+Άρθρο 4α Εποπτική ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών
---+Άρθρο 4α 1.
---+Άρθρο 4α 2.
---+Άρθρο 4α 3.
---+Άρθρο 4α 4.
---+Άρθρο 4α 5.
---+Άρθρο 4α 6.
---+Άρθρο 4α 7.
---+Άρθρο 4α 8.
---+Άρθρο 4α 9.

Άρθρο 4α Εποπτική ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 4α 1.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «μέλη του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στο ανώτερο συλλογικό όργανο λήψης αποφάσεων της αρμόδιας αρχής και στα οποία έχει ανατεθεί η εξουσία να ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σχετικά με την καθημερινή διαχείριση της εποπτικής λειτουργίας της αρμόδιας αρχής, εξαιρουμένων των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών.
Άρθρο 4α 2.
Για να διατηρηθεί η ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τα κράτη μέλη προβλέπουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων του προσωπικού τους και των μελών των οργάνων διακυβέρνησής τους, μπορούν να ασκούν τις εποπτικές εξουσίες τους ανεξάρτητα και αντικειμενικά, χωρίς να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από εποπτευόμενα ιδρύματα, από οποιοδήποτε όργανο της Ένωσης ή κυβέρνηση κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλον δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα όργανα διακυβέρνησης των αρμόδιων αρχών είναι λειτουργικά ανεξάρτητα από άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν θίγουν τις ρυθμίσεις βάσει του εθνικού δικαίου σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές υπόκεινται σε δημόσια και δημοκρατική λογοδοσία.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κανένα μέλος του οργάνου διακυβέρνησης αρμόδιας αρχής που διορίζεται μετά από τις 11 Ιανουαρίου 2026 δεν παραμένει στο αξίωμά του για περισσότερα από 14 έτη. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέλη του οργάνου διακυβέρνησης αρμόδιας αρχής διορίζονται βάσει δημοσιευμένων κριτηρίων που είναι αντικειμενικά και διαφανή και ότι τα εν λόγω μέλη μπορούν να παυθούν εάν δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια διορισμού ή έχουν καταδικαστεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα. Οι λόγοι της παύσης δημοσιοποιούνται, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο μέλος του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής αντιταχθεί στη δημοσίευση.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τους στόχους τους, λογοδοτούν για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με τους εν λόγω στόχους και υπόκεινται σε δημοσιονομικό έλεγχο κατά τρόπο που δεν επηρεάζει την ανεξαρτησία τους.

Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με διεθνή ή ευρωπαϊκά συστήματα χρηματοπιστωτικής εποπτείας, ιδίως το ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοπιστωτικής εποπτείας που θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ( 4 ), τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό που θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου ( 5 ) και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ( 6 ), και τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης που θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 7 ).

Άρθρο 4α 3.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, ειδικότερα, ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων των μελών του προσωπικού τους και των μελών των οργάνων διακυβέρνησής τους. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που είναι αναλογικοί προς τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των μελών του προσωπικού και των μελών των οργάνων διακυβέρνησης και οι οποίοι, τουλάχιστον, τους απαγορεύουν:

α) 

συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδονται από ή συνδέονται με ιδρύματα τα οποία εποπτεύουν οι οικείες αρμόδιες αρχές και που εκδίδονται από ή συνδέονται με τις άμεσες ή έμμεσες μητρικές επιχειρήσεις, θυγατρικές ή συνδεδεμένες εταιρείες των εν λόγω ιδρυμάτων, εξαιρουμένων:

i) 

των μέσων που τελούν υπό τη διαχείριση τρίτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ιδιοκτήτες των μέσων αυτών δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνουν στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου·

ii) 

των επενδύσεων σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων·

β) 

να προσλαμβάνονται ή να αποδέχονται οποιαδήποτε σύμβαση για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου («περίοδος αναμονής») με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i) 

ιδρύματα με τα οποία το μέλος του προσωπικού ή το μέλος του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής έχει συνδεθεί άμεσα για σκοπούς εποπτείας ή λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων άμεσων ή έμμεσων μητρικών επιχειρήσεων, θυγατρικών ή συνδεδεμένων εταιρειών των εν λόγω ιδρυμάτων·

ii) 

οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες σε οποιαδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο σημείο i), εκτός εάν το μέλος του προσωπικού ή το μέλος του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής απαγορεύεται αυστηρά να συμμετέχει στην παροχή των εν λόγω υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής·

iii) 

οντότητες που ασκούν δραστηριότητες εκπροσώπησης και υπεράσπισης συμφερόντων με στόχο την αρμόδια αρχή σχετικά με θέματα για τα οποία ήταν υπεύθυνο το μέλος του προσωπικού ή το μέλος του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής κατά τη διάρκεια της απασχόλησης ή της θητείας του εν λόγω μέλους.

Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημεία i) και ii) εφαρμόζονται μόνο όταν τρίτα μέρη και οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων δεν επενδύουν κυρίως σε μέσα που εκδίδονται από τις οντότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή αναφέρονται σε αυτές.

Άρθρο 4α 4.
Η περίοδος αναμονής αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η άμεση συμμετοχή στην εποπτεία των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο β) σημείο i). Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα μέλη του προσωπικού τους και τα μέλη των οργάνων διακυβέρνησής τους δεν έχουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές ή ευαίσθητες πληροφορίες που αφορούν τις εν λόγω οντότητες κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής. Στην περίπτωση προσλήψεων από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) σημεία i) και ii), η διάρκεια της περιόδου αναμονής είναι τουλάχιστον έξι μήνες για τα μέλη του προσωπικού που συμμετέχουν άμεσα στην εποπτεία των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) σημείο i), και τουλάχιστον 12 μήνες για τα μέλη του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής. Στην περίπτωση προσλήψεων από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) σημείο iii), η διάρκεια της περιόδου αναμονής είναι τουλάχιστον τρεις μήνες τόσο για τα μέλη του προσωπικού όσο και για τα μέλη του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να υποβάλλουν σε περίοδο αναμονής τα μέλη του προσωπικού τους και τα μέλη των οργάνων διακυβέρνησής τους στα οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο i), σε περίπτωση πρόσληψής τους από άμεσους ανταγωνιστές μιας από τις οντότητες που αναφέρονται στο εν λόγω σημείο. Για τους σκοπούς αυτούς, η διάρκεια της περιόδου αναμονής είναι τουλάχιστον τρεις μήνες για τα μέλη του προσωπικού που συμμετέχουν άμεσα στην εποπτεία των εν λόγω οντοτήτων και τουλάχιστον έξι μήνες για μέλη του οργάνου διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 4α 5.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν συντομότερες περιόδους αναμονής ελάχιστης διάρκειας τριών μηνών για τα μέλη του προσωπικού που συμμετέχουν άμεσα στην εποπτεία των ιδρυμάτων μόνον εφόσον μια μεγαλύτερη περίοδος αναμονής:

α) 

θα περιόριζε αδικαιολόγητα την ικανότητα της αρμόδιας αρχής να προσλαμβάνει νέα μέλη προσωπικού με τις κατάλληλες ή αναγκαίες δεξιότητες για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του μικρού μεγέθους της εθνικής αγοράς εργασίας· ή

β) 

θα συνιστούσε παραβίαση τυχόν σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο σύνταγμα του οικείου κράτους μέλους, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή τυχόν σχετικών δικαιωμάτων των εργαζομένων όπως ορίζονται στην εθνική εργατική νομοθεσία.

Άρθρο 4α 6.
Τα μέλη του προσωπικού και τα μέλη του οργάνου διακυβέρνησης αρμόδιας αρχής που υπόκεινται στην απαγόρευση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) δικαιούνται κατάλληλη αποζημίωση για την εν λόγω απαγόρευση. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν σχετικά με την κατάλληλη μορφή της εν λόγω αποζημίωσης.
Άρθρο 4α 7.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέλη του προσωπικού και τα μέλη του οργάνου διακυβέρνησης αρμόδιας αρχής υπόκεινται σε υποχρέωση υποβολής δήλωσης συμφερόντων. Η δήλωση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις συμμετοχές των μελών με τη μορφή μετοχικών κεφαλαίων, μετοχών, ομολόγων, αμοιβαίων κεφαλαίων, επενδυτικών κεφαλαίων, κεφαλαίων μικτού τύπου, αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου και διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων που ενδέχεται να εγείρουν ανησυχίες για συγκρούσεις συμφερόντων. Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υποβάλλουν τη δήλωση συμφερόντων πριν από τον διορισμό τους και στη συνέχεια σε ετήσια βάση.

Η δήλωση συμφερόντων δεν θίγει οποιαδήποτε απαίτηση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες.

Άρθρο 4α 8.
Όταν τα μέλη του προσωπικού ή τα μέλη οργάνου διακυβέρνησης αρμόδιας αρχής κατέχουν, κατά την πρόσληψη ή τον διορισμό τους ή οποτεδήποτε αργότερα, χρηματοοικονομικά μέσα που ενδέχεται να προκαλέσουν συγκρούσεις συμφερόντων, η αρμόδια αρχή έχει την εξουσία να απαιτεί, κατά περίπτωση, την πώληση ή τη διάθεση των μέσων αυτών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Οι αρμόδιες αρχές έχουν επίσης την εξουσία να επιτρέπουν, κατά περίπτωση, στα εν λόγω μέλη να πωλούν ή να διαθέτουν χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία ανήκαν σε αυτά κατά τη στιγμή της πρόσληψης ή του διορισμού τους.
Άρθρο 4α 9.
Για να διασφαλιστεί η αναλογική εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ, έως τις 10 Ιουλίου 2026 εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, που απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές, σχετικά με την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων στις αρμόδιες αρχές και σχετικά με την ανεξαρτησία τους, λαμβανομένων υπόψη των διεθνών βέλτιστων πρακτικών.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση
  • Builddate: 11.07.2026 00:00:00 -Doknr: CELEX:32013L0036
  • EULAW_ES -

    EULAW_ES