+Άρθρο 29 Ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα
---+Άρθρο 29 1.
---+Άρθρο 29 2.
---+Άρθρο 29 3.
---+Άρθρο 29 4.
---+Άρθρο 29 5.
---+Άρθρο 29 6.
---+Άρθρο 29 7.
---+Άρθρο 29 8.

Άρθρο 29 Ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 29 1.

Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα (PFE) που αναφέρεται στο άρθρο 27 υπολογίζεται για κάθε παράγωγο ως το γινόμενο:

α) 

του πραγματικού ονομαστικού (ΕΝ) ποσού της συναλλαγής που καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου και

β) 

του εποπτικού παράγοντα (SF) που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 29 2.
Το πραγματικό ονομαστικό (ΕΝ) ποσό είναι το γινόμενο του ονομαστικού ποσού υπολογιζόμενου σύμφωνα με την παράγραφο 3, επί τη διάρκεια υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 4 και επί τον εποπτικό συντελεστή δέλτα υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 6.
Άρθρο 29 3.

Το ονομαστικό ποσό, εκτός εάν δηλώνεται ρητά και καθορίζεται μέχρι τη λήξη, προσδιορίζεται ως εξής:

α) 

για συμβάσεις παραγώγων επί συναλλάγματος, το ονομαστικό ποσό ορίζεται ως το ονομαστικό ποσό του συναλλαγματικού σκέλους της σύμβασης, κατόπιν μετατροπής στο εγχώριο νόμισμα· εάν και τα δύο σκέλη ενός παραγώγου συναλλάγματος εκφράζονται σε νομίσματα άλλα από το εγχώριο νόμισμα, το ονομαστικό ποσό κάθε σκέλους μετατρέπεται στο εγχώριο νόμισμα και το σκέλος με τη μεγαλύτερη αξία στο εγχώριο νόμισμα είναι το ονομαστικό ποσό,

β) 

για συμβάσεις παραγώγων επί μετοχών και επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής και παράγωγα αυτών, το ονομαστικό ποσό ορίζεται ως το γινόμενο της τιμής της αγοράς μίας μονάδας του μέσου και των εμπορευμάτων επί τον αριθμό των μονάδων που αναφέρονται στη συναλλαγή,

γ) 

για συναλλαγές πολλαπλών αποδόσεων οι οποίες εξαρτώνται από την κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών δικαιωμάτων προαίρεσης ή των προθεσμιακών συμβάσεων με δυνατότητα πρόωρης λήξης λόγω επίτευξης προκαθορισμένης απόδοσης (target redemption forwards), μια επιχείρηση επενδύσεων υπολογίζει το ονομαστικό ποσό για κάθε κατάσταση και χρησιμοποιεί το υψηλότερο ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό,

δ) 

όταν το ονομαστικό ποσό είναι ένας μαθηματικός τύπος αγοραίων αξιών, η επιχείρηση επενδύσεων εισάγει τις CMV για τον προσδιορισμό του ονομαστικού ποσού της συναλλαγής,

ε) 

για συμφωνίες ανταλλαγής μεταβλητού ονομαστικού κεφαλαίου, όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής μειούμενου και αυξανόμενου κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν ως ονομαστικό ποσό της συναλλαγής το μέσο ονομαστικό ποσό κατά την εναπομένουσα διάρκεια της συμφωνίας ανταλλαγής,

στ) 

οι μοχλευμένες συμφωνίες ανταλλαγής μετατρέπονται στο ονομαστικό ποσό της αντίστοιχης μη μοχλευμένης συμφωνίας ανταλλαγής, έτσι ώστε όταν όλα τα επιτόκια σε μια συμφωνία ανταλλαγής πολλαπλασιάζονται επί ένα συντελεστή, το δηλωμένο ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή επί των επιτοκίων για τον καθορισμό του ονομαστικού ποσού,

ζ) 

για σύμβαση παραγώγου με πολλαπλές ανταλλαγές κεφαλαίου, το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των ανταλλαγών κεφαλαίου στη σύμβαση παραγώγου για τον καθορισμό του ονομαστικού ποσού.

Άρθρο 29 4.
Το ονομαστικό ποσό των συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων και των συμβάσεων πιστωτικών παραγώγων για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των εν λόγω συμβάσεων προσαρμόζεται ανάλογα με τη διάρκεια που προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = (1 – exp (-0,05· χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη)) / 0,05

Για τις συμβάσεις παραγώγων, εκτός των συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων και των συμβάσεων πιστωτικών παραγώγων, η διάρκεια είναι 1.

Άρθρο 29 5.
Ως ημερομηνία λήξης της σύμβασης νοείται η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία είναι δυνατή η εκτέλεση της σύμβασης.

Εάν το παράγωγο αναφέρεται στην αξία ενός άλλου μέσου επιτοκίου ή πιστωτικού μέσου, το χρονικό διάστημα καθορίζεται με βάση το υποκείμενο μέσο.

Για τα δικαιώματα προαίρεσης, ως ημερομηνία λήξης νοείται η τελευταία συμβατική ημερομηνία άσκησης όπως προσδιορίζεται στη σύμβαση.

Για σύμβαση παραγώγου του οποίου η δομή είναι τέτοια ώστε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες να γίνεται διακανονισμός τυχόν εκκρεμών ανοιγμάτων και να επανακαθορίζονται οι όροι προκειμένου η εύλογη αξία της σύμβασης να είναι μηδέν, η εναπομένουσα ληκτότητα είναι ίση με τον χρόνο που απομένει έως την ημερομηνία του επόμενου επανακαθορισμού.

Άρθρο 29 6.
Ο εποπτικός συντελεστής δέλτα δικαιωμάτων προαίρεσης και δικαιωμάτων προαίρεσης επί συμφωνιών ανταλλαγής μπορεί να υπολογίζεται από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων, με χρήση κατάλληλου υποδείγματος που υπόκειται στην έγκριση των αρμόδιων αρχών. Το υπόδειγμα εκτιμά τον ρυθμό μεταβολής της αξίας του δικαιώματος προαίρεσης σε σχέση με μικρές μεταβολές της αγοραίας τιμής του υποκείμενου μέσου. Για συναλλαγές εκτός των δικαιωμάτων προαίρεσης και δικαιωμάτων προαίρεσης επί συμφωνιών ανταλλαγής ή όταν δεν έχει εγκριθεί υπόδειγμα από τις αρμόδιες αρχές, ο συντελεστής δέλτα είναι 1.
Άρθρο 29 7.

Ο εποπτικός παράγοντας (SF) για κάθε κατηγορία στοιχείων ενεργητικού καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:



Πίνακας 3

Κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού

Εποπτικός παράγοντας

Επιτόκιο

0,5 %

Συνάλλαγμα

4 %

Πίστωση

1 %

Μετοχικά προϊόντα μεμονωμένου πιστούχου

32 %

Δείκτης μετοχών

20 %

Βασικά εμπορεύματα και δικαιώματα εκπομπής

18 %

Άλλα

32 %

Άρθρο 29 8.

Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα ενός συμψηφιστικού συνόλου είναι το άθροισμα του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, πολλαπλασιαζόμενο επί:

α) 

0,42, για συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών με χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους για τα οποία οι εξασφαλίσεις ανταλλάσσονται διμερώς με τον αντισυμβαλλόμενο, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

β) 

1, για λοιπά συμψηφιστικά σύνολα.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση