3. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών προσδιορίζουν μεταξύ των πληροφοριών της παραγράφου 2 την επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των κρατών μελών, οι οποίες, επιπλέον μιας γλώσσας που είναι ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό πολιτών της Ένωσης, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την επικοινωνία με τα σημεία επαφής τους, και οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών έχει την κύρια εγκατάστασή του ή στο οποίο διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ο νόμιμος εκπρόσωπός του.