+Άρθρο 35 Παρεχόμενες πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας
---+Άρθρο 35 1.
---+Άρθρο 35 2.
---+Άρθρο 35 3.
---+Άρθρο 35 4.
---+Άρθρο 35 5.
---+Άρθρο 35 6.
---+Άρθρο 35 7.
---+Άρθρο 35 8.
---+Άρθρο 35 9.
---+Άρθρο 35 10.
---+Άρθρο 35 11.
|
Άρθρο 35 Παρεχόμενες πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Άρθρο 35 1.
|
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της εποπτείας όπως καθορίζονται στα άρθρα 27 και 28. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που απαιτούνται για τα ακόλουθα, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 36:
▼B
α)
για την αξιολόγηση του συστήματος διακυβέρνησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, των δραστηριοτήτων που ασκούν, των αρχών αποτίμησης που εφαρμόζουν για σκοπούς φερεγγυότητας, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, καθώς και της κεφαλαιακής τους δομής, των αναγκών τους σε κεφάλαια και της διαχείρισης του κεφαλαίου τους·
β)
για τη λήψη των όποιων ενδεδειγμένων αποφάσεων επιβάλλονται από την άσκηση των εποπτικών δικαιωμάτων και καθηκόντων τους.
|
|
Άρθρο 35 2.
|
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν τις ακόλουθες εξουσίες:
α)
να καθορίζουν τη φύση, την έκταση και τον μορφότυπο των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τις οποίες απαιτούν να υποβάλλουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τις ακόλουθες χρονικές στιγμές:
(i)
κατά προκαθορισμένες περιόδους·
(ii)
σε περίπτωση προκαθορισμένων γεγονότων·
(iii)
κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·
β)
να λαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετικά με τις συμβάσεις που ευρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών ή σχετικά με τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τρίτους· και
γ)
να ζητούν πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπως ελεγκτές και αναλογιστές.
|
|
Άρθρο 35 3.
|
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιλαμβάνουν τα εξής:
α)
ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους·
β)
στοιχεία που αφορούν το ιστορικό, τη σημερινή κατάσταση ή την προβλεπόμενη κατάσταση, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους· και
γ)
δεδομένα από εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους.
|
|
Άρθρο 35 4.
|
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πληρούν τις ακόλουθες αρχές:
α)
πρέπει να αντικατοπτρίζουν τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης επιχείρησης, και ιδίως τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές·
β)
πρέπει να είναι προσβάσιμες, πλήρεις από κάθε σημαντική άποψη, συγκρίσιμες και να έχουν χρονική συνέπεια· και
γ)
πρέπει να είναι σχετικές με το θέμα, αξιόπιστες και κατανοητές.
|
|
Άρθρο 35 5.
|
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και δομές, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4, καθώς και τεκμηριωμένη πολιτική, εγκεκριμένη από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να εξασφαλίζεται συνεχώς η καταλληλότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται.
|
|
Άρθρο 35 6.
|
Με την επιφύλαξη του άρθρου 129 παράγραφος 4, όταν οι προκαθορισμένες περίοδοι της παραγράφου 2 στοιχείο α) σημείο i) είναι μικρότερες του ενός έτους, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να περιορίζουν την εποπτική αναφορά, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης·
β)
οι πληροφορίες υποβάλλονται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.
Οι εποπτικές αρχές δεν περιορίζουν τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς που γίνεται συχνότερα από μία φορά το έτος για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε ομίλους υπό την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο γ), εκτός αν η επιχείρηση μπορεί να πείσει την εποπτική αρχή ότι η συχνότερη από μία φορά το έτος εποπτική αναφορά αντενδείκνυται δεδομένων της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου. Ο περιορισμός της συχνότητας της εποπτικής αναφοράς προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής και ζημιών ενός κράτους μέλους αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζημιών βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα και το μερίδιο του κλάδου ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις. Οι εποπτικές αρχές δίνουν προτεραιότητα στις μικρότερες επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τους περιορισμούς αυτούς.
|
|
Άρθρο 35 7.
|
Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να περιορίζουν τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς ή να εξαιρούν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από την υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης·
β)
η υποβολή των πληροφοριών αυτών δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εποπτεία της επιχείρησης·
γ)
η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ένωση· και
δ)
η επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες όποτε της ζητείται.
Οι εποπτικές αρχές δεν εξαιρούν από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο υπό την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο γ), εκτός αν η επιχείρηση μπορεί να πείσει την εποπτική αρχή ότι η υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο αντενδείκνυται δεδομένων της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου, και λαμβανομένου υπόψη του στόχου της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η εξαίρεση από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων ζωής και ζημιών ενός κράτους μέλους αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζημιών βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα και το μερίδιο του κλάδου ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις. Οι εποπτικές αρχές δίνουν προτεραιότητα στις μικρότερες επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τις εξαιρέσεις αυτές.
|
|
Άρθρο 35 8.
|
Για τους σκοπούς των παραγράφων 6 και 7, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, οι εποπτικές αρχές εξετάζουν αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα εξής:
α)
τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης·
β)
τη διακύμανση των απαιτήσεων και των παροχών που καλύπτει η επιχείρηση·
γ)
τους κινδύνους που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης·
δ)
το επίπεδο των συγκεντρώσεων κινδύνου·
ε)
τον συνολικό αριθμό των κατηγοριών ασφαλίσεων ζωής και ζημιών για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας·
στ)
τις πιθανές επιπτώσεις της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·
ζ)
τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας και την τεκμηριωμένη πολιτική που αναφέρεται στην παράγραφο 5·
η)
την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης·
θ)
το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση·
ι)
το αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει.
|
|
Άρθρο 35 9.
|
Η Επιτροπή θεσπίζει σύμφωνα με το άρθρο 301α κατ' εξουσιοδότηση πράξεις όσον αφορά τον καθορισμό των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου και τις προθεσμίες για την υποβολή των πληροφοριών αυτών, για να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη σύγκλιση στην εποπτική αναφορά.
|
|
Άρθρο 35 10.
|
Για την εξασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η EIOPA αναπτύσσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων εποπτικής αναφοράς σε σχέση με τα υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στις εποπτικές αρχές τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Η EIOPA υποβάλλει τα ανωτέρω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2015. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
|
|
Άρθρο 35 11.
|
Για να εξασφαλίζεται συνέπεια και συνοχή στην εφαρμογή των παραγράφων 6 και 7, η EIOPA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, για την περαιτέρω διευκρίνιση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στον καθορισμό των μεριδίων αγοράς που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο των παραγράφων 6 και 7.
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|