+Άρθρο 11 Τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο
---+Άρθρο 11 1.
---+Άρθρο 11 2.
---+Άρθρο 11 3.
---+Article 11 3a.
---+Άρθρο 11 4.
---+Άρθρο 11 5.
---+Άρθρο 11 6.
---+Άρθρο 11 7.
---+Άρθρο 11 8.
---+Άρθρο 11 9.
---+Άρθρο 11 10.
---+Άρθρο 11 11.
---+Άρθρο 11 12.
---+Article 11 12a.
---+Άρθρο 11 13.
---+Άρθρο 11 14.
---+Άρθρο 11 15.

Άρθρο 11 Τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 11 1.

Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι, οι οποίοι συνάπτουν σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εξασφαλίζουν, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να διατίθενται ενδεδειγμένες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη μέτρηση, την παρακολούθηση και το μετριασμό του λειτουργικού κινδύνου και του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α) 

την έγκαιρη επιβεβαίωση, ενδεχομένως με ηλεκτρονικά μέσα, των όρων της σχετικής σύμβασης εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

β) 

τυποποιημένες διαδικασίες που είναι άρτιες, ανθεκτικές και ελέγξιμες για τη συμφωνία χαρτοφυλακίων, για τη διαχείριση του συναφούς κινδύνου και για τον έγκαιρο εντοπισμό των διαφορών μεταξύ των μερών και την επίλυσή τους, καθώς και για την παρακολούθηση της αξίας των άληκτων συμβάσεων.

Άρθρο 11 2.
Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 αποτιμούν σε αγοραίες αξίες σε καθημερινή βάση την αξία των άληκτων συμβάσεων. Σε περίπτωση που οι συνθήκες της αγοράς εμποδίζουν την αποτίμηση σε αγοραίες αξίες, χρησιμοποιείται αξιόπιστη και συνετή αποτίμηση βάσει υποδείγματος θεωρητικών τιμών.

Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος στον οποίο επιβάλλονται οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α). Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος εξαιρείται από τις εν λόγω υποχρεώσεις για συμβάσεις που συνάπτονται εντός τεσσάρων μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.

Άρθρο 11 3.
Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που απαιτούν την έγκαιρη, επακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή παροχής ασφάλειας όσον αφορά τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται πριν ή μετά τις 16 Αυγούστου 2012 ή έπειτα από αυτήν. Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που προβλέπονται στο άρθρο 10 πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που απαιτούν την έγκαιρη, ακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή ασφάλειας όσον αφορά τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται την ημερομηνία της υπέρβασης του κατωφλίου εκκαθάρισης ή έπειτα από αυτήν.

Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος υποκείμενος στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α). Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος εξαιρείται από τις εν λόγω υποχρεώσεις για συμβάσεις που συνάπτονται εντός τεσσάρων μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.

Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας από τις αρμόδιες αρχές τους πριν από τη χρήση ή την έγκριση τροποποίησης υποδείγματος για τον υπολογισμό του αρχικού περιθωρίου ασφαλείας όσον αφορά τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Κατά την υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας, οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τους, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις εν λόγω διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές χορηγούν ή αρνούνται την εν λόγω άδεια εντός έξι μηνών από την παραλαβή της αίτησης για νέο μοντέλο ή εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης τροποποίησης ήδη εγκεκριμένου μοντέλου.

Όταν το υπόδειγμα που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου βασίζεται σε τυποποιημένο υπόδειγμα, ο αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση στην ΕΑΤ για την επικύρωση του εν λόγω υποδείγματος και παρέχει στην ΕΑΤ όλες τις σχετικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Επιπλέον, ο αντισυμβαλλόμενος παρέχει στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σχετικά με το ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 12α του παρόντος άρθρου μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Όταν το υπόδειγμα που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου βασίζεται σε τυποποιημένο υπόδειγμα, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν την άδεια μόνον εφόσον το τυποποιημένο υπόδειγμα έχει επικυρωθεί από την ΕΑΤ.

Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις με σκοπό τη διασφάλιση της ενιαίας διαδικασίας εφαρμογής και αδειοδότησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Article 11 3a.
By way of derogation from paragraph 3, single stock options and equity index options not cleared by a CCP shall not be subject to risk-management procedures requiring the timely, accurate and appropriately segregated exchange of collateral.

For the purpose of the first subparagraph of this paragraph, ESMA, in cooperation with EBA and EIOPA, shall monitor:

(a) 

regulatory developments in third-country jurisdictions in relation to the treatment of single stock options and equity index options;

(b) 

the impact of the derogation laid down in the first subparagraph on the financial stability of the Union or of one or more of its Member States; and

(c) 

the development of exposures in single stock options and equity index options not cleared by a CCP.

At least every three years from 24 December 2024, ESMA, in cooperation with EBA and EIOPA, shall report to the Commission the findings resulting from its monitoring referred to in the second subparagraph.

Within one year of the date of receipt of the report referred to in the third subparagraph, the Commission shall assess whether:

(a) 

international developments have led to more convergence in the treatment of single stock options and equity index options; and

(b) 

the derogation laid down in the first subparagraph endangers the financial stability of the Union or of one or more of its Member States.

The Commission is empowered to adopt a delegated act in accordance with Article 82 to amend this Regulation by revoking the derogation laid down in the first subparagraph following an adaptation period. The adaptation period shall not exceed two years.

Άρθρο 11 4.
Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι κατέχουν επαρκή και αναλογικά κεφάλαια για τη διαχείριση του κινδύνου που δεν καλύπτεται από ενδεδειγμένη ανταλλαγή ασφάλειας.
Άρθρο 11 5.
Η απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για συναλλαγή εντός ομίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, η οποία συνάπτεται από αντισυμβαλλόμενους εγκατεστημένους στο ίδιο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.
Άρθρο 11 6.

Η συναλλαγή εντός ομίλου που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) ή γ), η οποία συνάπτεται από αντισυμβαλλόμενους εγκατεστημένους σε διαφορετικά κράτη μέλη, εξαιρείται εν όλω ή εν μέρει από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, βάσει θετικής απόφασης και των δύο οικείων αρμόδιων αρχών, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) 

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν εκδώσουν θετική απόφαση εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της αίτησης εξαίρεσης, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας της διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 11 7.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται μεταξύ μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη εξαιρείται από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οι διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, άρτιες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι κοινοποιούν την πρόθεσή τους να εφαρμόσουν την εξαίρεση στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 10 παράγραφος 5. Η εξαίρεση είναι έγκυρη εκτός εάν μία από τις αρμόδιες αρχές προς τις οποίες έγινε η κοινοποίηση δηλώσει, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης, ότι κατά την κρίση της δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 11 8.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) ως δ) συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται από έναν αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση και έναν αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας εξαιρείται εν όλω ή εν μέρει από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, βάσει θετικής απόφασης της οικείας αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του αντισυμβαλλομένου ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Άρθρο 11 9.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται από έναν μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση και έναν αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε περιοχή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας εξαιρείται από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί την πρόθεσή του να εφαρμόσει την εξαίρεση στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 10 παράγραφος 5. Η εξαίρεση είναι έγκυρη εκτός εάν οιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές προς τις οποίες έγινε η κοινοποίηση δηλώσει, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης, ότι κατά την κρίση της δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 11 10.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται από έναν μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο και έναν χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένους σε διαφορετικά κράτη μέλη εξαιρείται εν όλω ή εν μέρει από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, βάσει θετικής απόφασης της οικείας αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλόμενου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) 

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Η οικεία αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλόμενου κοινοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στην αρμόδια αρχή του άρθρου 10 παράγραφος 5. Η εξαίρεση είναι έγκυρη εκτός αν η αρμόδια αρχή προς την οποία έγινε η κοινοποίηση θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) του πρώτου εδαφίου. Αν υπάρξει διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βοηθήσει τις εν λόγω αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία στο πλαίσιο των εξουσιών της που προβλέπονται από το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 11 11.
Ο αντισυμβαλλόμενος στη συναλλαγή εντός ομίλου ο οποίος εξαιρέθηκε από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 δημοσιοποιεί τις πληροφορίες σχετικά με την εξαίρεση.

Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ οιαδήποτε απόφαση έχει εγκριθεί δυνάμει των παραγράφων 6, 8 ή 10, ή οιαδήποτε κοινοποίηση έχει λάβει δυνάμει των παραγράφων 7, 9 ή 10, και παρέχει στην ΕΑΚΑΑ λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την αντίστοιχη συναλλαγή εντός ομίλου.

Άρθρο 11 12.
Οι υποχρεώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους 1 ως 11 εφαρμόζονται σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί ανάμεσα σε οντότητες τρίτων χωρών οι οποίες θα υπέκειντο στις υποχρεώσεις αυτές αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, με την προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή σε περίπτωση που τέτοια υποχρέωση είναι απαραίτητη ή ενδείκνυται για να αποφευχθεί η προσπάθεια παράκαμψης οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
Article 11 12a.
EBA shall set up a central validation function for the elements and general aspects of pro forma models, and changes thereto, used or to be used by financial counterparties and non-financial counterparties referred to in Article 10 for the purpose of complying with the requirements set out in paragraph 3 of this Article. EBA shall collect feedback from ESMA, EIOPA, and the competent authorities responsible for the supervision of counterparties using the pro forma models subject to validation, including on the performance of those pro forma models, and shall coordinate their views with the aim of developing consensus on the elements and general aspects of pro forma models. EBA shall serve as the main point of contact for discussions with market participants and developers of those pro forma models.

In its role as a central validator, EBA shall validate the elements and general aspects of those pro forma models, including their calibration, design and coverage of instruments, asset classes and risk factors. EBA shall grant or refuse such validation within six months of receipt of the application for validation referred to in paragraph 3, fourth subparagraph, for a new pro forma model and within three months of receipt of the application for a change to an already validated model. To facilitate EBA’s validation work, developers of pro forma models shall, upon EBA’s request, submit to EBA all the necessary information and documentation.

EBA shall assist the competent authorities in their authorisation processes regarding the general aspects of the implementation of the models under paragraph 3. To that end, EBA shall prepare a yearly report on the relevant aspects of its validation work, including the verification of the calibration of the models under the second subparagraph of this paragraph and the analysis of the issues reported. Where it deems it necessary, EBA shall issue, in cooperation with ESMA and EIOPA, recommendations in accordance with Article 16 of Regulation (EU) No 1093/2010 addressed to those competent authorities. In order to assist EBA in drafting the reports and recommendations, competent authorities shall provide EBA, upon its request, with the information collected during their initial and ongoing entity-level authorisation process of the models under paragraph 3, or changes thereto.

Competent authorities shall be solely responsible for authorising the use of the models under paragraph 3, or changes thereto, at the supervised entity level.

EBA shall charge an annual fee, per pro forma model, to financial counterparties and non-financial counterparties referred to in Article 10(1) using the pro forma models validated by EBA under the second subparagraph of this paragraph. Competent authorities shall report to EBA the financial counterparties and non-financial counterparties that implement models subject to the validation process under the first subparagraph. The fee shall be proportionate to the monthly average outstanding notional amount of non-centrally cleared OTC derivatives over the last 12 months of the counterparties concerned using the pro forma models validated by EBA and shall be assigned to cover all costs incurred by EBA for the performance of its tasks in accordance with the first subparagraph.

For the purposes of this Article, ‘pro forma model’ means an initial margin model established, published, and revised through market-led initiatives.

The Commission is empowered to adopt a delegated act in accordance with Article 82 to supplement this Regulation by setting out:

(a) 

the method for the determination of the amount of the fees; and

(b) 

the modalities of the payment of the fees.

Άρθρο 11 13.
Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί τακτικά τη δραστηριότητα σε παράγωγα που δεν είναι επιλέξιμα για εκκαθάριση, προκειμένου να εντοπίζει περιπτώσεις όπου μια συγκεκριμένη κατηγορία παραγώγων μπορεί να ενέχει συστημικό κίνδυνο και να αποτρέπει καταχρηστικές επιλογές του ευνοϊκότερου ρυθμιστικού καθεστώτος μεταξύ εκκαθαριζόμενων και μη εκκαθαριζόμενων συναλλαγών σε παράγωγα. Ειδικότερα η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, αναλαμβάνει δράσεις σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 ή επανεξετάζει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αφορούν τις απαιτήσεις παροχής περιθωρίου ασφαλείας που θεσπίζονται στην παράγραφο 14 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 41.
Άρθρο 11 14.

Προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αφορούν:

α) 

τις διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) 

τις συνθήκες της αγοράς που παρακωλύουν την αποτίμηση με βάση αγοραίες αξίες και τα κριτήρια για τη χρήση αποτίμησης βάσει υποδείγματος θεωρητικών τιμών η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2·

γ) 

τα στοιχεία των συναλλαγών εντός ομίλου που εξαιρέθηκαν, τα οποία πρέπει να συμπεριληφθούν στην κοινοποίηση που αναφέρεται στις παραγράφους 7, 9 και 10·

δ) 

τα λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις συναλλαγές εντός ομίλου που εξαιρέθηκαν τα οποία προβλέπονται στην παράγραφο 11·

ε) 

τις συμβάσεις οι οποίες θεωρείται ότι έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή τις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητο ή ενδείκνυται να αποφευχθεί η παράκαμψη οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 12.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 11 15.

Για την εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, οι ΕΕΑ καταρτίζουν κοινά σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τα εξής:

▼M12

α) 

τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, περιλαμβανομένων των επιπέδων και του είδους της πρόσθετης ασφάλειας, καθώς και των ρυθμίσεων διαχωρισμού που απαιτούνται που αναφέρονται στην παράγραφο 3·

▼M18

αα) 

τις εποπτικές διαδικασίες για τη διασφάλιση της αρχικής και συνεχούς επικύρωσης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι οποίες εφαρμόζονται από πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και έχουν ή ανήκουν σε όμιλο που διαθέτει μηνιαίο μέσο ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό μη κεντρικώς εκκαθαριζόμενων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ύψους τουλάχιστον 750 δισ. EUR, υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που θα αναπτύξουν οι ΕΕΑ σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο·

▼M10

β) 

τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι αντισυμβαλλόμενοι και οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή εξαιρέσεων βάσει των παραγράφων 6 έως 10·

γ) 

τα ισχύοντα κριτήρια των παραγράφων 5 έως 10, με ειδική αναφορά στο τι πρέπει να θεωρείται ως πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Όσον αφορά συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων οι οποίες συνάπτονται από οντότητες καλυμμένων ομολόγων σε σχέση με καλυμμένο ομόλογο ή από οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση σε σχέση με τιτλοποίηση κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού και οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού και τις απαιτήσεις του άρθρου 18, και των άρθρων 19 έως 22 ή 23 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων], για να καθοριστεί το απαιτούμενο επίπεδο και είδος της πρόσθετης ασφάλειας λαμβάνονται υπόψη οποιαδήποτε εμπόδια προκύπτουν κατά την ανταλλαγή πρόσθετης ασφάλειας όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις εξασφάλισης στο πλαίσιο του καλυμμένου ομολόγου ή της τιτλοποίησης.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων, εξαιρουμένων εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο αα) πρώτο εδάφιο, στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουλίου 2018.

Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο αα) έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανάλογα με τη νομική φύση του αντισυμβαλλομένου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση