2. Κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της εκκαθάρισης, οι αρχές εξυγίανσης εξετάζουν τον πιθανό αντίκτυπο της εκκαθάρισης του ιδρύματος ή του ομίλου στα χρηματοπιστωτικά συστήματα κάθε κράτους μέλους ή της Ένωσης, για τη διασφάλιση της συνέχειας της πρόσβασης στις κρίσιμες λειτουργίες που επιτελούνται από το ίδρυμα ή τον όμιλο και την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τις λειτουργίες που εκτελεί το ίδρυμα ή ο όμιλος και εκτιμούν κατά πόσον θα ήταν πιθανό να έχει η εκκαθάριση σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία:
|
α)
|
στη λειτουργία της χρηματοπιστωτικής αγοράς και στην εμπιστοσύνη της αγοράς·
|
|
β)
|
στις υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών, ειδικότερα:
|
i)
|
κατά πόσον η αιφνίδια παύση των δραστηριοτήτων θα περιόριζε την εύρυθμη λειτουργία των υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών κατά τρόπο που επηρεάζει αρνητικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του·
|
|
ii)
|
αν και σε ποιον βαθμό οι υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δίαυλοι μετάδοσης κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης·
|
|
|
γ)
|
σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ιδίως:
|
i)
|
αν η εκκαθάριση θα αύξανε το χρηματοδοτικό κόστος άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή αν θα μείωνε τη διαθεσιμότητα χρηματοδότησης προς αυτά με τρόπο που παρουσιάζει κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·
|
|
ii)
|
στον κίνδυνο άμεσης και έμμεσης μετάδοσης και στις μακροοικονομικές επιπτώσεις ανάδρασης·
|
|
|
δ)
|
στην πραγματική οικονομία, και ιδίως στη διαθεσιμότητα κρίσιμων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
|