+Άρθρο 4 Ορισμοί
---+Άρθρο 4 1.
---+Article 4 2.
---+Άρθρο 4 3.
---+Άρθρο 4 4.
---+Άρθρο 4 5.

Άρθρο 4 Ορισμοί

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 4 1.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

▼M9

1) 

ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) 

στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό,

▼M17

β) 

στην άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 6 ), εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αλλά η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων για την οποία αίρεται η άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 8α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ:

i) 

η συνολική αξία του ενοποιημένου ενεργητικού της εγκατεστημένης στην Ένωση επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών της, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει·

ii) 

η συνολική αξία του ενεργητικού της εγκατεστημένης στην Ένωση επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών της, είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία του ενοποιημένου ενεργητικού όλων των εγκατεστημένων στην Ένωση επιχειρήσεων εντός του εν λόγω ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών τους, που μεμονωμένα διαθέτουν ενεργητικό συνολικής αξίας χαμηλότερης των 30 δισεκατομμυρίων EUR και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει·

iii) 

η συνολική αξία του ενεργητικού της εγκατεστημένης στην Ένωση επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών της, είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία του ενοποιημένου ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει, εφόσον λάβει σχετική απόφαση η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε διαβούλευση με το σώμα εποπτών προκειμένου να αντιμετωπίσει δυνητικούς κινδύνους καταστρατήγησης ή δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης,

▼M9

για τους σκοπούς του στοιχείου β) σημεία ii) και iii), όταν η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου τρίτης χώρας, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας με άδεια λειτουργίας στην Ένωση περιλαμβάνονται στη συνδυασμένη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων του ομίλου,

2) 

ως «επιχείρηση επενδύσεων» νοείται επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, εξαιρουμένου όμως των πιστωτικών ιδρυμάτων,

3) 

ως «ίδρυμα» νοείται πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή επιχείρηση όπως αναφέρεται στο άρθρο 8α παράγραφος 3 αυτής,

▼M9 —————

▼B

5) 

ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) ( 7 ),

6) 

ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

▼M8

7) 

ως «οργανισμός συλλογικών επενδύσεων» ή «ΟΣΕ» νοείται ένας ΟΣΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 8 ), ή ένας οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 9 ),

▼B

8) 

ως «οντότητα του δημόσιου τομέα» νοείται διοικητικός μη εμπορικός οργανισμός υπεύθυνος έναντι κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ή έναντι αρχών που ασκούν τα ίδια καθήκοντα με τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές, ή μη εμπορική επιχείρηση που ανήκει ή έχει ιδρυθεί και τελεί υπό την αιγίδα κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών και που έχει ειδικές εγγυητικές ρυθμίσεις, και μπορεί να περιλαμβάνει αυτοδιοικούμενους φορείς, η λειτουργία των οποίων διέπεται από νόμο και οι οποίοι βρίσκονται υπό δημόσια εποπτεία,

9) 

ως «διοικητικό όργανο» νοείται το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 7) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

10) 

ως «ανώτερα διοικητικά στελέχη» νοούνται τα ανώτερα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

11) 

ως «συστημικός κίνδυνος» νοείται ο συστημικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

▼M17 —————

▼M5

13) 

ως «μεταβιβάζουσα οντότητα» νοείται σ μεταβιβάζουσα οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 ( 10 ),

14) 

ως «ανάδοχη οντότητα» νοείται ανάδοχη οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼M5

14α) 

ως «αρχικός δανειστής» νοείται ο αρχικός δανειστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼M17

15) 

ως «μητρική επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία ελέγχει, κατά την έννοια του σημείου 37, μία ή περισσότερες επιχειρήσει,

16) 

ως «θυγατρική» νοείται η επιχείρηση η οποία ελέγχεται, κατά την έννοια του σημείου 37, από άλλη επιχείρηση· οι θυγατρικές θυγατρικών θεωρούνται επίσης θυγατρικές της επιχείρησης που είναι η αρχική τους μητρική επιχείρηση,

▼B

17) 

ως «υποκατάστημα» νοείται ο τόπος επιχείρησης νομικώς εξαρτώμενης από ίδρυμα, η οποία διενεργεί άμεσα, όλες ή ορισμένες από τις συναλλαγές που εντάσσονται στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων,

▼M17

18) 

ως «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» νοείται η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα, είτε παρέχεται σε επιχειρήσεις εντός του ομίλου είτε σε πελάτες εκτός του ομίλου, συνίσταται σε ένα από τα κατωτέρω:

α) 

δευτερεύουσες υπηρεσίες του τραπεζικού τομέα·

β) 

λειτουργική μίσθωση, κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, παροχή υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή άλλη δραστηριότητα εφόσον πρόκειται για επικουρικές δραστηριότητες του τραπεζικού τομέα·

γ) 

άλλη δραστηριότητα η οποία θεωρείται από την ΕΑΤ παρεμφερής με τις αναφερόμενες στα στοιχεία α) και β),

▼B

►C2  19) 

ως «εταιρεία διαχείρισης» νοείται η εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ ή ο ΔΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, περιλαμβανομένων, εάν δεν προβλέπεται άλλως, οντοτήτων τρίτων χωρών που διεξάγουν παρόμοιες δραστηριότητες και υπόκεινται στο δίκαιο τρίτης χώρας ◄ που εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται στην Ένωση,

▼M17

20) 

ως «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα·

β) 

δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών·

γ) 

έχει τουλάχιστον μία θυγατρική που είναι ίδρυμα·

δ) 

πάνω από το 50 % οποιουδήποτε από τους κάτωθι δείκτες συνδέεται, σε σταθερή βάση, με θυγατρικές που είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, και με δραστηριότητες που ασκούνται από την ίδια την εταιρεία και δεν σχετίζονται με την απόκτηση ή την κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές όταν οι εν λόγω δραστηριότητες είναι της ίδιας φύσεως με τις δραστηριότητες που ασκούνται από ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα:

i) 

το μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

ii) 

τα στοιχεία του ενεργητικού της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

iii) 

τα έσοδα της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

iv) 

το προσωπικό της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

v) 

άλλοι δείκτες που θεωρούνται συναφείς από την αρμόδια αρχή.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίζει ότι μια οντότητα δεν θεωρείται χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, ακόμη και αν επιτυγχάνεται ένας από τους δείκτες που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο σημεία i) έως iv), σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο σχετικός δείκτης δεν παρέχει πραγματική εικόνα των κύριων δραστηριοτήτων και κινδύνων του ομίλου. Πριν λάβει την απόφαση αυτή, η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την ΕΑΤ και παρέχει τεκμηριωμένη και λεπτομερή ποιοτική και ποσοτική αιτιολόγηση. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τη γνώμη της ΕΑΤ και, αν αποφασίσει να αποκλίνει από αυτήν, κοινοποιεί στην ΕΑΤ, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνώμης της ΕΑΤ, το σκεπτικό για την παρέκκλιση από τη σχετική γνώμη,

▼M17

20α) 

ως «επενδυτική εταιρεία συμμετοχών» νοείται η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

▼B

21) 

ως «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ,

22) 

ως «μικτή εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μητρική εταιρεία η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ίδρυμα ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον ίδρυμα,

23) 

ως «ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 3) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

24) 

ως «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 6) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

25) 

ως «αναγνωρισμένη επιχείρηση επενδύσεων τρίτων χωρών» νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ένωσης, θα καλυπτόταν από τον ορισμό της επιχείρησης επενδύσεων,

β) 

έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα,

γ) 

υπόκειται σε και οφείλει να τηρεί κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους κανόνες που θεσπίζει ο παρών κανονισμός ή η οδηγία 2013/36/ΕΕ,

▼M17

26) 

ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

δεν είναι ίδρυμα, αμιγώς βιομηχανική εταιρεία χαρτοφυλακίου, οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της εν λόγω οδηγίας, εκτός από την περίπτωση στην οποία ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας έχει θυγατρικό ίδρυμα·

β) 

πληροί μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) 

η κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης συνίσταται στην απόκτηση ή κατοχή συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στα σημεία 15, 16 και 17 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή στην παροχή ή άσκηση μίας ή περισσότερων από τις υπηρεσίες ή δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α ή Β της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ii) 

η επιχείρηση είναι επιχείρηση επενδύσεων, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, πάροχος υπηρεσιών πληρωμών όπως κατηγοριοποιείται δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 11 ), εταιρεία διαχείρισης ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών,

▼M17

26α) 

ως «αμιγώς βιομηχανική εταιρεία χαρτοφυλακίου» νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η κύρια δραστηριότητά της συνίσταται στην απόκτηση ή κατοχή συμμετοχών·

β) 

δεν αναφέρεται στο σημείο 27 στοιχείο α) ή στο σημείο 27 στοιχεία δ) έως ιβ) της παρούσας παραγράφου και δεν είναι επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ή πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366·

γ) 

δεν κατέχει συμμετοχές σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

▼B

27) 

ως «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα» νοείται οποιοσδήποτε από τους κατωτέρω φορείς:

α) 

ίδρυμα,

β) 

χρηματοδοτικό ίδρυμα,

▼M17 —————

▼B

δ) 

ασφαλιστική επιχείρηση,

ε) 

ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας,

στ) 

αντασφαλιστική επιχείρηση,

ζ) 

αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας,

▼C2

η) 

ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

▼C2

▼B

ια) 

επιχείρηση που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας,

ιβ) 

επιχείρηση τρίτης χώρας με κύρια δραστηριότητα συγκρίσιμη με οποιαδήποτε από τις οντότητες των στοιχείων α) έως ια),

▼M17

28) 

ως «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» νοείται το ίδρυμα εντός κράτους μέλους το οποίο διαθέτει ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική, ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

▼B

29) 

ως «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» νοείται το μητρικό ίδρυμα εντός κράτους μέλους, το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

▼M9

29α) 

ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που είναι επιχείρηση επενδύσεων,

29β) 

ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ που είναι επιχείρηση επενδύσεων,

▼M8

29γ) 

ως «μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» νοείται το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, το οποίο είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα,

29δ) 

ως «μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» νοείται το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, το οποίο είναι πιστωτικό ίδρυμα,

▼B

30) 

ως «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

31) 

ως «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία δεν αποτελεί θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

32) 

ως «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μια μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος, ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

33) 

ως «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία δεν αποτελεί θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

34) 

ως «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP» νοείται ο CCP όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012,

▼M17

35) 

ως «συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 12 ), ή η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

▼B

36) 

ως «ειδική συμμετοχή» νοείται η άμεση ή έμμεση κατοχή κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή που καθιστά δυνατή την άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής,

▼M17

37) 

ως «έλεγχος» νοείται η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 13 ), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης,

▼B

38) 

ως «στενοί δεσμοί» νοείται η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με έναν από τους κάτωθι τρόπους:

α) 

συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή ανώτερου ποσοστού των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

β) 

έλεγχος,

γ) 

η κατάσταση κατά την οποία αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται σταθερά με το αυτό τρίτο πρόσωπο μέσω ελέγχου,

39) 

ως «ομάδα συνδεδεμένων πελατών» νοείται ένα εκ των εξής:

α) 

δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία, πλην αντιθέτου αποδείξεως, συνιστούν ενιαίο κίνδυνο, διότι το ένα ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, το άλλο ή τα άλλα,

β) 

δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει σχέση ελέγχου κατά την έννοια του στοιχείου α), αλλά τα οποία θεωρούνται ως αποτελούντα έναν ενιαίο κίνδυνο διότι συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο που, εάν ένα από αυτά αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα, και ιδίως δυσκολίες χρηματοδότησης ή αποπληρωμής, το άλλο ή όλα τα άλλα πιθανόν να αντιμετωπίσουν επίσης δυσκολίες χρηματοδότησης ή αποπληρωμής.

Κατά παρέκκλιση των στοιχείων α) και β), σε περίπτωση που μια κεντρική κυβέρνηση ελέγχει άμεσα ή διασυνδέεται άμεσα με περισσότερα από ένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, το σύνολο που αποτελείται από την κεντρική κυβέρνηση και όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτή σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται με αυτή σύμφωνα με το στοιχείο β) μπορεί να θεωρείται ότι δε συνιστά ομάδα συνδεδεμένων πελατών. Αντιθέτως, η ύπαρξη ομάδας συνδεδεμένων πελατών που σχηματίζεται από την κεντρική κυβέρνηση και λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορεί να αξιολογηθεί χωριστά για κάθε ένα από τα πρόσωπα που ελέγχονται άμεσα από αυτή σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται άμεσα με αυτή σύμφωνα με το στοιχείο β) και για το σύνολο των φυσικών και νομικών προσώπων που ελέγχονται από το εν λόγω πρόσωπο σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται με το εν λόγω πρόσωπο σύμφωνα με το στοιχείο β), συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής κυβέρνησης. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 115 παράγραφος 2.

▼M8

Δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο στοιχείο α) ή β) λόγω του άμεσου ανοίγματός τους έναντι του ίδιου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου για σκοπούς δραστηριοτήτων εκκαθάρισης δεν θεωρούνται ότι συνιστούν ομάδα συνδεδεμένων πελατών,

▼B

40) 

ως «αρμόδια αρχή» νοείται η δημόσια αρχή ή το όργανο που έχουν επίσημα αναγνωριστεί από το εθνικό δίκαιο και έχουν εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύουν ιδρύματα ως υπαγόμενα στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο οικείο κράτος μέλος,

▼M8

41) 

ως «αρχή ενοποιημένης εποπτείας» νοείται η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

▼B

42) 

ως «άδεια λειτουργίας» νοείται μια πράξη, οποιασδήποτε μορφής, των αρχών, από την οποία απορρέει το δικαίωμα άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας,

43) 

ως «κράτος μέλος προέλευσης» νοείται το κράτος μέλος όπου έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σε ίδρυμα,

44) 

ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος όπου ίδρυμα έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες,

45) 

ως «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ» νοούνται οι εθνικές κεντρικές τράπεζες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ),

46) 

ως «κεντρικές τράπεζες» νοούνται οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες τρίτων χωρών,

47) 

ως «ενοποιημένη κατάσταση» νοείται η κατάσταση που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 2 σε ένα ίδρυμα, ως εάν το εν λόγω ίδρυμα αποτελούσε ένα ενιαίο ίδρυμα από κοινού με μία ή περισσότερες άλλες οντότητες,

48) 

ως «ενοποιημένη βάση» νοείται η βάση της ενοποιημένης κατάστασης,

49) 

«υποενοποιημένη βάση» σημαίνει βάσει της ενοποιημένης κατάστασης μητρικού ιδρύματος, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν περιλαμβάνει υποομάδα οντοτήτων ή βάσει της ενοποιημένης κατάστασης μητρικού ιδρύματος, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μικτης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν είναι το τελικό μητρικό ίδρυμα, η τελική μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η τελική μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

50) 

ως «χρηματοοικονομικό μέσο» νοείται οποιοδήποτε από τα κατωτέρω στοιχεία:

α) 

η σύμβαση από την οποία προκύπτει ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού για το ένα συμβαλλόμενο μέρος και ένα χρηματοπιστωτικό στοιχείο παθητικού ή ιδίου κεφαλαίου για το έτερο συμβαλλόμενο μέρος,

β) 

μέσο που ορίζεται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

γ) 

ένα παράγωγο χρηματοοικονομικό μέσο,

δ) 

ένα πρωτογενές χρηματοοικονομικό μέσο,

ε) 

ένα μέσο σε μετρητά.

Τα μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) είναι χρηματοοικονομικά μέσα μόνο εάν η αξία τους προκύπτει από την τιμή υποκείμενου χρηματοοικονομικά μέσου ή από την τιμή άλλου υποκείμενου στοιχείου, ποσοστού ή δείκτη,

▼M9

51) 

ως «αρχικό κεφάλαιο» νοείται το ποσό και τα είδη των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

▼M17

52) 

ως «λειτουργικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων στην ανεπάρκεια ή την αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα που περιλαμβάνει ενδεικτικά τον νομικό κίνδυνο, τον κίνδυνο υποδείγματος ή τον κίνδυνο τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), αλλά δεν περιλαμβάνει τον στρατηγικό κίνδυνο και τον κίνδυνο φήμης,

▼M17

52α) 

ως «νομικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος ζημίας που περιλαμβάνει δαπάνες, χρηματικά πρόστιμα, ποινικές ρήτρες ή αποζημιώσεις που μπορεί να υποστεί ένα ίδρυμα ως συνέπεια συμβάντων που καταλήγουν σε νομικές διαδικασίες, όπως τα εξής:

α) 

εποπτικές ενέργειες και ιδιωτικοί διακανονισμοί·

β) 

μη ανάληψη ενέργειας, όταν η τελευταία είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με νομική υποχρέωση·

γ) 

ανάληψη ενέργειας προς αποφυγή συμμόρφωσης με νομική υποχρέωση·

δ) 

περιστατικά παραπτωμάτων, δηλαδή συμβάντα που προκαλούνται από δόλο ή αμέλεια, όπως η μη προσήκουσα παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή η παροχή ανεπαρκών ή παραπλανητικών πληροφοριών σχετικά με τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο προϊόντων που πωλούνται από το ίδρυμα·

ε) 

μη συμμόρφωση με απαίτηση που απορρέει από εθνικές ή διεθνείς κανονιστικές ή νομοθετικές διατάξεις·

στ) 

μη συμμόρφωση με απαίτηση που απορρέει από συμβατικές ρυθμίσεις, ή με εσωτερικούς κανόνες και κώδικες δεοντολογίας που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με εθνικούς ή διεθνείς κανόνες και πρακτικές·

ζ) 

μη συμμόρφωση με κανόνες δεοντολογίας,

52β) 

ως «κίνδυνος υποδείγματος» νοείται ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων σε αποφάσεις που βασίζονται κυρίως στα αποτελέσματα εσωτερικών υποδειγμάτων, λόγω σφαλμάτων στον σχεδιασμό, στην ανάπτυξη, στην εκτίμηση παραμέτρων, στην εφαρμογή, στη χρήση ή στην παρακολούθηση αυτών των υποδειγμάτων, όπως τα εξής:

α) 

ο εσφαλμένος σχεδιασμός επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος και των χαρακτηριστικών του·

β) 

ο πλημμελής έλεγχος της καταλληλότητας επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος για το προς αξιολόγηση χρηματοοικονομικό μέσο ή για το προς τιμολόγηση προϊόν, ή της καταλληλότητας επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος για τις υφιστάμενες συνθήκες αγοράς·

γ) 

σφάλματα στην εφαρμογή επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος·

δ) 

εσφαλμένες αποτιμήσεις στις τρέχουσες τιμές αγοράς και μετρήσεις κινδύνου ως αποτέλεσμα σφάλματος κατά την εγγραφή μιας συναλλαγής στο σύστημα συναλλαγών·

ε) 

η χρήση επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος ή των αποτελεσμάτων του για σκοπό για τον οποίο το υπόδειγμα δεν ήταν προορισμένο ή σχεδιασμένο, συμπεριλαμβανομένης της παραποίησης των παραμέτρων ανάπτυξης του υποδείγματος·

στ) 

η άκαιρη ή αναποτελεσματική παρακολούθηση ή επικύρωση των επιδόσεων του υποδείγματος ή της προβλεπτικής ικανότητάς του προκειμένου να αξιολογηθεί εάν το επιλεγμένο εσωτερικό υπόδειγμα παραμένει κατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό,

52γ) 

ως «κίνδυνος ΤΠΕ» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που σχετίζεται με οποιεσδήποτε ευλόγως αναγνωρίσιμες περιστάσεις σε σχέση με τη χρήση συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, οι οποίες, εάν επέλθουν, ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, κάθε εργαλείου ή διαδικασίας που εξαρτάται από την τεχνολογία, λειτουργιών και διαδικασιών ή της παροχής υπηρεσιών, προκαλώντας δυσμενείς επιπτώσεις στο ψηφιακό ή υλικό περιβάλλον,

52δ) 

ως «περιβαλλοντικός, κοινωνικός και σχετικός με τη διακυβέρνηση κίνδυνος» ή «ΠΚΔ κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ένα ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων περιβαλλοντικών, κοινωνικών ή σχετικών με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή τα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος· οι ΠΚΔ κίνδυνοι εκδηλώνονται μέσω των παραδοσιακών κατηγοριών χρηματοοικονομικών κινδύνων,

52ε) 

ως «περιβαλλοντικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων περιβαλλοντικών παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων που σχετίζονται με τη μετάβαση στους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 14 )· ο περιβαλλοντικός κίνδυνος εμπεριέχει αφενός τον φυσικό κίνδυνο και αφετέρου τον κίνδυνο μετάβασης,

52στ) 

ως «φυσικός κίνδυνος», στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινδύνου, νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων του φυσικού αντίκτυπου των περιβαλλοντικών παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος,

52ζ) 

ως «κίνδυνος μετάβασης», στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινδύνου, νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων της μετάβασης σε μια περιβαλλοντικά βιώσιμη οικονομία στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή τα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος,

52η) 

ως «κοινωνικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων κοινωνικών παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του,

52θ) 

ως «κίνδυνος διακυβέρνησης» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος,

▼B

53) 

ως «κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων» νοείται ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών ή άλλου είδους προς τον οφειλέτη,

▼M17

54) 

ως «πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης» ή «PD» (εκ του probability of default) νοείται η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων πιστούχου ή, κατά περίπτωση, πιστωτικής διευκόλυνσης, σε περίοδο ενός έτους, και, στο πλαίσιο του κινδύνου απομείωσης της αξίας εισπρακτέων, η πιθανότητα απομείωσης της αξίας κατά τη διάρκεια ενός έτους,

55) 

ως «ζημία λόγω αθέτησης υποχρέωσης» ή «LGD» (εκ του loss given default) νοείται ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα που σχετίζεται με μία και μόνη διευκόλυνση εξαιτίας της αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους πιστούχου ή, κατά περίπτωση, πιστωτικής διευκόλυνσης προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης ή σε δεδομένη ημερομηνία αναφοράς μετά την ημερομηνία αθέτησης, και, στο πλαίσιο του κινδύνου απομείωσης της αξίας εισπρακτέων, η ζημία λόγω απομείωσης αξίας δηλαδή ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα που σχετίζεται με αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις εξαιτίας απομείωσης αξίας, προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο για τις αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις,

56) 

ως «συντελεστής μετατροπής» ή «CCF» (εκ του «credit conversion factor») νοείται ο λόγος του μη αναληφθέντος ποσού πιστοδότησης από μία και μόνη διευκόλυνση, το οποίο θα μπορούσε να αναληφθεί από αυτήν τη μόνη διευκόλυνση από συγκεκριμένη χρονική στιγμή προ της αθέτησης και το οποίο, ως εκ τούτου, θα ήταν ανεξόφλητο σε περίπτωση αθέτησης, προς το μη αναληφθέν ποσό της πιστοδότησης από την εν λόγω διευκόλυνση, όπου η έκταση της πιστοδότησης καθορίζεται από το εγκεκριμένο όριο, εκτός αν το μη εγκεκριμένο όριο είναι υψηλότερο,

▼B

57) 

ως «τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου» νοείται η μέθοδος που εφαρμόζει ένα ίδρυμα προκειμένου να μειωθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα που εξακολουθεί να διατηρεί το εν λόγω ίδρυμα,

▼M17

58) 

ως «χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία» ή «FCP» (εκ του «funded credit protection») νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όταν η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από το δικαίωμα του εν λόγω ιδρύματος —σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του πιστούχου ή της πιστωτικής διευκόλυνσης ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων που έχουν σχέση με τον πιστούχο— να προβεί στη ρευστοποίηση ή να επιτύχει τη μεταβίβαση ή την κατάσχεση ή την παρακράτηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων ή ποσών, ή να μειώσει το ποσό του ανοίγματος ή να το αντικαταστήσει με το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ύψους του ανοίγματος και του ύψους μιας υποχρέωσης του ιδρύματος,

59) 

ως «μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία» ή «UFCP» (εκ του «unfunded credit protection») νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όπου η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από την υποχρέωση τρίτου να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του πιστούχου ή της πιστωτικής διευκόλυνσης ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων,

60) 

ως «μέσο εξομοιούμενο με μετρητά» νοείται πιστοποιητικό καταθέσεων, ομόλογο, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων, ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από δανειοδοτικό ίδρυμα, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο εν λόγω δανειοδοτικό ίδρυμα και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα στην ονομαστική του αξία,

▼M17

60α) 

ως «αποθέματα χρυσού» νοείται χρυσός σε μορφή φυσικού αντικειμένου, όπως οι ράβδοι, οι πλάκες και τα κέρματα, που γίνονται συνήθως δεκτά στην αγορά πολύτιμων μετάλλων, όπου υπάρχουν ρευστές αγορές για πολύτιμα μέταλλα, και η αξία των οποίων αποτιμάται με βάση την αξία του χρυσού που περιέχουν, όπως καθορίζεται από την καθαρότητα και τη μάζα, και όχι από το ενδιαφέρον τους για τους νομισματοσυλλέκτες,

▼M5

61) 

ως «τιτλοποίηση» νοείται τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

62) 

ως «θέση τιτλοποίησης» νοείται θέση τιτλοποίησης όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 19) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

63) 

ως «επανατιτλοποίηση» νοείται επανατιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼B

64) 

ως «θέση επανατιτλοποίησης» νοείται ένα άνοιγμα σε επανατιτλοποίηση,

65) 

ως «πιστωτική ενίσχυση» νοείται η συμβατική ρύθμιση με την οποία η πιστωτική ποιότητα της θέσης σε μια τιτλοποίηση βελτιώνεται σε σχέση με ό,τι θα ήταν χωρίς την ενίσχυση, περιλαμβανομένης της ενίσχυσης που παρέχουν περισσότερα ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας τμήματα τιτλοποίησης (junior tranches) και άλλα είδη πιστωτικής προστασίας,

▼M5

66) 

ως «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση» ή «ΟΕΣΤ» νοείται οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση ή ΟΕΣΤ όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

67) 

ως «τμήμα τιτλοποίησης» νοείται σ τμήμα τιτλοποίησης όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼B

68) 

ως «αποτίμηση με τιμές αγοράς» νοείται η αποτίμηση θέσεων σε τιμές ρευστοποίησης άμεσα διαθέσιμες και προερχόμενες από ανεξάρτητη πηγή, όπως τιμές χρηματιστηρίου, τιμές διαθέσιμες από ηλεκτρονικές πηγές και τιμές πρόθεσης συναλλαγής προερχόμενες από περισσότερες ανεξάρτητες και αξιόπιστες χρηματιστηριακούς διαμεσολαβητές,

69) 

ως «αποτίμηση βάσει υποδείγματος» νοείται κάθε αποτίμηση η οποία πρέπει να γίνει με τη μέθοδο της συγκριτικής αξιολόγησης ή της προβολής ή να υπολογισθεί άλλως με βάση ένα ή περισσότερα δεδομένα της αγοράς,

70) 

ως «ανεξάρτητη επαλήθευση τιμών» νοείται η διαδικασία με την οποία οι τιμές αγοράς ή τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση βάσει υποδείγματος υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της ακρίβειας και ανεξαρτησίας τους,

▼C2

71) 

ως «αποδεκτό κεφάλαιο» νοούνται τα ακόλουθα:

α) 

για τους σκοπούς του τίτλου ΙΙΙ του δεύτερου μέρους, νοείται το σύνολο των κατωτέρω:

i) 

κεφάλαιο της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 25, χωρίς να εφαρμόζεται η αφαίρεση στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημείο i),

ii) 

κεφάλαιο της κατηγορίας 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 71, που είναι ίσο ή λιγότερο από το ένα τρίτο του κεφαλαίου της κατηγορίας 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο i) του παρόντος στοιχείου,

β) 

▼M8

για τους σκοπούς του άρθρου 97, νοείται το σύνολο των κατωτέρω:

▼C2

i) 

κεφάλαιο της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 25,

ii) 

κεφάλαιο της κατηγορίας 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 71, που είναι ίσο ή λιγότερο από το ένα τρίτο του κεφαλαίου της κατηγορίας 1,

▼B

72) 

ως «αναγνωρισμένα χρηματιστήρια» νοούνται τα χρηματιστήρια που πληρούν σωρευτικά τα κάτωθι κριτήρια:

▼M9

α) 

είναι ρυθμιζόμενες αγορές ή αγορές τρίτης χώρας που θεωρούνται ισοδύναμες με ρυθμιζόμενες αγορές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

▼B

β) 

έχουν μηχανισμό εκκαθάρισης βάσει του οποίου οι συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II υπόκεινται σε καθημερινές απαιτήσεις περιθωρίου ασφάλισης οι οποίες, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν επαρκή προστασία,

73) 

ως «προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές» νοούνται προσαυξημένες συνταξιοδοτικές παροχές που χορηγούνται σε προαιρετική βάση από το ίδρυμα σε εργαζόμενο, ως μέρος του συνόλου των μεταβλητών αποδοχών του, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τις δεδουλευμένες παροχές που αποδίδονται σε εργαζόμενο δυνάμει των όρων του εταιρικού συνταξιοδοτικού προγράμματος,

74) 

ως «αξία του ενυπόθηκου ακινήτου» νοείται η αξία ακινήτου ως αποτιμάται κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της μελλοντικής εμπορευσιμότητάς του, λαμβάνοντας υπόψη τα μακροχρόνια διατηρήσιμα χαρακτηριστικά του, τις κανονικές και τις τοπικές συνθήκες της αγοράς, την τρέχουσα χρήση του ακινήτου και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές χρήσεις του,

▼M17

74α) 

ως «αξία ακινήτου» νοείται η αξία ακινήτου κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου όπως αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 229 παράγραφος 1,

▼M17

75) 

ως «ακίνητο κατοικίας» νοείται ένα από τα κατωτέρω:

α) 

ακίνητο που έχει χαρακτήρα κατοικίας και συμμορφώνεται με όλους τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς βάσει των οποίων το ακίνητο μπορεί να χρησιμοποιείται με σκοπό τη στέγαση·

β) 

ακίνητο που έχει χαρακτήρα κατοικίας και βρίσκεται ακόμη υπό κατασκευή, εφόσον προσδοκάται ότι το ακίνητο θα συμμορφώνεται με όλους τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς βάσει των οποίων το ακίνητο μπορεί να χρησιμοποιείται με σκοπό τη στέγαση·

γ) 

το δικαίωμα διαμονής σε διαμέρισμα σε οικιστικούς συνεταιρισμούς που βρίσκονται στη Σουηδία·

δ) 

γη που συνοδεύει ακίνητο το οποίο αναφέρεται στα στοιχεία α), β) ή γ),

▼M17

75α) 

ως «εμπορικό ακίνητο» νοείται το ακίνητο που δεν αποτελεί ακίνητο κατοικίας,·

75β) 

ως «άνοιγμα που σχετίζεται με προσοδοφόρο ακίνητο» ή «άνοιγμα IPRE» (εκ του «income producing real estate exposure») νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ένα ή περισσότερα ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα όταν η εκπλήρωση των πιστωτικών υποχρεώσεων που σχετίζονται με το άνοιγμα εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από τις ταμειακές ροές που παράγονται από τα συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία εξασφαλίζουν το εν λόγω άνοιγμα, και όχι από την ικανότητα του πιστούχου να εκπληρώνει τις πιστωτικές υποχρεώσεις από άλλες πηγές· η πρωταρχική πηγή των εν λόγω ταμειακών ροών είναι καταβολές μισθωμάτων ή ενοικίου, ή τα έσοδα από την πώληση του ακινήτου κατοικίας ή του εμπορικού ακινήτου,

75γ) 

ως «άνοιγμα που σχετίζεται με μη προσοδοφόρο ακίνητο» ή «άνοιγμα εκτός IPRE» νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ένα ή περισσότερα ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα το οποίο δεν αποτελεί άνοιγμα IPRE,

75δ) 

ως «άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας» ή «άνοιγμα εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακινήτου κατοικίας» νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας ή άνοιγμα που θεωρείται ως τέτοιο σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4,

75ε) 

ως «άνοιγμα εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο» ή «άνοιγμα εξασφαλισμένο με υποθήκη επί εμπορικού ακινήτου» νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο,

75στ) 

ως «άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο» ή «άνοιγμα εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακινήτου», ή «άνοιγμα εξασφαλισμένο με εμπράγματες εξασφαλίσεις ακινήτων» νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας ή εμπορικό ακίνητο ή άνοιγμα που θεωρείται ως τέτοιο σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4,

▼B

76) 

ως «αγοραία αξία», για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, νοείται το εκτιμώμενο ποσό έναντι του οποίου θα ανταλλασσόταν το ακίνητο κατά την ημέρα της αποτίμησης μεταξύ ενός ενδιαφερόμενου αγοραστή και ενός ενδιαφερόμενου πωλητή, οι οποίοι συναλλάσσονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού μετά από κατάλληλη εμπορική διαπραγμάτευση και ενεργούν έκαστος εν πλήρη γνώσει, με σύνεση και χωρίς καταναγκασμό,

77) 

ως «εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο» νοούνται τα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται το ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ή της οδηγίας αριθ. 86/635/ΕΟΚ,

▼M17

78) 

ως «ποσοστό αθέτησης ενός έτους» νοείται ο λόγος μεταξύ του αριθμού των πιστούχων —ή, σε περίπτωση που ο ορισμός της αθέτησης εφαρμόζεται σε επίπεδο πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, των πιστωτικών διευκολύνσεων— που θεωρείται ότι έχουν εμφανίσει αθέτηση κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που αρχίζει ένα έτος πριν από μια ημερομηνία παρατήρησης Τ, και του αριθμού των πιστούχων —ή, σε περίπτωση που ο ορισμός της αθέτησης εφαρμόζεται σε επίπεδο πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, των πιστωτικών διευκολύνσεων— που εμπίπτουν στην εν λόγω βαθμίδα ή ομάδα ένα έτος πριν από την ως άνω ημερομηνία παρατήρησης T,

▼M17

78α) 

ως «ανοίγματα σε αγορά, ανάπτυξη και κατασκευή» ή «ανοίγματα ADC» (εκ του «acquisition, development and construction») νοούνται ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων ή φορέων ειδικού σκοπού που χρηματοδοτούν την αγορά γης για σκοπούς ανάπτυξης και κατασκευής, ή την ανάπτυξη και κατασκευή ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων,

78β) 

ως «άνοιγμα εκτός ADC» νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ένα ή περισσότερα ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα το οποίο δεν αποτελεί άνοιγμα ADC,

▼M17 —————

▼B

80) 

ως «χρηματοδότηση του εμπορίου» νοείται η χρημαδότηση, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων, που συνδέεται με την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μέσω χρηματοπιστωτικών προϊόντων ορισμένης βραχυπρόθεσμης ληκτότητας, κατά κανόνα μικρότερης του ενός έτους, χωρίς αυτόματη αναχρηματοδότηση,

81) 

ως «επισήμως στηριζόμενες εξαγωγικές πιστώσεις» νοούνται τα δάνεια ή οι πιστώσεις για τη χρηματοδότηση της εξαγωγής αγαθών και υπηρεσιών για τα οποία παρέχονται εγγυήσεις, ασφάλιση ή άμεση χρηματοδότηση από επίσημο οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων,

▼C2

82) 

ως «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» και «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης» νοείται κάθε συμφωνία βάσει της οποίας ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενός του μεταβιβάζει τίτλους ή βασικά εμπορεύματα ή εγγυημένα δικαιώματα που αφορούν τίτλο κυριότητας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων και όπου η εγγύηση αυτή έχει εκδοθεί από αναγνωρισμένο χρηματιστήριο που κατέχει τα δικαιώματα επί των τίτλων ή των βασικών εμπορευμάτων και η συμφωνία δεν επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να μεταβιβάσει ή ενεχυριάσει ένα συγκεκριμένο τίτλο ή βασικό εμπόρευμα σε πλείονες του ενός αντισυμβαλλομένους ταυτόχρονα, υπό την προϋπόθεση της δέσμευσης επαναγοράς τους — ή επαναγοράς υποκατάστατων τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων με τα αυτά χαρακτηριστικά — σε καθορισμένη τιμή και συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία, που ορίζεται ή πρόκειται να ορισθεί από τον μεταβιβάζοντα, όπου η συμφωνία για το ίδρυμα που πωλεί τους τίτλους ή τα βασικά εμπορεύματα είναι συμφωνία πώλησης και επαναγοράς, για δε το ίδρυμα που τους αγοράζει συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης,

▼B

83) 

ως «πράξη επαναγοράς» νοείται κάθε πράξη που διέπεται από «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» ή «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης»,

84) 

ως «απλή συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» νοείται η πράξη πώλησης και επαναγοράς για ένα μόνο στοιχείο περιουσίας ή για παρόμοια μη περίπλοκα στοιχεία περιουσίας, κατ’ αντιδιαστολή προς μια ομάδα στοιχείων ενεργητικού,

85) 

ως «θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση» νοούνται οι εξής:

α) 

οι για ίδιο λογαριασμό κατεχόμενες θέσεις και οι θέσεις που προκύπτουν από εξυπηρέτηση πελατών και δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης,

β) 

οι θέσεις που πρόκειται να επαναπωληθούν βραχυπρόθεσμα,

γ) 

οι θέσεις που έχουν στόχο την αποκόμιση κέρδους από πραγματικές ή αναμενόμενες βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης ή από άλλου είδους διακυμάνσεις των τιμών ή των επιτοκίων,

▼M8

86) 

ως «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών» νοείται το σύνολο των θέσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα και βασικά εμπορεύματα οι οποίες κατέχονται από ένα ίδρυμα είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση σύμφωνα με το άρθρο 104,

▼B

87) 

ως «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» νοείται ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 15) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

88) 

ως «αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» νοείται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 είτε έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού,

89) 

ως «κεφάλαιο εκκαθάρισης» νοείται το κεφάλαιο που καθορίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και αξιοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 45 του εν λόγω κανονισμού,

90) 

ως «προκαταβεβλημένη συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου» νοείται η συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου η οποία καταβάλλεται από ίδρυμα,

▼M8

91) 

ως «συναλλακτικό άνοιγμα» νοείται το τρέχον άνοιγμα, συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου μεταβλητότητας που οφείλεται στο εκκαθαριστικό μέλος αλλά δεν έχει ακόμα ληφθεί, και οποιοδήποτε δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη προς κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο προκύπτει από συμβάσεις και συναλλαγές που παρατίθενται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 στοιχεία α), β και γ), καθώς και το αρχικό περιθώριο ασφάλειας,

▼B

92) 

ως «ρυθμιζόμενες αγορές» νοούνται οι ρυθμιζόμενες αγορές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

93) 

ως «μόχλευση» νοείται το σχετικό μέγεθος των στοιχείων ενεργητικού ενός ιδρύματος, των υποχρεώσεων εκτός ισολογισμού και των ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς πληρωμή, προς παράδοση ή προς παροχή εγγύησης, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων από ληφθείσα χρηματοδότηση, αναληφθείσες δεσμεύσεις, παράγωγα μέσα και συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς, αλλά εξαιρουμένων των υποχρεώσεων που μπορούν να εκτελεστούν μόνο στο πλαίσιο της εκκαθάρισης ενός ιδρύματος, συγκρινόμενα με τα ίδια κεφάλαια του εν λόγω ιδρύματος,

94) 

ως «κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης» νοείται ο κίνδυνος που απορρέει από τον ευάλωτο χαρακτήρα ιδρύματος λόγω μόχλευσης ή ενδεχόμενης μόχλευσης που ενδέχεται να απαιτεί ακούσια διορθωτικά μέτρα στο επιχειρηματικό σχέδιό του, περιλαμβανομένης της υπό πίεση πώλησης στοιχείων ενεργητικού που μπορεί να οδηγήσει σε ζημίες ή σε αναπροσαρμογές της αξίας των λοιπών στοιχείων του ενεργητικού του,

95) 

ως «προσαρμογή πιστωτικού κινδύνου» νοείται το ποσό ειδικών και γενικών προβλέψεων ζημιών από δάνεια για πιστωτικούς κινδύνους, που αναγνωρίζεται στις οικονομικές καταστάσεις του ιδρύματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο,

▼M8

96) 

ως «εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου» νοείται η θέση η οποία αντισταθμίζει σημαντικά τις συνιστώσες στοιχείων κινδύνου μεταξύ μιας θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και μιας ή περισσότερων θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή μεταξύ δύο μονάδων διαπραγμάτευσης,

▼B

97) 

ως «υποχρέωση αναφοράς» νοείται η υποχρέωση που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της αξίας διακανονισμού με χρηματικά διαθέσιμα ενός πιστωτικού παράγωγου,

98) 

ως «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ΕΟΠΑ» νοείται ο οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ( 15 ) ή η κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009,

99) 

ως «καθορισμένος ΕΟΠΑ» νοείται ο ΕΟΠΑ που έχει καθορισθεί από ίδρυμα,

100) 

ο όρος «συσσωρευμένα λοιπά συνολικά έσοδα» έχει την ίδια έννοια με αυτή του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 1, ως ισχύει δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002,

101) 

ως «βασικά ίδια κεφάλαια» νοούνται τα ίδια κεφάλαια κατά την έννοια του άρθρου 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

102) 

ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας,

103) 

ως «πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας και εφόσον η συμπερίληψη των ως άνω στοιχείων περιορίζεται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που ψηφίζονται σύμφωνα με το άρθρο 99 της ανωτέρω οδηγίας,

104) 

ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 2» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας,

105) 

ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 3» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 3 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας,

106) 

ο όρος «αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις» έχει την ίδια έννοια με αυτή του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

107) 

ως «αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία» νοούνται οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις η μελλοντική αξία των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που το ίδρυμα παραγάγει φορολογήσιμο κέρδος στο μέλλον,

108) 

ο όρος «αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις» έχει την ίδια έννοια με αυτή του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

109) 

ως «περιουσιακά στοιχεία συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών» νοούνται τα περιουσιακά στοιχεία ενός συνταξιοδοτικού ταμείου ή συνταξιοδοτικού προγράμματος προκαθορισμένων παροχών, ανάλογα με την περίπτωση, υπολογισμένα μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων του ίδιου ταμείου ή προγράμματος,

110) 

ως «διανομές» νοείται η πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιασδήποτε μορφής,

111) 

ο όρος «χρηματοπιστωτική επιχείρηση» έχει την ίδια έννοια με αυτή του άρθρου 13 σημείο 25) στοιχεία β) και δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

112) 

ο όρος «κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους» έχει την ίδια έννοια με αυτή του άρθρου 38 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,

113) 

ο όρος «υπεραξία» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

▼M17

114) 

ως «έμμεση συμμετοχή» νοείται κάθε άνοιγμα σε ενδιάμεση οντότητα η οποία έχει άνοιγμα σε κεφαλαιακά μέσα εκδοθέντα από οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή σε υποχρεώσεις εκδοθείσες από ίδρυμα όπου, σε περίπτωση μόνιμης διαγραφής των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή των υποχρεώσεων που έχει εκδώσει το ίδρυμα, η επακόλουθη ζημία του ιδρύματος δεν θα διέφερε ουσιαστικά από τη ζημία που θα συνεπαγόταν για το ίδρυμα άμεση συμμετοχή στα εν λόγω κεφαλαιακά μέσα που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή στις εν λόγω υποχρεώσεις που έχει εκδώσει το ίδρυμα,

▼B

115) 

ο όρος «άυλα στοιχεία ενεργητικού» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου και περιλαμβάνει την υπεραξία,

116) 

ως «άλλα κεφαλαιακά μέσα» νοούνται τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή ως ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1, πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1, ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 ή ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3,

117) 

ως «λοιπά αποθεματικά» νοούνται τα αποθεματικά κατά την έννοια του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, τα οποία πρέπει να κοινοποιούνται δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού προτύπου, εξαιρουμένων τυχόν ποσών που περιλαμβάνονται ήδη στο λοιπό συνολικό συσσωρευμένο εισόδημα ή στα αδιανέμητα κέρδη,

118) 

ως «ίδια κεφάλαια» νοείται το άθροισμα του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της Κατηγορίας 2,

119) 

ως «μέσα ιδίων κεφαλαίων» νοούνται τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από το ίδρυμα και χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2,

120) 

ως «δικαίωμα μειοψηφίας» νοείται το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 θυγατρικής ή ιδρύματος που αποδίδεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν αυτών που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης του ιδρύματος,

121) 

ο όρος «κέρδος» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

122) 

ως «αμοιβαία συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή ιδρύματος στα μέσα ιδίων κεφαλαίων ή σε άλλα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα εφόσον οι εν λόγω οντότητες κατέχουν επίσης μέσα ιδίων κεφαλαίων εκδοθέντα από το ίδρυμα,

123) 

ως «κέρδη εις νέον» νοούνται τα αποτελέσματα που μεταφέρονται στην επόμενη περίοδο κατόπιν της τελικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων δυνάμει των ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

124) 

ο όρος «διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

125) 

ο όρος «προσωρινές διαφορές» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

▼M17

126) 

ως «σύνθετη συμμετοχή» νοείται η επένδυση ιδρύματος σε χρηματοοικονομικό μέσο η αξία του οποίου συνδέεται άμεσα με την αξία των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή με την αξία των υποχρεώσεων που έχει εκδώσει ίδρυμα,

▼B

127) 

ως «συνεγγυητικό σύστημα» νοείται το σύστημα που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

▼M8

α) 

τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 ή συνδέονται μόνιμα με δίκτυο σε κεντρικό οργανισμό,

▼M17

β) 

τα ιδρύματα είναι πλήρως ενοποιημένα σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ιδρύματος που αποτελεί μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του παρόντος κανονισμού και υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων,

▼B

γ) 

το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και οι θυγατρικές του είναι εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος και υπόκεινται σε άδεια λειτουργίας και εποπτεία από την ίδια αρμόδια αρχή,

δ) 

το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και οι θυγατρικές του έχουν συμφωνήσει σε μια συμβατική ή θεσμική ρύθμιση ευθύνης που προστατεύει τα εν λόγω ιδρύματα και εξασφαλίζει ιδιαίτερα τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά τους, προκειμένου να αποφεύγεται η χρεοκοπία στις περιπτώσεις όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο,

ε) 

υφίστανται διευθετήσεις για την εξασφάλιση ταχείας παροχής χρηματοδοτικών μέσων από άποψη κεφαλαίου και ρευστότητας, εφόσον καταστεί αναγκαίο, βάσει της συμβατικής ή θεσμικής ρύθμισης του στοιχείου δ),

στ) 

η επάρκεια των ρυθμίσεων που αναφέρονται στα στοιχεία δ) και ε) παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από την αρμόδια αρχή,

ζ) 

η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης για εθελοντική έξοδο μιας θυγατρικής από τη ρύθμιση ευθύνης είναι 10 χρόνια,

η) 

η αρμόδια αρχή διαθέτει την εξουσία να απαγορεύει την εθελοντική έξοδο μιας θυγατρικής από την ρύθμιση ευθύνης,

▼M8

128) 

ως «διανεμητέα στοιχεία» νοούνται το ποσό των κερδών του τελευταίου οικονομικού έτους, προσαυξημένο κατά τα κέρδη που έχουν μεταφερθεί από την τελευταία χρήση και τα αποθεματικά που είναι διαθέσιμα για τον σκοπό αυτό, προ των διανομών στους κατόχους των μέσων ιδίων κεφαλαίων, μειωμένα κατά το ποσό των ζημιών που έχουν μεταφερθεί από προηγούμενες χρήσεις, κέρδη τα οποία δεν διανέμονται δυνάμει της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας ή κανονισμών του ιδρύματος και ποσά που έχουν τοποθετηθεί σε αποθεματικά που δεν διανέμονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή το καταστατικό του ιδρύματος, σε κάθε περίπτωση σχετικά με τη συγκεκριμένη κατηγορία μέσων ιδίων κεφαλαίων την οποία αφορούν η ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία, οι εσωτερικοί κανονισμοί ή το καταστατικό· τα εν λόγω κέρδη, οι ζημίες και τα αποθεματικά προσδιορίζονται βάσει των ατομικών λογαριασμών του ιδρύματος και όχι βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών,

▼M5

129) 

ως «διαχειριστής» νοείται ο διαχειριστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼M8

130) 

ως «αρχή εξυγίανσης» νοείται η αρχή εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

▼M15

130α) 

ως «σχετική αρχή τρίτης χώρας» νοείται η αρχή τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 90) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

▼M8

131) 

ως «οντότητα εξυγίανσης» νοείται η οντότητα εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

132) 

ως «όμιλος εξυγίανσης» νοείται ο όμιλος εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

133) 

ως «παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα» ή «G-SII» νοείται ένα G-SII που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

134) 

ως «παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα εκτός ΕΕ» ή «G-SII εκτός ΕΕ» νοείται ένας παγκόσμιος συστημικώς σημαντικός τραπεζικός όμιλος ή τράπεζα (G-SIB) που δεν είναι G-SII και που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των G-SIB, που δημοσιεύεται από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά,

135) 

ως «σημαντική θυγατρική» νοείται η θυγατρική που σε ατομική ή ενοποιημένη βάση πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η θυγατρική κατέχει περισσότερο από το 5 % των ενοποιημένων σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού της αρχικής μητρικής επιχείρησης,

β) 

η θυγατρική αντιπροσωπεύει πάνω από το 5 % του συνόλου του εισοδήματος εκμετάλλευσης της αρχικής μητρικής επιχείρησης,

γ) 

το μέτρο του συνολικού ανοίγματος, που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, της θυγατρικής υπερβαίνει το 5 % του μέτρου του ενοποιημένου συνολικού ανοίγματος της αρχικής μητρικής επιχείρησης,

για τον σκοπό του προσδιορισμού της σημαντικής θυγατρικής, όταν εφαρμόζεται το άρθρο 21β παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι δύο ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις στην ΕΕ λογίζονται ως μία θυγατρική βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους,

136) 

ως «οντότητα G-SII» νοείται μια οντότητα με νομική προσωπικότητα που αποτελεί ίδρυμα G-SII ή αποτελεί μέρος ενός G-SII ή ενός G-SII εκτός ΕΕ,

137) 

ως «εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα» νοείται εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 57) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

138) 

ως «όμιλος»: νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον είναι ίδρυμα και αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, ή από επιχειρήσεις που σχετίζονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 16 ),

139) 

ως «συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων» νοείται μια συναλλαγή επαναγοράς, μια συναλλαγή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων ή μια πράξη δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης,

140) 

ως «αρχικό περιθώριο» ή «ΙΜ» νοείται κάθε εξασφάλιση, εκτός από το περιθώριο μεταβλητότητας, που εισπράττεται ή παρέχεται σε μια οντότητα προκειμένου να καλύψει το τρέχον και το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα συναλλαγής ή χαρτοφυλακίου συναλλαγών στο διάστημα που απαιτείται για τη ρευστοποίηση των εν λόγω συναλλαγών, ή για την εκ νέου αντιστάθμιση του κινδύνου αγοράς, λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλόμενου στη συναλλαγή ή στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών,

141) 

ως «κίνδυνος αγοράς» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των τιμών της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή των τιμών των βασικών προϊόντων,

142) 

ως «κίνδυνος συναλλάγματος» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών,

143) 

ως «κίνδυνος βασικού εμπορεύματος» νοείται ο κίνδυνος ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των τιμών των βασικών προϊόντων,

▼M17

144) 

ως «μονάδα διαπραγμάτευσης» νοείται σαφώς προσδιορισμένη ομάδα διαπραγματευτών η οποία συγκροτείται από το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 104β παράγραφος 1, προκειμένου να διαχειρίζονται από κοινού ένα χαρτοφυλάκιο θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, ή των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με μια σαφώς καθορισμένη και συνεκτική επιχειρηματική στρατηγική και η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της ίδιας δομής διαχείρισης των κινδύνων,

▼M8

145) 

«μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα»: το ίδρυμα το οποίο πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

δεν πρόκειται για μεγάλο ίδρυμα,

β) 

η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού του σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από το όριο των 5 δισεκατομμυρίων EUR στη διάρκεια της τετραετούς περιόδου αμέσως πριν από την τρέχουσα ετήσια περίοδο αναφοράς. Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν αυτό το όριο,

γ) 

δεν υπόκειται σε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ούτε υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις, όσον αφορά τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και της εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

δ) 

οι δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του χαρακτηρίζονται ως μικρής κλίμακας σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1,

ε) 

η συνολική αξία των θέσεων παραγώγων τις οποίες κατέχει με σκοπό τη διαπραγμάτευση δεν υπερβαίνει το 2 % του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού του εντός και εκτός ισολογισμού, και η συνολική αξία του συνόλου των θέσεων παραγώγων του δεν υπερβαίνει το 5 %, ο δε υπολογισμός αμφότερων των τιμών πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 273α παράγραφος 3,

▼M17

στ) 

τα ενοποιημένα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του ιδρύματος που αφορούν δραστηριότητες με αντισυμβαλλομένους που βρίσκονται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εξαιρουμένων των εντός ομίλου ανοιγμάτων στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, υπερβαίνουν το 75 % των ενοποιημένων συνολικών στοιχείων τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού του ιδρύματος, εξαιρουμένων και στις δύο περιπτώσεις των εντός ομίλου ανοιγμάτων,

▼M8

ζ) 

δεν χρησιμοποιεί εσωτερικά μοντέλα για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξαιρουμένων των θυγατρικών που χρησιμοποιούν εσωτερικά μοντέλα τα οποία έχουν αναπτυχθεί στο επίπεδο του ομίλου, με την προϋπόθεση ότι ο όμιλος υπόκειται στις απαιτήσεις δημοσιοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 433α ή 433γ σε ενοποιημένη βάση,

η) 

δεν έχει κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή ένσταση για τον χαρακτηρισμό του ως μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα,

θ) 

η αρμόδια αρχή δεν έχει αποφασίσει ότι το ίδρυμα δεν πρέπει να θεωρείται μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα με βάση ανάλυση του μεγέθους, της διασυνδεσιμότητας, της πολυπλοκότητας ή των χαρακτηριστικών του κινδύνου του,

146) 

«μεγάλο ίδρυμα»: το ίδρυμα το οποίο πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

είναι «G-SII»),

β) 

έχει προσδιοριστεί ως άλλο συστημικά σημαντικό ίδρυμα («O-SII»), σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

γ) 

είναι, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένο, ένα από τα τρία μεγαλύτερα ιδρύματα ως προς τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού,

δ) 

η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, με βάση την ενοποιημένη του κατάσταση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR τουλάχιστον,

147) 

ως «μεγάλη θυγατρική» νοείται η θυγατρική η οποία θεωρείται μεγάλο ίδρυμα,

148) 

ως «μη εισηγμένο ίδρυμα» νοείται το ίδρυμα το οποίο δεν έχει εκδώσει τίτλους που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 21) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

149) 

ως «οικονομική έκθεση» νοείται, για τους σκοπούς του όγδοου μέρους, οικονομική έκθεση κατά την έννοια των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 17 ),

▼M9

150) 

ως «διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής» νοείται η επιχείρηση της οποίας η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων που αναφέρονται στα σημεία 5), 6), 7), 9) και 10), παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο σημείο 4) ή δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημείο 11) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

▼M17

151) 

ως «ανακυκλούμενο άνοιγμα» νοείται άνοιγμα στο οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανειολήπτη είναι δυνατόν να κυμαίνεται, με βάση την απόφαση του πελάτη για το ποσό που θα δανειστεί και θα εξοφλήσει, μέχρις ενός συμφωνημένου ορίου,

152) 

ως «άνοιγμα έναντι συναλλασσομένων» νοείται ανακυκλούμενο άνοιγμα με ιστορικό αποπληρωμής τουλάχιστον 12 μηνών που ανήκει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α) 

άνοιγμα για το οποίο, σε τακτική βάση τουλάχιστον 12 μηνών, το υπόλοιπο που πρέπει να αποπληρωθεί κατά την επόμενη προγραμματισμένη ημερομηνία αποπληρωμής καθορίζεται ως το αναληφθέν ποσό σε προκαθορισμένη ημερομηνία αναφοράς, με προγραμματισμένη ημερομηνία αποπληρωμής όχι πέραν των 12 επόμενων μηνών, υπό την προϋπόθεση ότι το υπόλοιπο έχει αποπληρωθεί εξ ολοκλήρου στην κάθε προγραμματισμένη ημερομηνία αποπληρωμής για τους 12 προηγούμενους μήνες·

β) 

διευκόλυνση υπερανάληψης στην οποία δεν υπήρξαν αναλήψεις κατά τους 12 προηγούμενους μήνες,

153) 

ως «οντότητα του τομέα των ορυκτών καυσίμων» νοείται η εταιρεία ή επιχείρηση που έχει ταξινομηθεί στατιστικά ως έχουσα την κύρια οικονομική της δραστηριότητα στον τομέα οικονομικών δραστηριοτήτων του άνθρακα, του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου, όπως ορίζεται στο παράρτημα XXXIX υπόδειγμα 3 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/637 της Επιτροπής ( 18 ) και όπως προσδιορίζεται με βάση τους κωδικούς στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων (NACE—αναθεώρηση 2) που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήματα Β, Γ, Δ και Ζ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 19 )· σε περίπτωση που η κύρια οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας ή επιχείρησης δεν ταξινομείται με τη χρήση κωδικών NACE—αναθεώρηση 2 όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006, ή εθνικής ταξινόμησης που προκύπτει από αυτόν, τα ιδρύματα καθορίζουν συντηρητικά αν η εν λόγω εταιρεία ή επιχείρηση έχει την κύρια δραστηριότητά της σε έναν από αυτούς τους τομείς,

154) 

ως «ανοίγματα που επηρεάζονται από την επίπτωση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών παραγόντων» νοούνται τα ανοίγματα τα οποία εμποδίζουν τη φιλοδοξία της Ένωσης να επιτύχει τους ρυθμιστικούς της στόχους που σχετίζονται με ΠΚΔ παράγοντες, κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει αρνητική χρηματοοικονομική επίπτωση στα ιδρύματα στην Ένωση,

155) 

ως «οντότητα του σκιώδους τραπεζικού συστήματος» νοείται η οντότητα που ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες εκτός του ρυθμιζόμενου πλαισίου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 1) στοιχείο β) σημεία ii) και iii), όταν η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου τρίτης χώρας, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας με άδεια λειτουργίας στην Ένωση περιλαμβάνονται στη συνδυασμένη συνολική αξία του ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων του ομίλου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 1) στοιχείο β) σημείο iii), η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί να ζητήσει από την επιχείρηση όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να λάβει την απόφασή της.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 52α), ο νομικός κίνδυνος δεν περιλαμβάνει επιστροφές χρημάτων σε τρίτα μέρη ή εργαζομένους και πληρωμές υπεραξίας λόγω επιχειρηματικών ευκαιριών, όταν δεν έχουν παραβιαστεί ηθικοί κανόνες ή κανόνες δεοντολογίας και όταν το ίδρυμα έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε εύθετο χρόνο. Ο νομικός κίνδυνος επίσης δεν περιλαμβάνει εξωτερικά νομικά έξοδα όταν το συμβάν που επισύρει τα εν λόγω εξωτερικά έξοδα δεν συνιστά γεγονός λειτουργικού κινδύνου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 145) στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, ένα ίδρυμα μπορεί να εξαιρεί θέσεις παραγώγων τις οποίες έχει συνάψει με πελάτες του που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και τις θέσεις παραγώγων που χρησιμοποιεί για την αντιστάθμιση αυτών των θέσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η συνδυασμένη αξία των εξαιρούμενων θέσεων υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 273α παράγραφος 3 δεν υπερβαίνει το 10 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος εντός και εκτός ισολογισμού.

Article 4 2.
Where reference in this Regulation is made to immovable property, to residential property or commercial immovable property or to a mortgage on such property, it shall include shares in Finnish residential housing companies operating in accordance with the Finnish Housing Company Act of 1991 or subsequent equivalent legislation. Member States or their competent authorities may allow shares constituting an equivalent indirect holding of immovable property to be treated as a direct holding of immovable property provided that such an indirect holding is specifically regulated in the national law of the Member State concerned and that, when pledged as collateral, it provides equivalent protection to creditors.
Άρθρο 4 3.
Η χρηματοδότηση του εμπορίου όπως αναφέρεται στην παράγραφο σημείο 80) είναι κατά κανόνα αδέσμευτη και απαιτεί τα δέοντα δικαιολογητικά συναλλαγής για κάθε αίτημα ανάληψης πίστωσης, με δυνατότητα άρνησης της χρηματοδότησης σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα ή τα δικαιολογητικά της συναλλαγής. Η αποπληρωμή ανοιγμάτων χρηματοδότησης του εμπορίου συνήθως δεν εξαρτάται από τον δανειολήπτη, αντιθέτως, τα κεφάλαια προέρχονται συνήθως από το ρευστό που λαμβάνεται από εισαγωγείς ή προκύπτουν από την πώληση των υποκείμενων προϊόντων.
Άρθρο 4 4.
Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει σε ποιες περιπτώσεις πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σημείο 39).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Ιουνίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 4 5.
Έως τις 10 Ιανουαρίου 2026, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων προσδιορίζονται οι δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο σημείο 18 του παρόντος άρθρου.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση