+Άρθρο 124 Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας
---+Άρθρο 124 1.
---+Άρθρο 124 2.
---+Άρθρο 124 3.
---+Άρθρο 124 4.
---+Άρθρο 124 5.
---+Άρθρο 124 6.
---+Άρθρο 124 7.
---+Άρθρο 124 8.
---+Άρθρο 124 9.
---+Άρθρο 124 10.
---+Άρθρο 124 11.
---+Άρθρο 124 12.
---+Άρθρο 124 13.
---+Άρθρο 124 14.
|
Άρθρο 124 Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Άρθρο 124 1.
|
Άνοιγμα εκτός ADC που δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3, ή οποιοδήποτε τμήμα ανοίγματος εκτός ADC που υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου, αντιμετωπίζεται ως εξής:
α)
άνοιγμα εκτός IPRE σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο ως άνοιγμα έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεν εξασφαλίζεται από το σχετικό ακίνητο·
β)
σε άνοιγμα IPRE εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %.
|
|
Άρθρο 124 2.
|
Άνοιγμα εκτός ADC, που δεν υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου, εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αντιμετωπίζεται ως εξής:
α)
εάν το άνοιγμα εξασφαλίζεται με ακίνητο κατοικίας,
i)
άνοιγμα εκτός IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1·
ii)
άνοιγμα IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 εάν πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1)
το ακίνητο που εξασφαλίζει το άνοιγμα είναι η κύρια κατοικία του οφειλέτη, είτε όταν το ακίνητο αποτελεί στο σύνολό του ενιαία οικιακή μονάδα είτε όταν το ακίνητο που εξασφαλίζει το άνοιγμα είναι οικιακή μονάδα που αποτελεί χωριστό τμήμα εντός του ακινήτου·
2)
το άνοιγμα αφορά φυσικό πρόσωπο και εξασφαλίζεται με προσοδοφόρα οικιακή μονάδα, είτε όταν το ακίνητο αποτελεί στο σύνολό του ενιαία οικιακή μονάδα είτε όταν η οικιακή μονάδα αποτελεί χωριστό τμήμα εντός του ακινήτου, και τα συνολικά ανοίγματα του ιδρύματος έναντι του εν λόγω φυσικού προσώπου δεν εξασφαλίζονται με περισσότερα από τέσσερα ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν είναι ακίνητα κατοικίας ή που δεν πληρούν κανένα από τα κριτήρια του παρόντος στοιχείου, ή χωριστές οικιακές μονάδες εντός ακινήτων·
3)
το άνοιγμα αφορά ενώσεις ή συνεταιρισμούς φυσικών προσώπων που ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο και υφίστανται με μοναδικό σκοπό να χορηγούν στα μέλη τους τη χρήση πρώτης κατοικίας στο ακίνητο που εξασφαλίζει το δάνειο·
4)
το άνοιγμα αφορά δημόσιες στεγαστικές εταιρείες ή μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που ρυθμίζονται από τον νόμο και υφίστανται για να εξυπηρετούν κοινωνικούς σκοπούς και για να παρέχουν μακροχρόνια στέγαση στους ενοικιαστές·
iii)
άνοιγμα IPRE που δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο σημείο ii) του παρόντος στοιχείου, αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2·
β)
εάν το άνοιγμα εξασφαλίζεται με εμπορικό ακίνητο, αντιμετωπίζεται ως εξής:
i)
άνοιγμα εκτός IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 1·
ii)
άνοιγμα IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 2.
|
|
Άρθρο 124 3.
|
Για να μπορεί να τύχει της αντιμετώπισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ένα άνοιγμα που εξασφαλίζεται με ακίνητο πρέπει να πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το ακίνητο που εξασφαλίζει το άνοιγμα πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i)
το ακίνητο έχει ολοκληρωθεί πλήρως·
ii)
το ακίνητο είναι δασική ή γεωργική έκταση·
iii)
ο δανεισμός αφορά φυσικό πρόσωπο και το ακίνητο είναι είτε ακίνητο κατοικίας υπό κατασκευή είτε γήπεδο επί του οποίου σχεδιάζεται να κατασκευαστεί ακίνητο κατοικίας, εφόσον το εν λόγω σχέδιο έχει εγκριθεί νομίμως από όλες τις σχετικές αρχές, κατά περίπτωση, και εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1)
το ακίνητο δεν αποτελείται από περισσότερες από τέσσερις οικιακές μονάδες και θα αποτελεί την κύρια κατοικία του οφειλέτη, και ο δανεισμός στο φυσικό πρόσωπο δεν χρηματοδοτεί έμμεσα ανοίγματα ADC·
2)
εμπλέκεται κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή ή οντότητα του δημόσιου τομέα, έναντι της οποίας τα ανοίγματα αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 2 ή το άρθρο 116 παράγραφος 4, αντίστοιχα, και η οποία έχει τη νομική εξουσία και την ικανότητα να διασφαλίσει ότι το υπό κατασκευή ακίνητο θα ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και υποχρεούται ή έχει δεσμευθεί με νομικά δεσμευτικό τρόπο να διασφαλίσει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος εφόσον σε διαφορετική περίπτωση η κατασκευή δεν θα ολοκληρωνόταν εντός του εν λόγω εύλογου χρονικού διαστήματος. Εναλλακτικά, υπάρχει ισοδύναμος νομικός μηχανισμός που διασφαλίζει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος·
β)
το άνοιγμα εξασφαλίζεται με εμπράγματη ασφάλεια πρώτης τάξης την οποία κατέχει το ίδρυμα επί του ακινήτου, ή το ίδρυμα κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια πρώτης τάξης και κάθε εμπράγματη ασφάλεια χαμηλότερης διαδοχικά τάξης επί του εν λόγω ακινήτου·
γ)
η αξία του ακινήτου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την πιστωτική ποιότητα του οφειλέτη·
δ)
όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά τη δημιουργία του ανοίγματος και για σκοπούς παρακολούθησης είναι δεόντως τεκμηριωμένες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την ικανότητα εξόφλησης του οφειλέτη και την αποτίμηση του ακινήτου·
ε)
πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 208 και οι κανόνες αποτίμησης του άρθρου 229 παράγραφος 1.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν καταστάσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές αναδοχής όσον αφορά τη δημιουργία ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα, οι οποίες περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη. Οι πολιτικές αναδοχής περιλαμβάνουν τις σχετικές παραμέτρους για την εν λόγω αξιολόγηση και τις αντίστοιχες μέγιστες αξίες τους.
|
|
Άρθρο 124 4.
|
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 στοιχείο β), σε δικαιοδοσίες στις οποίες εμπράγματες ασφάλειες μειωμένης προτεραιότητας παρέχουν στον κάτοχο απαίτηση επί εξασφαλίσεων η οποία είναι εκτελεστή και συνιστά αποτελεσματικό παράγοντα μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, οι εμπράγματες ασφάλειες μειωμένης προτεραιότητας που κατέχονται από ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας μπορούν επίσης να αναγνωριστούν, μεταξύ άλλων, όταν το ίδρυμα δεν κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας ή δεν κατέχει εμπράγματη ασφάλεια που κατατάσσεται μεταξύ μιας εμπράγματης ασφάλειας υψηλότερης προτεραιότητας και μιας εμπράγματης ασφάλειας μειωμένης προτεραιότητας τις οποίες κατέχει αμφότερες το ίδρυμα. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι κανόνες που διέπουν τις εμπράγματες ασφάλειες εξασφαλίζουν όλα τα ακόλουθα:
α)
κάθε ίδρυμα που κατέχει εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου μπορεί να επισπεύσει την πώληση του ακινήτου ανεξάρτητα από άλλες οντότητες που κατέχουν εμπράγματη ασφάλεια επί του ακινήτου·
β)
όταν η πώληση του ακινήτου δεν πραγματοποιείται μέσω δημόσιου πλειστηριασμού, οι οντότητες που κατέχουν εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας προβαίνουν σε εύλογες ενέργειες για να επιτύχουν εύλογη αγοραία αξία ή την καλύτερη τιμή που μπορεί να επιτευχθεί υπό τις περιστάσεις όταν ασκούν οποιαδήποτε εξουσία πώλησης μόνες τους.
|
|
Άρθρο 124 5.
|
Για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για μη αναληφθείσες διευκολύνσεις, οι εμπράγματες ασφάλειες που πληρούν όλες τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας που ορίζονται στην παράγραφο 3 και, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 4 μπορούν να αναγνωρίζονται όταν η ανάληψη στο πλαίσιο της διευκόλυνσης εξαρτάται από την προηγούμενη ή την ταυτόχρονη κατάθεση εμπράγματης ασφάλειας σε αναλογία προς το συμφέρον του ιδρύματος στην εμπράγματη ασφάλεια μετά την ανάληψη της διευκόλυνσης, έτσι ώστε το ίδρυμα να μην έχει κανένα συμφέρον στην εμπράγματη ασφάλεια εφόσον η διευκόλυνση δεν έχει αναληφθεί.
|
|
Άρθρο 124 6.
|
Για τους σκοπούς του άρθρου 125 παράγραφος 2 και του άρθρου 126 παράγραφος 3, ο λόγος ανοίγματος προς αξία («ETV») υπολογίζεται διαιρώντας το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος με την αξία του ακινήτου υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται ως η λογιστική αξία του στοιχείου ενεργητικού που σχετίζεται με το άνοιγμα που εξασφαλίζεται με το ακίνητο και οποιοδήποτε μη αναληφθέν αλλά δεσμευμένο ποσό το οποίο, αφού αναληφθεί, θα αύξανε την αξία ανοίγματος του ανοίγματος που εξασφαλίζεται με το ακίνητο. Το εν λόγω ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη:
i)
ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 110·
ii)
πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος·
iii)
ποσά που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ)· και
iv)
άλλες μειώσεις των ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το στοιχείο ενεργητικού·
β)
το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κανένα είδος χρηματοδοτούμενης ή μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, εξαιρουμένων των λογαριασμών ενεχυριασμένων καταθέσεων στο δανειοδοτικό ίδρυμα που πληρούν όλες τις απαιτήσεις συμψηφισμού εντός ισολογισμού, είτε βάσει συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού σύμφωνα με τα άρθρα 196 και 206 είτε βάσει άλλων συμφωνιών συμψηφισμού εντός ισολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 195 και 205, και έχουν ενεχυριαστεί άνευ όρων και αμετάκλητα με μοναδικό σκοπό την εκπλήρωση της πιστωτικής υποχρέωσης που σχετίζεται με το άνοιγμα που εξασφαλίζεται με το ακίνητο·
γ)
στην περίπτωση ανοιγμάτων που απαιτείται να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2 ή το άρθρο 126 παράγραφος 3 στο πλαίσιο των οποίων ένα μέρος που δεν είναι το ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας και μια εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας την οποία κατέχει το ίδρυμα αναγνωρίζεται βάσει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται ως το άθροισμα του ακαθάριστου ποσού ανοίγματος της εμπράγματης ασφάλειας του ιδρύματος και των ακαθάριστων ποσών ανοιγμάτων για όλες τις άλλες εμπράγματες ασφάλειες ίσης ή υψηλότερης τάξης από την εμπράγματη ασφάλεια του ιδρύματος.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), όταν ένα ίδρυμα έχει περισσότερα του ενός ανοίγματα που εξασφαλίζονται με το ίδιο ακίνητο και τα ανοίγματα αυτά εξασφαλίζονται με εμπράγματες ασφάλειες επί του εν λόγω ακινήτου με διαδοχική σειρά κατάταξης χωρίς να υπάρχει μεταξύ αυτών εμπράγματη ασφάλεια που κατέχεται από τρίτο, τα ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως ενιαίο συνδυασμένο άνοιγμα και τα ακαθάριστα ποσά ανοίγματος των επιμέρους ανοιγμάτων αθροίζονται για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ποσού ανοίγματος του ενιαίου συνδυασμένου ανοίγματος. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να μπορεί να εξακριβωθεί η διαβάθμιση των υπόλοιπων εμπράγματων ασφαλειών, το ίδρυμα θεωρεί ότι οι εν λόγω εμπράγματες ασφάλειες έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας την οποία κατέχει το ίδρυμα. Το ίδρυμα προσδιορίζει πρώτα τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2 ή το άρθρο 126 παράγραφος 3 («βασικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου»), κατά περίπτωση. Στη συνέχεια προσαρμόζει αυτόν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου με πολλαπλασιαστή 1,25 , για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των εμπράγματων ασφαλειών μειωμένης προτεραιότητας. Όταν ο βασικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου αντιστοιχεί στο χαμηλότερο κλιμάκιο ανοίγματος προς αξία, δεν εφαρμόζεται ο πολλαπλασιαστής. Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βασικού συντελεστή στάθμισης κινδύνου με 1,25 έχει ως ανώτατο όριο τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στο άνοιγμα εάν δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις της παραγράφου 3.
|
|
Άρθρο 124 7.
|
Ανοίγματα έναντι μισθωτή στο πλαίσιο πράξης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου στην οποία το ίδρυμα είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχει δικαίωμα αγοράς θεωρούνται ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητο και αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 125 ή 126 εάν πληρούνται οι εφαρμοστέες προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο υπό την προϋπόθεση ότι το άνοιγμα του ιδρύματος εξασφαλίζεται από την κυριότητά του επί του ακινήτου.
|
|
Άρθρο 124 8.
|
Τα κράτη μέλη ορίζουν αρχή που είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της παραγράφου 9. Η εν λόγω αρχή είναι η αρμόδια αρχή ή η εντεταλμένη αρχή. Σε περίπτωση που η αρχή η οποία ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή διασφαλίζει ότι οι σχετικοί εθνικοί φορείς και αρχές που έχουν μακροπροληπτική εντολή είναι δεόντως ενημερωμένες σχετικά με την πρόθεση της αρμόδιας αρχής να κάνει χρήση του παρόντος άρθρου, και συμμετέχουν καταλλήλως στην εκτίμηση των ανησυχιών σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους σύμφωνα με την παράγραφο 9. Όταν η αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή, τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζονται κατάλληλος συντονισμός και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας και της εντεταλμένης αρχής για την ορθή εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα, απαιτείται από τις αρχές να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων που επιβάλλονται στην εντεταλμένη αρχή δυνάμει του παρόντος άρθρου. Αυτή η συνεργασία αποσκοπεί στην αποφυγή αλληλοεπικαλυπτόμενης ή ασυνεπούς δράσης κάθε μορφής μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της εντεταλμένης αρχής, καθώς και στη διασφάλιση ότι η αλληλεπίδραση με άλλα μέτρα, ιδίως μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 458 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, λαμβάνεται δεόντως υπόψη.
|
|
Άρθρο 124 9.
|
Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 430α και τυχόν άλλους σχετικούς δείκτες, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου εκτιμά περιοδικά, και τουλάχιστον ετησίως, αν οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που καθορίζονται στα άρθρα 125 και 126 για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα στην επικράτεια του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής είναι κατάλληλοι με βάση τα εξής:
α)
το ιστορικό ζημιών των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα·
β)
τις μελλοντικές εξελίξεις της αγοράς ακινήτων.
Όταν, βάσει της εκτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 ή 126 δεν αντανακλούν επαρκώς τους πραγματικούς κινδύνους που συνδέονται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα σε μία ή περισσότερες κατηγορίες ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες σε ακίνητα κατοικίας ή σε εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής, και αν κρίνει ότι η ανεπάρκεια των συντελεστών στάθμισης κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα του κράτους μέλους της, μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζονται σε αυτά τα ανοίγματα εντός των ορίων που καθορίζονται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή να επιβάλλει κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα που καθορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου γνωστοποιεί στην ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ οποιεσδήποτε προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων που εφαρμόζονται δυνάμει της παρούσας παραγράφου. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή της γνωστοποίησης αυτής, η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ παρέχουν τη γνώμη τους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και μπορούν να επισημαίνουν στην εν λόγω γνώμη, εφόσον χρειάζεται, αν θεωρούν ότι οι προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων συνιστώνται και για άλλα κράτη μέλη. Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιεύουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126 και στο άρθρο 199 παράγραφος 1 στοιχείο α) όπως εφαρμόζονται από τη σχετική αρχή. Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 125 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 126 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, ή να επιβάλλει αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου για ανοίγματα έναντι μίας ή περισσότερων κατηγοριών ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής. Η εν λόγω αρχή δεν αυξάνει τους εν λόγω συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε ποσοστό άνω του 150 %. Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου μπορεί επίσης να μειώνει τα ποσοστά της αξίας ακινήτων που αναφέρονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 1 ή τα ποσοστά ETV που καθορίζουν το κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV που προβλέπεται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 πίνακας 1 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 3 πίνακας 1. Η σχετική αρχή διασφαλίζει τη συνέπεια σε όλα τα κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV, έτσι ώστε ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερου κλιμακίου συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV να είναι πάντα χαμηλότερος ή ίσος με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ανώτερου κλιμακίου συντελεστή στάθμισης κινδύνου ETV.
|
|
Άρθρο 124 10.
|
Όταν η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 καθορίζει υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια σύμφωνα με την παράγραφο 9, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους εξάμηνη μεταβατική περίοδο για την εφαρμογή τους.
|
|
Άρθρο 124 11.
|
Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα είδη των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 9. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
|
|
Άρθρο 124 12.
|
Το ΕΣΣΚ μπορεί, μέσω συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, και σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, να παρέχει καθοδήγηση στις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου σχετικά και με τα δύο ακόλουθα:
α)
τους παράγοντες που θα μπορούσαν να «επηρεάσουν αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα» όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 δεύτερο εδάφιο·
β)
ενδεικτικούς δείκτες αναφοράς τους οποίους η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά τον προσδιορισμό υψηλότερων συντελεστών στάθμισης κινδύνου.
|
|
Άρθρο 124 13.
|
Τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος εφαρμόζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 9 στα αντίστοιχα ανοίγματά τους που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του άλλου κράτους μέλους.
|
|
Άρθρο 124 14.
|
Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να αποσαφηνίσει τι συνιστά ισοδύναμο νομικό μηχανισμό που διασφαλίζει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α) σημείο iii) σημείο 2). Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|