+Άρθρο 24 Γενικές αρχές και πληροφόρηση των πελατών
---+Άρθρο 24 1.
---+Άρθρο 24 2.
---+Άρθρο 24 3.
---+Article 24 3a.
---+Article 24 3b.
---+Article 24 3c.
---+Article 24 3d.
---+Article 24 3e.
---+Άρθρο 24 4.
---+Άρθρο 24 5.
---+Article 24 5a.
---+Άρθρο 24 6.
---+Άρθρο 24 7.
---+Άρθρο 24 8.
---+Άρθρο 24 9.
---+Article 24 9a.
---+Άρθρο 24 10.
---+Άρθρο 24 11.
---+Άρθρο 24 12.
---+Άρθρο 24 13.
---+Άρθρο 24 14.

Άρθρο 24 Γενικές αρχές και πληροφόρηση των πελατών

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 24 1.
Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε επιχείρηση επενδύσεων να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη και επαγγελματισμό κατά την παροχή επενδυτικών ή, κατά περίπτωση, παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της, και να συμμορφώνεται ιδίως με τις αρχές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 25.
Άρθρο 24 2.
Επιχειρήσεις επενδύσεων που κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα προς πώληση σε πελάτες, εξασφαλίζουν ότι αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα σχεδιάζονται με τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας προσδιορισμένης αγοράς-στόχου τελικών πελατών, εντός της αντίστοιχης κατηγορίας πελατών, ότι η στρατηγική για τη διανομή των χρηματοπιστωτικών μέσων είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο και ότι η επιχείρηση επενδύσεων ενεργεί τα ευλόγως πρακτέα για να εξασφαλίσει ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο διανέμεται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο.

Μια επιχείρηση επενδύσεων κατανοεί τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία προσφέρει ή συνιστά, αξιολογεί τη συμβατότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων με τις ανάγκες των πελατών στους οποίους παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3, και εξασφαλίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα προσφέρονται ή συνιστώνται μόνο όταν αυτό είναι προς το συμφέρον του πελάτη.

Άρθρο 24 3.
Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από επιχείρηση επενδύσεων σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.
Article 24 3a.
Research produced by investment firms or by third parties and used by, or distributed to, investment firms, their clients or potential clients, shall be fair, clear and not misleading. Research shall be clearly identifiable as such or in similar terms, provided that all conditions laid down in Commission Delegated Regulation (EU) 2017/565 ( 13 ) applicable to the research are met.
Article 24 3b.
Investment firms providing portfolio management or other investment services or ancillary services shall ensure that the research they distribute to clients or potential clients which is paid for, in full or in part, by an issuer shall be labelled as ‘issuer-sponsored research’ only if it is produced in compliance with the EU code of conduct for issuer-sponsored research referred to in paragraph 3c.
Article 24 3c.
ESMA shall develop draft regulatory technical standards to establish an EU code of conduct for issuer-sponsored research. That code of conduct shall set out standards of independence and objectivity, and specify procedures and measures for the effective identification, prevention and disclosure of conflicts of interest.

In developing the regulatory technical standards on the EU code of conduct for issuer-sponsored research, ESMA shall take into account the content and parameters of codes of conduct for issuer-sponsored research which have been established at national level prior to the date of application of the regulatory technical standards, especially where such codes have been widely endorsed and adhered to. ESMA shall also, where applicable, take into account the relevant obligations and standards on investment recommendations set out in Article 20 of Regulation (EU) No 596/2014.

ESMA shall submit those draft regulatory technical standards to the Commission by 5 December 2025.

Power is delegated to the Commission to supplement this Directive by adopting the regulatory technical standards referred to in the first subparagraph of this paragraph in accordance with Articles 10 to 14 of Regulation (EU) No 1095/2010.

The EU code of conduct for issuer-sponsored research shall be made publicly available on ESMA’s website.

ESMA shall assess at least every five years following the adoption of the regulatory technical standards referred to in the first subparagraph of this paragraph, whether the EU code of conduct for issuer-sponsored research needs to be amended, in which case it shall submit draft regulatory technical standards to the Commission.

Member States shall provide that investment firms that produce or distribute issuer-sponsored research have in place organisational arrangements to ensure that such research is produced in compliance with the EU code of conduct for issuer-sponsored research and complies with paragraphs 3a, 3b and 3e.

Article 24 3d.
Member States shall ensure that any issuer may submit its issuer-sponsored research, as referred to in paragraph 3b of this Article, to the relevant collection body as defined in Article 2, point (2), of Regulation (EU) 2023/2859 of the European Parliament and of the Council ( 14 ).

When submitting that research to the collection body, the issuer shall ensure that it is accompanied by metadata specifying that the information complies with the EU code of conduct for issuer-sponsored research. Such research shall not be considered to be regulated information within the meaning of Directive 2004/109/EC nor investment research within the meaning of this Directive and shall therefore not be subject to the same level of regulatory scrutiny as regulated information or investment research.

Article 24 3e.
Research that is labelled as ‘issuer-sponsored research’ shall indicate on its front page in a clear and prominent way that it has been prepared in accordance with the EU code of conduct for issuer-sponsored research. Any other research material paid, in full or in part by the issuer but not prepared in compliance with that EU code of conduct for issuer-sponsored research shall be labelled as a marketing communication.
Άρθρο 24 4.

Στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες παρέχεται εγκαίρως κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με την επιχείρηση επενδύσεων και τις υπηρεσίες της, τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, τους τόπους εκτέλεσης και το κόστος και τις συναφείς επιβαρύνσεις. Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει τα εξής:

α) 

κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η επιχείρηση επενδύσεων πρέπει, εγκαίρως πριν από την παροχή των επενδυτικών συμβουλών, να ενημερώνει τον πελάτη:

i) 

εάν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση ή όχι,

ii) 

εάν οι συμβουλές στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση των διαφόρων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων και, ιδίως, εάν το εύρος αυτό περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή διατίθενται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με την επιχείρηση επενδύσεων, ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως συμβατικές σχέσεις, που είναι τόσο στενές ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος εξασθένισης της ανεξάρτητης βάσης των παρεχομένων συμβουλών,

iii) 

εάν η επιχείρηση επενδύσεων διαθέσει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων που προτείνονται στον εν λόγω πελάτη,

β) 

οι πληροφορίες για τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές πρέπει να περιλαμβάνουν κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών και να αναφέρεται εάν το χρηματοπιστωτικό μέσο απευθύνεται σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες, λαμβάνοντας υπόψη την προσδιορισμένη αγορά-στόχο σύμφωνα με την παράγραφο 2,

γ) 

οι πληροφορίες για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες που να σχετίζονται τόσο με τις επενδυτικές όσο και με τις παρεπόμενες υπηρεσίες, περιλαμβάνοντας το κόστος των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, το κόστος του χρηματοπιστωτικού μέσου που συνιστάται ή διαφημίζεται στον πελάτη, και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί ο πελάτης να το πληρώσει, περιλαμβάνοντας και όλες τις πληρωμές προς τρίτους.

Οι πληροφορίες σχετικά με όλα τα κόστη και τις επιβαρύνσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την επενδυτική υπηρεσία και το χρηματοπιστωτικό μέσο, και που δεν προκαλούνται από την εμφάνιση υποκείμενου κινδύνου της αγοράς, αθροίζονται για να επιτρέψουν στον πελάτη να κατανοήσει το συνολικό κόστος καθώς και το αθροιστικό αποτέλεσμά του στην απόδοση της επένδυσης και, αν το ζητήσει ο πελάτης, συνοδεύονται από αναλυτική καταγραφή του κόστους. Εφόσον απαιτείται, οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στον πελάτη σε τακτική βάση, τουλάχιστον ετήσια, στη διάρκεια ισχύος της επένδυσης.

Αν η συμφωνία για αγορά ή πώληση χρηματοπιστωτικού μέσου έχει συναφθεί μέσω επικοινωνίας εξ αποστάσεως, που δεν καθιστά δυνατή την εκ των προτέρων παράδοση πληροφοριών σχετικά με το κόστος και τις επιβαρύνσεις, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να παρέχει τέτοιου είδους πληροφορίες κόστους και επιβαρύνσεων είτε σε ηλεκτρονική μορφή είτε σε έντυπη μορφή, εφόσον το ζητήσει ιδιώτης πελάτης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) 

ο πελάτης έχει συμφωνήσει να λάβει τις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής·

ii) 

η επιχείρηση επενδύσεων έχει προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει την ολοκλήρωση της συναλλαγής έως ότου ο πελάτης λάβει τις πληροφορίες.

Επιπροσθέτως προς τις απαιτήσεις του τρίτου εδαφίου, η επιχείρηση επενδύσεων υποχρεούται να παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να λαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με το κόστος και τις επιβαρύνσεις τηλεφωνικώς πριν από τη σύναψη της συναλλαγής.

Άρθρο 24 5.
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 9 παρέχονται σε κατανοητή μορφή κατά τρόπο ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου είδους του προσφερόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις. Τα κράτη μέλη μπορεί να ζητήσουν οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή.
Article 24 5a.
Investment firms shall provide all information required to be provided by this Directive to clients or potential clients in electronic format, except where the client or potential client is a retail client or potential retail client who has requested receiving the information on paper, in which case that information shall be provided on paper, free of charge.

Investment firms shall inform retail clients or potential retail clients that they have the option of receiving the information on paper.

Investment firms shall inform existing retail clients that receive the information required to be provided by this Directive on paper of the fact that they will receive that information in electronic format at least eight weeks before sending that information in electronic format. Investment firms shall inform those existing retail clients that they have the choice either to continue receiving information on paper or to switch to information in electronic format. Investment firms shall also inform existing retail clients that an automatic switch to the electronic format will occur if they do not request the continuation of the provision of the information on paper within that eight week period. Existing retail clients who already receive the information required to be provided by this Directive in electronic format do not need to be informed.

Άρθρο 24 6.
Όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη, όσον αφορά τις απαιτήσεις στο πεδίο της παροχής πληροφοριών, η εν λόγω υπηρεσία δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με τις παραγράφους 3, 4 και 5 υποχρεώσεις.
Άρθρο 24 7.

Όταν η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει τον πελάτη ότι παρέχονται επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση, η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων:

α) 

αξιολογεί ένα επαρκώς ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών μέσων που διατίθενται στην αγορά και τα οποία πρέπει να είναι επαρκώς διαφορετικά ως προς τον τύπο και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων, ώστε να εξασφαλίζεται ότι μπορούν να επιτευχθούν κατάλληλα οι επενδυτικοί στόχοι του πελάτη, και δεν πρέπει να περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή παρέχονται:

i) 

από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων ή από οντότητες που συνδέονται με στενούς δεσμούς με την επιχείρηση επενδύσεων ή

ii) 

από άλλες οντότητες με τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει τόσο στενές νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα συμβατικές σχέσεις, ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος εξασθένισης της ανεξάρτητης βάσης των παρεχομένων συμβουλών,

β) 

δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες. Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε να μην μπορεί να κριθεί ότι εμποδίζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς και να εξαιρούνται από το παρόν στοιχείο.

Άρθρο 24 8.
Κατά την παροχή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η επιχείρηση επενδύσεων δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο μέρος ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου μέρους σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες. Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε να μην μπορεί να κριθεί ότι εμποδίζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς και να εξαιρούνται από την παρούσα παράγραφο.
Άρθρο 24 9.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θεωρείται ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 23 ή δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, όταν καταβάλλουν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια ή παρέχουν ή δέχονται οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος σε σχέση με την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας ή παρεπόμενης υπηρεσίας προς ή από οιοδήποτε μέρος πλην του πελάτη ή ενός προσώπου για λογαριασμό του πελάτη, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η πληρωμή ή το όφελος:

α) 

έχει σχεδιαστεί για τη βελτίωση της ποιότητας της εν λόγω υπηρεσίας προς τον πελάτη και

β) 

δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με το καθήκον της να ενεργεί έντιμα, δίκαια και επαγγελματικά, σύμφωνα με τα συμφέροντα των πελατών της.

Η ύπαρξη, η φύση και το ποσό της αμοιβής ή του οφέλους που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ή, εάν το ποσό δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η μέθοδος υπολογισμού του, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς στον πελάτη, με περιεκτικό, ακριβή και κατανοητό τρόπο, πριν από την παροχή της σχετικής επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας. Αν συντρέχει περίπτωση, η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει επίσης τον πελάτη σχετικά με τους μηχανισμούς για τη μεταβίβαση στον πελάτη της αμοιβής, της προμήθειας ή του χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους που έχει λάβει σε σχέση με την παροχή της επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας.

Η καταβολή αμοιβής ή οφέλους, που επιτρέπει ή είναι αναγκαία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, όπως τα έξοδα φύλαξης, τα τέλη διακανονισμού και τα χρηματιστηριακά τέλη, τα ρυθμιστικά τέλη ή τα νομικά έξοδα, και η οποία δεν μπορεί από τη φύση της να οδηγήσει σε σύγκρουση με την υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να ενεργεί με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών της, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

Article 24 9a.

The provision of research by third parties to an investment firm providing portfolio management or other investment or ancillary services to clients shall be regarded as fulfilling the obligations under paragraph 1 if:

(a) 

an agreement has been entered into between the investment firm and the third-party provider of execution services and research establishing a methodology for remuneration, including how the total cost of research is generally taken into account when establishing the total charges for investment services;

(b) 

the investment firm informs its clients of its choice to pay either jointly or separately for execution services and research and makes available to them its policy on payments for execution services and research, including the type of information that can be provided depending on the firm’s choice of payment method and, where relevant, how the investment firm prevents or manages conflicts of interest pursuant to Article 23 when applying a joint payment method for execution services and research;

(c) 

the investment firm assesses on an annual basis the quality, usability and value of the research used, as well as the ability of the research used to contribute to better investment decisions; ESMA may develop guidelines for investment firms for the purpose of conducting those assessments;

(d) 

where the investment firm chooses to pay separately for execution services and third-party research, the provision of research by third parties to the investment firm is received in return for either of the following:

(i) 

direct payments by the investment firm out of its own resources;

(ii) 

payments from a separate research payment account controlled by the investment firm.

▼M8

For the purpose of this Article, research shall be understood as covering research material or services concerning one or several financial instruments or other assets, or the issuers or potential issuers of financial instruments, or as covering research material or services closely related to a specific industry or market such that it informs views on financial instruments, assets or issuers within that industry or market.

Research shall also comprise material or services that explicitly or implicitly recommend or suggest an investment strategy and provide a substantiated opinion as to the present or future value or price of financial instruments or assets, or otherwise contain analysis and original insights and reach conclusions based on new or existing information that could be used to inform an investment strategy and be relevant and capable of adding value to the investment firm’s decisions on behalf of clients being charged for that research.

For the purpose of this Article, trading commentary and other bespoke trade advisory services intrinsically linked to the execution of a transaction in financial instruments shall not be considered to be research.

Where an investment firm receives research from a research provider who is not engaged in execution services and is not part of a financial services group that includes an investment firm that offers execution or brokerage services, the provision of such research to the investment firm is regarded as fulfilling the obligations under paragraph 1. In such cases, the investment firm shall comply with the requirement under the first subparagraph, point (c), of this paragraph.

Where known to them, investment firms shall keep a record of the total costs attributable to third-party research provided to them. Upon request, such information shall be made available on an annual basis to the investment firm’s clients.

By 5 December 2028, ESMA shall prepare a report with a comprehensive assessment of market developments regarding research within the meaning of this Article. That assessment shall incorporate at least the research coverage of listed firms, the evolution of the costs and quality of that research, the impact of joint payments on execution quality, the share of separate and joint payments made by investment firms to third party providers for execution services and research, and the level of fulfilment of the demand for research by investors and other buyers.

Based on that report, the Commission may, if appropriate, submit to the European Parliament and to the Council a legislative proposal concerning changes to the rules laid down in this Directive regarding research.

Άρθρο 24 10.
Μια επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει υπηρεσίες επενδύσεων σε πελάτες, διασφαλίζει ότι η απόδοση του προσωπικού της δεν αμείβεται ούτε αξιολογείται κατά τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον της να ενεργεί προς το συμφέρον των πελατών της. Ιδίως, δεν προβαίνει σε καμία ρύθμιση υπό τη μορφή αμοιβών, στόχων πωλήσεων ή υπό άλλη μορφή, που θα αποτελούσε κίνητρο για το προσωπικό της να συστήσει ένα συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο σε ιδιώτη πελάτη, ενώ η επιχείρηση επενδύσεων θα μπορούσε να προσφέρει διαφορετικό χρηματοπιστωτικό μέσο, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.
Άρθρο 24 11.
Εάν μια υπηρεσία επενδύσεων προσφέρεται σε συνδυασμό με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως μέρος πακέτου ή ως όρος για την ίδια συμφωνία ή πακέτο, η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει τον πελάτη εάν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα αγοράς των διάφορων στοιχείων χωριστά και παρέχει χωριστή τεκμηρίωση για το κόστος και τις επιβαρύνσεις κάθε στοιχείου.

Όταν οι κίνδυνοι που προκύπτουν από αυτή τη συμφωνία ή πακέτο που προσφέρεται σε ιδιώτη πελάτη είναι πιθανόν να διαφέρουν από τους κινδύνους που σχετίζονται με κάθε στοιχείο χωριστά, η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή πακέτου και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τους κινδύνους.

Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, καταρτίζει το αργότερο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2016, και επικαιροποιεί περιοδικά, κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση και την εποπτεία των διασταυρούμενων πωλήσεων, προσδιορίζοντας ιδίως καταστάσεις στις οποίες οι πρακτικές των διασταυρούμενων πωλήσεων δεν συνάδουν με τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1.

Άρθρο 24 12.
Τα κράτη μέλη μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων, σε σχέση με θέματα που καλύπτονται από το παρόν άρθρο. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να μπορούν να αιτιολογηθούν αντικειμενικά και να είναι αναλογικές, με στόχο να αντιμετωπίζονται ορισμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή για την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς στο συγκεκριμένο κάθε φορά κράτος μέλος.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε απαίτηση που προτίθενται να επιβάλουν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία έναρξης ισχύος της απαίτησης. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει και αιτιολόγηση της εν λόγω απαίτησης. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο, τα δικαιώματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 34 και 35 της παρούσας οδηγίας.

Η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, παρέχει τη γνώμη της για την αναλογικότητα και την αιτιολόγηση των πρόσθετων απαιτήσεων.

Η Επιτροπή γνωστοποιεί στα κράτη μέλη και δημοσιεύει στο δικτυακό της τόπο τις πρόσθετες απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν πρόσθετες απαιτήσεις που είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, πριν από τις 2 Ιουλίου 2014, εφόσον πληρούνται οι όροι που τίθενται στο εν λόγω άρθρο.

Άρθρο 24 13.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τις αρχές του παρόντος άρθρου κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών στους πελάτες τους, περιλαμβανομένων:

α) 

των όρων προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι πληροφορίες για να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές,

β) 

των λεπτομερειών που αφορούν το περιεχόμενο και τη μορφή των πληροφοριών προς πελάτες σε σχέση με την κατηγοριοποίηση των πελατών, τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις υπηρεσίες που παρέχουν, των χρηματοπιστωτικών μέσων, του κόστους και των επιβαρύνσεών τους,

γ) 

των κριτηρίων για την αξιολόγηση του φάσματος χρηματοπιστωτικών μέσων που διατίθενται στην αγορά,

δ) 

των κριτηρίων για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων που λαμβάνουν αντιπαροχές προς την υποχρέωσή τους να ενεργούν με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον του πελάτη.

Κατά τη διατύπωση των απαιτήσεων για τις πληροφορίες επί των χρηματοπιστωτικών μέσων σε σχέση με το στοιχείο β) της παραγράφου 4, πρέπει να περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη δομή του προϊόντος, εφόσον συντρέχει περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές τυποποιημένες πληροφορίες που ενδεχομένως απαιτούνται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου.

Άρθρο 24 14.

Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 13 λαμβάνουν υπόψη:

α) 

τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών,

β) 

τη φύση και το φάσμα των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών μέσων διαφορετικών τύπων,

γ) 

την κατηγορία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη (ιδιώτης ή επαγγελματίας) ή, στην περίπτωση των παραγράφων 4 και 5, την κατηγοριοποίησή τους ως επιλέξιμων αντισυμβαλλόμενων.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση