|
+Άρθρο 2 Ορισμοί ---+Article 2 (1) ---+Article 2 (2) ---+Article 2 (3) ---+Article 2 (4) ---+Article 2 (5) ---+Article 2 (6) ---+Article 2 (7) ---+Article 2 (8) ---+Article 2 (9) ---+Article 2 (10) ---+Article 2 (11) ---+Article 2 (12) ---+Article 2 (13) ---+Article 2 (14) ---+Article 2 (15) ---+Article 2 (16) ---+Article 2 (17) ---+Article 2 (18) ---+Article 2 (19) ---+Article 2 (20) ---+Article 2 (21) ---+Article 2 (22) ---+Article 2 (23) ---+Article 2 (24) ---+Article 2 (25) ---+Article 2 (26) ---+Article 2 (27) ---+Article 2 (28) ---+Article 2 (29) ---+Article 2 (30) ---+Article 2 (31) ---+Article 2 (32) ---+Article 2 (33) ---+Article 2 (34) ---+Article 2 (35) ---+Article 2 (36) ---+Article 2 (37) ---+Article 2 (38) ---+Article 2 (39) ---+Article 2 (40) ---+Article 2 (41) ---+Article 2 (42) ---+Article 2 (43) ---+Article 2 (44) ---+Article 2 (45) ---+Article 2 (46) ---+Article 2 (47) ---+Article 2 (48) ---+Article 2 (49) ---+Article 2 (50) ---+Article 2 (51) ---+Article 2 (52) ---+Article 2 (53) ---+Article 2 (54) ---+Article 2 (55) ---+Article 2 (56) ---+Article 2 (57) |
Άρθρο 2 ΟρισμοίΆρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
(1)
ως «σύστημα πληρωμών» νοείται τυπική συμφωνία μεταξύ τριών ή περισσότερων συμμετεχόντων, στους οποίους δεν συνυπολογίζονται τυχόν τράπεζες διακανονισμού, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, γραφεία συμψηφισμού ή έμμεσοι συμμετέχοντες, η οποία περιλαμβάνει κοινούς κανόνες και τυποποιημένες ρυθμίσεις για την εκτέλεση εντολών μεταβίβασης μεταξύ των συμμετεχόντων αυτών·
(2)
ως «υποδομή χρηματοπιστωτικής αγοράς» νοείται πολυμερές σύστημα μεταξύ συμμετεχόντων ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένου του διαχειριστή συστήματος, το οποίο χρησιμοποιείται για την εκκαθάριση, τον διακανονισμό ή την καταχώριση πληρωμών, τίτλων, παραγώγων ή άλλων χρηματοπιστωτικών συναλλαγών·
(3)
ως «ΣΣΣΠ του Ευρωσυστήματος» νοείται ΣΣΣΠ που ανήκει σε κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος και τελεί υπό τη διαχείρισή της·
(4)
ως «ασφάλεια» νοείται περιουσιακό στοιχείο ή δέσμευση τρίτου που χρησιμοποιείται από ασφαλειοδότη προς εξασφάλιση υποχρέωσής του έναντι ασφαλειολήπτη. Περιλαμβάνει εγχώριες και διασυνοριακές ασφάλειες·
(5)
ως «επενδυτικός κίνδυνος» νοείται κίνδυνος πρόκλησης ζημίας τον οποίο αντιμετωπίζει διαχειριστής ΣΣΣΠ ή συμμετέχων όταν ο διαχειριστής ΣΣΣΠ επενδύει ίδιους πόρους ή πόρους των συμμετεχόντων, π.χ. ασφάλειες·
(6)
ως «διαχειριστής ΣΣΣΠ» νοείται:
α)
η εγκατεστημένη στη ζώνη του ευρώ νομική οντότητα που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση ΣΣΣΠ· ή
β)
κατ’ εξαίρεση, το εγκατεστημένο στη ζώνη του ευρώ υποκατάστημα που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση ΣΣΣΠ και αποτελεί νομικά εξαρτώμενο τμήμα νομικής οντότητας εγκατεστημένης εκτός της ζώνης του ευρώ·
(7)
ως «αρμόδια αρχή» νοείται:
α)
η εθνική κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος, η οποία διαθέτει κύρια αρμοδιότητα επίβλεψης και χαρακτηρίζεται ως τέτοια σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3· ή
β)
σε σχέση με σύστημα πληρωμών το οποίο αποτελεί ΣΣΣΠ που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο iii):
i)
η ΕΚΤ· ή
ii)
εάν είχε ανατεθεί κύρια αρμοδιότητα επίβλεψης σε εθνική κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών αμέσως πριν από τη λήψη της απόφασης του άρθρου 3 παράγραφος 3, αμφότερες η ΕΚΤ και η εθνική αυτή κεντρική τράπεζα·
(8)
ως «υποκατάστημα» νοείται επιχείρηση που στερείται νομικής προσωπικότητας και αποτελεί νομικά εξαρτώμενο τμήμα υφιστάμενης οντότητας·
(9)
ως «το συμβούλιο» νοείται: α) στο πλαίσιο μονιστικού συστήματος συμβουλίου, το μόνο συμβούλιο του διαχειριστή ΣΣΣΠ· β) στο πλαίσιο δυαδικού συστήματος συμβουλίου, το εποπτικό ή ανάλογο συμβούλιο του διαχειριστή ΣΣΣΠ, που ορίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία· και γ) σε περίπτωση που υποκατάστημα χαρακτηρίζεται ως διαχειριστής ΣΣΣΠ, το συμβούλιο της νομικής οντότητας της οποίας είναι νομικά εξαρτώμενο τμήμα το υποκατάστημα·
(10)
ως «η διοίκηση» νοούνται οι εκτελεστικοί διευθυντές, ήτοι, στο πλαίσιο μονιστικού συστήματος συμβουλίου, τα μέλη του συμβουλίου του διαχειριστή ΣΣΣΠ και τυχόν άλλα εκτελεστικά στελέχη που ορίζονται από το συμβούλιο, τα οποία συμμετέχουν στην καθημερινή διαχείριση του ΣΣΣΠ ή, στο πλαίσιο δυαδικού συστήματος συμβουλίου, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του διαχειριστή ΣΣΣΠ και τυχόν άλλα εκτελεστικά στελέχη που ορίζονται από το συμβούλιο ή από το διοικητικό συμβούλιο, τα οποία συμμετέχουν στην καθημερινή διαχείριση του ΣΣΣΠ·
(11)
ως «η διοίκηση υποκαταστήματος» στην περίπτωση υποκαταστήματος που χαρακτηρίζεται ως διαχειριστής ΣΣΣΠ νοούνται οι διευθύνοντες σύμβουλοι που ορίζονται επισήμως ως υπεύθυνοι για το υποκατάστημα και εξουσιοδοτούνται δεόντως να ασκούν την καθημερινή διαχείριση του ΣΣΣΠ ·
(12)
ως «οικείες αρχές» νοούνται αρχές οι οποίες έχουν έννομο συμφέρον για πρόσβαση σε πληροφορίες προερχόμενες από ΣΣΣΠ με σκοπό την τήρηση των θεσμικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκεινται, π.χ. αρχές εξυγίανσης και εποπτικές αρχές σημαντικών συμμετεχόντων·
(13)
ως «νομικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος που απορρέει από την εφαρμογή νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης και συνήθως οδηγεί σε ζημία ·
(14)
ως «πιστωτικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος, ορισμένος αντισυμβαλλόμενος, είτε πρόκειται για συμμετέχοντα είτε για άλλη οντότητα, να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει στο ακέραιο τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του όταν αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες ή σε μεταγενέστερο χρόνο·
(15)
ως «κίνδυνος ρευστότητας» νοείται ο κίνδυνος, ορισμένος αντισυμβαλλόμενος, είτε πρόκειται για συμμετέχοντα είτε για άλλη οντότητα, να μη διαθέτει επαρκή κεφάλαια για να εκπληρώσει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του όταν αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες, ακόμη κι αν ενδέχεται να διαθέτει επαρκή κεφάλαια για τον σκοπό αυτόν σε μεταγενέστερο χρόνο·
(16)
ως «λειτουργικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος πρόκλησης μείωσης, υποβάθμισης ή κατάρρευσης των υπηρεσιών που παρέχονται από ΣΣΣΠ λόγω ελλείψεων στα συστήματα πληροφοριών ή στις εσωτερικές διαδικασίες, ανθρώπινου σφάλματος, αστοχιών διαχείρισης ή διαταραχών οφειλόμενων σε εξωτερικά γεγονότα, σε τρίτους ή σε λειτουργίες, εργασίες ή/και υπηρεσίες που ανατίθενται εξωτερικά·
(17)
ως «γενικός επιχειρηματικός κίνδυνος» νοείται κάθε πιθανή απομείωση της χρηματοοικονομικής θέσης του ΣΣΣΠ ως οικονομικής επιχείρησης λόγω μείωσης των εσόδων του ή αύξησης των δαπανών του, με αποτέλεσμα οι δαπάνες να υπερβαίνουν τα έσοδα και να οδηγούν σε ζημία που πρέπει να καταλογιστεί στο κεφάλαιο·
(18)
ως «κίνδυνος θεματοφυλακής» νοείται ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας σε περιουσιακά στοιχεία που τελούν υπό φύλαξη σε περίπτωση αφερεγγυότητας, αμέλειας, απάτης, κακής διαχείρισης ή ανεπαρκούς τήρησης αρχείων από τον θεματοφύλακα ή υποθεματοφύλακα·
(19)
ως «κυβερνοκίνδυνος» νοείται ο συνδυασμός της πιθανότητας εκδήλωσης κυβερνοπεριστατικών και του αντικτύπου τους·
(20)
ως «εξωτερική ανάθεση» νοείται κάθε μορφής ρύθμιση μεταξύ του διαχειριστή ΣΣΣΠ και τρίτου ή ενδοομιλικής οντότητας, βάσει της οποίας ο εν λόγω τρίτος ή η ενδοομιλική οντότητα αναλαμβάνει λειτουργίες, εργασίες ή/και υπηρεσίες τις οποίες διαφορετικά θα είχε αναλάβει ο διαχειριστής ΣΣΣΠ·
(21)
ως «συστημικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος, η μη τήρηση των υποχρεώσεων συμμετέχοντος ή του διαχειριστή ΣΣΣΠ σε συγκεκριμένο ΣΣΣΠ να προκαλέσει αδυναμία τήρησης των υποχρεώσεων άλλων συμμετεχόντων ή/και του διαχειριστή ΣΣΣΠ όταν αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες, παράγοντας δυνητικά δευτερογενείς επιδράσεις απειλητικές για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή την εμπιστοσύνη σε αυτό·
(22)
ως «διορθωτικό μέτρο» νοείται συγκεκριμένο μέτρο ή συγκεκριμένη ενέργεια, οποιασδήποτε μορφής, διάρκειας ή βαρύτητας, που επιβάλλεται από αρμόδια αρχή σε διαχειριστή ΣΣΣΠ με σκοπό την αποκατάσταση ή την αποτροπή επανάληψης μη συμμόρφωσής του με τις απαιτήσεις των άρθρων 8 έως 27 και του άρθρου 29·
(23)
ως «τράπεζα διακανονισμού» νοείται τράπεζα που τηρεί λογαριασμούς οι οποίοι αφορούν πληρωμές και χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από σύστημα πληρωμών·
(24)
ως «έμμεσος συμμετέχων» νοείται νομική οντότητα η οποία δεν διαθέτει άμεση πρόσβαση στις υπηρεσίες του ΣΣΣΠ και συνήθως δεν δεσμεύεται άμεσα από τους κανόνες του οικείου ΣΣΣΠ βάσει σύμβασης, οι δε εντολές μεταβίβασής της εκκαθαρίζονται, διακανονίζονται και καταχωρίζονται από το ΣΣΣΠ μέσω άμεσου συμμετέχοντος. Ένας έμμεσος συμμετέχων έχει συμβατική σχέση με άμεσο συμμετέχοντα. Εν προκειμένω οι νομικές οντότητες περιορίζονται σε:
α)
πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 )·
β)
επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 )·
γ)
επιχειρήσεις των οποίων τα κεντρικά γραφεία βρίσκονται εκτός της Ένωσης και των οποίων οι λειτουργίες αντιστοιχούν σε αυτές των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων της Ένωσης, όπως ορίζονται στα σημεία i) και ii)·
δ)
δημόσιες αρχές και επιχειρήσεις με εγγύηση του Δημοσίου, καθώς και κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους, διακανονιστές, συμψηφιστικά γραφεία και διαχειριστές συστήματος, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχεία γ), δ), ε) και ιστ) της οδηγίας 98/26/ΕΚ, αντίστοιχα·
(25)
ως «εντολή μεταβίβασης» νοείται εντολή μεταβίβασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο θ) πρώτη περίπτωση της οδηγίας 98/26/ΕΚ ( 5 )·
(26)
ως «διασυνοριακή ασφάλεια» νοείται ασφάλεια η οποία, από τη σκοπιά της χώρας στην οποία γίνονται αποδεκτά ως ασφάλεια τα οικεία περιουσιακά στοιχεία, εμφανίζει ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα στοιχεία αλλοδαπότητας: α) το νόμισμα έκφρασης· β) τη χώρα στην οποία βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία· ή γ) τη χώρα εγκατάστασης του εκδότη·
(27)
ως «χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις» νοούνται νομικές υποχρεώσεις που προκύπτουν σε επίπεδο ΣΣΣΠ μεταξύ των συμμετεχόντων ή μεταξύ των συμμετεχόντων και του διαχειριστή ΣΣΣΠ συνεπεία της εισαγωγής εντολών μεταβίβασης στο συγκεκριμένο ΣΣΣΠ·
(28)
ως «κυβερνοπεριστατικό» νοείται κάθε παρατηρήσιμο περιστατικό σε σύστημα πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων που καθιστούν δυνατή τη μεταφορά πληροφοριών και την επικοινωνία, το οποίο α) θέτει σε κίνδυνο ή επηρεάζει δυσμενώς την κυβερνοασφάλεια ή β) παραβιάζει τις πολιτικές ή τις διαδικασίες ασφάλειας ή τις πολιτικές αποδεκτής χρήσης, είτε προκύπτει από κακόβουλη δραστηριότητα είτε όχι·
(29)
ως «άμεσος συμμετέχων» νοείται νομική οντότητα η οποία διαθέτει άμεση πρόσβαση στις υπηρεσίες του ΣΣΣΠ βάσει συμβατικής σχέσης με την οποία δεσμεύεται από τους κανόνες του, επιτρέπεται δε να αποστέλλει εντολές μεταβίβασης στο εν λόγω σύστημα και είναι ►C1 ικανή ◄ να λαμβάνει τέτοιες εντολές από αυτό·
(30)
ως «κυβερνοασφάλεια» νοείται η διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας πληροφοριών ή/και συστημάτων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων που καθιστούν δυνατή τη μεταφορά πληροφοριών και την επικοινωνία·
(31)
ως «εργάσιμη ημέρα» νοείται εργάσιμη ημέρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιδ) της οδηγίας 98/26/ΕΚ·
(32)
ως «κυβερνοαπειλή» νοείται κάθε περίσταση που έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί ένα ή περισσότερα τρωτά σημεία και θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την κυβερνοασφάλεια·
(33)
ως « πάροχος εξωτερικής ανάθεσης» νοείται τρίτος ή ενδοομιλική οντότητα που αναλαμβάνει λειτουργίες, εργασίες και/ή υπηρεσίες στο πλαίσιο ρύθμισης εξωτερικής ανάθεσης·
(34)
ως «διασυνοριακή πληρωμή» νοείται πληρωμή μεταξύ συμμετεχόντων εγκατεστημένων σε διαφορετικές χώρες·
(35)
ως «ανεξάρτητος διευθύνων σύμβουλος» νοείται, στο πλαίσιο μονιστικού συστήματος συμβουλίου, μη εκτελεστικό μέλος του συμβουλίου ή, στο πλαίσιο δυαδικού συστήματος συμβουλίου, μέλος του εποπτικού ή ανάλογου συμβουλίου, το οποίο δεν έχει επαγγελματική, συγγενική ή άλλου είδους σχέση με το ΣΣΣΠ ή τον διαχειριστή ΣΣΣΠ, τους ασκούντες έλεγχο μετόχους τους, τις διοικήσεις ή τους συμμετέχοντές τους που να εγείρει σύγκρουση συμφερόντων, ούτε είχε τέτοιου είδους σχέση κατά τα δύο έτη που προηγούνται της συμμετοχής του στο συμβούλιο·
(36)
ως «σχέδιο ανάκαμψης» νοείται σχέδιο που καταρτίζεται από διαχειριστή ΣΣΣΠ για την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του ΣΣΣΠ·
(37)
ως «σχέδιο συντεταγμένης εκκαθάρισης» νοείται σχέδιο που καταρτίζεται από διαχειριστή ΣΣΣΠ για την εύρυθμη παύση των εργασιών του ΣΣΣΠ·
(38)
ως «ενδιαφερόμενα μέρη» νοούνται συμμετέχοντες, υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών που έχουν αντίκτυπο επί των κινδύνων ΣΣΣΠ και, κατά περίπτωση, λοιποί επηρεαζόμενοι παράγοντες της αγοράς·
(39)
ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» νοείται γεγονός, συμβάν ή περίσταση που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ή διαταραχή των λειτουργιών, εργασιών ή/και υπηρεσιών του ΣΣΣΠ, καθώς και να παρακωλύσει ή να καταστήσει αδύνατο τον αμετάκλητο διακανονισμό·
(40)
ως «ουσιώδης» χαρακτηρίζεται κίνδυνος, εξάρτηση ή/και μεταβολή που μπορεί να επηρεάζει την ικανότητα οντότητας να εκτελεί ή να παρέχει υπηρεσίες με τον αναμενόμενο τρόπο·
(41)
ως «πάροχος ρευστότητας» νοείται πάροχος μετρητών κατά το άρθρο 10 παράγραφος 3, το άρθρο 11 παράγραφος 5, το άρθρο 13 παράγραφοι 1, 9 και 11 ή περιουσιακών στοιχείων κατά το άρθρο 13 παράγραφος 4, περιλαμβανομένων των συμμετεχόντων σε ΣΣΣΠ ή τρίτων·
(42)
ως «πιστωτικό άνοιγμα» νοείται ποσό ή αξία σε κίνδυνο που δεν θα διακανονιστεί από συμμετέχοντα στο ακέραιο της αξίας όταν καταστεί ληξιπρόθεσμο/η ή σε μεταγενέστερο χρόνο·
(43)
ως «σύστημα προθεσμιακού καθαρού διακανονισμού» (σύστημα DNS) νοείται σύστημα στο οποίο ο διακανονισμός σε χρήμα κεντρικής τράπεζας πραγματοποιείται σε καθαρή βάση στο τέλος προκαθορισμένου κύκλου διακανονισμού, π.χ. στο τέλος ή στη διάρκεια εργάσιμης ημέρας·
(44)
ως «συνδεδεμένη εταιρεία» νοείται εταιρεία η οποία ελέγχει ή ελέγχεται από τον συμμετέχοντα ή υπόκειται σε έλεγχο από κοινού με τον τελευταίο. Ως έλεγχος εταιρείας ορίζεται α) η κυριότητα, ο έλεγχος ή η διακράτηση τουλάχιστον του 20 % μιας κατηγορίας τίτλων της με δικαίωμα ψήφου· ή β) η ενοποίηση της εταιρείας για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης·
(45)
ως «κίνδυνος αγοράς» νοείται κίνδυνος πρόκλησης ζημίας σε θέσεις εντός και εκτός ισολογισμού, ο οποίος απορρέει από μεταβολές στις αγοραίες τιμές·
(46)
ως «κίνδυνος δυσμενούς συσχέτισης» (wrong-way risk) νοείται κίνδυνος που προκύπτει από άνοιγμα έναντι συγκεκριμένου συμμετέχοντος ή εκδότη όταν η ασφάλεια που παρέχει ο συμμετέχων ή εκδίδει ο εκδότης συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τον πιστωτικό του κίνδυνο·
(47)
ως «φορέας nostro» νοείται τράπεζα την οποία χρησιμοποιούν οι συμμετέχοντες σε ΣΣΣΠ για σκοπούς διακανονισμού·
(48)
ως «τράπεζα θεματοφυλακής» νοείται τράπεζα στην οποία τηρούνται και φυλάσσονται τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία τρίτων·
(49)
ως «ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς» νοείται ολοκληρωμένο σύνολο ιστορικών και υποθετικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων με τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις που έχουν σημειωθεί στις αγορές τις οποίες εξυπηρετεί το ΣΣΣΠ·
(50)
ως «μονομερής πληρωμή» νοείται πληρωμή που περιλαμβάνει μόνο μία μεταφορά κεφαλαίων σε ένα νόμισμα·
(51)
ως «διμερής πληρωμή» νοείται πληρωμή που περιλαμβάνει δύο μεταφορές κεφαλαίων σε διαφορετικά νομίσματα στο πλαίσιο συστήματος διακανονισμού που λειτουργεί με βάση την αρχή της πληρωμής του αντιτίμου με ταυτόχρονη παράδοση της αξίας (exchange-for-value)·
(52)
ως «σκοπούμενη ημερομηνία διακανονισμού» νοείται ημερομηνία η οποία εισάγεται στο ΣΣΣΠ από τον αποστολέα εντολής μεταβίβασης ως ημερομηνία διακανονισμού·
(53)
ως «κίνδυνος κεφαλαίου» νοείται ο κίνδυνος, αντισυμβαλλόμενος να απολέσει την πλήρη αξία που αφορά συγκεκριμένη συναλλαγή, υπό την έννοια είτε ότι ο πωλητής χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου το παραδίδει αμετάκλητα χωρίς να λάβει την αντίστοιχη πληρωμή, είτε ότι ο αγοραστής του περιουσιακού στοιχείου προβαίνει σε αμετάκλητη πληρωμή του χωρίς αυτό να του παραδοθεί·
(54)
ως «πάροχος υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας» νοείται τρίτος ή ενδοομιλική οντότητα που παρέχει σε διαχειριστή ΣΣΣΠ εν όλω ή εν μέρει διαδικασία, υπηρεσία, υπηρεσία κοινής ωφέλειας ή δραστηριότητα·
(55)
ως «πληροφορίες απειλών» νοούνται οποιεσδήποτε πληροφορίες συγκεντρώνονται, μετασχηματίζονται, αναλύονται, ερμηνεύονται ή εμπλουτίζονται με σκοπό την παροχή του αναγκαίου πλαισίου λήψης αποφάσεων για τον μετριασμό του αντίκτυπου κυβερνοπεριστατικού ή κυβερνοαπειλής·
(56)
ως «υπεργολαβική ανάθεση» νοείται μεταβίβαση της υποχρέωσης παροχής λειτουργιών, εργασιών ή/και υπηρεσιών από πάροχο εξωτερικής ανάθεσης σε άλλον τρίτο ή σε ενδοομιλική οντότητα·
(57)
ως «κίνδυνος συγκέντρωσης» νοείται ο κίνδυνος που ανακύπτει από έκθεση σε μεμονωμένο ή περισσότερους παρόχους εξωτερικής ανάθεσης, η οποία δημιουργεί σχέση εξάρτησης από εκείνους σε βαθμό που η μη διαθεσιμότητα, η αδυναμία ή άλλου είδους ανεπάρκεια στην παροχή των υπηρεσιών τους να μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς το ΣΣΣΠ ή/και τον διαχειριστή ΣΣΣΠ, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την ικανότητά του να λειτουργεί και να παρέχει τις υπηρεσίες του, ή/και να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης στο σύνολό της. 1. Επισκόπηση
1.1 Παραπομπές1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις1.3 Σχετικά πρότυπα2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|