να αντιμετωπίσει δυνητικούς κινδύνους καταστρατήγησης και δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης,
για τους σκοπούς του στοιχείου β) σημεία ii) και iii), όταν η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου τρίτης χώρας, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας με άδεια λειτουργίας στην Ένωση περιλαμβάνονται στη συνδυασμένη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων του ομίλου,
β)
το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2)
ως “επιχείρηση επενδύσεων” νοείται επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, εξαιρουμένου όμως των πιστωτικών ιδρυμάτων,»·
γ)
το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3)
ως “ίδρυμα” νοείται πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή επιχείρηση όπως αναφέρεται στο άρθρο 8α παράγραφος 3 αυτής,»·
δ)
το σημείο 4) απαλείφεται·
ε)
το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«26)
ως “χρηματοδοτικό ίδρυμα” νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2) έως 12) και στο σημείο 15) του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*6
) και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,
στ)
το σημείο 29α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«29α)
ως “μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος” νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που είναι επιχείρηση επενδύσεων,»·
ζ)
το σημείο 29β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«29β)
ως “μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ” νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ που είναι επιχείρηση επενδύσεων,»·
η)
το σημείο 51) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«51)
ως “αρχικό κεφάλαιο” νοείται το ποσό και τα είδη των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,»·
θ)
το σημείο 60) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«60)
ως “μέσο εξομοιούμενο με μετρητά” νοείται πιστοποιητικό κατάθεσης, ομόλογο, συμπεριλαμβανομένου του καλυμμένου ομολόγου, ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο ίδρυμα ή στην επιχείρηση επενδύσεων και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα ή την επιχείρηση επενδύσεων στην ονομαστική του αξία,»·
ι)
στο σημείο 72), το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
είναι ρυθμιζόμενες αγορές ή αγορές τρίτης χώρας που θεωρούνται ισοδύναμες με ρυθμιζόμενες αγορές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,»·
ια)
προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
«150)
ως “διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής” νοείται η επιχείρηση της οποίας η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων που αναφέρονται στα σημεία 5), 6), 7), 9) και 10), παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο σημείο 4) ή δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημείο 11) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.».
4)
Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4.
Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος και στο άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού σε ατομική βάση.
Τα ακόλουθα ιδρύματα δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με το άρθρο 413 παράγραφος 1 και τις σχετιζόμενες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τη ρευστότητα που καθορίζονται στο έβδομο Α μέρος του παρόντος κανονισμού:
α)
ιδρύματα που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,
β)
ιδρύματα που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 και το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*7
), υπό τον όρο ότι δεν πραγματοποιούν καμία σημαντική μετατροπή ληκτότητας και
γ)
ιδρύματα που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό τον όρο ότι:
i)
οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην προφορά υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, όπως αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, σε κεντρικά αποθετήρια τίτλων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, και
ii)
δεν πραγματοποιούν καμία σημαντική μετατροπή ληκτότητας.
β)
η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«5.
Τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3 του παρόντος κανονισμού και τα ιδρύματα που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έβδομο μέρος και τις σχετιζόμενες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης που καθορίζονται στο έβδομο Α μέρος σε ατομική βάση.».
5)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο στο πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 τμήμα 1:
«Άρθρο 10α
Εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εξουσίας σε ενοποιημένη βάση όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος ή μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις ενός ιδρύματος ή μιας επιχείρησης επενδύσεων που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό και αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.».
6)
Στο άρθρο 11, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4.
Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους, εφόσον ο όμιλος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης των δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
Σε περίπτωση που έχει χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφοι 1 έως 5, τα ιδρύματα και, κατά περίπτωση, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αποτελούν μέρος μιας αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας συμμορφώνονται με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση ή στην υποενοποιημένη βάση της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.».
7)
Τα άρθρα 15, 16 και 17 απαλείφονται.
8)
Στο άρθρο 81 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
η θυγατρική είναι ένας από τους παρακάτω φορείς:
ii)
επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,
iii)
ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε υποενοποιημένη βάση ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε ενοποιημένη βάση,
v)
ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας και εφόσον η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4 που ορίζει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,».
9)
Στο άρθρο 82, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
η θυγατρική είναι ένας από τους παρακάτω φορείς:
ii)
επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,
iii)
ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε υποενοποιημένη βάση ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε ενοποιημένη βάση,
v)
ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας και εφόσον η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4 που ορίζει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,».
10)
Το άρθρο 84 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των δικαιωμάτων μειοψηφίας μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από τα δικαιώματα μειοψηφίας της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β) ως εξής:
α)
το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:
i)
το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:
▼C2
—
το άθροισμα της απαίτησης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,
▼B
—
αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,
▼C2
ii)
το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφορά την εν λόγω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,
β)
τα δικαιώματα μειοψηφίας της θυγατρικής εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης.»·
▼B
β)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3.
Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα δικαιώματα μειοψηφίας εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».
11)
Το άρθρο 85 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών κεφαλαίων της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά κεφάλαια της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β), ως εξής:
α)
το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα ακόλουθα:
i)
το ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 της θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:
▼C2
—
το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,
▼B
—
αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,
▼C2
ii)
το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αφορά τη θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,
β)
το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής εκπεφρασμένο ως ποσοστό όλων των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης.»·
▼B
β)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3.
Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα μέσα της κατηγορίας 1 εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».
12)
Το άρθρο 87 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β), ως εξής:
α)
τα ίδια κεφάλαια της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:
i)
το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής που απαιτούνται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:
▼C2
—
το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,
▼B
—
όταν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,
▼C2
ii)
το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που συνδέεται με τη θυγατρική και το οποίο απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,
β)
τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της θυγατρικής, εκπεφρασμένα ως ποσοστό του αθροίσματος όλων των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 1 και των πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 2, με εξαίρεση τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 62 στοιχεία γ) και δ), της εν λόγω επιχείρησης.»·
▼B
β)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3.
Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα μέσα ιδίων κεφαλαίων εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».
13)
Το άρθρο 93 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 3 απαλείφεται,
β)
οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«4.
Εάν ο έλεγχος ενός ιδρύματος που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου 2 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων αυτού του ιδρύματος ισούται με το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο.
5.
Εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 2, το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων ιδρυμάτων κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον το επίπεδο του απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου δεν έχει επιτευχθεί.
6.
Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν απαραίτητο για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας ενός ιδρύματος να πληρούται η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 4 και 5.».
14)
Στο τρίτο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 1, το τμήμα 2 (άρθρα 95 έως 98) απαλείφεται από τις 26 Ιουνίου 2026.
15)
Στο άρθρο 119, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«5.
Τα ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές και τα οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία αντιμετωπίζονται όπως τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προσδιορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 θεωρούνται συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία.».
16)
Στο άρθρο 162 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που προκύπτουν από τον διακανονισμό υποχρεώσεων ξένου συναλλάγματος,».
17)
Το άρθρο 197 τροποποιείται ως εξής:
α)
στην παράγραφο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«γ)
χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων και έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από επιλέξιμο ΕΟΠΑ την οποία η ΕΑΤ αντιστοιχίζει με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή με υψηλότερη βαθμίδα σύμφωνα με τους κανόνες του κεφαλαίου 2 για τη στάθμιση των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων·»
β)
στην παράγραφο 4, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4.
Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από άλλα ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίοι δεν έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ ως αποδεκτή εξασφάλιση εφόσον οι εν λόγω τίτλοι πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:».
18)
Στο άρθρο 200, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«γ)
μέσα που εκδίδονται από τρίτο ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων και με δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση από το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.».
19)
Στο άρθρο 202, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες και οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων ως αποδεκτούς παρόχους μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας στους οποίους εφαρμόζεται η αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 3, εφόσον πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:».
20)
Στο άρθρο 224, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6.
Για τους μη διαβαθμισμένους χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων και πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 197 παράγραφος 4, οι προσαρμογές μεταβλητότητας είναι ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται στους τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις των οποίων η εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση αντιστοιχίζεται με τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 2 ή 3.».
21)
Στο άρθρο 227 παράγραφος 3, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«βα)
επιχειρήσεις επενδύσεων,».
22)
Στο άρθρο 243 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Στην περίπτωση των εμπορικών απαιτήσεων, το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται όταν ο πιστωτικός κίνδυνος αυτών των εμπορικών απαιτήσεων καλύπτεται πλήρως με αποδεκτή πιστωτική προστασία σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος προστασίας είναι ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση.».
23)
Στο άρθρο 382 παράγραφος 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β)
εντός ομίλου συναλλαγές όπως προβλέπονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, εκτός αν τα κράτη μέλη θεσπίσουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον διαρθρωτικό διαχωρισμό εντός τραπεζικού ομίλου, οπότε στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν να υπαχθούν στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων οι εντός του ομίλου συναλλαγές ανάμεσα στις διαρθρωτικά διαχωρισμένες οντότητες,».
24)
Το άρθρο 388 απαλείφεται.
▼C2
25)
Στο άρθρο 395 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Ένα ίδρυμα δεν αναλαμβάνει άνοιγμα έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών με αξία που υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου του της κατηγορίας 1, αφού λάβει υπόψη την επίδραση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 399 έως 403. Εφόσον ο πελάτης είναι ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή η ομάδα συνδεδεμένων πελατών περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, η εν λόγω αξία δεν υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος ή το ποσό των 150 εκατομμυρίων EUR, οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο, υπό τον όρο ότι το άθροισμα της αξίας των ανοιγμάτων, αφού ληφθεί υπόψη η επίδραση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 399 έως 403, σε όλους τους συνδεδεμένους πελάτες που δεν είναι ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων δεν υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.».
▼B
26)
Το άρθρο 402 παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:
α)
το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων,»·
β)
το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ε)
το ίδρυμα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 394, το συνολικό ποσό των ανοιγμάτων έναντι κάθε άλλου ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων τα οποία αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.».
27)
Στο άρθρο 412, η παράγραφος 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4α.
Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 460 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στα ιδρύματα.».
28)
Στο άρθρο 422 παράγραφος 8 στοιχείο α), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«i)
είναι μητρικό ή θυγατρικό ίδρυμα του ιδρύματος ή μητρική ή θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων του ιδρύματος ή άλλη θυγατρική του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή της ίδιας μητρικής επιχείρησης επενδύσεων,».
29)
Στο άρθρο 428α, το στοιχείο δ) απαλείφεται.
30)
Στο άρθρο 430β, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Από την ημερομηνία εφαρμογής της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 461α, τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 94 παράγραφος 1 ούτε τις κατά το άρθρο 325α παράγραφος 1 προϋποθέσεις, υποβάλλουν αναφορές, για όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους και τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή βασικών εμπορευμάτων, τα αποτελέσματα των υπολογισμών που έχουν βασιστεί στη χρήση της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης που ορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α με τον ίδιο τρόπο που τα ιδρύματα αυτά αναφέρουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο i) και στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ).».
31)
Στο άρθρο 456 παράγραφος 1, τα στοιχεία στ) και ζ) απαλείφονται.
32)
Το άρθρο 493 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Μέχρι τις 26 Ιουνίου 2021, οι διατάξεις σχετικά με τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα που θεσπίζονται στα άρθρα 387 έως 403 του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 5, 6, 7, 9, 10 και 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*8
) στις 31 Δεκεμβρίου 2006.
β)
η παράγραφος 2 απαλείφεται.
▼C2
33)
Το άρθρο 498 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 498
Απαλλαγή για διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων
Μέχρι τις 26 Ιουνίου 2021, οι διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 5, 6, 7, 9, 10 και 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 2004/39/ΕΚ στις 31 Δεκεμβρίου 2006.».
▼B
34)
Στο άρθρο 508, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται.
35)
Στο παράρτημα Ι σημείο 1), το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«δ)
οπισθογραφήσεις αξιογράφων που δεν φέρουν την υπογραφή άλλου ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων,».
36)
Το παράρτημα III τροποποιείται ως εξής:
α)
στο σημείο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β)
δεν είναι υποχρέωση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτό οντότητας.»·
β)
στο σημείο 5, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β)
δεν είναι υποχρέωση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτό οντότητας.»·
γ)
στο σημείο 6, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση από ΟΕΣΤ, ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα,»·
δ)
το σημείο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«7.
Κινητές αξίες πλην όσων αναφέρονται στα σημεία 3 έως 6 οι οποίες είναι αποδεκτές για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % ή καλύτερο δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή έχουν ισοδύναμη πιστωτική ποιότητα βάσει εσωτερικής διαβάθμισης και δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση από ΟΕΣΤ, ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα.»·
ε)
το σημείο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«11.
Εισηγμένες σε χρηματιστήριο και εκκαθαριζόμενες σε κεντρικό επίπεδο κοινές μετοχές οι οποίες συνυπολογίζονται σε μείζονα χρηματιστηριακό δείκτη, είναι εκφρασμένες στο εγχώριο νόμισμα του κράτους μέλους και δεν έχουν εκδοθεί από ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα.».
|
|
Άρθρο 63 Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014
|
Άρθρο 63
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 τροποποιείται ως εξής:
1)
Στο άρθρο 1 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
«4α.
Ο τίτλος VII κεφάλαιο 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται επίσης σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εντός της Ένωσης.».
2)
Στον τίτλο ΙΙΙ, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΕΞΩΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΒΗΜΑΤΟΣ ΤΙΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΠΟΙΗΤΕΣ»
3)
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«Άρθρο 17α
Βήματα τιμής
Οι προσφορές των συστηματικών εσωτερικοποιητών, οι βελτιώσεις τιμών στις εν λόγω προσφορές και οι τιμές εκτέλεσης συμμορφώνονται προς τα βήματα τιμής που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 49 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
Η εφαρμογή των βημάτων τιμής δεν εμποδίζει τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές να ταυτίζουν εντολές μεγάλου μεγέθους στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.».
4)
Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:
α)
στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«δ)
η επιχείρηση έχει θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις και διαδικασίες για την αναφορά των πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 6α.»·
β)
στην παράγραφο 4, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους και σε επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του παραρτήματος II τμήμα Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες με παρεπόμενες υπηρεσίες για αυτούς στο έδαφός τους σύμφωνα με εθνικά καθεστώτα, εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 ή εάν έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση αλλά είτε δεν είναι πλέον σε ισχύ είτε δεν καλύπτει τις σχετικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες.»·
γ)
στην παράγραφο 5, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένας επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος ή ένας επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια του παραρτήματος II τμήμα Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, που είναι εγκατεστημένος ή βρίσκεται στην Ένωση, δρομολογήσει με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία την παροχή σε αυτόν επενδυτικής υπηρεσίας ή την άσκηση δραστηριότητας από επιχείρηση τρίτης χώρας, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή την άσκηση δραστηριότητας εκ μέρους της επιχείρησης τρίτης χώρας προς το εν λόγω πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης τυχόν υφιστάμενης σχέσης που αφορά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας. Με την επιφύλαξη των σχέσεων εντός του ομίλου, όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της ή που διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτή την επιχείρηση τρίτης χώρας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό αυτής της οντότητας, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ένωση, δεν θεωρείται υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη. Η πρωτοβουλία αυτών των πελατών δεν παρέχει στην επιχείρηση τρίτης χώρας το δικαίωμα εμπορικής προώθησης νέων κατηγοριών επενδυτικών προϊόντων ή υπηρεσιών στο εν λόγω πρόσωπο.»·
δ)
παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«6α.
Οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε ετήσια βάση, ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τα ακόλουθα:
α)
την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από τις επιχειρήσεις στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής κατανομής στα κράτη μέλη,
β)
για επιχειρήσεις που εκτελούν τη δραστηριότητα που αναφέρεται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 3) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, το μηνιαίο τους ελάχιστο, μέσο και μέγιστο άνοιγμα σε αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ,
γ)
για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που προέρχονται από αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αναδοχής ή τοποθετήθηκαν με δέσμευση ανάληψης τους προηγούμενους 12 μήνες,
δ)
τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α),
ε)
εάν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία των επενδυτών, καθώς και λεπτομερή περιγραφή,
στ)
την πολιτική διαχείρισης κινδύνου, καθώς και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζει η επιχείρηση για παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο στοιχείο α),
ζ)
τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τις δραστηριότητες της επιχείρησης στην Ένωση,
η)
οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες είναι απαραίτητες ώστε η ΕΑΚΑΑ ή οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Όπου κρίνεται απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ ή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, μεταξύ άλλων κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής των κρατών μελών όπου μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, να ζητά από τις επιχειρήσεις τρίτης χώρας που παρέχουν υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο να παράσχουν τυχόν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητές τους.
6β.
Όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διατηρεί, θέτοντας στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ, στοιχεία σχετικά με όλες τις εντολές και όλες τις συναλλαγές στην Ένωση σε χρηματοπιστωτικά μέσα τις οποίες πραγματοποίησαν, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελάτη, για περίοδο πέντε ετών.
Ύστερα από αίτημα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους στο οποίο μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η ΕΑΚΑΑ αποκτά πρόσβαση στα σχετικά στοιχεία που είναι στη διάθεσή της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και καθιστά διαθέσιμα τα στοιχεία αυτά στην αιτούσα αρμόδια αρχή.
6γ.
Όταν μια τρίτη χώρα δεν συνεργάζεται σε μια έρευνα ή μια επιτόπια επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 2 ή δεν συμμορφώνεται με αίτημα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τη παράγραφο 6α ή 6β του παρόντος άρθρου εγκαίρως και με τον δέοντα τρόπο, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την εγγραφή της ή να απαγορεύσει προσωρινά ή να περιορίσει τις δραστηριότητές της σύμφωνα με το άρθρο 49.»·
▼C1
ε)
η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«7.
Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με την ΕΑΤ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία προσδιορίζονται οι πληροφορίες που η αιτούσα επιχείρηση τρίτης χώρας πρέπει να υποβάλλει στην αίτηση εγγραφής στο μητρώο σύμφωνα με την παράγραφο 4 και οι πληροφορίες που πρέπει να αναφέρονται σύμφωνα με την παράγραφο 6α.
Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2020.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·
στ)
προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«8.
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τον μορφότυπο με τον οποίο πρέπει να υποβάλλεται η αίτηση εγγραφής της παραγράφου 4 και να αναφέρονται οι πληροφορίες τις παραγράφου 6α.
Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2020.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».
▼B
5)
Το άρθρο 47 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 2 σε σχέση με τρίτη χώρα στην οποία να διαπιστώνεται ότι οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις της εν λόγω τρίτης χώρας διασφαλίζουν όλα τα ακόλουθα:
α)
ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην εν λόγω τρίτη χώρα συμμορφώνονται με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς οι οποίες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*9
), στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, στην οδηγία 2014/65/ΕΕ και στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*10
), καθώς και στα εκτελεστικά μέτρα που έχουν εγκριθεί βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων,
β)
ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και πλαίσιο επιβολής που διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις ισχύουσες νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς και
γ)
ότι το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό σύστημα ισοδυναμίας για την αναγνώριση επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι αδειοδοτημένες δυνάμει νομικών καθεστώτων τρίτων χωρών.
Σε περίπτωση που η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση μετά την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ενδέχεται να είναι συστημικής σημασίας για την Ένωση, οι νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να θεωρούνται ότι έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις πράξεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο μετά από λεπτομερή και αναλυτική αξιολόγηση. Προς τούτο, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης και λαμβάνει υπόψη την εποπτική σύγκλιση μεταξύ της συγκεκριμένης τρίτης χώρας και της Ένωσης.
1α.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την περαιτέρω αποσαφήνιση των περιστάσεων υπό τις οποίες η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση μετά την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι πιθανό να έχουν συστημική σημασία για την Ένωση.
Όταν η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτης χώρας είναι πιθανό να έχουν συστημική σημασία για την Ένωση, η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά αποφάσεις ισοδυναμίας από συγκεκριμένους όρους λειτουργίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία για να αποτρέψουν το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να παρακολουθούν τις δραστηριότητες επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών που έχουν εγγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 σε ό,τι αφορά υπηρεσίες που παρέχονται και δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην Ένωση διασφαλίζοντας ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συμμορφώνονται:
α)
με απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 20 και 21,
β)
με απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 26, όταν οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να αποκτηθούν απευθείας και σε συνεχή βάση μέσω μνημονίου συνεννόησης με την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας,
γ)
με απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με την υποχρέωση διαπραγμάτευσης η οποία αναφέρεται στα άρθρα 23 και 28, κατά περίπτωση.
Κατά την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως μη συνεργάσιμη περιοχή δικαιοδοσίας για φορολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τη σχετική πολιτική της Ένωσης ή ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.
1β.
Το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, το οργανωτικό πλαίσιο και το πλαίσιο επιχειρηματικής συμπεριφοράς μιας τρίτης χώρας μπορεί να θεωρείται ότι έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα, όταν το εν λόγω πλαίσιο πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε αδειοδότηση και σε αποτελεσματική εποπτεία και έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων σε συνεχή βάση,
β)
οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε απαιτήσεις επαρκών κεφαλαίων και, συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες ή ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 3) ή 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υπόκεινται σε συγκρίσιμες κεφαλαιακές απαιτήσεις με αυτές που θα ίσχυαν αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση,
γ)
οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις για τους μετόχους και τα μέλη του διοικητικού τους οργάνου,
δ)
οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων υπόκεινται σε επαρκείς απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς και οργανωτικές απαιτήσεις,
ε)
η διαφάνεια και η ακεραιότητα της αγοράς διασφαλίζονται με την αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών στην αγορά μέσω πράξεων προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και πράξεων χειραγώγησης της αγοράς.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, όταν αξιολογεί την ισοδυναμία των κανόνων τρίτης χώρας όσον αφορά την υποχρέωση διαπραγμάτευσης που ορίζεται στα άρθρα 23 και 28, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης κατά πόσον το νομικό πλαίσιο της τρίτης χώρας προβλέπει κριτήρια για τον χαρακτηρισμό τόπων διαπραγμάτευσης ως επιλέξιμων για συμμόρφωση με την υποχρέωση διαπραγμάτευσης τα οποία να έχουν παρόμοια αποτέλεσμα με αυτά που ορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
β)
η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)
το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)
τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών των σχετικών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες για τις μη ενωσιακές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σε τρίτες χώρες τις οποίες ζητεί η ΕΑΚΑΑ, και, κατά περίπτωση, τις ρυθμίσεις για την περαιτέρω κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εκ μέρους της ΕΑΚΑΑ,»·
ii)
το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«γ)
τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανομένων ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων τις οποίες μπορεί να πραγματοποιεί η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 46, όταν είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ ή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, έχοντας ενημερώσει δεόντως την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας σχετικά.»·
iii)
προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«δ)
τις διαδικασίες που αφορούν το αίτημα παροχής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφοι 6α και 6β το οποίο η ΕΑΚΑΑ μπορεί να υποβάλλει σε επιχείρηση τρίτης χώρας που έχει εγγραφεί στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2.»·
γ)
προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:
«5.
Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, τις πρακτικές εφαρμογής και άλλες σχετικές εξελίξεις στην αγορά σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 1, προκειμένου να επαληθεύεται ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων έχουν ληφθεί αποφάσεις. Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή σε ετήσια βάση εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, όποτε το κρίνει σκόπιμο, να συμβουλεύεται την ΕΑΤ σχετικά με την έκθεση.
Η έκθεση αποτυπώνει επίσης τις παρατηρούμενες τάσεις με βάση τα στοιχεία που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, ιδίως όσον αφορά επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες ή ασκούν τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
6.
Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Η έκθεση περιλαμβάνει κατάλογο των αποφάσεων ισοδυναμίας που έλαβε ή ανακάλεσε η Επιτροπή το έτος στο οποίο αναφέρεται η έκθεση, καθώς και τα ενδεχόμενα μέτρα που έλαβε η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 49, εξηγεί δε το σκεπτικό των εν λόγω αποφάσεων και μέτρων.
Η έκθεση της Επιτροπής περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων, των πρακτικών επιβολής της εφαρμογής και άλλων σχετικών εξελίξεων στην αγορά στις τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας. Προβαίνει επίσης σε απολογισμό του τρόπου με τον οποίο έχει εξελιχθεί η διασυνοριακή παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από επιχειρήσεις τρίτων χωρών γενικά και ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι τμήμα A σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης σε εύθετο χρόνο πληροφορίες σχετικά με τις εν εξελίξει αξιολογήσεις ισοδυναμίας που πραγματοποιεί η Επιτροπή όσον αφορά τρίτη χώρα.».
▼C2
6)
Το άρθρο 49 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 49
Μέτρα που λαμβάνει η ΕΑΚΑΑ
1.
Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να απαγορεύει προσωρινά ή να περιορίζει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες από επιχείρηση τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1, όταν η επιχείρηση τρίτης χώρας δεν συμμορφώνεται με απαγόρευση ή περιορισμό που επιβάλλει η ΕΑΚΑΑ ή η ΕΑΤ σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 41 ή η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 42, όταν δεν έχει συμμορφωθεί με αίτημα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφοι 6α και 6β εγκαίρως και με τον δέοντα τρόπο ή όταν η επιχείρηση τρίτης χώρας δεν συνεργάζεται με έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 2.
2.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την εγγραφή μιας επιχείρησης τρίτης χώρας από το μητρώο που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 48, όταν η ΕΑΚΑΑ παρέπεμψε το ζήτημα στην αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας και η εν λόγω αρμόδια αρχή δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των επενδυτών ή την ορθή λειτουργία των αγορών στην Ένωση ή δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση τρίτης χώρας συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ισχύουν για αυτήν στην τρίτη χώρα ή με τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 και ισχύει ένα από τα ακόλουθα:
α)
η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους, στηριζόμενους σε έγγραφα στοιχεία αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι αποκλειστικά των ετήσιων πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, να πιστεύει ότι, κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στην Ένωση, η επιχείρηση τρίτης χώρας ενεργεί με τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των επενδυτών ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών,
β)
η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους, στηριζόμενους σε έγγραφα στοιχεία αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι αποκλειστικά των ετήσιων πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, να πιστεύει ότι, κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στην Ένωση, η επιχείρηση τρίτης χώρας έχει υποπέσει σε σοβαρές παραβάσεις των διατάξεων που ισχύουν για αυτήν στην τρίτη χώρα και βάσει των οποίων η Επιτροπή έχει εκδώσει την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1.
3.
Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγκαίρως την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας σχετικά με την πρόθεσή της να αναλάβει δράση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2.
Όταν αποφασίζει σχετικά με την ενδεδειγμένη δράση που πρέπει να λάβει δυνάμει του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ συνεκτιμά τη φύση και τη σοβαρότητα του κινδύνου για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
α)
τη διάρκεια και τη συχνότητα του αναδυόμενου κινδύνου,
β)
κατά πόσον ο κίνδυνος αποκάλυψε σοβαρές ή συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες της επιχείρησης τρίτης χώρας,
γ)
αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλον τρόπο να αποδοθεί στον κίνδυνο,
δ)
κατά πόσον ο κίνδυνος εμφανίστηκε εσκεμμένα ή λόγω αμέλειας.
Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή και την επιχείρηση τρίτης χώρας για οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 και δημοσιεύει την απόφασή της στον ιστότοπό της.
Η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν σε σχέση με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα.».
6α)
Το άρθρο 50 τροποποιείται ως εξής:
α)
η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“2.
Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 9, στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2, στο άρθρο 15 παράγραφος 5, στο άρθρο 17 παράγραφος 3, στο άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 40 παράγραφος 8, στο άρθρο 41 παράγραφος 8, στο άρθρο 42 παράγραφος 7, στο άρθρο 45 παράγραφος 10, στο άρθρο 47 παράγραφος 1α και στο άρθρο 52 παράγραφοι 10 και 12 ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από τις 2 Ιουλίου 2014.”·
β)
η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“3.
Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 9, στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2, στο άρθρο 15 παράγραφος 5, στο άρθρο 17 παράγραφος 3, στο άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 40 παράγραφος 8, στο άρθρο 41 παράγραφος 8, στο άρθρο 42 παράγραφος 7, στο άρθρο 45 παράγραφος 10, στο άρθρο 47 παράγραφος 1α και στο άρθρο 52 παράγραφοι 10 και 12 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.”·
γ)
η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“5.
Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 9, το άρθρο 2 παράγραφος 2, το άρθρο 13 παράγραφος 2, το άρθρο 15 παράγραφος 5, το άρθρο 17 παράγραφος 3, το άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 31 παράγραφος 4, το άρθρο 40 παράγραφος 8, το άρθρο 41 παράγραφος 8, το άρθρο 42 παράγραφος 7, το άρθρο 45 παράγραφος 10, το άρθρο 47 παράγραφος 1α και το άρθρο 52 παράγραφοι 10 ή 12 τίθενται σε ισχύ μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη αυτής της προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημέρωσαν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.”·
7)
Στο άρθρο 52, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«13.
Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτίμηση των αναγκών σε προσωπικό και πόρους τις οποίες συνεπάγεται η ανάληψη των εξουσιών και καθηκόντων της σύμφωνα με το άρθρο 64 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.».
▼B
8)
Στο άρθρο 54, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1.
Οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών μπορούν να εξακολουθήσουν να παρέχουν υπηρεσίες και να ασκούν δραστηριότητες στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα εθνικά καθεστώτα, μέχρι τρία έτη μετά την έκδοση από την Επιτροπή απόφασης που αφορά την εκάστοτε τρίτη χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 47. Οι υπηρεσίες και οι δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από τέτοια απόφαση μπορούν να συνεχίσουν να παρέχονται σύμφωνα με εθνικό καθεστώς.».
|
|
Άρθρο 64 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014
|
Άρθρο 64
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014
Στο άρθρο 12α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
13
), προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«3.
Σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*11
), οι παραπομπές στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού και που δεν αποτελούν επιχειρήσεις επενδύσεων του άρθρου 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 νοούνται ως εξής:
α)
οι παραπομπές στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση συνολικού δείκτη κεφαλαίου στον παρόντα κανονισμό αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,
β)
οι παραπομπές στο άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο στον παρόντα κανονισμό αναφέρονται στην ισχύουσα απαίτηση του άρθρου 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, πολλαπλασιαζόμενο επί 12,5.
Σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (
*12
), οι παραπομπές στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού και που δεν είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|