1. Οι αρμόδιες αρχές, όταν καθορίζουν το είδος και το επίπεδο διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 39, λαμβάνουν υπόψη κατά πόσον η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας και όλες τις άλλες σχετικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων, ανάλογα με την περίπτωση:
|
α)
|
την βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης·
|
|
β)
|
τον βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση·
|
|
γ)
|
τη χρηματοοικονομική ισχύ του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·
|
|
δ)
|
τη σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·
|
|
ε)
|
τις ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·
|
|
στ)
|
το επίπεδο συνεργασίας του υπαίτιου για την παράβαση φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη της ανάγκης να εξασφαλιστεί η επιστροφή των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο·
|
|
ζ)
|
προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση·
|
|
η)
|
τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών.
|