+Preamble: 1
|
Preamble: 1
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1)
|
Η δυσχέρεια των ασφαλιστικών επιχειρήσεων μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνική ευημερία των κρατών μελών σε περίπτωση που η εν λόγω δυσχέρεια οδηγήσει σε διαταραχή της προστασίας που παρέχεται στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους ή τους ζημιωθέντες. Ο ρόλος των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στην οικονομία, η διασύνδεσή τους με τις κύριες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις χρηματοπιστωτικές αγορές γενικότερα, καθώς και η σχετικά συγκεντρωμένη αγορά αντασφαλίσεων απαιτούν κατάλληλο πλαίσιο για την αντιμετώπιση της δυσχέρειας ή της πτώχευσής τους με ομαλό τρόπο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί η ανάκαμψη και η εξυγίανση των κύριων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβανομένων υπόψη των αντίστοιχων ιδιαιτεροτήτων τους.
|
|
(2)
|
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέδειξε τα τρωτά σημεία του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη διασύνδεσή του. Τα αίτια των δυσχερειών και της πτώχευσης φαίνεται ότι συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την εξέλιξη των χρηματοπιστωτικών αγορών και την εγγενή φύση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, δηλαδή οι ανεπαρκώς προβλεπόμενες απαιτήσεις, η εσφαλμένη τιμολόγηση, δηλαδή τα υποτιμημένα ασφάλιστρα, η κακή διαχείριση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και οι επενδυτικές ζημίες αναφέρονται συχνά ως κύριες πηγές ανησυχίας για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, τα χρήματα των φορολογουμένων χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση των επιδεινούμενων οικονομικών συνθηκών πολλών ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Παρότι η οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) είχε ως στόχο την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και της ανθεκτικότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν εξάλειψε πλήρως το ενδεχόμενο πτώχευσης των εν λόγω ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η υψηλή μεταβλητότητα της αγοράς και τα παρατεταμένα χαμηλά επίπεδα επιτοκίων θα μπορούσαν να είναι ιδιαιτέρως επιζήμια για την κερδοφορία και την κατάσταση φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η ευαισθησία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις εξελίξεις της αγοράς και της οικονομίας απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και κατάλληλο πλαίσιο διαχείρισης, μεταξύ άλλων και με προληπτικό τρόπο, της πιθανής επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής θέσης των εν λόγω επιχειρήσεων. Ορισμένες πρόσφατες πτωχεύσεις και παρ’ ολίγον πτωχεύσεις, ιδίως διασυνοριακού χαρακτήρα, κατέδειξαν αδυναμίες του ισχύοντος πλαισίου οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την κατάλληλη οργάνωση της ομαλής εξόδου των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από την αγορά.
|
|
(3)
|
Οι δραστηριότητες, οι υπηρεσίες ή οι εργασίες που εκτελούνται από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν εύκολα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή με εύλογο κόστος για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους ή τους ζημιωθέντες, θα πρέπει να θεωρούνται κρίσιμες λειτουργίες οι οποίες θα πρέπει να συνεχίζονται. Οι εν λόγω δραστηριότητες, υπηρεσίες ή εργασίες μπορεί να είναι κρίσιμης σημασίας σε ενωσιακό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Η συνέχεια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής προστασίας είναι συχνά προτιμότερη από την εκκαθάριση μιας επιχείρησης υπό πτώχευση, καθώς η εν λόγω συνέχεια παράγει το ευνοϊκότερο αποτέλεσμα για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους ή τους ζημιωθέντες. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχουν κατάλληλα εργαλεία για την πρόληψη πτωχεύσεων και, σε περίπτωση πτωχεύσεων, για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων με τη διατήρηση της συνέχειας των εν λόγω κρίσιμων λειτουργιών.
|
|
(4)
|
Η διασφάλιση της αποτελεσματικής εξυγίανσης των υπό πτώχευση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εντός της Ένωσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς. Η πτώχευση των εν λόγω επιχειρήσεων έχει αντίκτυπο όχι μόνο στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και ενδεχομένως στην πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται άμεσα οι εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και στην εμπιστοσύνη στην εσωτερική αγορά ασφαλίσεων. Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έχει ενισχύσει την αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων εθνικών χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε χρηματοπιστωτικές αγορές για τη διαχείριση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου και των κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητές τους. Στο πλαίσιο αυτό, η αδυναμία των κρατών μελών να αντιμετωπίσουν την πτώχευση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να την επιλύσουν με τρόπο που να είναι προβλέψιμος και εναρμονισμένος και να αποτρέπει αποτελεσματικά τις ευρύτερες συστημικές ζημίες, μπορεί να υπονομεύσει τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.
|
|
(5)
|
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέδειξε την ανάγκη να αναπτυχθεί κατάλληλο πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Σε διεθνές επίπεδο, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δημοσίευσε τον Οκτώβριο του 2011 και επικαιροποίησε τον Οκτώβριο του 2014 το έγγραφο «Βασικά χαρακτηριστικά αποτελεσματικών καθεστώτων εξυγίανσης για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα», το οποίο περιλαμβάνει εκτιμήσεις σχετικά με την εξυγίανση οποιασδήποτε ασφαλιστικής επιχείρησης που θα μπορούσε να είναι συστημικά σημαντική ή κρίσιμης σημασίας σε περίπτωση πτώχευσής της. Τον Ιούνιο του 2016 το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας εξέδωσε συμπληρωματικές κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών και σχεδίων εξυγίανσης για συστημικά σημαντικούς ασφαλιστές. Παράλληλα, τον Νοέμβριο του 2019 η Διεθνής Ένωση Ασφαλιστικών Εποπτών ενέκρινε βασικές ασφαλιστικές αρχές για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, κοινό πλαίσιο για ασφαλιστικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς τα πρότυπα για τον σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης, και δράσεις στις οποίες αναμένεται να προβούν οι αρχές έναντι μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εξέρχεται από την αγορά και τίθεται σε διαδικασία εξυγίανσης. Οι εξελίξεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό πτώχευση.
|
|
(6)
|
Πολλές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται πέραν των εθνικών συνόρων. Η έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων αρχών για την προετοιμασία και τη διαχείριση της δυσχέρειας ή της πτώχευσης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που δραστηριοποιείται διασυνοριακά θα υπονόμευε την αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα που δεν είναι το βέλτιστο για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, και θα επηρέαζε την αξιοπιστία της εσωτερικής αγοράς ασφαλίσεων.
|
|
(7)
|
Επί του παρόντος οι διαδικασίες για την εξυγίανση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν εναρμονίζονται σε επίπεδο Ένωσης με συντονισμένο τρόπο. Αντιθέτως, σε όλα τα κράτη μέλη παρατηρούνται σημαντικές ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν την πτώχευση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας των επιχειρήσεων ενδέχεται να μην είναι πάντοτε κατάλληλες για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς οι εν λόγω διαδικασίες ενδέχεται να μη διασφαλίζουν πάντοτε την επαρκή συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών προς όφελος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, την πραγματική οικονομία ή χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο σύνολό της.
|
|
(8)
|
Είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών των υπό πτώχευση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ενδέχεται να πτωχεύσουν, με την παράλληλη ελαχιστοποίηση του αντικτύπου της πτώχευσης μιας τέτοιας επιχείρησης στην οικονομία ή το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα πλαίσιο που θα παρέχει στις αρχές ένα αξιόπιστο σύνολο εργαλείων για να παρεμβαίνουν αρκετά νωρίς και γρήγορα σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που τελούν υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσουν. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι ζημίες βαρύνουν πρώτα τους μετόχους και μετά τους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι κανένας πιστωτής δεν βαρύνεται με ζημίες μεγαλύτερες από αυτές που θα αναλάμβανε εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με την αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών σε σχέση με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας («η αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών»). Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αντικατοπτρίζεται με ακρίβεια η μεταχείριση που θα είχαν οι θιγόμενοι μέτοχοι, κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχοι, αιτούντες και άλλοι πιστωτές εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε υπαχθεί σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές καταστάσεις που θα ανέκυπταν είτε με την έναρξη κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε πριν από αυτήν, καθώς και όλα τα σημαντικά γεγονότα που σχετίζονται με την έναρξη των εν λόγω διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την προστασία των ζημιωθέντων δυνάμει της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) όσον αφορά ζημίες που προκύπτουν από ατυχήματα σε περίπτωση αφερεγγυότητας ασφαλιστικής επιχείρησης.
|
|
(9)
|
Με βάση την οδηγία 2009/138/ΕΚ, το πλαίσιο που θα θεσπιστεί θα πρέπει να παρέχει στις αρχές τη δυνατότητα να διασφαλίζουν τη συνέχεια της ασφαλιστικής προστασίας για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, να μεταβιβάζουν βιώσιμες δραστηριότητες και χαρτοφυλάκια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά περίπτωση, και να επιμερίζουν τις ζημίες κατά τρόπο δίκαιο και προβλέψιμο. Οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να συμβάλλουν στην αποτροπή περιττών απωλειών ή κοινωνικών δυσχερειών για κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχους και ζημιωθέντες, στον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων για την πραγματική οικονομία, στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, και στην ελαχιστοποίηση του κόστους για τους φορολογούμενους.
|
|
(10)
|
Η επανεξέταση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και ειδικότερα η θέσπιση πιο ευαίσθητων σε θέματα κινδύνων κεφαλαιακών απαιτήσεων, ενισχυμένης εποπτείας, ενισχυμένης παρακολούθησης της ρευστότητας και καλύτερων εργαλείων για μακροπροληπτικές πολιτικές, θα πρέπει να μειώσει περαιτέρω την πιθανότητα πτωχεύσεων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων αυτών έναντι οικονομικών πιέσεων, είτε αυτές οφείλονται σε συστημικές διαταραχές είτε σε γεγονότα που αφορούν ειδικά τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Ωστόσο, παρά το υγιές και άρτιο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, δεν μπορούν να αποκλειστούν πλήρως καταστάσεις χρηματοοικονομικών δυσχερειών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι προετοιμασμένα και να εφαρμόζουν τα κατάλληλα εργαλεία ανάκαμψης και εξυγίανσης προς αντιμετώπιση καταστάσεων που σχετίζονται τόσο με συστημικές κρίσεις όσο και με πτωχεύσεις επιμέρους επιχειρήσεων. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν μηχανισμούς που να παρέχουν στις αρχές τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις επιχειρήσεις που τελούν υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσουν. Στο πλαίσιο της χρήσης των εν λόγω εργαλείων και της άσκησης των εξουσιών αυτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες της πτώχευσης.
|
|
(11)
|
Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και μηχανισμούς για την εξυγίανση υπό πτώχευση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η απουσία κοινών όρων, εξουσιών και διαδικασιών ανάκαμψης και εξυγίανσης για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ένωση ενδέχεται να συνιστά εμπόδιο για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να παρακωλύει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών κατά την αντιμετώπιση διασυνοριακών ομίλων επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες ή τελούν υπό πτώχευση. Αυτό ισχύει ειδικότερα όταν, εξαιτίας των διαφορετικών προσεγγίσεων, οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν το ίδιο επίπεδο ελέγχου ή την ίδια ικανότητα εξυγίανσης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι εν λόγω διαφορές μεταξύ των καθεστώτων ανάκαμψης και εξυγίανσης ενδέχεται να επηρεάζουν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ενδεχομένως να δημιουργούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων. Ο εν λόγω φραγμός θα πρέπει να εξαλειφθεί και θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες, ώστε να διασφαλιστεί ότι η εσωτερική αγορά δεν υπονομεύεται. Για τον σκοπό αυτόν, οι κανόνες που διέπουν την προληπτική ανάκαμψη και την εξυγίανση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε κοινούς κανόνες ελάχιστης εναρμόνισης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα των ασφαλιστικών υπηρεσιών, το καθεστώς προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ.
|
|
(12)
|
Η πτώχευση μιας οντότητας συνδεδεμένης με όμιλο μπορεί να επηρεάσει ταχέως τη φερεγγυότητα και τις δραστηριότητες ολόκληρου του ομίλου. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. Επιπλέον, οι αρχές θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα δράσης όσον αφορά τις εν λόγω οντότητες για την επιβολή διορθωτικών μέτρων που λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ευρωστία όλων των οντοτήτων του ομίλου, την αντιμετώπιση των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σε πλαίσιο ομίλου, και τη δημιουργία ενός συνεκτικού μηχανισμού εξυγίανσης για τον όμιλο συνολικά, και ειδικότερα σε διασυνοριακό πλαίσιο. Οι απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης, οι απαιτήσεις δυνατότητας εξυγίανσης και το καθεστώς εξυγίανσης θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζονται και στις μητρικές επιχειρήσεις, τις εταιρείες χαρτοφυλακίου και άλλες οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένα εκτός της Ένωσης.
|
|
(13)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο σχεδιασμός ανάκαμψης και εξυγίανσης και η πραγματική εξυγίανση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων ή ασφαλιστικούς ομίλους που είναι οι ίδιοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων ή ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων μπορούν να πραγματοποιηθούν ομαλά, και με στόχο τη μείωση του διοικητικού φόρτου, θα πρέπει να θεσπιστούν υποχρεώσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των αρχών εποπτείας ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τραπεζών και να παραχωρηθεί στην αρχή εξυγίανσης τραπεζών το καθεστώς του παρατηρητή στο σώμα εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ασφαλιστικού ομίλου που είναι ή ανήκει σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), και αντιστρόφως.
|
|
(14)
|
Με τους νέους κανόνες που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών διαθέτουν η καθεμιά το δικό τους πλαίσιο εξυγίανσης, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού τομέα, καθώς και του τραπεζικού τομέα. Το χρονοδιάγραμμα της εξυγίανσης σε ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό πλαίσιο διαφέρει από την εξυγίανση σε τραπεζικό πλαίσιο. Για να αποτραπεί η μαζική απόσυρση καταθέσεων (bank run), το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και οι εθνικές αρχές εξυγίανσης τραπεζών πρέπει κατά κανόνα να ενεργούν ταχέως. Από την άλλη πλευρά, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων έχουν συχνά το πλεονέκτημα ότι διαθέτουν περισσότερο χρόνο για την εξεύρεση κατάλληλων λύσεων που είναι πιο επωφελείς για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ένα συμβάν ανάλογο με αυτό της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων είναι λιγότερο πιθανό να παρατηρηθεί στον ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό τομέα, οι συνέπειες δε ενός τέτοιου συμβάντος θα ήταν διαφορετικές από ό, τι στον τραπεζικό τομέα.
|
|
(15)
|
Αμφότερα τα τομεακά νομοθετικά πλαίσια έχουν δημιουργήσει ανεξάρτητες εξουσίες λήψης αποφάσεων για τις αντίστοιχες αρχές. Κατά συνέπεια, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών θα πρέπει να ενεργούν επί ίσοις όροις. Για την εκτέλεση των καθηκόντων εξυγίανσης, είναι υψίστης σημασίας οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών να αλληλοενημερώνονται και να συνεργάζονται καλόπιστα. Οι απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκολύνουν την εν λόγω συνεργασία. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών, καθώς και οι οικείες αρχές εποπτείας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και αρχές τραπεζικής εποπτείας, θα πρέπει να ανταλλάσσουν χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που θεωρούνται απαραίτητες για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους.
|
|
(16)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνονται και ζητείται η γνώμη τους αρκετά νωρίς κατά τη διαδικασία και με δομημένο τρόπο που να τους επιτρέπει να ασκούν την εντολή τους με ενημερωμένο και συνεπή τρόπο, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών θα πρέπει να προσκαλούνται ως παρατηρητές στα σώματα εξυγίανσης της άλλης πλευράς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο του σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και του σχεδιασμού εξυγίανσης, καθώς και για την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης και, τέλος, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης σε σχέση με μία ή περισσότερες οντότητες που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων. Προκειμένου να αξιοποιήσει την πείρα που αποκτήθηκε, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας έως πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της.
|
|
(17)
|
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η καταλληλότητα και η αποτελεσματικότητα του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης, με την παράλληλη αποφυγή της περιττής διοικητικής επιβάρυνσης και του κόστους για τις επιχειρήσεις και τις αρχές. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης θα πρέπει να είναι αναλογική προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της οικείας επιχείρησης, καθώς και των δραστηριοτήτων και υπηρεσιών της. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ της ανάκαμψης, αφενός, και της εξυγίανσης, αφετέρου. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων σχεδιασμού ανάκαμψης και εξυγίανσης, οι αρχές θα πρέπει να καθορίζουν, με βάση σύνολα κριτηρίων βάσει κινδύνου, ποιες επιχειρήσεις υπόκεινται στις πλήρεις ή απλουστευμένες απαιτήσεις σχεδιασμού. Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στην ενιαία αγορά ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και να προωθηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, θα πρέπει να επιτευχθεί ελάχιστος βαθμός ετοιμότητας με τη θέσπιση ελάχιστου επιπέδου κάλυψης της αγοράς για την αγορά ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής και για την αγορά ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζημιών.. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων του σχεδιασμού εξυγίανσης, οι αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν τις επιχειρήσεις για τις οποίες είναι πιθανότερο σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους η εν λόγω δράση εξυγίανσης να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον σε περίπτωση πτώχευσης, ή ποιες επιχειρήσεις ασκούν κρίσιμες λειτουργίες.
|
|
(18)
|
Για τον ίδιο λόγο, οι αρχές θα πρέπει, κατά περίπτωση, να εφαρμόζουν διαφορετικές ή μειωμένες απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης και πληροφόρησης με βάση κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση, και να απαιτούν επικαιροποιήσεις με μικρότερη συχνότητα. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω απλουστευμένων υποχρεώσεων, οι αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση, το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και τη δυνατότητα υποκατάστασης των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, τη μετοχική σύνθεση και τη νομική μορφή της, το προφίλ κινδύνου της και τον βαθμό διασύνδεσής της με άλλες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα εν γένει. Οι αρχές θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη αν η πτώχευση και η επακόλουθη εκκαθάριση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας θα ήταν πιθανό να έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, άλλες επιχειρήσεις ή την ευρύτερη οικονομία. Οι αρχές θα πρέπει να υποβάλλουν, σε ετήσια βάση, έκθεση στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω απλουστευμένων υποχρεώσεων.
|
|
(19)
|
Για μια ομαλή διαδικασία εξυγίανσης και για την αποτροπή συγκρούσεων συμφερόντων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν δημόσιες διοικητικές αρχές ή αρχές που διαθέτουν τις δημόσιες διοικητικές εξουσίες να εκτελούν τις λειτουργίες και τα καθήκοντα όσον αφορά το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται επαρκείς πόροι στις εν λόγω αρχές εξυγίανσης. Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει αρχή εξυγίανσης που έχει άλλα καθήκοντα, θα πρέπει να εφαρμόζονται κατάλληλες διαρθρωτικές ρυθμίσεις για τον διαχωρισμό των εν λόγω καθηκόντων από τις λειτουργίες που αφορούν την εξυγίανση και για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής ανεξαρτησίας. Ο διαχωρισμός αυτός δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πρόσβαση της λειτουργίας εξυγίανσης σε οποιεσδήποτε πληροφορίες απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων της βάσει του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ή για τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων αρχών που συμμετέχουν στην εφαρμογή του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης.
|
|
(20)
|
Υπό το πρίσμα των συνεπειών που ενδέχεται να έχει η πτώχευση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην οικονομία ενός κράτους μέλους, και υπό το πρίσμα της πιθανής ανάγκης να χρησιμοποιηθούν δημόσιοι πόροι για την αντιμετώπιση μιας τέτοιου είδους πτώχευσης, τα υπουργεία Οικονομικών ή άλλα σχετικά υπουργεία των κρατών μελών θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά, σε πρώιμο στάδιο, στη διαδικασία διαχείρισης και επίλυσης της κρίσης.
|
|
(21)
|
Είναι σημαντικό οι όμιλοι ή, κατά περίπτωση, οι μεμονωμένες επιχειρήσεις, να καταρτίζουν και να επικαιροποιούν σε τακτική βάση σχέδια προληπτικής ανάκαμψης, στα οποία καθορίζονται οι δράσεις που θα πρέπει να αναλάβουν οι εν λόγω όμιλοι ή επιχειρήσεις για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής τους θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της θέσης τους, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους. Ως εκ τούτου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προσδιορίζουν μια δέσμη ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών που θα προκαλούσαν την ενεργοποίηση των διορθωτικών μέτρων που προβλέπονται στα εν λόγω σχέδια προληπτικής ανάκαμψης. Οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να βοηθούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα προς το συμφέρον των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σύμφωνα με τα συστήματα διαχείρισης κρίσεων των επιχειρήσεων και δεν θα πρέπει να θεσπίζουν νέες ρυθμιστικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις επιχειρήσεις ούτε να απαιτεί από αυτές να συμπεριλαμβάνουν στα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους σημεία επιδείνωσης της κεφαλαιακής θέσης που θα προηγούνται της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που ορίζονται στον τίτλο I κεφάλαιο VI τμήμα 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης που καλύπτουν όλες τις σημαντικές νομικές οντότητες εντός του ομίλου θα πρέπει να περιγράφονται λεπτομερώς και να βασίζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές που μπορούν να εφαρμοστούν σε μια σειρά άρτιων και σοβαρών σεναρίων. Τα εν λόγω σχέδια προληπτικής ανάκαμψης θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος διακυβέρνησης μιας επιχείρησης. Τα υφιστάμενα εργαλεία μπορούν να ληφθούν υπόψη ως πηγή στοιχείων κατά την κατάρτιση τέτοιου είδους σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας αξιολόγησης κινδύνου και φερεγγυότητας, των σχεδίων έκτακτης ανάγκης ή των σχεδίων διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας. Η απαίτηση κατάρτισης σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζεται αναλογικά και να μη θίγει την κατάρτιση και υποβολή ρεαλιστικού σχεδίου ανάκαμψης, όπως απαιτείται από το άρθρο 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Κατά περίπτωση, τα στοιχεία του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης θα μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες ή να χρησιμεύουν ως βάση για την κατάρτιση του σχεδίου ανάκαμψης που απαιτείται από το άρθρο 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
|
|
(22)
|
Είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται επαρκής βαθμός ετοιμότητας για καταστάσεις κρίσης. Ως εκ τούτου, οι τελικές μητρικές επιχειρήσεις ή οι μεμονωμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποβάλλουν τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους για πλήρη αξιολόγηση από τις εποπτικές αρχές, οι οποίες θα αξιολογούν, μεταξύ άλλων, τον βαθμό πληρότητας των εν λόγω σχεδίων και τη δυνατότητά τους να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ή ομίλου εγκαίρως, ακόμη και σε περιόδους ακραίων οικονομικών πιέσεων. Εάν μια επιχείρηση υποβάλει σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης που δεν είναι κατάλληλο, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένες να απαιτούν από την εν λόγω επιχείρηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση των ουσιαστικών ελλείψεων του σχεδίου.
|
|
(23)
|
Ο σχεδιασμός εξυγίανσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο μιας αποτελεσματικής διαδικασίας εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών και τη διασφάλιση της συνέχειάς τους. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ιδιαίτερες γνώσεις όσον αφορά την ίδια τους τη λειτουργία και τα ενδεχόμενα προβλήματα που προκύπτουν από αυτήν και, συνεπώς, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης βάσει, μεταξύ άλλων, των πληροφοριών που τους παρέχουν οι οικείες επιχειρήσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή διοικητική επιβάρυνση, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει πρωτίστως να ανακτούν τις απαραίτητες πληροφορίες από τις εποπτικές αρχές.
|
|
(24)
|
Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να καταρτίζουν χωριστά σχέδια προληπτικής ανάκαμψης, ούτε θα πρέπει να υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης, εκτός εάν μια τέτοια επιχείρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο κίνδυνο σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.
|
|
(25)
|
Προκειμένου να προβλέπεται η πιθανή αλληλεπίδραση των διορθωτικών μέτρων και των μέτρων εξυγίανσης και να ενισχύονται η ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κρίσεων και η δυνατότητα εξυγίανσης ομίλων, κάθε μεταχείριση ομίλου για σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις οντότητες του ομίλου που υπόκεινται σε εποπτεία ομίλου. Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και τα σχέδια εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη χρηματοοικονομική, τεχνική και επιχειρηματική διάρθρωση του οικείου ομίλου, καθώς και τον βαθμό εσωτερικής διασύνδεσής του.
|
|
(26)
|
Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και τα σχέδια εξυγίανσης του ομίλου θα πρέπει να καταρτίζονται για τον όμιλο στο σύνολό του και θα πρέπει να προσδιορίζουν μέτρα σε σχέση τόσο με την τελική μητρική επιχείρηση και όσο και με μεμονωμένες θυγατρικές επιχειρήσεις που ανήκουν στον εν λόγω όμιλο. Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι θυγατρικές επιχειρήσεις στα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης του ομίλου θα πρέπει να είναι αναλογικός προς τη σημασία τους για τον όμιλο και τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα στα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιούνται οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις. Οι αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία διαθέτει θυγατρικές επιχειρήσεις ένας όμιλος θα πρέπει να συμμετέχουν στην κατάρτιση κάθε σχεδίου ανάκαμψης. Οι οικείες αρχές, ενεργώντας εντός του σώματος εποπτικών αρχών ή του σώματος εξυγίανσης, θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την αξιολόγηση και την έγκριση των εν λόγω σχεδίων. Ωστόσο, η επαρκής ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κρίσεων δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από την απουσία κοινής απόφασης στο πλαίσιο του σώματος εποπτικών αρχών ή του σώματος εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, κάθε εποπτική αρχή που είναι αρμόδια για μια θυγατρική επιχείρηση θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της και να προβαίνει στη δική της αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης. Για τους ίδιους λόγους, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι αρμόδια για μια θυγατρική επιχείρηση θα πρέπει να καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της και να το επικαιροποιεί. Η κατάρτιση μεμονωμένων σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και σχεδίων εξυγίανσης για επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο θα πρέπει να πραγματοποιείται κατ' εξαίρεση, να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να εφαρμόζει τα ίδια πρότυπα που εφαρμόζονται σε συγκρίσιμες επιχειρήσεις στο οικείο κράτος μέλος. Όταν καταρτίζονται μεμονωμένα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και σχέδια εξυγίανσης για επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, οι οικείες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέπεια με τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης του υπόλοιπου ομίλου.
|
|
(27)
|
Οι αρχές εξυγίανσης που δεν διαφωνούν με κοινή απόφαση μπορούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση μεταξύ τους, σχετικά με σχέδιο εξυγίανσης ομίλου, καθώς και σχετικά με τον προσδιορισμό των ουσιωδών εμποδίων και, όπου απαιτείται, σχετικά με την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων.
|
|
(28)
|
Προκειμένου να τηρούνται πλήρως και μόνιμα ενήμερες όλες οι οικείες αρχές, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν στις οικείες αρχές εξυγίανσης ενδεχόμενα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και ενδεχόμενες αλλαγές σε αυτά, και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαβιβάζουν στις οικείες εποπτικές αρχές ενδεχόμενα σχέδια εξυγίανσης και ενδεχόμενες αλλαγές σε αυτά.
|
|
(29)
|
Βάσει εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ζητούν, άμεσα ή έμμεσα μέσω της εποπτικής αρχής, αλλαγή της δομής και της οργάνωσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να λαμβάνουν τα αναγκαία αλλά αναλογικά μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψη τυχόν ουσιωδών εμποδίων στην εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και να διασφαλίζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης των οικείων οντοτήτων. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εκτιμούν τη δυνατότητα εξυγίανσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο επίπεδο των επιχειρήσεων εκείνων στις οποίες αναμένεται ότι, σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου, θα αναληφθούν δράσεις εξυγίανσης. Η δυνατότητα των αρχών εξυγίανσης να ζητούν αλλαγές στη δομή και την οργάνωση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να λαμβάνουν μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψη τυχόν σημαντικών εμποδίων στην εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και να διασφαλίζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης των οικείων επιχειρήσεων, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την απλούστευση της δομής και των δραστηριοτήτων της οικείας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, προκειμένου να βελτιωθεί η δυνατότητα εξυγίανσης της εν λόγω επιχείρησης.
|
|
(30)
|
Η υλοποίηση των δράσεων που περιγράφονται σε σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή σχέδιο εξυγίανσης ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο προσωπικό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω σχέδια θα πρέπει να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, διαδικασίες για την ενημέρωση και τη διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ανάκαμψης και εξυγίανσης. Οι εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη συλλογικές συμβάσεις ή άλλες συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, καθώς και το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο σχετικά με τη συμμετοχή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εκπροσώπων των εργαζομένων στις διαδικασίες εταιρικής αναδιάρθρωσης.
|
|
(31)
|
Για την αποτελεσματική ανάκαμψη και εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή οντοτήτων ομίλων που λειτουργούν σε ολόκληρη την Ένωση απαιτείται συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών και των αρχών εξυγίανσης στο πλαίσιο των σωμάτων εποπτικών αρχών και των αρχών εξυγίανσης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την κατάρτιση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και σχεδίων εξυγίανσης μέχρι την πραγματοποίηση της εξυγίανσης της επιχείρησης. Όταν οι αρχές διαφωνούν με αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά ομίλους και επιχειρήσεις, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει, ως ύστατη λύση, να αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολάβησης.
|
|
(32)
|
Κατά τη διάρκεια των σταδίων ανάκαμψης και πρόληψης, οι μέτοχοι θα πρέπει να διατηρούν την πλήρη ευθύνη και τον έλεγχο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Δεν θα πρέπει να διατηρούν την ευθύνη αυτήν από τη στιγμή που η επιχείρηση τεθεί υπό εξυγίανση. Το πλαίσιο εξυγίανσης θα πρέπει, επομένως, να προβλέπει έγκαιρη έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, δηλαδή προτού μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα ως προς τον ισολογισμό ή τις ταμειακές ροές, προτού εξαντληθεί πλήρως το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων ή προτού η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις πληρωμής της όταν καθίστανται απαιτητές. Η εξυγίανση θα πρέπει να ενεργοποιείται όταν μια εποπτική αρχή, αφού ζητήσει τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης, ή μια αρχή εξυγίανσης, αφού ζητήσει τη γνώμη της εποπτικής αρχής, διαπιστώσει ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει, και εναλλακτικά μέτρα δεν θα απέτρεπαν την εν λόγω πτώχευση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να θεωρείται ότι τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: i) όταν η επιχείρηση παραβιάζει ή ενδέχεται να παραβιάσει τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και δεν υπάρχει εύλογη προοπτική αποκατάστασης της συμμόρφωσης· ii) όταν η επιχείρηση δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή όταν η επιχείρηση αθετεί σοβαρά τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στις οποίες υπόκειται, ή είναι πιθανό να αθετήσει σοβαρά τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στις οποίες υπόκειται στο εγγύς μέλλον κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας· iii) όταν τα στοιχεία ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπολείπονται, ή όταν μπορεί να συναχθεί βάσει υπαρκτών αντικειμενικών στοιχείων ότι, στο εγγύς μέλλον, τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης θα υπολείπονται των υποχρεώσεών της· iv) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αδυνατεί ή ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές ή άλλες υποχρεώσεις της στο εγγύς μέλλον, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών σε κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχους όταν καθίστανται απαιτητές· ή v) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρειάζεται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη.
|
|
(33)
|
Προκειμένου να προβλεφθεί σαφής οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εποπτικών αρχών και των αρχών εξυγίανσης, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μόλις αναληφθεί δράση εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης καθίσταται τελικώς υπεύθυνη για την αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω δράσης εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, από τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η εποπτική αρχή θα πρέπει να απέχει από τη λήψη μέτρων έναντι της επιχείρησης υπό εξυγίανση χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρχής εξυγίανσης. Ομοίως, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να τερματίσει, στο πλαίσιο της δράσης εξυγίανσης, κάθε μέτρο που λαμβάνεται από την εποπτική αρχή όταν η συνέχιση του εν λόγω μέτρου θα εμπόδιζε την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης.
|
|
(34)
|
Η χρήση εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης ενδέχεται να διαταράξει τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, η εξουσία των αρχών εξυγίανσης να μεταβιβάζουν τις μετοχές ή το σύνολο ή μέρος των στοιχείων ενεργητικού μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε ιδιώτες αγοραστές χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων, επηρεάζει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των μετόχων. Επιπλέον, η εξουσία να αποφασίζουν ποιες υποχρεώσεις θα μεταβιβαστούν από μια επιχείρηση υπό πτώχευση με σκοπό να διασφαλίσουν τη συνέχεια των υπηρεσιών και να αποφευχθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο σύνολό της, ενδέχεται να επηρεάσει την ίση μεταχείριση των πιστωτών. Επομένως, κάθε εργαλείο εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που τελούν υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσουν, και μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο και αναλογικό για την επιδίωξη των στόχων εξυγίανσης προς όφελος του γενικού συμφέροντος, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του στόχου της προστασίας του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων. Το ατομικό συμφέρον συγκεκριμένου προσώπου ή ομίλου δεν θα πρέπει να υπερισχύει της συνολικής ισορροπίας μεταξύ των συλλογικών συμφερόντων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων της οικείας επιχείρησης.
|
|
(35)
|
Ειδικότερα, τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνον όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας χωρίς να επηρεάζεται αδικαιολόγητα η προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων ή να αποσταθεροποιείται το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή να εμποδίζεται η ταχεία μεταβίβαση και συνέχεια κρίσιμων λειτουργιών και όταν δεν υπάρχουν εύλογες προοπτικές για οποιαδήποτε εναλλακτική ιδιωτική λύση, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε αύξησης κεφαλαίου από τους υφιστάμενους μετόχους ή από οποιονδήποτε τρίτο, η οποία να επαρκεί για την αποκατάσταση της πλήρους βιωσιμότητας της οντότητας χωρίς επιπτώσεις στις απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως. Τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης που εφαρμόζονται σε επιχείρηση η οποία πληροί τις προϋποθέσεις για διαδικασίες αφερεγγυότητας ή για εξυγίανση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσον η εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Κάθε παρέμβαση στα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών που προκύπτει από δράση εξυγίανσης θα πρέπει να συνάδει με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»). Ειδικότερα, όταν οι πιστωτές της ίδιας κατηγορίας αντιμετωπίζονται διαφορετικά στο πλαίσιο της δράσης εξυγίανσης, τέτοιου είδους διακρίσεις θα πρέπει να δικαιολογούνται από λόγους δημόσιος συμφέροντος, να είναι αναλογικές προς τους κινδύνους που αντιμετωπίζονται και να μην να εισάγουν άμεσα ή έμμεσα διακρίσεις λόγω εθνικότητας.
|
|
(36)
|
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν ορισμένο βαθμό ευελιξίας για την εξισορρόπηση των στόχων εξυγίανσης, λαμβανομένων υπόψη, όπου αρμόζει, της φύσης και των περιστάσεων κάθε περίπτωσης.
|
|
(37)
|
Κατά την επιδίωξη των στόχων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να προβούν σε εκτίμηση σχετικά με τον καταλληλότερο τρόπο ελαχιστοποίησης του κόστους της εξυγίανσης. Η ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη αποτελεί στόχο εξυγίανσης, αλλά η χρήση της εν λόγω στήριξης συνιστά επίσης κόστος της εξυγίανσης. Ωστόσο, η ελαχιστοποίηση του κόστους δεν θα πρέπει να θεωρείται χωριστός στόχος εξυγίανσης, αλλά μάλλον κατευθυντήρια αρχή την οποία θα πρέπει να ακολουθούν οι αρχές εξυγίανσης όταν αποφασίζουν ως προς τον καλύτερο τρόπο επίτευξης των στόχων εξυγίανσης.
|
|
(38)
|
Κατά την εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με την αρχή ότι οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως και εξ αντασφαλίσεως θίγονται αφού μέτοχοι και άλλοι πιστωτές έχουν επιβαρυνθεί με το μερίδιο των ζημιών που τους αναλογεί. Επιπλέον, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το κόστος της εξυγίανσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ελαχιστοποιείται και ότι οι πιστωτές της ίδιας κατηγορίας τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης.
|
|
(39)
|
Η απομείωση ή η μετατροπή κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να προβλέπει εσωτερικό μηχανισμό απορρόφησης των ζημιών. Ο εν λόγω μηχανισμός, σε συνδυασμό με εργαλεία μεταβίβασης που αποσκοπούν στη διατήρηση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των ζημιωθέντων, θα πρέπει να επιτρέπει την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και να περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τον αντίκτυπο της πτώχευσης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν ακραίες περιπτώσεις στις οποίες η εξυγίανση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης απαιτεί την παρέμβαση ειδικών εθνικών συστημάτων, και ειδικότερα ενός συστήματος εγγύησης ασφάλισης ή ενός ταμείου εξυγίανσης, για την παροχή συμπληρωματικών πόρων απορρόφησης των ζημιών και αναδιάρθρωσης ή, ως ύστατη λύση, έκτακτης δημόσιας χρηματοδότησης. Οι αναγκαίες διασφαλίσεις που αποσκοπούν στην προστασία των πιστωτών θα πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζουν την ύπαρξη τέτοιων ειδικών εθνικών συστημάτων, τα οποία με τη σειρά τους πρέπει να συμμορφώνονται με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει να εφαρμόζεται πριν από τη χρήση οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης.
|
|
(40)
|
Η παρεμβολή στα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογη. Ως εκ τούτου, οι θιγόμενοι μέτοχοι, κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχοι, αιτούντες, και άλλοι πιστωτές ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν θα πρέπει να υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχαν υποστεί εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης εξυγίανσης. Η αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών αντικατοπτρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 17 του Χάρτη. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να προστατεύεται στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας εξυγίανσης, με το να διασφαλίζεται ότι η θέση κάθε θιγόμενου μετόχου, κατόχου ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχου, αιτούντος ή άλλου πιστωτή δεν επιδεινώνεται σε σχέση με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η αποτίμηση της μεταχείρισης που θα είχαν λάβει οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι και οι ζημιωθέντες σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να περιλαμβάνει κάθε πληρωμή που θα είχαν λάβει οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι και οι ζημιωθέντες από συστήματα εγγύησης ασφάλισης, κατά περίπτωση, και από οργανισμούς αποζημίωσης δυνάμει της οδηγίας 2009/103/ΕΚ. Σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό εξυγίανση σε ιδιώτη αγοραστή ή σε μεταβατική επιχείρηση, το εναπομένον μέρος της επιχείρησης υπό εξυγίανση θα πρέπει να εκκαθαρίζεται σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Οι μέτοχοι και οι πιστωτές που απομένουν στη διαδικασία εκκαθάρισης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, θα πρέπει να δικαιούνται να λάβουν κατά την εξόφληση ή κατά την αποζημίωση των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης όχι λιγότερα από όσα θα είχαν ανακτήσει εάν ολόκληρη η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
|
|
(41)
|
Για την προστασία των δικαιωμάτων των μετόχων και των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν σαφείς υποχρεώσεις όσον αφορά την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση και όσον αφορά την αποτίμηση της μεταχείρισης της οποίας θα τύγχαναν οι μέτοχοι και οι πιστωτές,, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, εάν η επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι, πριν αναληφθεί οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης, θα πρέπει να διενεργείται αντικειμενική και ρεαλιστική αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η εν λόγω αποτίμηση θα πρέπει να υπόκειται στην άσκηση προσφυγής. Ωστόσο, λόγω της φύσης της δράσης εξυγίανσης και της στενής σχέσης της με την αποτίμηση, η προσφυγή αυτή θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον όταν στρέφεται ταυτόχρονα κατά της απόφασης εξυγίανσης. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι, μετά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης, γίνεται σύγκριση μεταξύ της μεταχείρισης που έχουν λάβει πραγματικά οι μέτοχοι και οι πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, και της μεταχείρισης που θα είχαν λάβει υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εν λόγω εκ των υστέρων σύγκριση θα πρέπει να είναι δεκτική προσφυγής, εκτός από την απόφαση εξυγίανσης. Οι μέτοχοι και οι πιστωτές που έχουν λάβει μικρότερο ποσό από αυτό που θα είχαν λάβει υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας θα πρέπει να δικαιούνται την καταβολή της διαφοράς.
|
|
(42)
|
Όταν αναλαμβάνονται δράσεις εξυγίανσης, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου θα μπορούσαν να διατηρούν ορισμένες ή όλες τις παροχές που προβλέπονται στις συμβάσεις τους, και δεν θα υποχρεούνταν απαραίτητα να συνάψουν νέα ασφαλιστική σύμβαση. Σε περιπτώσεις όπου η εκκαθάριση μιας επιχείρησης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, η αλλαγή σύμβασης θα μπορούσε να συνεπάγεται κόστος αντικατάστασης για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ειδικά για τις μακροπρόθεσμες ασφαλιστικές συμβάσεις, οι συνθήκες της αγοράς και τα χαρακτηριστικά των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, καθώς και οι πρόσθετες δαπάνες, όπως τα έξοδα μεσιτείας και κλεισίματος, θα μπορούσαν να συνεπάγονται σημαντικό κόστος για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου που πρέπει να αντικαταστήσουν τις συμβάσεις τους. Κατά την εκτίμηση του εν λόγω κόστους αντικατάστασης στο πλαίσιο της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, πρέπει να υποτεθεί ότι η σύναψη νέας ασφαλιστικής σύμβασης με συγκρίσιμη κάλυψη διαθέσιμη στην αγορά έναντι των τιμών που επικρατούν στην αγορά πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία ανάληψης της δράσης εξυγίανσης.
|
|
(43)
|
Είναι σημαντικό να αναγνωρίζονται οι ζημίες κατά την πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των υπό πτώχευση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικές, συνετές και εύλογες παραδοχές κατά τη στιγμή που εφαρμόζονται τα εργαλεία εξυγίανσης. Η αξία των στοιχείων παθητικού δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επηρεάζεται από την αποτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι αποτιμήσεις με σκοπό την τεκμηρίωση της επιλογής και του σχεδιασμού των δράσεων εξυγίανσης θα πρέπει να συνάδουν με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, αλλά στο πλαίσιο της εξυγίανσης θα μπορούσαν να γίνουν στοχευμένες τροποποιήσεις στις αρχές που διέπουν το εν λόγω πλαίσιο, ιδίως όταν δεν πληρούται η υπόθεση ότι η επιχείρηση θα συνεχίσει τις δραστηριότητές της ως λειτουργούσα επιχείρηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνουν σε ταχεία αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η αποτίμηση αυτή θα πρέπει να είναι προσωρινή και να ισχύει έως ότου διενεργηθεί ανεξάρτητη αποτίμηση. Η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να ορίζει ένα πλαίσιο αρχών προς εφαρμογή κατά τη διενέργεια αυτών των αποτιμήσεων, καθώς και να αφήνει περιθώριο για την εφαρμογή, κατά περίπτωση, διαφορετικών μεθοδολογιών εκ μέρους των αρχών εξυγίανσης και των ανεξάρτητων αποτιμητών.
|
|
(44)
|
Κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και να ακολουθούν τα μέτρα που προβλέπονται στα σχέδια εξυγίανσης, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης εκτιμήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα με την ανάληψη δράσεων που δεν έχουν προβλεφθεί στα σχέδια εξυγίανσης.
|
|
(45)
|
Τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να σχεδιάζονται και να είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση ευρέος φάσματος απρόβλεπτων σεναρίων, δεδομένου ότι μπορεί να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κρίση μιας μεμονωμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και σε μια ευρύτερη συστημική κρίση. Ως εκ τούτου, τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να καλύπτουν καθένα από τα σενάρια αυτά, συμπεριλαμβανομένων της διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης υπό εξυγίανση έως τη λύση της, της πώλησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή των μετοχών της επιχείρησης υπό εξυγίανση, της σύστασης μεταβατικής επιχείρησης, του διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού από τα απομειωμένα ή μη αποδοτικά χαρτοφυλάκια της υπό πτώχευση επιχείρησης και της απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
|
|
(46)
|
Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν ορισμένες οντότητες του ομίλου παρέχουν υπηρεσίες σε επιχείρηση υπό εξυγίανση, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να διασφαλίζει ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον εν λόγω πάροχο βασικών υπηρεσιών εξακολουθούν να παρέχονται σε περιπτώσεις επιδείνωσης της οικονομικής του θέσης ως αποτέλεσμα της πτώχευσης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εντός του ίδιου ομίλου. H δε χρήση της εξουσίας αυτής είναι αναγκαία για τη διατήρηση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης που παρέχεται από άλλες οντότητες του ομίλου. Οι εν λόγω εξουσίες μπορούν να περιλαμβάνουν άσκηση εξουσιών εξυγίανσης και εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης στον πάροχο βασικών υπηρεσιών.
|
|
(47)
|
Όταν έχουν χρησιμοποιηθεί εργαλεία εξυγίανσης για τη μεταβίβαση ασφαλιστικών χαρτοφυλακίων σε υγιή οντότητα, η οποία θα μπορούσε να είναι αγοραστής του ιδιωτικού τομέα ή μεταβατική επιχείρηση, το εναπομένον μέρος της επιχείρησης θα πρέπει να ρευστοποιείται εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου. Η διάρκεια του εν λόγω χρονικού πλαισίου θα πρέπει να βασίζεται στην ανάγκη της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη, ώστε ο αγοραστής του ιδιωτικού τομέα ή η μεταβατική επιχείρηση να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης.
|
|
(48)
|
Θα πρέπει να θεσπιστούν ρυθμίσεις χρηματοδότησης σε κάθε κράτος μέλος για την αποζημίωση των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης θα πρέπει να είναι διαθέσιμες για την ικανοποίηση των απαιτήσεων μετόχων και άλλων πιστωτών σύμφωνα με την αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί η εξάρτηση από δημόσιους πόρους. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με την ιεράρχηση των πιστωτών σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ώστε να εμποδίσει την αποζημίωση μετόχων ή άλλων πιστωτών πριν από την πλήρη αποζημίωση των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων ή των αιτούντων. Ενώ θα πρέπει να αποφεύγεται η άμεση απορρόφηση των ζημιών μιας ασφαλιστικής εταιρείας, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση των εν λόγω ρυθμίσεων χρηματοδότησης για τη χρηματοδότηση άλλων δαπανών που συνδέονται με τη χρήση εργαλείων εξυγίανσης ως έσχατης λύσης, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και εφόσον τηρούνται πλήρως οι αρχές της εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν ότι οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την απορρόφηση των ζημιών των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων. Στην περίπτωση αυτή, η προβληματική επιχείρηση θα εξέλθει από την αγορά και το σύνολο ή μέρος των χαρτοφυλακίων των ασφαλιστικών συμβάσεων θα μεταβιβαστεί ως μέρος του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή σε μια μεταβατική επιχείρηση, ή θα διατηρηθούν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση, εφόσον έχει τεθεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, οι αξιώσεις των μετόχων σε σχέση με κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να έχουν απομειωθεί πριν χρησιμοποιηθούν οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης της εξυγίανσης για την απορρόφηση ζημιών. Αναγνωρίζοντας την ποικιλομορφία των αγορών ασφαλίσεων, θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη κάποια ευελιξία όσον αφορά τις ακριβείς ρυθμίσεις της εξωτερικής χρηματοδότησης, εφόσον διασφαλίζεται η διαθεσιμότητα επαρκούς ρευστότητας για την εξασφάλιση αποζημίωσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ένα κράτος μέλος θα πρέπει να επιβάλλει υποχρέωση καταβολής εισφορών μόνο στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος, και στα υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός του.
|
|
(49)
|
Το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στις αρχές εξυγίανσης να πραγματοποιούν πώληση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή μερών των δραστηριοτήτων της σε έναν ή περισσότερους αγοραστές χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων. Οι αρχές, όταν εφαρμόζουν το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για τη διάθεση προς πώληση της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή μέρους των δραστηριοτήτων της με ανοικτή, διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις, ενώ παράλληλα θα μεγιστοποιούν, όσο είναι δυνατόν, την τιμή πώλησης. Όταν, λόγω επείγουσας ανάγκης, είναι αδύνατον να εφαρμοστεί μια τέτοιου είδους διαδικασία, οι αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων στον ανταγωνισμό και στην εσωτερική αγορά.
|
|
(50)
|
Τυχόν καθαρά έσοδα από τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αποδίδονται στην επιχείρηση που απομένει στη διαδικασία εκκαθάρισης. Τυχόν καθαρά έσοδα από τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που είχε εκδώσει η επιχείρηση υπό εξυγίανση, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αποδίδονται στους ιδιοκτήτες των εν λόγω μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου και οι άλλοι πιστωτές αποζημιώνονται πρώτα, στον βαθμό που οι απαιτήσεις τους έχουν απομειωθεί χωρίς πλήρη αποζημίωση. Τα έσοδα θα πρέπει να υπολογίζονται μετά την αφαίρεση των εξόδων που προκύπτουν από την πτώχευση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και από τη διαδικασία εξυγίανσης.
|
|
(51)
|
Οι πληροφορίες σχετικά με τη διάθεση προς πώληση μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και οι διαπραγματεύσεις με δυνητικούς αγοραστές πριν από την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων είναι πιθανό να είναι ευαίσθητες και ενδέχεται να ενέχουν κινδύνους για την εμπιστοσύνη στην αγορά ασφαλίσεων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω στοιχείων, που απαιτείται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), μπορεί να καθυστερήσει για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για τον προγραμματισμό και την οργάνωση της εξυγίανσης της οικείας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
|
|
(52)
|
Μια μεταβατική επιχείρηση είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές ή ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης. Ο βασικός σκοπός της μεταβατικής επιχείρησης είναι να διασφαλίσει ότι συνεχίζουν να παρέχονται κρίσιμες λειτουργίες στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ως εκ τούτου, μια μεταβατική επιχείρηση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βιώσιμη συνεχώς λειτουργούσα επιχείρηση και να επανεντάσσεται στην αγορά αμέσως μόλις οι συνθήκες είναι κατάλληλες ή αν δεν είναι βιώσιμη.
|
|
(53)
|
Το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θα πρέπει να επιτρέπει στις αρχές να μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε χωριστό φορέα με σκοπό την απομάκρυνση, τη διαχείριση και την εκκαθάριση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Για να αποφεύγεται αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υπέρ της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, κύριος σκοπός του οποίου είναι η διευκόλυνση της μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία.
|
|
(54)
|
Ένα αποτελεσματικό καθεστώς εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εξυγιανθούν κατά τρόπο που να ελαχιστοποιεί τον αρνητικό αντίκτυπο μιας πτώχευσης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους φορολογούμενους, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η απομείωση ή η μετατροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι, πριν θιγούν οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως και εξ αντασφαλίσεως, οι μέτοχοι και οι πιστωτές μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υφίστανται πρώτα ζημίες και επωμίζονται κατάλληλο μέρος των εξόδων που προκύπτουν από την πτώχευση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αμέσως μόλις χρησιμοποιηθεί η εξουσία εξυγίανσης. Το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει, συνεπώς, να παρέχει στους μετόχους και τους πιστωτές των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και, σε ορισμένο βαθμό, στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ισχυρότερο κίνητρο για την παρακολούθηση της υγείας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό κανονικές συνθήκες.
|
|
(55)
|
Είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την αναγκαία ευελιξία, σε διάφορες περιπτώσεις, ώστε να θέτουν την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης, να μεταβιβάζουν τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό τους καλύτερους όρους για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή να επιμερίζουν τις εναπομένουσες ζημίες. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, όταν ο στόχος είναι η εξυγίανση της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ως επιχείρησης σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης και όταν μεταβιβάζονται κρίσιμες ασφαλιστικές υπηρεσίες, ενώ το εναπομένον μέρος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης παύει να λειτουργεί και εκκαθαρίζεται. Στο πλαίσιο αυτό, ενδεχομένως απαιτείται η αναδιάρθρωση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια σημαντικού μέρους της ασφαλιστικής κάλυψης και σε περίπτωση που αυτό κρίνεται ότι είναι προς το βέλτιστο συμφέρον των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου.
|
|
(56)
|
Όταν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα μιας επιχείρησης και οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου δεν υφίστανται ζημίες κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αποκατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση σε λειτουργούσα επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτήν, η εξυγίανση μέσω απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει να συνοδεύεται από την αντικατάσταση της διοίκησης, εκτός εάν η διατήρηση της διοίκησης είναι κατάλληλη και αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
|
|
(57)
|
Δεν είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε απαιτήσεις στο μέτρο που είναι εξασφαλισμένες ή με άλλον τρόπο εγγυημένες, καθώς η εν λόγω απομείωση ή μετατροπή θα μπορούσε να είναι αναποτελεσματική ή να οφείλεται στον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο της εν λόγω απομείωσης ή μετατροπής στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής είναι αποτελεσματικό και επιτυγχάνει τους στόχους του, είναι επιθυμητό να μπορεί να εφαρμόζεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμη η εξαίρεση ορισμένων ειδών μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής. Συνεπώς, για να διασφαλίσει τη συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ορισμένες υποχρεώσεις προς υπαλλήλους της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σε εμπορικές απαιτήσεις που αφορούν αγαθά και υπηρεσίες με κρίσιμη σημασία για την καθημερινή λειτουργία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Για να καλυφθούν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και οι παρελθούσες ή τρέχουσες οφειλές σε συνταξιοδοτικούς φορείς, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης έναντι συνταξιοδοτικών συστημάτων. Για να μειωθεί ο κίνδυνος αλυσιδωτών επιπτώσεων στο σύστημα, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών και έχουν απομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών ή σε υποχρεώσεις προς ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, εξαιρουμένων των οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών.
|
|
(58)
|
Η προστασία του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως και εξ αντασφαλίσεως θα πρέπει να υπόκεινται μόνο στην εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής ως μέτρου ύστατης ανάγκης και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά τις συνέπειες ενδεχόμενης απομείωσης των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
|
|
(59)
|
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν ή να εξαιρούν εν μέρει υποχρεώσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν δεν είναι δυνατόν οι εν λόγω υποχρεώσεις να απομειωθούν ή να μετατραπούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όταν η εξαίρεση είναι απολύτως απαραίτητη και αναλογική προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή όταν η εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής θα προκαλούσε καταστροφή αξίας τέτοιας ώστε οι ζημίες που επιβαρύνουν τους λοιπούς πιστωτές να είναι μεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν είχαν εξαιρεθεί. Όταν εφαρμόζονται οι εν λόγω εξαιρέσεις, το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων μπορεί να αυξηθεί ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξαιρέσεις αυτές, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών. Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να χρηματοδοτούν την εξυγίανση από τον γενικό προϋπολογισμό τους.
|
|
(60)
|
Κατά την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής σε ασφαλιστικές συμβάσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι τα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα κάλυψης βάσει του εφαρμοστέου δικαίου πληρούνται μετά την αναδιάρθρωση της σύμβασης. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να εφαρμόζει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που προέκυψαν πριν από την ημερομηνία ανάληψης της δράσης εξυγίανσης.
|
|
(61)
|
Κατά κανόνα, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των πιστωτών και η εκ του νόμου σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων σύμφωνα με το ισχύον πτωχευτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, οι ζημίες θα πρέπει να απορροφώνται κατά πρώτον από μέσα ρυθμιστικών κεφαλαίων και να επιμερίζονται στους μετόχους είτε με ακύρωση ή μεταβίβαση μετοχών είτε με σημαντική αραίωση. Όταν κάτι τέτοιο δεν επαρκεί, θα πρέπει να μετατρέπεται ή να απομειώνεται το χρέος μειωμένης εξασφάλισης. Οι υποχρεώσεις υψηλής εξασφάλισης θα πρέπει να μετατρέπονται ή να απομειώνονται μόνον όταν έχει μετατραπεί ή απομειωθεί εξ ολοκλήρου το χρέος μειωμένης εξασφάλισης. Η αμφισβήτηση της μείωσης της αξίας του μέσου ή της υποχρέωσης, ή της μετατροπής τους, που προκύπτει από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο βάσει του δικαίου του κράτους μέλους της αρχής εξυγίανσης που άσκησε τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής.
|
|
(62)
|
Εξαιρέσεις υποχρεώσεων, μεταξύ άλλων, έναντι συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εργαζομένων ή εμπορικών πιστωτών, ή όταν υπάρχει προνομιακή μεταχείριση ως προς τη σειρά εξοφλητικής προτεραιότητας, θα πρέπει να εφαρμόζονται εξίσου σε τρίτες χώρες και στην Ένωση. Για να εξασφαλιστεί ότι οι υποχρεώσεις μπορούν να απομειωθούν ή να μετατραπούν σε τρίτες χώρες, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι συμβατικές διατάξεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτων χωρών αναγνωρίζουν τη δυνατότητα αυτή. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να απαιτείται τέτοιου είδους συμβατική ρήτρα για τις υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής ή σε περίπτωση που η νομοθεσία της τρίτης χώρας ή μια δεσμευτική συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω τρίτη χώρα επιτρέπουν στην αρχή εξυγίανσης του οικείου κράτους μέλους να εφαρμόσει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής.
|
|
(63)
|
Οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα πρέπει να συμβάλλουν, στον βαθμό που είναι αναγκαίο, στον μηχανισμό κατανομής των ζημιών μιας υπό πτώχευση επιχείρησης. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα κεφαλαιακά μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 απορροφούν πλήρως τις ζημίες στο σημείο μη βιωσιμότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που πραγματοποιεί την έκδοση. Συνεπώς, θα πρέπει να απαιτείται από τις αρχές εξυγίανσης να απομειώνουν πλήρως τα εν λόγω μέσα ή να τα μετατρέπουν, κατά περίπτωση, σε μέσα της κατηγορίας 1, στο σημείο μη βιωσιμότητας και πριν από την ανάληψη άλλων δράσεων εξυγίανσης. Για τον σκοπό αυτόν, ως σημείο μη βιωσιμότητας θα πρέπει να νοείται είτε η στιγμή κατά την οποία η οικεία αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης είτε η στιγμή κατά την οποία η οικεία αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παύει να είναι βιώσιμη εάν τα εν λόγω κεφαλαιακά μέσα δεν απομειωθούν ή μετατραπούν. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να αναγνωρίζονται στις ρήτρες που διέπουν το μέσο και σε κάθε ενημερωτικό δελτίο ή έγγραφο προσφοράς που δημοσιεύεται ή παρέχεται σε σχέση με τα μέσα.
|
|
(64)
|
Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εκτέλεση της εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες νόμιμες εξουσίες οι οποίες, σε διάφορους συνδυασμούς, δύναται να ασκούνται κατά την εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης. Οι εν λόγω νομικές εξουσίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εξουσία μεταβίβασης μετοχών, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλη οντότητα, συμπεριλαμβανομένης άλλης επιχείρησης ή μεταβατικής επιχείρησης, την εξουσία απομείωσης ή ακύρωσης μετοχών, ή απομείωσης ή μετατροπής των υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, την εξουσία αντικατάστασης της διοίκησης και την εξουσία επιβολής προσωρινής αναστολής των πληρωμών απαιτήσεων. Χρειάζονται επικουρικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να απαιτούν συνέχιση των βασικών υπηρεσιών από άλλα μέλη του ομίλου.
|
|
(65)
|
Δεν είναι αναγκαίο να καθοριστούν τα ακριβή μέσα με τα οποία οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να παρεμβαίνουν στην υπό πτώχευση ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν μεταξύ της ανάληψης του ελέγχου μέσω άμεσης παρέμβασης στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή μέσω εκτελεστικής διάταξης. Θα πρέπει να αποφασίζουν ανάλογα με τις περιστάσεις της περίπτωσης.
|
|
(66)
|
Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν διαδικαστικές απαιτήσεις προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι δράσεις εξυγίανσης κοινοποιούνται δεόντως και δημοσιοποιούνται. Ωστόσο, οι πληροφορίες που λαμβάνουν οι αρχές εξυγίανσης και οι επαγγελματίες σύμβουλοί τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης είναι πιθανό να είναι ευαίσθητες και, συνεπώς, θα πρέπει να υπόκεινται σε αποτελεσματικό καθεστώς εμπιστευτικότητας πριν από τη δημοσιοποίηση της απόφασης εξυγίανσης. Κάθε πληροφορία που παρέχεται σχετικά με μια απόφαση πριν από τη λήψη της απόφασης αυτής, είτε πρόκειται για το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης είτε πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ενός συγκεκριμένου εργαλείου ή την ανάληψη οποιασδήποτε δράσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, πρέπει να θεωρείται ότι έχει αντίκτυπο στα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα που αφορά η δράση. Επομένως, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας τέτοιου είδους πληροφοριών, μεταξύ άλλων, όσον αφορά το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης ή το αποτέλεσμα κάθε αξιολόγησης που διενεργείται στο εν λόγω πλαίσιο.
|
|
(67)
|
Οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των φορολογικών αρχών δεν θα πρέπει να εμποδίζονται. Οι ανταλλαγές αυτές θα πρέπει να συνάδουν με το εθνικό δίκαιο και, σε περίπτωση που οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση της οικείας αρχής από την οποία προέρχονται.
|
|
(68)
|
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν επικουρικές εξουσίες, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της μεταβίβασης μετοχών ή χρεωστικών μέσων και στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε τρίτο αγοραστή ή σε μεταβατική επιχείρηση. Ειδικότερα, για να διευκολύνεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως χωρίς να επηρεάζεται το συνολικό προφίλ κινδύνου του σχετικού χαρτοφυλακίου και των σχετικών τεχνικών προβλέψεων και κεφαλαιακών απαιτήσεων, θα πρέπει να διατηρούνται τα οικονομικά οφέλη που προβλέπονται από τις συμφωνίες αντασφάλισης. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν τις απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως μαζί με τα αντίστοιχα δικαιώματα αντασφάλισης. Η εν λόγω δυνατότητα θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την εξουσία άρσης των δικαιωμάτων τρίτων μερών από τα μεταβιβασθέντα μέσα ή στοιχεία ενεργητικού, την εξουσία αναγκαστικής εκτέλεσης συμβάσεων και την εξουσία πρόβλεψης της συνέχισης των ρυθμίσεων όσον αφορά τον αποδέκτη των στοιχείων ενεργητικού και μετοχών που μεταβιβάστηκαν. Επίσης δεν θα πρέπει να θίγεται το δικαίωμα ενός μέρους να καταγγείλει μια σύμβαση με επιχείρηση υπό εξυγίανση ή με οντότητα ομίλου της, για λόγους πέραν της εξυγίανσης της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Επιπλέον, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν την επικουρική εξουσία να ζητούν από την εναπομένουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εκκαθαρίζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, να παρέχει υπηρεσίες οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε να είναι σε θέση να ασκεί τις δραστηριότητές της η επιχείρηση στην οποία έχουν μεταβιβαστεί τα στοιχεία ενεργητικού ή οι μετοχές, δυνάμει της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης.
|
|
(69)
|
Σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επομένως να υπόκεινται στην άσκηση προσφυγής.
|
|
(70)
|
Τα μέτρα διαχείρισης κρίσεων που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης ενδέχεται να απαιτούν σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις και μεγάλη διακριτική ευχέρεια. Οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την απαιτούμενη ειδική εμπειρογνωσία που χρειάζεται για τη διενέργεια τέτοιων εκτιμήσεων και τον προσδιορισμό της ενδεικνυόμενης χρήσης του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας. Είναι επομένως σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνουν εν προκειμένω οι αρχές εξυγίανσης θα χρησιμοποιούνται ως βάση από τα εθνικά δικαστήρια όταν εξετάζουν τα σχετικά μέτρα διαχείρισης κρίσεων. Ωστόσο, ο σύνθετος χαρακτήρας των εν λόγω εκτιμήσεων δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αν τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η αρχή εξυγίανσης είναι αντικειμενικά ακριβή, αξιόπιστα και συνεκτικά, αν τα στοιχεία αυτά περιέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί μια πολύπλοκη κατάσταση και αν η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να τεκμηριώσει τα συμπεράσματά της.
|
|
(71)
|
Για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι η άσκηση προσφυγής δεν έχει ως αποτέλεσμα την αυτόματη αναστολή των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι η απόφαση της αρχής εξυγίανσης είναι άμεσα εκτελεστή, τεκμαιρομένου ότι η αναστολή της θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον.
|
|
(72)
|
Είναι αναγκαίο να προστατεύονται τρίτα μέρη που έχουν αποκτήσει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση καλή τη πίστει λόγω της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές. Είναι εξίσου αναγκαίο να διασφαλίζεται η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Συνεπώς, το δικαίωμα προσφυγής κατά απόφασης εξυγίανσης δεν θα πρέπει να επηρεάζει τυχόν μεταγενέστερες διοικητικές πράξεις ή συναλλαγές πραγματοποιηθείσες με βάση ακυρούμενη απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ένδικα βοηθήματα που μπορούν να ασκηθούν κατά καταχρηστικής απόφασης θα πρέπει να περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για τις ζημίες που υπέστησαν τα θιγόμενα πρόσωπα.
|
|
(73)
|
Μπορεί να χρειαστεί να αναληφθούν επειγόντως μέτρα διαχείρισης κρίσεων λόγω σοβαρών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος και στην Ένωση. Κάθε διαδικασία βάσει του εθνικού δικαίου σχετικά με την αίτηση για εκ των προτέρων δικαστική έγκριση ενός μέτρου διαχείρισης κρίσεων και η εξέταση της εν λόγω αίτησης από το δικαστήριο θα πρέπει, συνεπώς, να είναι ταχείες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η οικεία αρχή μπορεί να λάβει την απόφασή της αμέσως μετά την έγκριση του δικαστηρίου. Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να υποβάλουν στο δικαστήριο αίτημα ακύρωσης της απόφασης. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να παρέχεται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη του μέτρου διαχείρισης κρίσεων από την αρχή εξυγίανσης, προκειμένου να μη καθυστερήσει αδικαιολόγητα η εφαρμογή της απόφασης εξυγίανσης.
|
|
(74)
|
Η αποτελεσματική εξυγίανση και η ανάγκη να αποφεύγονται συγκρούσεις δικαιοδοσίας προϋποθέτουν να μην κινούνται ούτε να συνεχίζονται κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας έναντι μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ενόσω μια αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης ή εφαρμόζει εργαλεία εξυγίανσης, παρά μόνο με πρωτοβουλία ή με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι ορισμένες συμβατικές υποχρεώσεις μπορούν να ανασταλούν για περιορισμένο χρονικό διάστημα ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να εφαρμόσουν τα εργαλεία εξυγίανσης. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις σχετιζόμενες με τα συστήματα που ορίζει ένα κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Η οδηγία 98/26/ΕΚ μειώνει τον κίνδυνο που συνδέεται με τη συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών και συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ιδίως μέσω της μείωσης της διαταραχής σε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός συμμετέχοντος σε τέτοιο σύστημα. Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω μέτρα προστασίας συνεχίζουν να εφαρμόζονται σε καταστάσεις κρίσης και ότι διατηρείται η κατάλληλη βεβαιότητα για τους διαχειριστές συστημάτων πληρωμών και αξιογράφων και άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Ως εκ τούτου, ένα μέτρο πρόληψης κρίσεων ή ένα μέτρο διαχείρισης κρίσεων δεν θα πρέπει να θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας 98/26/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να εκπληρώνονται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχετικές συμβάσεις.
|
|
(75)
|
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης, όταν μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σε αγοραστή του ιδιωτικού τομέα ή σε μεταβατική επιχείρηση, διαθέτουν επαρκή χρόνο για τον προσδιορισμό των συμβάσεων που θα πρέπει να μεταβιβαστούν. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τα δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων να καταγγέλλουν, να επιταχύνουν ή να λύουν με άλλον τρόπο τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Οι εν λόγω περιορισμοί θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρχές εξυγίανσης να αποκτούν πραγματική εικόνα του ισολογισμού της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς τις αλλαγές στην αξία και το πεδίο εφαρμογής που θα επέφερε η εκτεταμένη άσκηση των δικαιωμάτων καταγγελίας, και θα πρέπει να συμβάλλουν στην αποφυγή της δημιουργίας αστάθειας στην αγορά. Ωστόσο, η παρέμβαση στα συμβατικά δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων θα πρέπει να περιορίζεται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό. Οι περιορισμοί στα δικαιώματα καταγγελίας που επιβάλλονται από τις αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με μέτρα διαχείρισης κρίσεων ή γεγονότα που συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή τέτοιων μέτρων. Συνεπώς, τα δικαιώματα καταγγελίας που απορρέουν από κάθε άλλη αθέτηση υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της παύσης πληρωμών ή της απόδοσης περιθωρίου, θα πρέπει να διατηρούνται.
|
|
(76)
|
Είναι αναγκαίο να διατηρηθούν οι νόμιμες ρυθμίσεις της κεφαλαιαγοράς σε περίπτωση μεταβίβασης ορισμένων, αλλά όχι όλων, των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν διασφαλίσεις για την πρόληψη της κατάτμησης συνδεδεμένων υποχρεώσεων ή δικαιωμάτων και συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο που καλύπτονται από συμφωνίες εγγυοδοσίας, συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού και συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τέτοιου είδους διασφαλίσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να δεσμεύονται να μεταβιβάζουν όλες τις συνδεδεμένες συμβάσεις στο πλαίσιο μιας προστατευμένης ρύθμισης ή να τις αφήνουν όλες στην εναπομένουσα υπό πτώχευση ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Με αυτά τα μέτρα θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι δεν θίγεται η μεταχείριση ως προς τα υποχρεωτικά κεφάλαια των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που υπόκεινται σε συμφωνία συμψηφισμού για τους σκοπούς της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
|
|
(77)
|
Προκειμένου να εξασφαλιστεί χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση, θα πρέπει να θεσπιστεί καθεστώς αναστολής για τα δικαιώματα εξαγοράς των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου. Το εν λόγω καθεστώς αναστολής και η επακόλουθη χρηματοπιστωτική σταθερότητα για την οικεία επιχείρηση θα πρέπει να παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης επαρκή χρόνο για την αποτίμηση των εν λόγω επιχειρήσεων και την αξιολόγηση των εργαλείων εξυγίανσης που θα πρέπει να εφαρμοστούν. Ένα τέτοιου είδους καθεστώς αναστολής θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου και, ως εκ τούτου, να αποτρέπει δυνητικές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου που δεν θα ήταν μεταξύ των πρώτων που θα εξαγοράσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιό τους. Επειδή ένας από τους στόχους της εξυγίανσης είναι η συνέχεια της ασφαλιστικής κάλυψης, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου θα πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλουν υποχρεωτικές πληρωμές στο πλαίσιο των σχετικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση των ετήσιων προσόδων.
|
|
(78)
|
Η διασφάλιση ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τα ίδια εργαλεία και τις ίδιες εξουσίες εξυγίανσης θα διευκολύνει τη συντονισμένη δράση σε περίπτωση πτώχευσης ενός διασυνοριακού ομίλου. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαία η ανάληψη περαιτέρω δράσεων για την προώθηση της συνεργασίας και την αποτροπή κατακερματισμένων εθνικών αποκρίσεων. Για να συμφωνήσουν σε έναν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου κατά την εξυγίανση οντοτήτων του ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, επομένως, να υποχρεούνται να διαβουλεύονται μεταξύ τους και να συνεργάζονται στο πλαίσιο σωμάτων εξυγίανσης. Προκειμένου να προβλεφθεί ένα φόρουμ συζήτησης και επίτευξης τέτοιας συμφωνίας, θα πρέπει να συγκροτούνται σώματα εξυγίανσης γύρω από τον πυρήνα των υφιστάμενων σωμάτων εποπτικών αρχών, στα οποία να περιλαμβάνονται οι αρχές εξυγίανσης και να συμμετέχουν αρμόδια υπουργεία, η ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, αρχές αρμόδιες για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης. Τα σώματα εξυγίανσης δεν θα πρέπει να είναι φορείς λήψης αποφάσεων, αλλά πλατφόρμες που θα διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων από τις εθνικές αρχές, ενώ θα πρέπει να εναπόκειται στις οικείες εθνικές αρχές να λαμβάνουν τις κοινές αποφάσεις.
|
|
(79)
|
Μετά τις κανονιστικές εξελίξεις για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, την πείρα που αποκτήθηκε από την κρίση αυτή και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ, θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία θα αξιολογείται η καταλληλότητα των ελάχιστων κοινών προτύπων για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης εντός της Ένωσης. Η εν λόγω έκθεση θα πρέπει τουλάχιστον: να αξιολογεί την κατάσταση των συστημάτων εγγύησης ασφάλισης στα κράτη μέλη (επίπεδο κάλυψης, είδη καλυπτόμενης ασφάλισης, παράγοντες ενεργοποίησης)· να συζητά τις επιλογές πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων επιλογών πολιτικής, όπως η χρήση συστημάτων εγγύησης ασφάλισης για τη συνέχεια ή την εκκαθάριση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, λαμβάνοντας έτσι δεόντως υπόψη τις διαφορές μεταξύ των ασφαλιστικών προϊόντων στα διάφορα κράτη μέλη· να αξιολογεί την αναγκαιότητα θέσπισης και, κατά περίπτωση, να περιγράφει τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση ελάχιστης βάσης αναφοράς για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης σε ολόκληρη την Ένωση. Η έκθεση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση.
|
|
(80)
|
Για την εξυγίανση των διασυνοριακών ομίλων θα πρέπει να επιτυγχάνεται εξισορρόπηση μεταξύ, αφενός, της ανάγκης για διαδικασίες που λαμβάνουν υπόψη την κρισιμότητα της κατάστασης και προσφέρουν αποτελεσματικές, δίκαιες και έγκαιρες λύσεις για ολόκληρο τον όμιλο και, αφετέρου, της αναγκαιότητας να προστατευθούν οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, η πραγματική οικονομία και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος. Ως εκ τούτου, οι διάφορες αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να ανταλλάσσουν τις απόψεις τους στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, και κάθε δράση εξυγίανσης που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να προετοιμάζεται και να συζητείται μεταξύ των διαφόρων αρχών εξυγίανσης στο πλαίσιο των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου. Προκειμένου να καθίστανται εφικτές οι ταχείες και κοινές αποφάσεις, όπου είναι δυνατόν, τα σώματα εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των αρχών εξυγίανσης όλων των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος.
|
|
(81)
|
Στις δράσεις εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις τους στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη μια θυγατρική επιχείρηση θα πρέπει να δύνανται να αντιτάσσονται, ως ύστατη λύση και σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, στις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, όταν οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης έχουν την άποψη ότι οι δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης δεν είναι κατάλληλα είτε λόγω της ανάγκης προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της πραγματικής οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στο εν λόγω κράτος μέλος είτε λόγω υποχρεώσεων στις οποίες υπόκεινται συγκρίσιμες επιχειρήσεις στα εν λόγω κράτη μέλη.
|
|
(82)
|
Οι μηχανισμοί εξυγίανσης ομίλου θα πρέπει να διευκολύνουν τη συντονισμένη εξυγίανση, η οποία είναι πιθανότερο να αποφέρει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα για όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να προτείνουν μηχανισμούς εξυγίανσης του ομίλου και να υποβάλουν τους μηχανισμούς αυτούς στο σώμα εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης που διαφωνούν με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου ή αποφασίζουν να αναλάβουν ανεξάρτητη δράση εξυγίανσης θα πρέπει να επεξηγούν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και σε άλλες αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου τους λόγους της διαφωνίας τους και να κοινοποιούν τους λόγους αυτούς μαζί με λεπτομέρειες για κάθε ανεξάρτητη δράση εξυγίανσης που προτίθενται να αναλάβουν. Αρχή εξυγίανσης που αποφασίζει να αποχωρήσει από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της εν λόγω αποχώρησης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται οι άλλες αρχές εξυγίανσης, και τις πιθανές επιπτώσεις της εν λόγω αποχώρησης σε άλλα μέρη του ομίλου.
|
|
(83)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συντονισμένη δράση σε επίπεδο ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να καλούνται να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο ενός μηχανισμού εξυγίανσης ομίλου, το ίδιο εργαλείο σε οντότητες που ανήκουν στον όμιλο και πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει, επομένως, να έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης σε επίπεδο ομίλου με σκοπό τη σταθεροποίηση ενός ομίλου στο σύνολό του και τη μεταβίβαση της κυριότητας των θυγατρικών επιχειρήσεων στη μεταβατική επιχείρηση με σκοπό την περαιτέρω πώληση των εν λόγω θυγατρικών επιχειρήσεων είτε ως σύνολο είτε μεμονωμένα, όταν οι συνθήκες της αγοράς είναι κατάλληλες. Επιπλέον, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να εφαρμόζει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε επίπεδο μητρικής επιχείρησης.
|
|
(84)
|
Για την αποτελεσματική εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων με διεθνείς δραστηριότητες απαιτείται συνεργασία μεταξύ των αρχών εξυγίανσης των κρατών μελών και τρίτων χωρών. Για τον σκοπό αυτόν, όταν δικαιολογείται από τη συγκεκριμένη κατάσταση, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να καταρτίζει και να προσχωρεί σε μη δεσμευτικές ρυθμίσεις-πλαίσια συνεργασίας με τις αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να επιτρέπεται στις εθνικές αρχές να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με τις συμφωνίες-πλαίσιο συνεργασίας της ΕΑΑΕΣ. Η κατάρτιση τέτοιου είδους διμερών συμφωνιών θα πρέπει να εξασφαλίζει αποτελεσματικό σχεδιασμό, λήψη αποφάσεων και συντονισμό όσον αφορά τις εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με διεθνείς δραστηριότητες. Προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, οι εν λόγω διμερείς συμφωνίες θα πρέπει να είναι αμοιβαίες, με τις αρχές εξυγίανσης να αναγνωρίζουν και να επιβάλλουν αμοιβαία τις διαδικασίες, εκτός εάν ισχύει οποιαδήποτε εξαίρεση που επιτρέπει την απόρριψη της αναγνώρισης των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας.
|
|
(85)
|
Η συνεργασία μεταξύ των αρχών εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει χώρα όσον αφορά τις θυγατρικές επιχειρήσεις ομίλων της Ένωσης ή τρίτων χωρών και όσον αφορά υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων της Ένωσης ή τρίτων χωρών. Οι θυγατρικές επιχειρήσεις ομίλων τρίτων χωρών είναι επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ένωση και, συνεπώς, υπόκεινται πλήρως στο ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής κάθε εργαλείου εξυγίανσης. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο τα κράτη μέλη να διατηρούν το δικαίωμα να δρουν σε σχέση με υποκαταστήματα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, όταν η αναγνώριση και η εφαρμογή διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας όσον αφορά το υποκατάστημα θα έθετε σε κίνδυνο την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση ή όταν οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου στην Ένωση δεν θα τύγχαναν ίσης μεταχείρισης με τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου της τρίτης χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα, αφού ζητήσουν τη γνώμη της οικείας αρχής εξυγίανσης, να αρνηθούν την αναγνώριση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας.
|
|
(86)
|
Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη συνύπαρξη των εθνικών συστημάτων εγγύησης ασφάλισης με το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης, ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδότησης των εθνικών συστημάτων εγγύησης ασφάλισης. Η χρήση εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα πρέπει να εμποδίζει τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και άλλους αιτούντες να αποζημιώνονται μέσω των εν λόγω εθνικών συστημάτων εγγύησης ασφάλισης.
|
|
(87)
|
Η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να προωθεί τη σύγκλιση των πρακτικών των αρχών εξυγίανσης μέσω κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Ειδικότερα, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να προσδιορίζει όλα τα ακόλουθα: α) περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τα κριτήρια που αφορούν την εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων για ορισμένες επιχειρήσεις· β) ένα φάσμα σεναρίων για σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και έναν ελάχιστο κατάλογο ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών· γ) τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών· δ) περαιτέρω ζητήματα και κριτήρια για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης· ε) τις λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, και τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί κάθε μέτρο· και στ) τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή για τους σκοπούς των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας.
|
|
(88)
|
Τα τεχνικά πρότυπα για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα πρέπει να διευκολύνουν τη συνεπή εναρμόνιση και την επαρκή προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Καθώς αποτελεί όργανο με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης τεχνογνωσίας, θα ήταν αποτελεσματικό και σκόπιμο να ανατίθεται στην ΕΑΑΕΣ η κατάρτιση σχεδίων κανονιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που δεν συνεπάγονται πολιτικές επιλογές, τα οποία να υποβάλλονται στην Επιτροπή.
|
|
(89)
|
Η Επιτροπή θα πρέπει, όπου αυτό προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, να εγκρίνει με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ώστε να καθοριστούν: α) τα κριτήρια για την υπαγωγή μιας επιχείρησης σε σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης, οι μέθοδοι που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των μεριδίων αγοράς για τους σκοπούς του σχεδιασμού ανάκαμψης, και οι πληροφορίες που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης· β) το περιεχόμενο των σχεδίων εξυγίανσης και το περιεχόμενο των σχεδίων εξυγίανσης ομίλου· γ) διάφορα στοιχεία σχετικά με την αποτίμηση, όπως, μεταξύ άλλων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ένα πρόσωπο θεωρείται ανεξάρτητο για τους σκοπούς της αποτίμησης, μεθοδολογίες για την εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού στο πλαίσιο της εξυγίανσης, ο διαχωρισμός των διαφόρων αποτιμήσεων, η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του αποθέματος ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις προσωρινές αποτιμήσεις, μεθοδολογίες και αρχές για την αποτίμηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα και η μεθοδολογία για τη διενέργεια της αποτίμησης της διαφορετικής μεταχείρισης· δ) το περιεχόμενο των συμβατικών ρητρών που θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας· ε) η επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εξυγίανσης. Η Επιτροπή θα πρέπει, όπου αυτό προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, να εγκρίνει με εκτελεστικές πράξεις δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ώστε να καθοριστούν οι διαδικασίες, το περιεχόμενο και η ελάχιστη δέσμη τυποποιημένων εντύπων και υποδειγμάτων για την παροχή πληροφοριών για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και της συνεργασίας από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
|
|
(90)
|
Η οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), η οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) και η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) περιέχουν κανόνες για την προστασία των μετόχων και των πιστωτών των επιχειρήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών. Σε μια κατάσταση όπου οι αρχές εξυγίανσης πρέπει να δράσουν ταχέως, οι εν λόγω κανόνες ενδέχεται να παρεμποδίζουν την αποτελεσματική δράση εξυγίανσης και την εφαρμογή των εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης. Οι παρεκκλίσεις βάσει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) και του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) θα πρέπει, συνεπώς, να επεκταθούν σε δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Για να διασφαλίζεται η μέγιστη ασφάλεια δικαίου υπέρ των ενδιαφερομένων, οι εν λόγω παρεκκλίσεις θα πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια, να είναι περιορισμένες και να χρησιμοποιούνται μόνο προς το δημόσιο συμφέρον και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της εξυγίανσης.
|
|
(91)
|
Για την παροχή επαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών και πρόσβασης σε όλες τις ενδιαφερόμενες αρχές, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης εκπροσωπούνται σε όλα τα σχετικά φόρουμ και ότι η ΕΑΑΕΣ επωφελείται από την εμπειρογνωσία που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με την ανάκαμψη και την εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε οι αρχές εξυγίανσης να ορίζονται ως αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στον εν λόγω κανονισμό. Η εξομοίωση αυτή μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των αρμόδιων αρχών συνάδει με τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 με σκοπό να συμβάλλει και να συμμετέχει ενεργά στην κατάρτιση και τον συντονισμό των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης.
|
|
(92)
|
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων τους και το διοικητικό, το διαχειριστικό ή το εποπτικό τους όργανο συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την εξυγίανση των εν λόγω επιχειρήσεων. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων τους και το διοικητικό, το διαχειριστικό ή το εποπτικό τους όργανο υπόκεινται σε παρόμοια μεταχείριση σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα αποτελεσματικού, αναλογικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα. Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα τέτοιου είδους θα πρέπει να πληρούν ορισμένες ουσιώδεις απαιτήσεις ως προς τους αποδέκτες, τα κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή άλλου διοικητικού μέτρου, τη δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων, τις βασικές εξουσίες επιβολής κυρώσεων και τα επίπεδα των διοικητικών προστίμων. Η ΕΑΑΕΣ, τηρώντας αυστηρά το επαγγελματικό απόρρητο, θα πρέπει να διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων για την αποθήκευση όλων των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και των πληροφοριών περί προσφυγών που της κοινοποιούν εποπτικές αρχές και αρχές εξυγίανσης.
|
|
(93)
|
Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να θεσπίζουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις ή λοιπά διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβιάσεις της παρούσας οδηγίας που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Ωστόσο, η διατήρηση ποινικών κυρώσεων αντί διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων για παραβάσεις δεν θα πρέπει να μειώνει ούτε να επηρεάζει με άλλον τρόπο την ικανότητα των αρχών εξυγίανσης και των εποπτικών αρχών για συνεργασία, πρόσβαση και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές εξυγίανσης και τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών, ακόμη και μετά από τυχόν παραπομπή των σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές προκειμένου να ασκηθεί δίωξη.
|
|
(94)
|
Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η εναρμόνιση των κανόνων και των διαδικασιών εξυγίανσης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως λόγω των επιπτώσεων που θα είχε η πτώχευση μιας επιχείρησης σε ολόκληρη την Ένωση να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.
|
|
(95)
|
Οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης, όταν λαμβάνουν αποφάσεις ή αναλαμβάνουν δράσεις στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να λαμβάνουν πάντα δεόντως υπόψη τον αντίκτυπο των αποφάσεών και των ενεργειών τους στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών μελών, και θα πρέπει να εξετάζουν τη σημασία της κάθε θυγατρικής επιχείρησης ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία του κράτους μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εν λόγω θυγατρική επιχείρηση ή ασκούνται οι δραστηριότητες, ακόμη και σε περιπτώσεις που η θυγατρική επιχείρηση ή οι σχετικές διασυνοριακές δραστηριότητες είναι ήσσονος σημασίας για τον όμιλο.
|
|
(96)
|
Το αργότερο πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας η Επιτροπή θα πρέπει, με βάση την πείρα που αποκτήθηκε και μετά από διαβούλευση με την ΕΑΑΕΣ, να διενεργήσει αξιολόγηση και να υποβάλει λεπτομερέστερη έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εστιάζοντας σε επιλεγμένες πτυχές της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας,
|
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2024.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
BÓKA J.
1. Επισκόπηση
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|