+ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ

Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων των ρυθμιζόμενων οντοτήτων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, πραγματοποιείται σύμφωνα με τις τεχνικές αρχές και μία από τις μεθόδους που εκτίθενται στο παρόν παράρτημα.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου εδαφίου, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους, όταν αναλαμβάνουν το ρόλο του συντονιστή σε σχέση με συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, να αποφασίζουν, μετά από διαβούλευση με τις άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές και τον ίδιο τον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, ποια μέθοδος πρέπει να εφαρμόζεται από τον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν να πραγματοποιείται ο υπολογισμός σύμφωνα με μια συγκεκριμένη μέθοδο μεταξύ αυτών που περιγράφονται στο παρόν παράρτημα, εφόσον ο χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων έχει επικεφαλής του ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Στην περίπτωση που ο χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων δεν έχει επικεφαλής του ρυθμιζόμενη οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την εφαρμογή οποιασδήποτε από τις μεθόδους που περιγράφονται στο παρόν παράρτημα, εκτός από περιπτώσεις όπου οι σχετικές αρμόδιες αρχές ευρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος, οπότε το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί την εφαρμογή μιας από τις μεθόδους.

I.   Τεχνικές αρχές

1.   Έκταση και μορφή του υπολογισμού των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων

Όποια μέθοδος και αν χρησιμοποιείται, όταν η οντότητα είναι θυγατρική επιχείρηση και έχει έλλειμμα φερεγγυότητας ή, στην περίπτωση μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, θεωρητικό έλλειμμα φερεγγυότητας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα της θυγατρικής. Όταν, κατά τη γνώμη του συντονιστή, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης που κατέχει τμήμα του κεφαλαίου περιορίζεται, σαφώς και χωρίς αμφισβήτηση, στο συγκεκριμένο τμήμα του κεφαλαίου, ο συντονιστής μπορεί να επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη το έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής σε αναλογική βάση.

Όταν δεν υπάρχουν κεφαλαιακοί δεσμοί μεταξύ οντοτήτων του ίδιου χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, ο συντονιστής, μετά από διαβούλευση με τις άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές, καθορίζει ποιο αναλογικό τμήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, έχοντας υπόψη την ευθύνη που προκύπτει από τη δεδομένη σχέση.

2.   Άλλες τεχνικές αρχές

Ανεξάρτητα από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων των ρυθμιζόμενων οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως καθορίζεται στο τμήμα ΙΙ του παρόντος παραρτήματος, ο συντονιστής και, ενδεχομένως, οι άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε να εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:

i) 

Πρέπει να εξαλείφεται η πολλαπλή χρησιμοποίηση στοιχείων που είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων («διπλός υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων») καθώς και κάθε άτοπη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων στο εσωτερικού του ομίλου. Για να διασφαλισθεί ότι δεν θα γίνεται διπλός υπολογισμός των ιδίων κεφαλαίων και δεν θα δημιουργούνται ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου, οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν, κατ' αναλογία, τις αντίστοιχες αρχές που προβλέπουν οι σχετικοί τομεακοί κανόνες.

ii) 

Έως την περαιτέρω εναρμόνιση των τομεακών κανόνων, οι απαιτήσεις φερεγγυότητας που ισχύουν για κάθε διαφορετικό χρηματοπιστωτικό τομέα που εκπροσωπεί σε έναν χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, καλύπτονται από στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τους αντίστοιχους τομεακούς κανόνες. Όταν υπάρχει έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, μόνο τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα σύμφωνα με κάθε έναν από αυτούς τους τομεακούς κανόνες («διατομεακά κεφάλαια»), συνεκτιμώνται κατά τον έλεγχο της τήρησης των απαιτήσεων συμπληρωματικής φερεγγυότητας.

Όταν οι τομεακοί κανόνες προβλέπουν όρια στην επιλεξιμότητα ορισμένων από τα ίδια κεφάλαια, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν διατομεακά κεφάλαια, τα όρια αυτά ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

Κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν επίσης υπόψη τους την πραγματική διαθεσιμότητα και την πραγματική δυνατότητα μεταφοράς ιδίων κεφαλαίων μεταξύ των διαφόρων νομικών οντοτήτων του ομίλου, με βάση τους στόχους των κανόνων για την κεφαλαιακή επάρκεια.

Όταν, στην περίπτωση μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, υπολογίζεται θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας βάσει του τμήματος II του παρόντος παραρτήματος, ως θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας νοείται η κεφαλαιακή απαίτηση που θα έπρεπε να έχει η οντότητα αυτή προκειμένου να τηρεί τους σχετικούς τομεακούς κανόνες εάν ήταν ρυθμιζόμενη οντότητα του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού τομέα. Στην περίπτωση των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ως απαίτηση φερεγγυότητας νοείται η κεφαλαιακή απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 5α παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 85/611/ΕΚ. Η απαίτηση θεωρητικής φερεγγυότητας μιας εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπολογίζεται σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες του πιο σημαντικού χρηματοπιστωτικού τομέα του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

II.   Τεχνικές μέθοδοι υπολογισμού

Μέθοδος 1:   μέθοδος «λογιστική ενοποίηση»

Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων των ρυθμιζόμενων οντοτήτων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, πραγματοποιείται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών.

Οι συμπληρωματικές κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται ως η διαφορά μεταξύ:

i) 

των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης του ομίλου· τα επιλέξιμα στοιχεία είναι αυτά που γίνονται αποδεκτά βάσει των σχετικών τομεακών κανόνων

και

ii) 

του αθροίσματος των απαιτήσεων φερεγγυότητας που ισχύουν για κάθε διαφορετικό χρηματοπιστωτικό τομέα που εκπροσωπείται στον όμιλο· οι απαιτήσεις φερεγγυότητας για κάθε διαφορετικό χρηματοπιστωτικό φορέα υπολογίζονται βάσει των αντίστοιχων τομεακών κανόνων.

Οι τομεακοί κανόνες στους οποίους γίνεται αναφορά είναι ειδικότερα: ο τίτλος V κεφάλαιο 3 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ για τα πιστωτικά ιδρύματα, η οδηγία 98/78/ΕΚ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και η οδηγία 93/6/ΕΟΚ για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Στην περίπτωση των μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν υπεισέρχονται στον υπολογισμό των προαναφερόμενων τομεακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, πρέπει να υπολογίζεται η θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας.

Το υπόλοιπο δεν πρέπει να είναι αρνητικό.

Μέθοδος 2:   μέθοδος «αφαίρεσης και συνένωσης»

Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων των ρυθμιζόμενων οντοτήτων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων πραγματοποιείται βάσει των λογαριασμών κάθε οντότητας του ομίλου.

Οι συμπληρωματικές κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται ως η διαφορά μεταξύ:

i) 

του αθροίσματος των ιδίων κεφαλαίων κάθε των ρυθμιζόμενης και μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα που ανήκει στον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων· τα επιλέξιμα στοιχεία είναι αυτά τα οποία γίνονται αποδεκτά βάσει των σχετικών τομεακών κανόνων

και

ii) 

του αθροίσματος

— 
των απαιτήσεων φερεγγυότητας κάθε ρυθμιζόμενης και μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα ομίλου· οι απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες και
— 
της λογιστικής αξίας των συμμετοχών σε άλλες οντότητες του ομίλου.

Στην περίπτωση μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, υπολογίζεται θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας. Τα ίδια κεφάλαια και οι απαιτήσεις φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη αναλογικά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 σύμφωνα με το τμήμα I του παρόντος παραρτήματος.

Το υπόλοιπο δεν πρέπει να είναι αρνητικό.

▼M6

Μέθοδος 3:   «Συνδυαστική μέθοδος»

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν συνδυασμό της μεθόδου 1 με τη μέθοδο 2.

▼B


1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση