1. Κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ενός ιδρύματος με το άρθρο 325ξα παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε σχέση με τις απαιτήσεις για τον καθορισμό του ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού, οι αρμόδιες αρχές εξακριβώνουν αν οι εσωτερικές πολιτικές του ιδρύματος που αναφέρονται στο εν λόγω σημείο πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:
α)
οι εσωτερικές πολιτικές συμμορφώνονται με το άρθρο 21 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
β)
οι εσωτερικές πολιτικές απαιτούν την κατάρτιση επικαιροποιημένου καταλόγου ο οποίος, για κάθε μη υποδειγματοποιήσιμο παράγοντα κινδύνου:
i)
περιγράφει τον παράγοντα κινδύνου·
ii)
προσδιορίζει τον ορίζοντα ρευστότητας που αποδίδεται στον παράγοντα κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 325νστ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
iii)
προσδιορίζει αν το ίδρυμα υπολογίζει το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού με την άμεση μέθοδο ή τη σταδιακή μέθοδο που αναφέρεται στα άρθρα 2, 3, 5 και 6 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 αντίστοιχα, ή καθορίζει ένα ρυθμιστικό ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·
iv)
όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη σταδιακή μέθοδο, προσδιορίζει αν χρησιμοποιείται η ιστορική μέθοδος, η μέθοδος ασύμμετρου σίγμα ή η εφεδρική μέθοδος για τη βαθμονόμηση των κλυδωνισμών προς τα κάτω και προς τα άνω·
v)
όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους το ίδρυμα καθορίζει ρυθμιστικό ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, αιτιολογεί την επιλογή αυτή·
vi)
προσδιορίζει αν ο παράγοντας κινδύνου αποτελεί μέρος ενός κλιμακίου και, εάν ναι, ποιου·
γ)
οι εσωτερικές πολιτικές προσδιορίζουν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο α) σημείο i) και στο άρθρο 4 στοιχείο α) σημείο i) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, καθορίζοντας πότε χρησιμοποιείται είτε η άμεση μέθοδος είτε η σταδιακή μέθοδος που αναφέρεται στα άρθρα 2, 3, 5 και 6 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού σε σχέση με οποιονδήποτε μη υποδειγματοποιήσιμο παράγοντα κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμο τυποποιημένο κλιμάκιο·
δ)
οι εσωτερικές πολιτικές καθορίζουν τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των εργάσιμων και μη εργάσιμων ημερών κατά τρόπο συνεκτικό στο πλαίσιο του υπολογισμού του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων που αναφέρεται στο άρθρο 325ξγ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και του υπολογισμού του μέτρου κινδύνου αναμενόμενης ζημίας που αναφέρεται στο άρθρο 325νδ του εν λόγω κανονισμού·
ε)
οι εσωτερικές πολιτικές καθορίζουν τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των παραγόντων κινδύνου για τους οποίους το ίδρυμα καθορίζει το μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων εφαρμόζοντας ένα ρυθμιστικό ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
στ)
οι εσωτερικές πολιτικές προβλέπουν ότι το ίδρυμα παρακολουθεί όλες τις περιπτώσεις αδυναμίας τιμολόγησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, την αιτία της αδυναμίας τιμολόγησης και τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του εν λόγω άρθρου·
ζ)
οι εσωτερικές πολιτικές προσδιορίζουν τη συχνότητα των επικαιροποιήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, της περιόδου ακραίων καταστάσεων που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού, καθώς και τα άλλα πιθανά κριτήρια που ενεργοποιούν την επικαιροποίηση της εν λόγω περιόδου ακραίων καταστάσεων.
2. Όταν αξιολογούν αν το εσωτερικό υπόδειγμα ενός ιδρύματος εφαρμόζεται με ακεραιότητα, όπως απαιτείται από το άρθρο 325ξα παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε σχέση με τις απαιτήσεις για τον υπολογισμό του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων που αναφέρεται στο άρθρο 325ξγ του εν λόγω κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές:
α)
όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί την άμεση μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 σε σχέση με μη υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου:
i)
εξακριβώνουν αν οι διαδικασίες του ιδρύματος ακολουθούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο α) σημείο i) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, όπως ορίζονται στις εσωτερικές πολιτικές που αναφέρονται στο άρθρο 325ξα παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
ii)
εξακριβώνουν αν το ίδρυμα τεκμηριώνει και αιτιολογεί μεταβολές στην προσέγγιση που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
iii)
εξακριβώνουν αν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων που προκύπτει, αφενός, από την άμεση μέθοδο και, αφετέρου, από τη σταδιακή μέθοδο, για την περίοδο των 20 εργάσιμων ημερών που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο α) σημείο iii) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, και διερευνούν τους λόγους για τυχόν ουσιώδεις διαφορές·
β)
όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί την άμεση μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 σε σχέση με μη υποδειγματοποιήσιμα τυποποιημένα κλιμάκια:
i)
εξακριβώνουν αν οι διαδικασίες του ιδρύματος ακολουθούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχείο α) σημείο i) του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, όπως ορίζονται στις εσωτερικές πολιτικές που αναφέρονται στο άρθρο 325ξα παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
ii)
εξακριβώνουν αν το ίδρυμα τεκμηριώνει και αιτιολογεί μεταβολές στην προσέγγιση που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 4 στοιχείο α) σημείο ii) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
iii)
εξακριβώνουν αν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων που προκύπτει, αφενός, από την άμεση μέθοδο και, αφετέρου, από τη σταδιακή μέθοδο, για την περίοδο των 20 εργάσιμων ημερών που αναφέρεται στο άρθρο 4 στοιχείο α) σημείο iii) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, και διερευνούν τους λόγους για τυχόν ουσιώδεις διαφορές·
γ)
όσον αφορά τον καθορισμό της χρονοσειράς αποδόσεων 10 εργάσιμων ημερών που αναφέρεται στο άρθρο 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397:
i)
εξακριβώνουν ότι το ίδρυμα δεν περιλαμβάνει περισσότερες από μία παρατηρήσεις ανά εργάσιμη ημέρα στη χρονοσειρά που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία ενός μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων, και εξακριβώνουν αν οι χρονοσειρές περιλαμβάνουν μόνο πραγματικά δεδομένα της αγοράς, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
ii)
εξακριβώνουν αν τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) για τον προσδιορισμό των εργάσιμων και μη εργάσιμων ημερών χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των αποδόσεων 10 εργάσιμων ημερών που αναφέρονται στο άρθρο 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 και στην παράταση της περιόδου ακραίων καταστάσεων έως και κατά 20 εργάσιμες ημέρες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού, και εξακριβώνουν αν εκτελούνται ορθά τα βήματα για τη λήψη των αποδόσεων 10 εργάσιμων ημερών, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της Dt', όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·
iii)
εξακριβώνουν αν οι χρονοσειρές μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου για τους οποίους το ίδρυμα είχε προηγουμένως κρίνει ότι είναι υποδειγματοποιήσιμοι σύμφωνα με το άρθρο 325νζ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 περιλαμβάνουν τις παρατηρήσεις που χρησιμοποίησε το ίδρυμα για τη βαθμονόμηση των σεναρίων μελλοντικών κλυδωνισμών που αναφέρονται στο άρθρο 325νε του εν λόγω κανονισμού, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
δ)
όσον αφορά την εφαρμογή της εφεδρικής μεθόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397:
i)
εξακριβώνουν αν τα ιδρύματα μπορούν να αιτιολογήσουν την περιορισμένη διαθεσιμότητα δεδομένων για τους μη υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου ή για μη υποδειγματοποιήσιμα τυποποιημένα κλιμάκια για τα οποία το ίδρυμα χρησιμοποιεί την εφεδρική μέθοδο·
ii)
εξακριβώνουν αν υπάρχει κατάλληλος προσδιορισμός των παραγόντων κινδύνου για τους οποίους πρέπει να χρησιμοποιείται η προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
iii)
εξακριβώνουν αν, κατά την εφαρμογή της μεθόδου που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, η προσέγγιση που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για την επιλογή παράγοντα κινδύνου που πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου οδηγεί στον καθορισμό των προς τα άνω και προς τα κάτω κλυδωνισμών που είναι κατάλληλοι για τον παράγοντα κινδύνου για τον οποίο εφαρμόζεται η εφεδρική προσέγγιση·
ε)
ζητούν από το ίδρυμα να προσδιορίσει μη υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμα τυποποιημένα κλιμάκια για τα οποία η τιμή του συντελεστή μη γραμμικότητας που αναφέρεται στα άρθρα 17 και 18 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 ισούται με κmin ή κmax, όπως αναφέρεται στα εν λόγω άρθρα, και εξακριβώνουν αν το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού είναι κατάλληλο ή αν, σύμφωνα με το άρθρο 325ξγ παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το ίδρυμα πρέπει να υποχρεωθεί να εφαρμόσει ρυθμιστικό ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
στ)
όσον αφορά τον καθορισμό της περιόδου ακραίων καταστάσεων όπως απαιτείται από το άρθρο 12 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397:
i)
όταν το ίδρυμα καθορίζει την περίοδο ακραίων καταστάσεων μεγιστοποιώντας την τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 και χρησιμοποιώντας μεθόδους τιμολόγησης βάσει ευαισθησιών σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, εξακριβώνουν την αξιοπιστία της ανάλυσης που διενεργεί το ίδρυμα για να καταδείξει ότι οι μεταβολές της τιμής που δεν αποτυπώνονται από τις μεθόδους τιμολόγησης βάσει ευαισθησιών δεν θα τροποποιήσουν την περίοδο ακραίων καταστάσεων·
ii)
όταν το ίδρυμα καθορίζει την περίοδο ακραίων καταστάσεων για τους μη υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου σε ευρεία κατηγορία παραγόντων κινδύνου με προσδιορισμό της 12μηνης περιόδου παρατήρησης που μεγιστοποιεί το μέτρο μερικής αναμενόμενης ζημίας PESRS, i σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, εξακριβώνουν την αρτιότητα της ανάλυσης που διενεργεί το ίδρυμα για να καταδείξει ότι η προσδιορισμένη περίοδος ακραίων καταστάσεων είναι περίοδος ακραίων οικονομικών συνθηκών για τους οικείους μη υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου·
iii)
εξακριβώνουν αν τα κυλιόμενα διαστήματα διάρκειας 12 μηνών που υποβλήθηκαν σε έλεγχο για τον καθορισμό της περιόδου ακραίων καταστάσεων αρχίζουν τουλάχιστον από την 1η Ιανουαρίου 2007, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, και εξακριβώνουν αν οι προηγούμενες επικαιροποιήσεις της περιόδου ακραίων καταστάσεων τήρησαν τη συχνότητα και τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ζ)·
ζ)
όσον αφορά τον υπολογισμό των ζημιών με μεθόδους τιμολόγησης βάσει ευαισθησιών που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397:
i)
αξιολογούν την ευρωστία των διαδικασιών και μεθόδων για τον προσδιορισμό των περιπτώσεων αδυναμίας τιμολόγησης, τον προσδιορισμό των χρηματοπιστωτικών μέσων και βασικών εμπορευμάτων για τα οποία υπήρξε αδυναμία τιμολόγησης, τον προσδιορισμό των αιτιών της αδυναμίας τιμολόγησης και για τον καθορισμό των ουσιωδών ευαισθησιών τους·
ii)
εξακριβώνουν αν, μετά την εφαρμογή του ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού σε μη υποδειγματοποιήσιμο παράγοντα κινδύνου, η χρήση μεθόδων τιμολόγησης βάσει ευαισθησιών εφαρμόζεται μόνο σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα που βαρύνονται με τον εν λόγω παράγοντα κινδύνου και υπόκεινται σε αδυναμία τιμολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
η)
όσον αφορά τον καθορισμό του ρυθμιστικού ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού που αναφέρεται στο άρθρο 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397:
i)
εξακριβώνουν την καταλληλότητα της μεθόδου που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για να προσδιορίσει αν είναι μετρήσιμη ή όχι η μέγιστη ζημία που μπορεί να προκύψει λόγω μεταβολής μη υποδειγματοποιήσιμου παράγοντα κινδύνου ή μεταβολής μη υποδειγματοποιήσιμου τυποποιημένου κλιμακίου·
ii)
όταν η μέγιστη ζημία που αντιστοιχεί σε μη υποδειγματοποιήσιμο παράγοντα κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμο κλιμάκιο είναι μετρήσιμη, εξακριβώνουν αν το ίδρυμα προσδιορίζει με ακρίβεια την εν λόγω μέγιστη ζημία·
iii)
όταν η μέγιστη ζημία που μπορεί να προκύψει λόγω μεταβολής μη υποδειγματοποιήσιμου παράγοντα κινδύνου ή μεταβολής μη υποδειγματοποιήσιμου τυποποιημένου κλιμακίου δεν είναι μετρήσιμη, εξακριβώνουν ότι οι παραδοχές κατανομής και οι στατιστικές παραδοχές που χρησιμοποιούνται στην προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο α) και στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 βασίζονται σε αντικειμενικά δεδομένα και αξιόπιστους ελέγχους, και ότι το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού είναι επαρκώς συντηρητικό·
iv)
εξακριβώνουν ότι:
1)
οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) συνάδουν με τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο ε) της εν λόγω παραγράφου·
2)
είναι άρτια τα κριτήρια που καθορίζονται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) για τον προσδιορισμό των παραγόντων κινδύνου για τους οποίους λαμβάνεται το μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων με τον καθορισμό ρυθμιστικού ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού·
v)
εξακριβώνουν την αξιοπιστία της μεθοδολογίας και των στατιστικών δοκιμών που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τον προσδιορισμό παραγόντων κινδύνου που αντικατοπτρίζουν μόνο ιδιοσυγκρατικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 3 και 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397.
Για τους σκοπούς του στοιχείου α) σημείο ii), οι αρμόδιες αρχές εξακριβώνουν ότι η παρεχόμενη αιτιολόγηση συνάδει με τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i) και οι σχετικές μεταβολές δεν βασίζονται στο γεγονός ότι η μία μέθοδος οδηγεί σε μέτρο χαμηλότερου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων σε σύγκριση με την άλλη.
Για τους σκοπούς του στοιχείου β) σημείο ii), οι αρμόδιες αρχές εξακριβώνουν ότι η παρεχόμενη αιτιολόγηση συνάδει με τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο β) σημείο i) και δεν βασίζεται στο γεγονός ότι η μία μέθοδος οδηγεί σε μέτρο χαμηλότερου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων σε σύγκριση με την άλλη.
Για τους σκοπούς του στοιχείου ζ) σημείο ii), οι αρμόδιες αρχές εξακριβώνουν ότι το ίδρυμα υπολογίζει τις ζημίες που σχετίζονται με άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα που βαρύνονται με τον εν λόγω παράγοντα κινδύνου αλλά δεν υπόκεινται σε αδυναμία τιμολόγησης με τις μεθόδους τιμολόγησης που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να συγκρίνουν το μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων των παραγόντων κινδύνου ή των τυποποιημένων κλιμακίων για τα οποία έχει επέλθει μεταβολή προσέγγισης και να αξιολογούν αν οι μεταβολές αντιστοιχούν συστηματικά σε μέτρο χαμηλότερου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων.
4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο γ) σημείο i), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα χρονοσειράς παρατηρήσεων που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, να εξακριβώνουν ότι, όταν οι παρατηρήσεις στη χρονοσειρά είναι σταθερές κατά τις επόμενες εργάσιμες ημέρες, τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς για τον παράγοντα κινδύνου παραμένουν αμετάβλητα. Κατά τη συλλογή του δείγματος, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη χρονοσειρές που χαρακτηρίζονται από μεγάλο όγκο δεδομένων χωρίς μεταβολές κατά τις επόμενες εργάσιμες ημέρες.
5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο γ) σημείο iii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα παραγόντων κινδύνου, να συγκρίνουν τις παρατηρήσεις για τους παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τον υπολογισμό της αναμενόμενης ζημίας για τον παράγοντα κινδύνου όταν ήταν υποδειγματοποιήσιμος, με τις παρατηρήσεις για τους παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τον υπολογισμό του μέτρου κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων.
6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο δ) σημείο ii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα παραγόντων κινδύνου για τους οποίους το ίδρυμα χρησιμοποιεί τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 ή παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, να εξακριβώνουν αν οι εν λόγω παράγοντες κινδύνου πληρούν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στην εν λόγω μεθοδολογία.
7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο δ) σημείο iii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα παραγόντων κινδύνου για τους οποίους χρησιμοποιείται η προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397, να εξακριβώνουν αν οι αντίστοιχοι επιλεγμένοι παράγοντες κινδύνου πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου.
Όταν εξακριβώνουν ότι οι δύο παράγοντες κινδύνου είναι της ίδιας φύσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 και ότι οι εν λόγω παράγοντες κινδύνου δεν διαφέρουν σε χαρακτηριστικά που οδηγούν σε υποτίμηση της μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 στοιχείο γ) του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές εξακριβώνουν αν οι παράγοντες κινδύνου έχουν τα ίδια κύρια χαρακτηριστικά και αν ο επιλεγμένος παράγοντας κινδύνου εκτίθεται σε ειδικό κίνδυνο που συνδέεται με τον αντισυμβαλλόμενο όταν ο μη υποδειγματοποιήσιμος παράγοντας κινδύνου εκτίθεται στον ίδιο κίνδυνο.
8. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο δ) σημείο iii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα παραγόντων κινδύνου για τους οποίους χρησιμοποιείται η μεθοδολογία που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397:
α)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να ελέγξει εναλλακτικούς κατάλληλους παράγοντες κινδύνου που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 αντί για τους παράγοντες κινδύνου που έχει επιλέξει το ίδρυμα·
β)
να συγκρίνουν το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού που προκύπτει χρησιμοποιώντας τους παράγοντες κινδύνου που έχει επιλέξει το ίδρυμα και το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού που προκύπτει χρησιμοποιώντας τους εναλλακτικούς παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
γ)
να εξετάσουν αν οι παράγοντες κινδύνου που έχει επιλέξει το ίδρυμα οδηγούν σε συστηματική υποτίμηση του ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού.
9. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο δ) σημείο iii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα παραγόντων κινδύνου για τους οποίους χρησιμοποιείται η μεθοδολογία που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 και για τους οποίους υπάρχουν περισσότερες από δώδεκα παρατηρήσεις σε περίοδο 1 έτους:
α)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να εκτιμήσει τη μεταβλητότητα των εν λόγω παραγόντων κινδύνου κατά την εν λόγω περίοδο 1 έτους·
β)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να εκτιμήσει, για το διάστημα της εν λόγω περιόδου 1 έτους, τη μεταβλητότητα των παραγόντων κινδύνου που επιλέχθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 για τους παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
γ)
να αξιολογήσουν αν η μεταβλητότητα των παραγόντων κινδύνου που επιλέχθηκαν από το ίδρυμα και προκύπτουν από την εκτίμηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) είναι συστηματικά χαμηλότερη από τη μεταβλητότητα των παραγόντων κινδύνου στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων του ιδρύματος που προκύπτει από την εκτίμηση που αναφέρεται στο στοιχείο α).
10. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο ε), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα παραγόντων κινδύνου και τυποποιημένων κλιμακίων:
α)
να αξιολογήσουν αν ο συντελεστής μη γραμμικότητας είναι ίσος με κmin ή κmax επειδή οι τιμές του αριθμητή ή του παρονομαστή του ακόλουθου όρου
είναι εξαιρετικά υψηλές ή εξαιρετικά χαμηλές, όπως ο όρος χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του κ σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
β)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να απεικονίσει τη ζημία που προκύπτει από μεταβολές του παράγοντα κινδύνου στη γειτονιά του ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού και να αξιολογήσουν αν το προφίλ της συνάρτησης ζημιών είναι ιδιαίτερα κοίλο ή κυρτό στην εν λόγω γειτονιά.
Κατά τη διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης, οι αρμόδιες αρχές επιλέγουν το σύνολο των μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου και τυποποιημένων κλιμακίων λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντικότητά τους.
11. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο στ) σημείο i), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατά περίπτωση και όταν οι ζημίες που αντιστοιχούν σε μεταβολές σημαντικών μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμων τυποποιημένων κλιμακίων είναι εξαιρετικά μη γραμμικές:
α)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να καθορίσει την περίοδο ακραίων καταστάσεων μεγιστοποιώντας την τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 σε ένα σύνολο μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή τυχόν μη υποδειγματοποιήσιμου τυποποιημένου κλιμακίου που ανήκει στην ίδια ευρεία κατηγορία παραγόντων κινδύνου, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους τιμολόγησης που χρησιμοποιεί το ίδρυμα στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·
β)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να καθορίσει την περίοδο ακραίων καταστάσεων μεγιστοποιώντας την τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 για το σύνολο που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, χρησιμοποιώντας μεθόδους τιμολόγησης βάσει ευαισθησιών σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·
γ)
να αξιολογήσουν αν οι περίοδοι ακραίων καταστάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β) διαφέρουν ουσιαστικά.
Το σύνολο των μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή των μη υποδειγματοποιήσιμων τυποποιημένων κλιμακίων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) επιλέγεται με συνεκτίμηση της σημαντικότητάς τους και του μη γραμμικού προφίλ της ζημίας σε μεταβολές των τιμών τους. Για τον προσδιορισμό μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμων τυποποιημένων κλιμακίων με μη γραμμικό προφίλ ζημιών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν ως βάση την τιμή του συντελεστή μη γραμμικότητας κ που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 17 ή το άρθρο 18 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397.
12. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο στ) σημείο ii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν:
α)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να καθορίσει την περίοδο ακραίων καταστάσεων μεγιστοποιώντας την τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 σε ένα σύνολο μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή τυχόν μη υποδειγματοποιήσιμου τυποποιημένου κλιμακίου που ανήκει στην ίδια ευρεία κατηγορία παραγόντων κινδύνου, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους τιμολόγησης που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·
β)
να αξιολογήσουν αν η περίοδος ακραίων καταστάσεων που καθορίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) διαφέρει σημαντικά από την περίοδο ακραίων καταστάσεων που προσδιορίζεται από το ίδρυμα κατά την εφαρμογή της μεθοδολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397.
13. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο ζ), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα περιπτώσεων αδυναμίας τιμολόγησης που ενδεχομένως αντιμετώπισε το ίδρυμα, να εξακριβώσουν αν το ίδρυμα ακολούθησε τις διαδικασίες και τις μεθόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημείο i) και να αξιολογήσουν στην εν λόγω βάση την αξιοπιστία των εν λόγω διαδικασιών και μεθόδων.
14. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο η) σημείο iii), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμων τυποποιημένων κλιμακίων:
α)
να ζητήσουν από το ίδρυμα να δημιουργήσει χρονοσειρά αποδόσεων από στατιστική κατανομή υπερβάλλουσας κύρτωσης που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή και να υπολογίσουν το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού με τη σταδιακή μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 6 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 σε συνδυασμό με την ιστορική μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 8 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·
β)
να εξακριβώσουν τη συντηρητικότητα της προσέγγισης του ιδρύματος με βάση εμπειρογνώμονες, συγκρίνοντας το ρυθμιστικό ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού που προκύπτει από την εν λόγω προσέγγιση με το ακραίο σενάριο μελλοντικού κλυδωνισμού που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α).
15. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν από το ίδρυμα να χρησιμοποιήσει τη χρονοσειρά άλλου παρόμοιου παράγοντα κινδύνου αντί να δημιουργήσει τη χρονοσειρά από συντηρητική κατανομή. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο η) σημείο iv), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ή μη υποδειγματοποιήσιμων τυποποιημένων κλιμακίων και σε δεδομένη ημερομηνία αναφοράς, να εξακριβώσουν αν:
α)
οι παράγοντες κινδύνου ή τα τυποποιημένα κλιμάκια για τα οποία το μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων καθορίζεται με την εφαρμογή ρυθμιστικού ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 πληρούν τα κριτήρια που προσδιορίζει το ίδρυμα για τη χρήση της εν λόγω μεθόδου·
β)
οι παράγοντες κινδύνου ή τα τυποποιημένα κλιμάκια για τα οποία το μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων δεν καθορίζεται με την εφαρμογή ρυθμιστικού ακραίου σεναρίου μελλοντικού κλυδωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397 δεν πληρούν τα κριτήρια που προσδιόρισε το ίδρυμα για τη χρήση της εν λόγω μεθόδου.
16. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο θ), οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε δείγμα μη υποδειγματοποιήσιμων παραγόντων κινδύνου:
α)
να εξακριβώσουν αν η φύση του παράγοντα κινδύνου είναι τέτοια ώστε να αντικατοπτρίζει μόνον ιδιοσυγκρατικό κίνδυνο επανεξετάζοντας την περιγραφή του παράγοντα κινδύνου που παρέχεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, καθώς και τα εισαγόμενα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τη σήμανση του παράγοντα, όπως απαιτείται από το άρθρο 16 παράγραφος 3 στοιχείο α) και το άρθρο 16 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397·
β)
να διενεργήσουν ελέγχους υποθέσεων για την αξιολόγηση της σημασίας των συντελεστών συσχέτισης μεταξύ των παραγόντων κινδύνου στο δείγμα και να συγκρίνουν τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου υποθέσεων με τα αποτελέσματα που έλαβε το ίδρυμα κατά τη διενέργεια των στατιστικών δοκιμών που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 στοιχείο δ) και στο άρθρο 16 παράγραφος 4 στοιχείο δ) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2024/397.