+Section 1 Trading counterparty default
---+Άρθρο 25 Πεδίο εφαρμογής
------+Άρθρο 25 1.
------+Άρθρο 25 2.
------+Άρθρο 25 3.
------+Άρθρο 25 4.
------+Άρθρο 25 5.
---+Άρθρο 26 Υπολογισμός του παράγοντα K-TCD
---+Άρθρο 27 Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος
---+Άρθρο 28 Κόστος αντικατάστασης (RC)
---+Άρθρο 29 Ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα
------+Άρθρο 29 1.
------+Άρθρο 29 2.
------+Άρθρο 29 3.
------+Άρθρο 29 4.
------+Άρθρο 29 5.
------+Άρθρο 29 6.
------+Άρθρο 29 7.
------+Άρθρο 29 8.
---+Άρθρο 30 Εξασφαλίσεις
------+Άρθρο 30 1.
------+Άρθρο 30 2.
------+Άρθρο 30 3.
---+Άρθρο 31 Συμψηφισμός
---+Άρθρο 32 Προσαρμογή πιστωτικής αποτίμησης

Section 1 Trading counterparty default

Section 1 Trading counterparty default

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 25 Πεδίο εφαρμογής
Άρθρο 26 Υπολογισμός του παράγοντα K-TCD

Άρθρο 26

Υπολογισμός του παράγοντα K-TCD

Για τον υπολογισμό του παράγοντα Κ-TCD, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων = α • EV • RF • CVA

όπου:

α = 1,2,

EV = η αξία ανοίγματος υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 27,

RF = ο παράγοντας κινδύνου ο οποίος καθορίζεται ανά είδος αντισυμβαλλομένου όπως ορίζεται στον πίνακα 2 και

CVA = η προσαρμογή της πιστωτικής αποτίμησης υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 32.



Πίνακας 2

Είδος αντισυμβαλλομένου

Παράγοντας κινδύνου

Κεντρικές κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και οντότητες του δημόσιου τομέα

1,6%

Πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

1,6%

Άλλοι αντισυμβαλλόμενοι

8%

Άρθρο 27 Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

Άρθρο 27

Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

Ο υπολογισμός της αξίας ανοίγματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Αξία ανοίγματος = Max (0, RC + PFE - C)

όπου:

RC = κόστος αντικατάστασης όπως ορίζεται στο άρθρο 28,

PFE = ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα όπως ορίζεται στο άρθρο 29 και

C = εξασφάλιση όπως ορίζεται στο άρθρο 30.

Το κόστος αντικατάστασης (RC) και η εξασφάλιση (C) εφαρμόζονται σε όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25.

Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα (PFE) εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις παραγώγων.

Μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να υπολογίζει μία και μόνη αξία ανοίγματος σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου για όλες τις συναλλαγές που καλύπτονται από συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 31. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, η επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζει κάθε συναλλαγή σαν να ήταν το δικό της συμψηφιστικό σύνολο.

Άρθρο 28 Κόστος αντικατάστασης (RC)

Άρθρο 28

Κόστος αντικατάστασης (RC)

Το κόστος αντικατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 27 καθορίζεται ως εξής:

α) 

για τις συμβάσεις παραγώγων, το RC καθορίζεται ως η CMV,

β) 

για τις συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού, το RC καθορίζεται ως το ποσό του διακανονισμού μετρητών που πρέπει να καταβάλει ή να εισπράξει η επιχείρηση επενδύσεων κατά τον διακανονισμό· οι απαιτήσεις αντιμετωπίζονται ως θετικό ποσό και οι υποχρεώσεις ως αρνητικό ποσό,

γ) 

για τις πράξεις επαναγοράς και τις πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, το RC καθορίζεται ως το ποσό των μετρητών που δίνεται ή λαμβάνεται ως δάνειο· τα μετρητά που δίνονται ως δάνειο από την επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζονται ως θετικό ποσό και τα μετρητά που δανείζεται η επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζονται ως αρνητικό ποσό,

δ) 

για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, όταν αμφότερα τα σκέλη της συναλλαγής είναι τίτλοι, το RC καθορίζεται από την CMV του τίτλου που δίνεται ως δάνειο από την επιχείρηση επενδύσεων· η CMV προσαυξάνεται με την αντίστοιχη προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4 του άρθρου 30,

ε) 

για τις συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης και τις πιστώσεις και τα δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), το RC καθορίζεται από τη λογιστική αξία του στοιχείου ενεργητικού σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο.

Άρθρο 29 Ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα
Άρθρο 30 Εξασφαλίσεις
Άρθρο 31 Συμψηφισμός

Άρθρο 31

Συμψηφισμός

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί, πρώτον, να αντιμετωπίζει τις πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε συμφωνία συμψηφισμού ως μία σύμβαση με ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τις καθαρές εισροές, δεύτερον, να συμψηφίζει άλλες συναλλαγές υπό την προϋπόθεση ανανέωσης οφειλής βάσει της οποίας όλες οι υποχρεώσεις μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και του αντισυμβαλλομένου της συγχωνεύονται αυτομάτως κατά τρόπο ώστε η ανανέωση να υποκαθιστά νομικά ένα ενιαίο καθαρό ποσό για τις προηγούμενες ακαθάριστες υποχρεώσεις και, τρίτον, να συμψηφίζει άλλες συναλλαγές στο πλαίσιο των οποίων η επιχείρηση επενδύσεων διασφαλίζει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η σύναψη σύμβασης συμψηφισμού με τον αντισυμβαλλόμενο ή άλλης συμφωνίας η οποία γεννά ενιαία νομική υποχρέωση περιέχει το σύνολο των καλυπτόμενων συναλλαγών, ούτως ώστε η επιχείρηση επενδύσεων να έχει δικαίωμα να λάβει ή υποχρέωση να καταβάλει μόνο το καθαρό αλγεβρικό άθροισμα των θετικών και αρνητικών αγοραίων αξιών στις οποίες αποτιμώνται οι καλυπτόμενες επιμέρους συναλλαγές σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

i) 

αθέτηση,

ii) 

πτώχευση,

iii) 

εκκαθάριση ή

iv) 

παρόμοιες περιστάσεις,

β) 

η σύμβαση συμψηφισμού δεν περιέχει ρήτρα σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση αθέτησης από έναν αντισυμβαλλόμενο επιτρέπεται στον συμβαλλόμενο που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του να προβαίνει σε περιορισμένες μόνο καταβολές ή σε καμία καταβολή προς την περιουσία του περιελθόντος σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του αντισυμβαλλομένου, ακόμα και αν ο τελευταίος είναι καθαρός πιστωτής,

γ) 

η επιχείρηση επενδύσεων έχει εξασφαλίσει ανεξάρτητη, γραπτή και αιτιολογημένη νομική γνωμοδότηση από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση νομικής αμφισβήτησης της σύμβασης συμψηφισμού, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων θα είναι ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο στοιχείο α) υπό το ακόλουθο νομικό καθεστώς:

i) 

το δίκαιο του κράτους στο οποίο έχει συσταθεί ο αντισυμβαλλόμενος,

ii) 

στην περίπτωση που συμμετέχει αλλοδαπό υποκατάστημα αντισυμβαλλομένου, το δίκαιο του κράτους στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα,

iii) 

το δίκαιο του κράτους που διέπει τις επιμέρους συναλλαγές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση συμψηφισμού ή

iv) 

το δίκαιο που διέπει συμβάσεις ή συμφωνίες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του συμψηφισμού.

Άρθρο 32 Προσαρμογή πιστωτικής αποτίμησης

Άρθρο 32

Προσαρμογή πιστωτικής αποτίμησης

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ως CVA νοείται η προσαρμογή της αποτίμησης ενός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με έναν αντισυμβαλλόμενο στη μέση αγοραία αξία του η οποία αντικατοπτρίζει την CMV του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου για την επιχείρηση επενδύσεων, αλλά δεν αντικατοπτρίζει την CMV του πιστωτικού κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων για τον αντισυμβαλλόμενο.

Η CVA είναι 1,5 για όλες τις συναλλαγές εκτός από τις ακόλουθες συναλλαγές, για τις οποίες η CVA είναι 1:

α) 

συναλλαγές με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές δεν υπερβαίνουν το κατώφλι εκκαθάρισης που καθορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω κανονισμού,

β) 

εντός ομίλου συναλλαγές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

γ) 

συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού,

δ) 

ΣΧΤ, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, εκτός εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι τα ανοίγματα σε κίνδυνο CVA της επιχείρησης επενδύσεων που προκύπτουν από τις συναλλαγές αυτές είναι σημαντικά, και

ε) 

πιστώσεις και δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο ζ).

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση