5. Όταν λαμβάνει οποιαδήποτε από τα εποπτικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α)
|
τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·
|
|
β)
|
αν ένα οικονομικό έγκλημα διαπράχθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·
|
|
γ)
|
αν η παράβαση διαπράχθηκε με πρόθεση ή από αμέλεια·
|
|
δ)
|
τον βαθμό ευθύνης του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση·
|
|
ε)
|
την οικονομική ευρωστία του παρόχου αξιολογήσεων ΠΚΔ, όπως προκύπτει από τον συνολικό ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών του·
|
|
στ)
|
τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών και σε άλλους χρήστες αξιολογήσεων ΠΚΔ·
|
|
ζ)
|
τη σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν και των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τον πάροχο αξιολογήσεων ΠΚΔ ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που αυτά τα κέρδη και οι ζημίες μπορούν να προσδιοριστούν·
|
|
η)
|
το επίπεδο συνεργασίας του παρόχου αξιολογήσεων ΠΚΔ με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τον εν λόγω πάροχο αξιολογήσεων ΠΚΔ·
|
|
θ)
|
προηγούμενες παραβάσεις από τον πάροχο αξιολογήσεων ΠΚΔ εξαιτίας της παράβασης·
|
|
ι)
|
τα μέτρα που λήφθηκαν μετά την παράβαση από τον πάροχο αξιολογήσεων ΠΚΔ για την αποφυγή της επανάληψής της.
|
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.