|
+ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Μέθοδοι αύξησης της έκθεσης του ΟΕΕ 1. Ανασφάλιστα δάνεια σε μετρητά: Όταν επενδύονται δάνεια σε μετρητά, αυτά τείνουν να αυξάνουν την έκθεση του ΟΕΕ κατά το συνολικό ποσό των εν λόγω δανείων. Συνεπώς, η ελάχιστη έκθεση ισούται πάντα με το ποσό των δανείων. Μπορεί να είναι υψηλότερη εάν η αξία της επένδυσης που πραγματοποιείται με τον δανεισμό υπερβαίνει το δανειζόμενο ποσό. Για την αποφυγή διπλής μέτρησης, τα δάνεια σε μετρητά που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση της έκθεσης δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό. Εάν τα δάνεια σε μετρητά δεν επενδύονται, αλλά παραμένουν σε ταμειακά διαθέσιμα ή ισοδύναμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 στοιχείο α), τότε δεν αυξάνουν την έκθεση του ΟΕΕ. 2. Ασφαλισμένα δάνεια σε μετρητά: Τα ασφαλισμένα δάνεια σε μετρητά είναι παρόμοια με τα ανασφάλιστα δάνεια σε μετρητά, αλλά το δάνειο ενδέχεται να έχει ασφαλιστεί με δέσμη περιουσιακών στοιχείων ή με επιμέρους περιουσιακό στοιχείο. Εάν τα δάνεια σε μετρητά δεν επενδύονται, αλλά παραμένουν σε ταμειακά διαθέσιμα ή ισοδύναμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 στοιχείο α), τότε δεν αυξάνουν την έκθεση του ΟΕΕ. 3. Μετατρέψιμα δάνεια: Τα μετατρέψιμα δάνεια είναι χρέος που αγοράζεται και το οποίο δύναται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να επιτρέψει στον κάτοχο ή στον εκδότη να μετατρέψει το εν λόγω χρέος σε άλλο περιουσιακό στοιχείο. Η έκθεση του ΟΕΕ ισούται με την αγοραία αξία των εν λόγω δανείων. 4. Συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων: Συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίων είναι μια συμφωνία ανταλλαγής ταμειακών ροών επιτοκίων, υπολογιζόμενων επί ονομαστικού κεφαλαίου, ανά συγκεκριμένα διαστήματα (ημερομηνίες καταβολής) κατά τη διάρκεια της συμφωνίας. Η υποχρέωση καταβολής του κάθε μέρους υπολογίζεται χρησιμοποιώντας διαφορετικό επιτόκιο βάσει των ονομαστικών εκθέσεων. 5. Συμβάσεις επί διαφορών: Σύμβαση επί διαφορών (CFD) είναι μια συμφωνία μεταξύ δύο συμβαλλόμενων μερών, του επενδυτή και του παρόχου του CFD, για την καταβολή στον αντισυμβαλλόμενο της μεταβολής της τιμής ενός υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου. Ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η τιμή, ο ένας συμβαλλόμενος καταβάλλει στον αντισυμβαλλόμενο τη διαφορά από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης έως τον χρόνο λήξης της. Η έκθεση ισούται με την αγοραία αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου. Η ίδια μεταχείριση θα πρέπει να εφαρμόζεται και στα στοιχήματα χρηματοοικονομικών ανοιγμάτων (financial spread bets). 6. Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης: Συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης είναι μια συμφωνία αγοράς ή πώλησης δηλωμένου ποσού ενός τίτλου, νομίσματος, εμπορεύματος, δείκτη ή άλλου περιουσιακού στοιχείου σε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία και προσυμφωνημένη τιμή. Η έκθεση ισούται με την αγοραία αξία του ισοδύναμου υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου. 7. Ανταλλαγές συνολικής απόδοσης: Ανταλλαγή συνολικής απόδοσης είναι μια συμφωνία βάσει της οποίας ένας συμβαλλόμενος (ο καταβάλλων τη συνολική απόδοση) μεταβιβάζει τη συνολική οικονομική απόδοση μιας υποχρέωσης αναφοράς στον αντισυμβαλλόμενο (λήπτη της συνολικής απόδοσης). Η συνολική οικονομική απόδοση περιλαμβάνει τα έσοδα από τόκους και αμοιβές, κέρδη ή ζημίες από εξελίξεις στην αγορά, καθώς και πιστωτικές απώλειες. Η έκθεση του ΟΕΕ ισούται με την αγοραία αξία των ισοδύναμων περιουσιακών στοιχείων αναφοράς που επηρεάζουν την οικονομική απόδοση της ανταλλαγής. 8. Προθεσμιακές συμφωνίες: Προθεσμιακή συμφωνία είναι μια ειδικά προσαρμοσμένη διμερής συμφωνία ανταλλαγής ενός περιουσιακού στοιχείου ή ταμειακών ροών σε καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία διακανονισμού σε προθεσμιακή τιμή συμφωνηθείσα κατά την ημερομηνία της σχετικής πράξης. Ο ένας συμβαλλόμενος στην προθεσμιακή συμφωνία είναι ο αγοραστής (long), ο οποίος συμφωνεί να καταβάλει την προθεσμιακή τιμή κατά την ημερομηνία διακανονισμού και ο αντισυμβαλλόμενος είναι ο αγοραστής (short), ο οποίος συμφωνεί να εισπράξει την προθεσμιακή τιμή. Η σύναψη προθεσμιακής συμφωνίας συνήθως δεν απαιτεί την καταβολή αμοιβής. Η έκθεση του ΟΕΕ ισούται με την αγοραία αξία του ισοδύναμου υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου. Αυτό μπορεί να αντικατασταθεί από την ονομαστική αξία της σύμβασης όταν αυτή είναι πιο συντηρητική. 9. Δικαιώματα προαίρεσης: Δικαίωμα προαίρεσης είναι μια συμφωνία που δίνει στον αγοραστή, ο οποίος καταβάλλει αμοιβή (τίμημα), το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να αγοράσει ή να πωλήσει συγκεκριμένη ποσότητα ενός υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου σε συμφωνημένη τιμή (τιμή εξάσκησης) κατά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης (λήξη) ή μέχρι αυτή την ημερομηνία. Υπάρχουν δύο είδη δικαιωμάτων, το δικαίωμα αγοράς (call option) και το δικαίωμα πώλησης (put option). Τα όρια της έκθεσης του οργανισμού είναι τα εξής: προς τη μία πλευρά, πιθανή απεριόριστη έκθεση, και προς την άλλη πλευρά, έκθεση που περιορίζεται στο καταβαλλόμενο τίμημα ή στην αγοραία αξία του σχετικού δικαιώματος, όποιο είναι υψηλότερο. Η έκθεση μεταξύ των δύο ορίων καθορίζεται ως το δέλτα (το δέλτα δικαιωμάτων προαίρεσης μετρά την ευαισθησία της τιμής ενός δικαιώματος προαίρεσης αποκλειστικά και μόνο στη μεταβολή της τιμής του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου) προσαρμοζόμενο ανάλογα με την υποκείμενη θέση. Η ίδια προσέγγιση πρέπει να εφαρμόζεται για ενσωματωμένα παράγωγα, π.χ. σε δομημένα προϊόντα. Θα πρέπει να αναλύεται η δομή στα επιμέρους στοιχεία της, και θα πρέπει να καθορίζεται επαρκώς η επίδραση των επιμέρους επιπέδων έκθεσης επί παραγώγων. 10. Συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς: Συμφωνία πώλησης και επαναγοράς υφίσταται κανονικά όταν ένας ΟΕΕ «πωλεί» τίτλους σε αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αναλαμβάνει αντίστροφη υποχρέωση (αγοράς και επαναπώλησης) προκειμένου ο πρώτος να τους επαναγοράσει σε συμφωνημένη τιμή στο μέλλον. Ο ΟΕΕ θα υποστεί χρηματοοικονομική δαπάνη για την εμπλοκή του σε αυτή τη συναλλαγή και, ως εκ τούτου, απαιτείται να επανεπενδύσει τα έσοδα σε μετρητά (ουσιαστικά ασφάλεια σε μετρητά) προκειμένου να δημιουργήσει απόδοση υψηλότερη της χρηματοοικονομικής δαπάνης που υπέστη. Αυτή η επανεπένδυση της «ασφάλειας σε μετρητά» σημαίνει ότι ο πρόσθετος κίνδυνος αγοράς αναλαμβάνεται από τον ΟΕΕ και συνεπώς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης. Οι οικονομικοί κίνδυνοι και αποδόσεις των «πωληθέντων» τίτλων παραμένουν στον ΟΕΕ. Επίσης, μια συμφωνία πώλησης και επαναγοράς δημιουργεί σχεδόν πάντα μόχλευση εφόσον η ασφάλεια σε μετρητά επανεπενδύεται. Σε περίπτωση που λαμβάνεται ασφάλεια άλλη εκτός των μετρητών στο πλαίσιο της συναλλαγής και η ασφάλεια αυτή χρησιμοποιείται περαιτέρω ως μέρος άλλης συμφωνίας πώλησης και επαναγοράς, ή συμφωνίας δανεισμού μετοχών, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο ποσό της συνολικής έκθεσης η πλήρης αγοραία αξία της ασφάλειας. Η έκθεση του ΟΕΕ αυξάνεται κατά το επανεπενδυθέν μέρος της ασφάλειας σε μετρητά. 11. Συμφωνίες αγοράς και επαναπώλησης: Συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης υφίσταται κανονικά όταν ένας ΟΕΕ «αγοράζει» τίτλους από αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αναλαμβάνει αντίστροφη υποχρέωση (πώλησης και επαναγοράς) προκειμένου ο πρώτος να τους επαναπωλήσει σε συμφωνημένη τιμή στο μέλλον. Οι ΟΕΕ εμπλέκονται συνήθως σε αυτές τις συναλλαγές προκειμένου να δημιουργήσουν απόδοση τύπου χρηματαγοράς χαμηλού κινδύνου, οπότε οι «αγορασθέντες» τίτλοι χρησιμεύουν ως ασφάλεια. Άρα δεν δημιουργείται συνολική έκθεση ούτε αναλαμβάνει ο ΟΕΕ τους κινδύνους και τις αποδόσεις των «αγορασθέντων» τίτλων, δηλαδή δεν υπάρχει πρόσθετος κίνδυνος αγοράς. Ωστόσο, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν περαιτέρω οι «αγορασθέντες» τίτλοι στο πλαίσιο μιας συμφωνίας πώλησης και επαναγοράς, ή συμφωνίας δανεισμού τίτλων, όπως περιγράφεται ανωτέρω, και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο ποσό της συνολικής έκθεσης η πλήρης αγοραία αξία των τίτλων. Οι οικονομικοί κίνδυνοι και αποδόσεις των αγορασθέντων τίτλων παραμένουν στον αντισυμβαλλόμενο και, ως εκ τούτου, αυτό δεν αυξάνει την έκθεση του ΟΕΕ. 12. Συμφωνίες δανειοδοσίας τίτλων: Ο ΟΕΕ που εμπλέκεται σε συναλλαγή δανειοδοσίας τίτλων δανείζει έναν τίτλο σε έναν αντισυμβαλλόμενο-δανειολήπτη τίτλων (ο οποίος συνήθως δανείζεται τους τίτλους για να καλύψει μια φυσική συναλλαγή ανοιχτής πώλησης) αντί συμφωνηθείσας αμοιβής. Ο δανειολήπτης των τίτλων παραδίδει στον ΟΕΕ ασφάλεια σε μετρητά ή ασφάλεια άλλη εκτός μετρητών. Συνολική έκθεση δημιουργείται μόνο όταν η ασφάλεια σε μετρητά επανεπενδύεται σε μέσα άλλα εκτός εκείνων που ορίζονται στο άρθρο 7 στοιχείο α). Σε περίπτωση που επαναχρησιμοποιηθεί ασφάλεια άλλη εκτός μετρητών στο πλαίσιο μιας συμφωνίας πώλησης και επαναγοράς, ή συμφωνίας δανειοδοσίας τίτλων, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο ποσό της συνολικής έκθεσης η πλήρης αγοραία αξία των τίτλων όπως περιγράφεται ανωτέρω. Έκθεση δημιουργείται στον βαθμό που έχει επανεπενδυθεί η ασφάλεια σε μετρητά. 13. Συμφωνίες δανειοληψίας τίτλων: Ο ΟΕΕ που εμπλέκεται στη δανειοληψία τίτλων δανείζεται έναν τίτλο από έναν αντισυμβαλλόμενο-δανειοδότη αντί συμφωνηθείσας αμοιβής. Στη συνέχεια ο ΟΕΕ πωλεί τον τίτλο στην αγορά. Ο ΟΕΕ δεν κατέχει πια τον εν λόγω τίτλο. Στον βαθμό που επανεπενδύονται τα έσοδα σε μετρητά από την πώληση, αυτό αυξάνει επίσης την έκθεση του ΟΕΕ. Η έκθεση ισούται με την αγοραία αξία των πωληθέντων τίτλων. Πρόσθετη έκθεση δημιουργείται στον βαθμό που επανεπενδύονται τα εισπραχθέντα μετρητά. 14. Συμβόλαια ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης: Συμβόλαιο ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης (CDS) είναι μια συμφωνία πιστωτικού παραγώγου που παρέχει προστασία στον αγοραστή, εγγυώμενο συνήθως την πλήρη ανάκτηση, σε περίπτωση που η οντότητα αναφοράς αθετήσει τις υποχρεώσεις της ή υποστεί πιστωτικό γεγονός. Σε αντάλλαγμα, ο πωλητής των CDS εισπράττει από τον αγοραστή την κανονική αμοιβή, η οποία ονομάζεται διαφορά απόδοσης (spread). Για την προστασία του πωλητή, η έκθεση ισούται με την αγοραία αξία των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων αναφοράς ή με την ονομαστική αξία του συμβολαίου ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης, όποιο από τα δύο είναι υψηλότερο. Για την προστασία του αγοραστή, η έκθεση ισούται με την αγοραία αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου αναφοράς.
1. Επισκόπηση
1.1 Παραπομπές1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις1.3 Σχετικά πρότυπα2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|