+Άρθρο 32
---+Άρθρο 32 1.
---+Άρθρο 32 2.
---+Άρθρο 32 3.
---+Άρθρο 32 4.
---+Άρθρο 32 5.
---+Άρθρο 32 6.
---+Άρθρο 32 7.
---+Άρθρο 32 8.
---+Άρθρο 32 9.

Άρθρο 32

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 32 1.
Οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας ενημερώνουν την Αρχή όταν η κατάσταση οποιασδήποτε μη επιλεγμένης υπόχρεης οντότητας όσον αφορά τη συμμόρφωσή της με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1624, τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113, οποιεσδήποτε άλλες νομικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών ή οποιαδήποτε διοικητική πράξη έχει εκδοθεί από οποιαδήποτε εποπτική αρχή και την έκθεσή της σε κινδύνους ΞΧ/ΧΤ επιδεινώνεται ταχύτατα και σημαντικά, ιδίως όταν η επιδείνωση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά περισσότερα από ένα κράτη μέλη ή την Ένωση στο σύνολό της ή να υπονομεύσει την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης.
Άρθρο 32 2.

Η Αρχή μπορεί, εάν έχει ενδείξεις για σοβαρές, επαναλαμβανόμενες ή συστηματικές παραβάσεις από μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα, να ζητήσει από την οικεία αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας:

α) 

να διερευνήσει τις εν λόγω ενδείξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αφορούν παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου και, όταν το δίκαιο αυτό αποτελείται από οδηγίες ή παρέχει ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας, καθόσον αποτελεί μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση των επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο· και

β) 

να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στη συγκεκριμένη οντότητα για τις εν λόγω παραβάσεις σύμφωνα με το άμεσα εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο ή το εθνικό δίκαιο για τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή μπορεί επίσης, εάν είναι αναγκαίο, να ζητήσει από την αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας μη επιλεγμένης οντότητας να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση που απευθύνεται στη συγκεκριμένη οντότητα, επιβάλλοντάς της την υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει του άμεσα εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, καθόσον αποτελεί μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση των επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής. Τα αιτήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν παρεμποδίζουν υπό εξέλιξη εποπτικά μέτρα της αρχής χρηματοπιστωτικής εποπτείας στην οποία απευθύνεται το αίτημα.

Άρθρο 32 3.

Αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να υποβληθεί όταν η Αρχή έχει ενδείξεις σοβαρής, επανειλημμένης ή συστηματικής παραβίασης:

α) 

έπειτα από κοινοποιήσεις από τις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β) 

ως αποτέλεσμα της συλλογής τεκμηριωμένων πληροφοριών από την ίδια την Αρχή· ή

γ) 

μόλις ληφθούν πληροφορίες από θεσμικά όργανα και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης ή από οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη και έγκυρη πηγή πληροφοριών.

Άρθρο 32 4.
Η οικεία αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας συμμορφώνεται με κάθε αίτημα που απευθύνεται σε αυτήν σύμφωνα με την παράγραφο 2 και ενημερώνει την Αρχή, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του εν λόγω αιτήματος, για τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό.
Άρθρο 32 5.
Εάν δεν υπάρξει συμμόρφωση με αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή εάν δεν δοθούν πληροφορίες στην Αρχή για τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή υπάρχει πρόθεση να ληφθούν εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος, η Αρχή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να χορηγήσει άδεια προσωρινής μεταβίβασης των σχετικών καθηκόντων και εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και σχετίζονται με την άμεση εποπτεία της μη επιλεγμένης υπόχρεης οντότητας από την οικεία αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας στην Αρχή.
Άρθρο 32 6.

Το αίτημα της Αρχής προς την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 5 περιλαμβάνει:

α) 

περιγραφή των σοβαρών, επαναλαμβανόμενων ή συστηματικών παραβάσεων των άμεσα εφαρμοστέων απαιτήσεων από προσδιορισμένη μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα και αιτιολόγηση ότι οι εν λόγω παραβιάσεις εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Αρχής, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3·

β) 

αιτιολόγηση του λόγου για τον οποίο το αίτημα προς τη αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν οδήγησε σε ανάληψη δράσης εντός του χρονικού ορίου που ορίζεται στην παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένης, όπου αρμόζει, της πληροφορίας ότι δεν δόθηκε απάντηση εκ μέρους της αρχής χρηματοπιστωτικής εποπτείας·

γ) 

προτεινόμενο χρονικό διάστημα τριών ετών κατ’ ανώτατο όριο, κατά τη διάρκεια του οποίου η Αρχή θα ασκεί τα σχετικά καθήκοντα και τις εξουσίες σε σχέση με την οικεία μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα·

δ) 

περιγραφή των μέτρων που προτίθεται να λάβει η Αρχή σε σχέση με τη μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα μετά τη μεταβίβαση των σχετικών καθηκόντων και εξουσιών για την αντιμετώπιση των σοβαρών, επαναλαμβανόμενων ή συστηματικών παραβιάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

ε) 

κάθε σχετική επικοινωνία μεταξύ της Αρχής και της οικείας αρχής χρηματοπιστωτικής εποπτείας.

Άρθρο 32 7.
Με βάση τις πληροφορίες που ελήφθησαν σύμφωνα με την παράγραφο 6, η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της προθεσμία ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος της Αρχής για την έκδοση δεόντως αιτιολογημένης απόφασης σχετικά με την έγκριση της μεταβίβασης των σχετικών καθηκόντων και εξουσιών ή την απόρριψη του αιτήματος. Η απόφαση κοινοποιείται στην Αρχή, η οποία ενημερώνει αμέσως την αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας και τη μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται για την απόφαση.
Άρθρο 32 8.
Τη δέκατη εργάσιμη ημέρα μετά την έκδοση απόφασης που επιτρέπει κοινοποίηση της μεταβίβασης καθηκόντων και εξουσιών σε σχέση με τη μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα, η μη επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα θεωρείται επιλεγμένη υπόχρεη οντότητα για τους σκοπούς της άσκησης των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και στα άρθρα 17 έως 23. Στην απόφαση της Επιτροπής ορίζεται προθεσμία για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων και εξουσιών, μετά τη λήξη της οποίας μεταβιβάζονται αυτομάτως πάλι στην οικεία αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας.
Άρθρο 32 9.
Κατόπιν διαβούλευσης με την οικεία αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας, η Αρχή μπορεί να υποβάλει στην Επιτροπή αίτημα παράτασης της εφαρμογής της απόφασης με την οποία εγκρίνεται η μεταβίβαση καθηκόντων και εξουσιών. Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται τουλάχιστον δύο μήνες πριν από τη λήξη της αρχικής περιόδου.

Το αίτημα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συνοδεύεται από τα ακόλουθα:

α) 

περιγραφή των μέτρων που έχει λάβει η Αρχή σε σχέση με την οικεία υπόχρεη οντότητα και των περαιτέρω μέτρων που προτίθεται να λάβει·

β) 

αιτιολόγηση του λόγου για τον οποίο αυτά τα εναπομένοντα μέτρα αντιμετωπίζουν παραβάσεις που εξακολουθούν να εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Αρχής, σύμφωνα με την παράγραφο 2·

γ) 

προτεινόμενο χρονικό διάστημα τριών ετών κατ’ ανώτατο όριο για τη συνεχιζόμενη άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και στα άρθρα 17 έως 23 όσον αφορά την υπόχρεη οντότητα·

δ) 

κάθε σχετική επικοινωνία μεταξύ της Αρχής και της οικείας αρχής χρηματοπιστωτικής εποπτείας.

Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σχετικά με τη χορήγηση της παράτασης εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 7. Κάθε παράταση που χορηγείται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο μπορεί να χορηγηθεί μόνο μία φορά.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση