+Preamble: 1

Preamble: 1

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (1), και ιδίως το άρθρο 94 παράγραφος 2 της οδηγίας,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος δεν μπορούν να έχουν μόνο οι επαγγελματικές δραστηριότητες των υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και γ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, αλλά και οι επαγγελματικές δραστηριότητες άλλων μελών του προσωπικού. Αυτό ισχύει ιδίως όταν τα εν λόγω μέλη του προσωπικού έχουν διευθυντικές ευθύνες επί σημαντικών επιχειρηματικών μονάδων ή επί λειτουργιών ελέγχου, διότι μπορούν να λαμβάνουν στρατηγικές ή άλλες θεμελιώδεις αποφάσεις που έχουν αντίκτυπο στις επιχειρηματικές δραστηριότητες ή στο εφαρμοζόμενο πλαίσιο ελέγχου. Οι εν λόγω λειτουργίες ελέγχου περιλαμβάνουν συνήθως τη διαχείριση κινδύνου, τη συμμόρφωση και τον εσωτερικό έλεγχο. Οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται από τις σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες και ο τρόπος διοίκησης των μονάδων αυτών αποτελούν τους πλέον σημαντικούς παράγοντες για τα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος.

(2)

Επομένως, είναι απαραίτητο να καθοριστούν κριτήρια για τον προσδιορισμό των μελών του προσωπικού, εκτός από τα μέλη του προσωπικού που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 σημεία α), β) και γ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την εξουσία και τις ευθύνες των εν λόγω μελών του προσωπικού, τα χαρακτηριστικά κινδύνου και τους δείκτες επιδόσεων του ιδρύματος, την εσωτερική οργάνωσή του, καθώς και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα του οικείου ιδρύματος. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει επίσης να επιτρέπουν στα ιδρύματα να ορίζουν κατάλληλα κίνητρα στην πολιτική αποδοχών τους, ώστε να εξασφαλίζουν ότι τα οικεία μέλη του προσωπικού τους ενεργούν με σύνεση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Τέλος, τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν το επίπεδο κινδύνου των διάφορων δραστηριοτήτων εντός του ιδρύματος.

(3)

Ορισμένα μέλη του προσωπικού είναι υπεύθυνα για την παροχή εσωτερικής στήριξης ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος. Οι δραστηριότητες και οι αποφάσεις τους μπορούν επίσης να έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος, καθότι ενδέχεται να εκθέσουν το ίδρυμα σε σημαντικούς επιχειρησιακούς και άλλους κινδύνους.

(4)

Ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος αγοράς αναλαμβάνονται συνήθως προκειμένου να δημιουργηθεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Ανάλογα με τα εμπλεκόμενα ποσά και τον σχετικό κίνδυνο, οι εν λόγω επιχειρηματικές δραστηριότητες μπορούν να έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος. Κατά συνέπεια, κρίνεται κατάλληλο να χρησιμοποιούνται κριτήρια με βάση τα όρια εξουσίας, έτσι ώστε να προσδιορίζονται τα μέλη του προσωπικού των οποίων οι δραστηριότητες μπορούν να έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να υπολογίζονται τουλάχιστον μία φορά ετησίως βάσει των στοιχείων που αφορούν το κεφάλαιο και βάσει των προσεγγίσεων που χρησιμοποιούνται για ρυθμιστικούς σκοπούς. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η αναλογική εφαρμογή των κριτηρίων στα μικρά ιδρύματα, θα πρέπει να εφαρμόζεται ένα ελάχιστο όριο για πιστωτικούς κινδύνους.

(5)

Τα κριτήρια προσδιορισμού των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα ιδρύματα μπορούν να απαλλαγούν από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), καθώς και ότι τα όρια στον εν λόγω κανονισμό προσδιορίζονται με διαφορετικούς τρόπους για τα ιδρύματα με βάση διαφορετικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

(6)

Τα κατάλληλα ποιοτικά κριτήρια θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα μέλη του προσωπικού που κρίνεται ότι έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος είναι τα μέλη του προσωπικού που είναι υπεύθυνα για ομάδες προσωπικού του οποίου οι δραστηριότητες θα μπορούσαν να έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος. Εδώ περιλαμβάνονται καταστάσεις στις οποίες οι δραστηριότητες μεμονωμένων μελών του προσωπικού υπό τη διοίκησή τους δεν έχουν σε ατομικό επίπεδο ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος, αλλά η συνολική κλίματα των δραστηριοτήτων τους θα μπορούσε να έχει τέτοιου είδους αντίκτυπο.

(7)

Οι συνολικές αποδοχές των μελών του προσωπικού εξαρτώνται κατά κανόνα από τη συμβολή τους στην επίτευξη των επιχειρηματικών στόχων του ιδρύματος. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω αποδοχές εξαρτώνται από τις ευθύνες, τα καθήκοντα, τις ικανότητες και τις δεξιότητες των μελών του προσωπικού και τις επιδόσεις αυτών και του ιδρύματος. Όταν οι συνολικές αποδοχές ενός μέλους του προσωπικού υπερβαίνουν ένα κατώτατο όριο, εύλογα υποθέτει κάποιος ότι οι αποδοχές του συνδέονται με τη συμβολή του μέλους του προσωπικού στους επιχειρηματικούς στόχους του ιδρύματος και, κατά συνέπεια, με τον αντίκτυπο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος. Είναι συνεπώς σκόπιμο να χρησιμοποιούνται ποσοτικά κριτήρια σχετικά με τις συνολικές αποδοχές ενός μέλους του προσωπικού, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και σε σχέση με άλλα μέλη του προσωπικού εντός του ίδιου ιδρύματος, για να καθοριστεί κατά πόσον οι επαγγελματικές δραστηριότητες του εν λόγω μέλους του προσωπικού δύνανται να έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος.

(8)

Θα πρέπει να τεθούν σαφή και κατάλληλα κατώτατα όρια για τον προσδιορισμό των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος, Θα πρέπει να αναμένεται ότι τα ιδρύματα θα εφαρμόζουν εγκαίρως τα ποσοτικά κριτήρια. Τα ποσοτικά κριτήρια θα πρέπει να συμβαδίζουν με την εξέλιξη των αποδοχών, ώστε να είναι ρεαλιστικά. Μια πρώτη μέθοδος για την παρακολούθηση της εξέλιξης αυτής είναι τα εν λόγω κριτήρια να βασίζονται στις συνολικές αποδοχές που χορηγήθηκαν το προηγούμενο έτος επιδόσεων, ούτως ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις σταθερές αποδοχές που καταβλήθηκαν κατά το εν λόγω έτος επιδόσεων, καθώς και τις μεταβαλλόμενες αποδοχές που καταβλήθηκαν για το ίδιο έτος. Μια δεύτερη μέθοδος για την παρακολούθηση της εξέλιξης αυτής είναι τα κριτήρια αυτά να βασίζονται στις συνολικές αποδοχές που χορηγήθηκαν το προηγούμενο έτος επιδόσεων, ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι σταθερές αποδοχές που καταβλήθηκαν κατά το εν λόγω έτος επιδόσεων, καθώς και οι μεταβλητές αποδοχές που καταβάλλονται κατά το τρέχον έτος επιδόσεων για το προηγούμενο οικονομικό έτος. Με τη δεύτερη μέθοδο η διαδικασία προσδιορισμού ευθυγραμμίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό με τις πραγματικές αποδοχές που καταβάλλονται για μια περίοδο επιδόσεων, αλλά μπορεί να εφαρμοστεί μόνο όταν είναι ακόμη δυνατόν να γίνει εγκαίρως ο υπολογισμός για την εφαρμογή των ποσοτικών κριτηρίων. Όταν ο υπολογισμός αυτός δεν είναι πλέον δυνατός, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η πρώτη μέθοδος. Όποια όμως μέθοδος και αν χρησιμοποιείται, οι μεταβλητές αποδοχές μπορούν να περιλαμβάνουν τα ποσά που χορηγούνται με βάση περιόδους επιδόσεων μεγαλύτερες του ενός έτους, ανάλογα με τα κριτήρια επιδόσεων που χρησιμοποιεί το κάθε ίδρυμα.

(9)

Το άρθρο 92 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ορίζει ποσοτικό κατώτατο όριο ύψους 500 000 EUR σε συνδυασμό με τον μέσο όρο των αποδοχών των μελών του διοικητικού οργάνου και των ανώτερων διοικητικών στελεχών για τον προσδιορισμό του προσωπικού του οποίου οι δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου μιας σημαντικής επιχειρηματικής μονάδας. Ως εκ τούτου, οι αποδοχές που υπερβαίνουν το εν λόγω ποσοτικό όριο ή που συγκαταλέγονται στις υψηλότερες αποδοχές εντός του ιδρύματος συνιστούν ισχυρό τεκμήριο ότι οι δραστηριότητες του προσωπικού που λαμβάνει τις αποδοχές αυτές έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος και, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει, με τη βοήθεια στενότερου εποπτικού ελέγχου, να εξακριβώνεται κατά πόσον οι επαγγελματικές δραστηριότητες των εν λόγω μελών του προσωπικού έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος.

(10)

Τα μέλη του προσωπικού δεν θα πρέπει να υπόκεινται στο άρθρο 94 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν τα ιδρύματα αποφασίζουν βάσει πρόσθετων αντικειμενικών κριτηρίων ότι οι δραστηριότητες των εν λόγω μελών του προσωπικού στην πραγματικότητα δεν έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κινδύνους που αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει το τελευταίο. Η εξαίρεση των πλέον υψηλόμισθων υπαλλήλων που προσδιορίζονται με γνώμονα τα ποσοτικά κριτήρια θα πρέπει να εγκρίνεται από τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και συνεπής εφαρμογή των εν λόγω αντικειμενικών κριτηρίων. Για τα μέλη του προσωπικού που αμείβονται με ποσό άνω του 1 000 000 EUR (υψηλά αμειβόμενα πρόσωπα), οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, προτού εγκρίνουν τις εξαιρέσεις, ούτως ώστε η ΕΑΤ να μπορεί να αξιολογεί τη συνεκτική εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων.

(11)

Για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές και οι ελεγκτές να επανεξετάζουν τις αξιολογήσεις που διενεργούνται από τα ιδρύματα για τον προσδιορισμό των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου τους, είναι ζωτικής σημασίας τα ιδρύματα να τηρούν αρχείο των αξιολογήσεων που διενεργούνται και των αποτελεσμάτων τους, ιδίως για τα μέλη του προσωπικού που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με τα κριτήρια που βασίζονται στις συνολικές αποδοχές τους αλλά των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες κρίνεται κατόπιν αξιολόγησης ότι δεν έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος.

(12)

Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2014 της Επιτροπής (3) θα πρέπει να καταργηθεί. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να μην επιβαρυνθούν με αδικαιολόγητο κόστος κατά τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα κανονισμό. Κατά συνέπεια, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2014 θα πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις αυτές έως τις 26 Ιουνίου 2021, ημερομηνία έως την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να εκδώσουν και να δημοσιεύσουν τα μέτρα για τη συμμόρφωσή τους με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(13)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή από την ΕΑΤ.

(14)

Η ΕΑΤ διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και εφαρμόζεται άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 25 Μαρτίου 2021.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση