+Άρθρο 10 Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης
---+Άρθρο 10 1.
---+Άρθρο 10 2.
---+Άρθρο 10 3.
---+Άρθρο 10 4.
---+Άρθρο 10 5.
---+Άρθρο 10 6.
---+Άρθρο 10 7.
---+Άρθρο 10 8.
---+Άρθρο 10 9.
---+Άρθρο 10 10.
---+Άρθρο 10 11.
---+Άρθρο 10 12.
---+Άρθρο 10 13.

Άρθρο 10 Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 10 1.

Όταν καταρτίζει και επικαιροποιεί σχέδια εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 8, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, και τις αρχές εξυγίανσης των μη συμμετεχόντων κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, εφόσον αυτό έχει σημασία για τα υποκαταστήματα αυτά, αξιολογεί κατά πόσον τα ιδρύματα και οι όμιλοι είναι δυνατόν να εξυγιανθούν χωρίς να προϋποτίθεται κανένα από τα ακόλουθα:

α) 

έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταμείου που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 67,

β) 

επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή

γ) 

στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.

Άρθρο 10 2.
Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή διαβιβάζει στο Συμβούλιο Εξυγίανσης σχέδιο ανάκαμψης ή σχέδιο ανάκαμψης ομίλου. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εξετάζει το σχέδιο ανάκαμψης, προκειμένου να προσδιορίσει δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο ανάκαμψης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος ή του ομίλου, και υποβάλλει σχετικές συστάσεις στην ΕΚΤ ή στην εθνική αρμόδια αρχή.
Άρθρο 10 3.
Όταν καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο μια οντότητα είναι δυνατόν να εξυγιανθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Μια οντότητα θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης κρίνει εφικτό και αξιόπιστο είτε να την εκκαθαρίσει στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να την εξυγιάνει, εφαρμόζοντας στην οντότητα τα εργαλεία εξυγίανσης και ασκώντας τις εξουσίες εξυγίανσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό οιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα, ακόμη και αν υπάρχει ευρύτερη χρηματοπιστωτική αστάθειας ή γεγονότα που επηρεάζουν το σύνολο του συστήματος, στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η οντότητα ή σε άλλα κράτη μέλη ή στην Ένωση, και με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών της οντότητας.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενημερώνει εγκαίρως την ΕΑΤ όταν ένα ίδρυμα θεωρείται αδύνατον να εξυγιανθεί.

Άρθρο 10 4.
Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης κρίνει εφικτό και αξιόπιστο είτε να εκκαθαρίσει τις οντότητες του ομίλου στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να τις εξυγιάνει, εφαρμόζοντας σε αυτές τα εργαλεία εξυγίανσης και ασκώντας τις εξουσίες εξυγίανσης, αποφεύγοντας στον μέγιστο δυνατό βαθμό, οιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που επηρεάζουν το σύνολο του συστήματος, στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένες οι οντότητες του ομίλου, σε άλλα κράτη μέλη ή στην Ένωση, και με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούνται από τις εν λόγω οντότητες του ομίλου, εάν αυτές μπορούν να διαχωριστούν εύκολα και εγκαίρως ή με άλλα μέσα.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενημερώνει εγκαίρως την ΕΑΤ όταν ένας όμιλος θεωρείται αδύνατον να εξυγιανθεί.

Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους τους ενός ομίλους εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης αξιολογεί τη δυνατότητα εξυγίανσης κάθε ομίλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο διενεργείται επιπλέον της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης ολόκληρου του ομίλου.

Άρθρο 10 5.
Για τους σκοπούς των παραγράφων 3, 4 και 10, οι σημαντικές δυσμενείς συνέπειες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή ο αρνητικός αντίκτυπος στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αφορούν περιπτώσεις κατά τις οποίες το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι πραγματικά ή δυνητικά εκτεθειμένο σε διαταραχή η οποία μπορεί να προκαλέσει χρηματοπιστωτική δυσπραγία ικανή να θέσει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία, την αποτελεσματικότητα και την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς ή της οικονομίας ή του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Όταν καθορίζει τις σημαντικές αρνητικές συνέπειες, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις προειδοποιήσεις και συστάσεις του ΕΣΣΚ και τα κριτήρια που αναπτύσσει η ΕΑΤ όσον αφορά τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου.
Άρθρο 10 6.
Για τον σκοπό της εκτίμησης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης εξετάζει τα θέματα που εξειδικεύονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
Άρθρο 10 7.
Εάν, βάσει αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης μιας οντότητας ή ενός ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές, περιλαμβανομένης της ΕΚΤ, διαπιστώσει ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας ή ομίλου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης συντάσσει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, έκθεση προς την οντότητα ή τη μητρική επιχείρηση, όπου αναλύονται τα ουσιαστικά εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και στην άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης. Η έκθεση εξετάζει τον αντίκτυπο στο επιχειρησιακό μοντέλο της οντότητας ή του ομίλου και προτείνει αναλογικά και στοχευμένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη του Συμβουλίου Εξυγίανσης, είναι αναγκαία ή ενδεδειγμένα για την εξάλειψη των εμποδίων, σύμφωνα με την παράγραφο 10.
Άρθρο 10 8.
Η έκθεση κοινοποιείται επίσης στις αρμόδιες αρχές και στις αρχές εξυγίανσης των μη συμμετεχόντων κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα ιδρυμάτων που δεν είναι μέρος ομίλου. Αιτιολογεί την εν λόγω εκτίμηση ή διαπίστωση και αναφέρει με ποιον τρόπο η εκτίμηση ή διαπίστωση τηρεί την απαίτηση περί αναλογικής εφαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 6.
Άρθρο 10 9.
Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η οντότητα ή η μητρική επιχείρηση προτείνουν στο Συμβούλιο Εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης γνωστοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από την οντότητα ή τη μητρική επιχείρηση στις αρμόδιες αρχές, στην ΕΑΤ και, όταν σημαντικά υποκαταστήματα ιδρυμάτων που δεν είναι μέρος ομίλου είναι εγκατεστημένα σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, στις αρχές εξυγίανσης των εν λόγω κρατών μελών.

Η οντότητα, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της αναφοράς που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, προτείνει στο Συμβούλιο Εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η οντότητα ή η μητρική επιχείρηση συμμορφώνεται με τα άρθρα 12στ ή 12ζ και την συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν ένα ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης οφείλεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

i) 

η οντότητα πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον καθεμιάς από τις προϋποθέσεις των στοιχείων α), β) και γ) του άρθρου 141α παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον των απαιτήσεων των άρθρων 12δ και 12ε του παρόντος κανονισμού, εφόσον υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12α παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού· ή

ii) 

η οντότητα δεν πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 92α και 494 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή τις απαιτήσεις των άρθρων 12δ και 12ε του παρόντος κανονισμού.

Όταν η οντότητα προτείνει το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, λαμβάνει υπόψη τους λόγους στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, αξιολογεί κατά πόσον με τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το εν λόγω ουσιαστικό εμπόδιο.

Άρθρο 10 10.
Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης διαπιστώσει ότι τα μέτρα που προτείνονται από την οικεία οντότητα ή τη μητρική επιχείρηση δεν μειώνουν αποτελεσματικά ή δεν εξαλείφουν τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές και, αναλόγως με την περίπτωση, με την ορισθείσα αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, λαμβάνει απόφαση. Η εν λόγω απόφαση αναφέρει ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει αξιολογήσει ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν μειώνουν ή δεν εξαλείφουν αποτελεσματικά τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και αναθέτει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να απαιτήσουν από την οντότητα, τη μητρική επιχείρηση ή οποιαδήποτε θυγατρική του οικείου ομίλου να λάβουν οποιοδήποτε των μέτρων της παραγράφου 11.

Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, το Συμβούλιο Εξυγίανσης τεκμηριώνει ότι τα μέτρα που πρότεινε η οικεία οντότητα ή μητρική επιχείρηση δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και ότι τα προταθέντα εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά όσον αφορά την εξάλειψη των εμποδίων αυτών. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που συνιστούν τα εν λόγω εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, τον αντίκτυπο των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικείας οντότητας ή μητρικής επιχείρησης, στη σταθερότητά της και στην ικανότητά της να συμβάλλει στην οικονομία, καθώς και τον αντίκτυπο των μέτρων στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε άλλα κράτη μέλη καθώς και στην Ένωση συνολικά.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει επίσης υπόψη την ανάγκη να αποφευχθούν επιπτώσεις στην οικεία οντότητα ή στον οικείο όμιλο που θα υπερέβαιναν τα αναγκαία όρια για την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ή θα ήταν δυσανάλογες.

Άρθρο 10 11.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 10, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατά περίπτωση, δίνει εντολή στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να λάβουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:

α) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να αναθεωρήσει οποιεσδήποτε ενδοομιλικές χρηματοδοτικές ρυθμίσεις, ή να εξετάσει τους λόγους απουσίας τους, ή να καταρτίσει συμφωνίες παροχής υπηρεσιών (είτε ενδοομιλικές είτε με τρίτα μέρη) για να καλύψει την παροχή κρίσιμων λειτουργιών·

β) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να περιορίσει τα μέγιστα μεμονωμένα και ομαδοποιημένα ανοίγματά της·

γ) 

να επιβάλουν απαιτήσεις παροχής συγκεκριμένων ή τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης·

δ) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να εκχωρήσει συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία·

ε) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να περιορίσει ή να παύσει συγκεκριμένες υφιστάμενες ή προτεινόμενες δραστηριότητες·

στ) 

να περιορίσουν ή να αποτρέψουν την ανάπτυξη νέων ή υφιστάμενων επιχειρηματικών τομέων ή την πώληση νέων ή υφιστάμενων προϊόντων·

ζ) 

να απαιτήσουν αλλαγές στη νομική ή λειτουργική δομή της οντότητας ή οποιασδήποτε οντότητας ομίλου, η οποία βρίσκεται είτε άμεσα είτε έμμεσα υπό τον έλεγχό τους, προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα και κατ' αυτό τον τρόπο να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες λειτουργίες είναι δυνατόν να διαχωριστούν νομικά και επιχειρησιακά από άλλες λειτουργίες μέσω της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης·

η) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να συστήσει μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος ή μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση·

θ) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να εκδώσει επιλέξιμες υποχρεώσεις, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ►M1  των άρθρων 12στ και 12ζ ◄ ·

ι) 

να απαιτήσουν από την οντότητα να λάβει άλλα μέτρα για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ►M1  των άρθρων 12στ και 12ζ ◄ , όπως ιδίως, να επιχειρήσει να επαναδιαπραγματευθεί οποιαδήποτε επιλέξιμη υποχρέωση, πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1 ή μέσο της κατηγορίας 2 που έχει εκδώσει, προκειμένου να διασφαλίσει ότι κάθε απόφαση του Συμβουλίου Εξυγίανσης για απομείωση ή μετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης ή μέσου θα γίνει σύμφωνα με το δίκαιο της δικαιοδοσίας που διέπει αυτή την υποχρέωση ή το μέσο·

▼M1

ια) 

να απαιτήσουν από οντότητα να υποβάλει σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των άρθρων 12στ και 12ζ του παρόντος κανονισμού, εκπεφρασμένης ως ποσοστό του συνολικού ποσού της έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με την συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και με τις απαιτήσεις των άρθρων 12στ ή 12ζ του παρόντος κανονισμού εκπεφρασμένων ως ποσοστό του μέτρου συνολικού ανοίγματος που αναφέρεται στα άρθρα 429 και 429α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ιβ) 

για τον σκοπό της εξασφάλισης της διαρκούς συμμόρφωσης με τα άρθρα 12στ ή 12ζ, να απαιτήσουν από οντότητα να αλλάξει το προφίλ ληκτότητας:

i) 

των μέσων ιδίων κεφαλαίων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, και

ii) 

των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 12γ και στο άρθρο 12ζ παράγραφος 2 στοιχείο α).

▼B

Κατά περίπτωση, οι εθνικές αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν απευθείας τα μέτρα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ι) του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 10 12.
Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης υλοποιούν τις οδηγίες του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29.
Άρθρο 10 13.

Η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 10 και 11 πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) 

στηρίζεται σε αιτιολόγηση της εν λόγω εκτίμησης ή προσδιορισμού·

β) 

αναφέρει με ποιον τρόπο η εν λόγω εκτίμηση ή απόφαση τηρεί την απαίτηση περί αναλογικής εφαρμογής που προβλέπεται στην παράγραφο 10.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση