+Άρθρο 279β 1.

Άρθρο 279β 1.

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως εξής:

α) 

για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου ή στην κατηγορία πιστωτικού κινδύνου, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως το προϊόν του ονομαστικού ποσού της σύμβασης παραγώγων και του παράγοντα εποπτικής διάρκειας, που υπολογίζεται ως εξής:

▼C7

image

όπου:

R

=

ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης· R = 5 %,

S

=

το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης της συναλλαγής και την ημερομηνία αναφοράς, που εκφράζεται σε έτη με τη χρήση της σχετικής σύμβασης της εργάσιμης ημέρας,

E

=

το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας λήξης της συναλλαγής και της ημερομηνίας αναφοράς που εκφράζεται σε έτη με τη χρήση της σχετικής σύμβασης της εργάσιμης ημέρας, και

ΈναΕργάσιμοΈτος

=

ένα έτος εκπεφρασμένο σε εργάσιμες ημέρες με τη χρήση της σχετικής σύμβασης της εργάσιμης ημέρας.

▼M8

Η ημερομηνία έναρξης μιας συναλλαγής είναι η πρώτη ημερομηνία κατά την οποία καθορίζεται ή ανταλλάσσεται τουλάχιστον μία συμβατική πληρωμή στο πλαίσιο συναλλαγής, προς ή από το ίδρυμα, εκτός από τις πληρωμές που αφορούν την ανταλλαγή εξασφάλισης σε συμφωνία περιθωρίου. Σε περίπτωση που η συναλλαγή έχει ήδη καθορίσει ή πραγματοποιήσει πληρωμές κατά την ημερομηνία αναφοράς, η ημερομηνία έναρξης της συναλλαγής ισούται με 0.

Όταν μια συναλλαγή αφορά μία ή περισσότερες μελλοντικές συμβατικές ημερομηνίες κατά τις οποίες το ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να καθορίσει τη λήξη της συναλλαγής πριν από τη συμβατική ημερομηνία λήξης, η ημερομηνία έναρξης της συναλλαγής είναι η νωρίτερη από τις ακόλουθες:

i) 

η ημερομηνία ή η νωρίτερη από τις πολλαπλές μελλοντικές ημερομηνίες στις οποίες το ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να καθορίσει τη λήξη συναλλαγής πριν από τη συμβατική ημερομηνία ληκτότητάς της,

ii) 

η ημερομηνία κατά την οποία σε μια συναλλαγή αρχίζει ο καθορισμός ή η πραγματοποίηση πληρωμών, εκτός από τις πληρωμές που αφορούν την ανταλλαγή εξασφάλισης σε συμφωνία περιθωρίου.

Όταν μια συναλλαγή έχει χρηματοοικονομικό μέσο ως το υποκείμενο μέσο που μπορεί να οδηγήσει σε επιπρόσθετες συμβατικές υποχρεώσεις σε σχέση με εκείνες της συναλλαγής, η ημερομηνία έναρξης συναλλαγής προσδιορίζεται με βάση την νωρίτερη ημερομηνία κατά την οποία το υποκείμενο μέσο αρχίζει τον καθορισμό ή την πραγματοποίηση πληρωμών.

Η ημερομηνία λήξης συναλλαγής είναι η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία ανταλλάσσεται ή μπορεί να ανταλλαχθεί μια συμβατική πληρωμή στο πλαίσιο της συναλλαγής, προς ή από το ίδρυμα.

Όταν μια συναλλαγή έχει ένα χρηματοοικονομικό μέσο ως υποκείμενο μέσο που μπορεί να οδηγήσει σε συμβατικές υποχρεώσεις επιπλέον εκείνων της συναλλαγής, η ημερομηνία έναρξης συναλλαγής προσδιορίζεται με βάση την τελευταία πληρωμή του υποκείμενου μέσου της συναλλαγής.

Όταν μια συναλλαγή έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να διακανονίζονται εκκρεμή ανοίγματα μετά από καθορισμένες ημερομηνίες πληρωμής και όπου οι όροι επανακαθορίζονται έτσι ώστε η αγοραία αξία της συναλλαγής είναι μηδενική στις εν λόγω καθορισμένες ημερομηνίες, ο διακανονισμός του εκκρεμούς ανοίγματος στις εν λόγω καθορισμένες ημερομηνίες θεωρείται συμβατική πληρωμή στο πλαίσιο της ίδιας συναλλαγής,

β) 

για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου συναλλάγματος, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως εξής:

i) 

όταν η συναλλαγή αποτελείται από ένα σκέλος πληρωμής, το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό θα είναι το ονομαστικό ποσό της σύμβασης παραγώγων,

ii) 

όταν η συναλλαγή αποτελείται από δύο σκέλη πληρωμής και το ονομαστικό ποσό του ενός σκέλους πληρωμής είναι εκφρασμένο στο νόμισμα αναφοράς του ιδρύματος, το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό είναι το ονομαστικό ποσό του άλλου σκέλους πληρωμής,

iii) 

όταν η συναλλαγή αποτελείται από δύο σκέλη πληρωμής και το ονομαστικό ποσό κάθε σκέλους πληρωμής είναι εκφρασμένο σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή αναφορών του ιδρύματος, το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό είναι το μεγαλύτερο από τα ονομαστικά ποσά των δύο σκελών πληρωμής, αφού τα ποσά αυτά μετατραπούν στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή αναφορών του ιδρύματος βάσει της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας,

γ) 

για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών ή στην κατηγορία κινδύνου βασικών εμπορευμάτων, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως το προϊόν της αγοραίας τιμής μιας μονάδας του υποκείμενου μέσου της συναλλαγής και του αριθμού των μονάδων του υποκείμενου μέσου που συνδέεται με τη συναλλαγή·

όταν μια συναλλαγή που κατατάσσεται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών ή στην κατηγορία κινδύνου βασικών εμπορευμάτων εκφράζεται συμβατικά ως ονομαστικό ποσό, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν ως προσαρμοσμένο ονομαστικό το ονομαστικό ποσό της συναλλαγής και όχι τον αριθμό των μονάδων του υποκείμενου μέσου,

δ) 

για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία άλλων κινδύνων, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό με βάση την πλέον κατάλληλη μεταξύ των μεθόδων που ορίζονται στα στοιχεία α), β) και γ), ανάλογα με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του υποκείμενου μέσου της συναλλαγής.

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση