|
Γενικές αρχές 1.7. Οι γενικές αρχές που ορίζονται ακολούθως αφορούν άμεσα τις απαιτήσεις της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση και δεν επεκτείνουν τις αρχές εξυγίανσης ή τις διασφαλίσεις που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία. Στόχος τους είναι να διασαφηνίσουν τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω αρχές και διασφαλίσεις, μπορούν να εξασφαλίσουν ότι οι πιστωτές μπορούν να αποζημιώνονται καταλλήλως μέσω διαφορετικού συντελεστή μετατροπής. 1.8. Γενική αρχή 1: μη επιδείνωση της θέσης των πιστωτών Κατά τον ορισμό των συντελεστών μετατροπής, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ότι κανένας πιστωτής ή μέτοχος δεν αναμένεται να υποστεί μεταχείριση η οποία είναι χειρότερη από τη μεταχείριση την οποία θα υφίστατο εάν εφαρμόζονταν για την επιχείρηση οι εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας στο σημείο στο οποίο λαμβάνεται η απόφαση ενεργοποίησης της εξυγίανσης. Η εκτίμησή τους σχετικά με την αναμενόμενη πραγματική μεταχείριση θα πρέπει να βασίζεται στην αποτίμηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 4 στοιχεία β) έως ζ) της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση. Η εκτίμησή τους σχετικά με την αναμενόμενη μεταχείριση στην περίπτωση αφερεγγυότητας θα πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση της μεταχείρισης της οποίας θα είχε τύχει κάθε κατηγορία μετόχων και πιστωτών εάν η επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 8 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση. 1.9. Κατά τον καθορισμό συντελεστών μετατροπής όταν εφαρμόζεται το μέτρο της αναδιάρθρωσης παθητικού ή ασκείται η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να αξιολογούν επίσης εάν έχει ληφθεί δεόντως υπόψη το δικαίωμα ιδιοκτησίας σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. 1.10. Γενική αρχή 2: ιεράρχηση των πιστωτών. Υπό την προϋπόθεση της επίτευξης των στόχων της γενικής αρχής 1, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να ορίζουν διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής μόνο για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης ή τον σεβασμό των άλλων αρχών που ορίζονται στο άρθρο 34 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση. Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό των συντελεστών μετατροπής, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ότι: - α. οι μέτοχοι του ιδρύματος υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες·
- β. εκτός εάν άλλως ρητώς ορίζεται στην οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν ζημίες μετά τους μετόχους και σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας· και
- γ. οι πιστωτές της ιδίας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης.
1.11. Όταν καθορίζουν συντελεστές μετατροπής κατά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 59 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, οι αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν επίσης ότι οι μέτοχοι αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες, οι πιστωτές αναλαμβάνουν ζημίες σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας και οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, εκτός εάν αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ανάγκη να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα ιδιοκτησίας βάσει του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. 1.12. Καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής αυτών των γενικών αρχών από τις αρχές εξυγίανσης παρέχεται ακολούθως. Αποτίμηση 1.13. Πριν από την εφαρμογή του μέτρου της αναδιάρθρωσης παθητικού ή την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων στο σημείο μη βιωσιμότητας, διενεργείται αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 4 στοιχεία β) έως ζ) της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση. Η εν λόγω αποτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει εύλογη, συνετή και ρεαλιστική αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της επιχείρησης. 1.14. Σκοπός της εν λόγω αποτίμησης είναι να ληφθούν ορισμένες τεκμηριωμένες αποφάσεις από την αρχή εξυγίανσης, μεταξύ άλλων, σχετικά με την έκταση της ακύρωσης ή της μείωσης της τιμής των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και την έκταση των ζημιών που θα πρέπει να αναγνωριστούν κατά την εξυγίανση. Η αποτίμηση θα πρέπει να περιλαμβάνει εκτίμηση της αξίας μετά τη μετατροπή των νέων μετοχών που μεταβιβάζονται ή εκδίδονται ως αντίτιμο στους κατόχους των μέσων που μετατράπηκαν. 1.15. Το άρθρο 36 παράγραφος 8 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση ορίζει επίσης ότι η αποτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει εκτίμηση της μεταχείρισης της οποίας θα είχε τύχει κάθε κατηγορία μετόχων και πιστωτών εάν η επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ανεξάρτητη εκ των υστέρων αποτίμηση πρέπει να διενεργείται επίσης σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 2 για να προσδιοριστεί εάν η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου της αναδιάρθρωσης παθητικού ήταν χειρότερη από την μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει εάν η επιχείρηση είχε τεθεί υπό συνήθη διαδικασία αφερεγγυότητας (εκ των υστέρων αποτίμηση). Εφαρμογή της γενικής αρχής 1: εξασφάλιση της μη επιδείνωσης της θέσης πιστωτών ή μετόχων σε σύγκριση με την εφαρμογή διαδικασιών αφερεγγυότητας 1.16. Κατά την εφαρμογή του μέτρου της αναδιάρθρωσης παθητικού, οι αρχές θα πρέπει να ορίζουν συντελεστές μετατροπής έτσι ώστε η αναμενόμενη αξία των συνδυασμένων απαιτήσεων λόγω μετοχικών τίτλων και χρεογράφων του κάθε μετόχου ή πιστωτή μετά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 4 στοιχεία - β) έως ζ) της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, να ισούται ή να υπερβαίνει την αναμενόμενη αξία που θα αποκτούσε εάν το ίδρυμα είχε τεθεί υπό συνήθη διαδικασία αφερεγγυότητας, σύμφωνα με την εκτίμηση που προκύπτει βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 8 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση.
1.17. Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση μπορούν να ασκούνται μεμονωμένα, όχι σε συνδυασμό με την εφαρμογή του μέτρου της αναδιάρθρωσης παθητικού ή οποιουδήποτε άλλου μέτρου εξυγίανσης. Σε αυτή την περίπτωση, εάν οι αρχές επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής, θα πρέπει να ορίσουν συντελεστές μετατροπής έτσι ώστε η αναμενόμενη πραγματική μεταχείριση της οποίας τυγχάνει κάθε μέτοχος ή πιστωτής (όπως προσδιορίζεται από την αξία των συνδυασμένων απαιτήσεών του λόγω μετοχικών τίτλων και χρεογράφων μετά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης σύμφωνα με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 4 στοιχεία β) έως ζ) της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση) να αναμένεται να ισούται με ή να υπερβαίνει την αναμενόμενη αξία την οποία θα αποκτούσε εάν το ίδρυμα είχε τεθεί υπό συνήθη διαδικασία αφερεγγυότητας, σύμφωνα με την εκτίμηση που προκύπτει βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 8 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, στον βαθμό που είναι απαραίτητο για τη διατήρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. 1.18. Στην περίπτωση που οι απαιτήσεις πιστωτών απομειώνονται πλήρως, οι εν λόγω απαιτήσεις δεν έχουν πλέον καμία αξία. Όταν μια υποχρέωση ή άλλο μέσο μετατρέπεται σε μετοχικό κεφάλαιο, η απαίτηση βάσει του μετοχικού τίτλου μπορεί να έχει μεγαλύτερη, μικρότερη ή ίση αξία με την αρχική μετατραπείσα απαίτηση βάσει χρεογράφου. Η αξία αυτής της απαίτησης βάσει μετοχικού τίτλου πρέπει να αποτελεί μέρος της αξιολόγησης της πραγματικής μεταχείρισης της οποίας τυγχάνει ένας πιστωτής. 1.19. Όταν η συνολική εκτιμώμενη αξία του μετοχικού κεφαλαίου που λαμβάνουν οι θιγόμενοι πιστωτές μετά την απομείωση και τη μετατροπή αναμένεται να είναι μεγαλύτερη από το συνολικό ποσό των απαιτήσεων βάσει χρεογράφων που απομειώθηκαν ή μετατράπηκαν σε μετοχικό κεφάλαιο, η γενική αρχή 1 μπορεί να τηρείται χωρίς να εφαρμόζονται διαφορετικοί συντελεστές μετατροπής. 1.20. Όταν η συνολική εκτιμώμενη αξία του μετοχικού κεφαλαίου που λαμβάνουν οι θιγόμενοι πιστωτές μετά την απομείωση και τη μετατροπή αναμένεται να είναι μικρότερη από το συνολικό ποσό των απαιτήσεων βάσει χρεογράφων που απομειώθηκαν ή μετατράπηκαν σε μετοχικό κεφάλαιο, μπορεί να είναι απαραίτητη η εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών μετατροπής. 1.21. Όταν είναι απαραίτητο να οριστούν διαφορετικοί συντελεστές μετατροπής, ώστε να προληφθεί η επιδείνωση της θέσης των πιστωτών σε σύγκριση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή να προστατευτούν θεμελιώδη δικαιώματα ιδιοκτησίας ή άλλοι στόχοι της εξυγίανσης, οι συντελεστές μετατροπής θα πρέπει να ορίζονται έτσι ώστε η θέση πιστωτών αυξημένης εξασφάλισης να μην αναμένεται να επιδεινωθεί σε σύγκριση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή ώστε να προστατεύονται θεμελιώδη δικαιώματα ιδιοκτησίας. Οι αρχές εξυγίανσης δεν θα πρέπει να ορίζουν διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής οι οποίοι μεταβιβάζουν μεγαλύτερη αξία σε πιστωτές αυξημένης εξασφάλισης από όση είναι απαραίτητη για την τήρηση της γενικής αρχής 2, για την πρόληψη της επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών αυξημένης εξασφάλισης σε σύγκριση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή άλλων στόχων της εξυγίανσης. 1.22. Για οποιονδήποτε πιστωτή η απαίτηση του οποίου έχει μετατραπεί πλήρως σε μετοχικό κεφάλαιο, η αναμενόμενη αξία του μετοχικού κεφαλαίου που λαμβάνει θα πρέπει να είναι επομένως τουλάχιστον ίση με την αναμενόμενη αξία που θα ανακτούσε εάν εφαρμόζονταν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας. 1.23. Για οποιονδήποτε πιστωτή η απαίτηση του οποίου έχει μετατραπεί μόνο εν μέρει σε μετοχικό κεφάλαιο, η αναμενόμενη αξία του μετοχικού κεφαλαίου που λαμβάνει θα πρέπει να είναι επομένως τουλάχιστον ίση με την αναμενόμενη αξία που θα ανακτούσε εάν εφαρμόζονταν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας, μείον την αναμενόμενη αξία της υπολειπόμενης απαίτησής του βάσει χρεογράφων. Εφαρμογή της γενικής αρχής 2: τήρηση των άλλων αρχών εξυγίανσης του άρθρου 34 1.24. Οι αρχές θα πρέπει να ορίζουν συντελεστές μετατροπής για να εξασφαλίζουν, στον βαθμό που είναι εύλογα εφικτό και σεβόμενοι τις διασφαλίσεις των πιστωτών και τα θεμελιώδη δικαιώματα ιδιοκτησίας, ότι η ιεράρχηση των πιστωτών γίνεται απολύτως σεβαστή. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μια δεδομένη κατηγορία πιστωτών αναμένεται να αναλάβει μια ζημία – δηλαδή, εάν η συνολική αξία των υπολειπόμενων απαιτήσεων βάσει χρεογράφων και μετοχικών τίτλων μετά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, σύμφωνα με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 4 στοιχεία β) έως ζ) της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, είναι μικρότερη από την αξία των απαιτήσεων της εν λόγω κατηγορίας πριν από την εξυγίανση – η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να ορίσει συντελεστή μετατροπής ο οποίος ισούται ή προσεγγίζει το μηδέν για όλες τις κατηγορίες υποχρεώσεων και μέσων περισσότερο μειωμένης εξασφάλισης. 1.25. Αυτό σημαίνει ότι οι μέτοχοι θα αναλάβουν πρώτοι τη ζημία. Οποιαδήποτε αξία που διατηρείται μέσω της εξυγίανσης θα κατανέμεται πρώτα στις απαιτήσεις των πιστωτών αυξημένης εξασφάλισης και στις απαιτήσεις των πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης. Επομένως, στόχος των διαφορετικών συντελεστών μετατροπής είναι να εξασφαλιστεί ότι οι πιστωτές αναλαμβάνουν ζημίες μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων στην περίπτωση αφερεγγυότητας. Ωστόσο, μπορεί να οριστούν συντελεστές μετατροπής οι οποίοι επιτρέπουν στους αρχικούς μετόχους (και τους μετόχους των οποίων οι απαιτήσεις προέκυψαν από τη μετατροπή σχετικών κεφαλαιακών μέσων στο σημείο μη βιωσιμότητας) να διατηρήσουν ορισμένες απαιτήσεις θετικής αξίας ή την αναλογική σε κάποιον βαθμό κατανομή του μετοχικού κεφαλαίου σε δύο ή περισσότερες κατηγορίες πιστωτών. Οι μέτοχοι θα μπορούσαν να διατηρήσουν κάποια θετική αξία όταν δεν είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί απομείωση πιστωτών, δηλαδή όταν απαιτείται μόνο μετατροπή για την αναδιάρθρωση παθητικού. 1.26. Το μετοχικό κεφάλαιο θα μπορούσε να κατανεμηθεί αναλογικά σε κάποιον βαθμό σε δύο ή περισσότερες κατηγορίες πιστωτών, στην περίπτωση που οι απαιτήσεις μιας κατηγορίας πιστωτών έχουν μετατραπεί πλήρως σε μετοχικό κεφάλαιο αλλά εξακολουθεί να απαιτείται περαιτέρω μετατροπή και η μερική ή πλήρης μετατροπή των απαιτήσεων της κατηγορίας πιστωτών μεγαλύτερης εξασφάλισης δεν επέφερε ζημία (δηλαδή, οι πιστωτές μεγαλύτερης εξασφάλισης λαμβάνουν συνολική αξία απαιτήσεων βάσει χρεογράφων και μετοχικών τίτλων τουλάχιστον ίση με την αξία της αρχικής τους απαίτησης βάσει χρεογράφων). Τελικές διατάξεις 1.27. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζουν διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής μόνο όταν είναι απαραίτητο για την τήρηση των παραπάνω γενικών αρχών. Στην περίπτωση που δεν ανακύπτει σημαντικό ζήτημα προστασίας διασφαλίσεων των πιστωτών ή θεμελιωδών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και οι αρχές εξυγίανσης θεωρούν ότι η εφαρμογή των ίδιων συντελεστών μετατροπής συνάδει με τις αρχές του άρθρου 34 και επιτυγχάνει τους στόχους της εξυγίανσης, δεν θα πρέπει να είναι αναγκαία η εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών μετατροπής. 1.28. Στην περίπτωση εφαρμογής διαφορετικών συντελεστών μετατροπής, οι αρχές θα πρέπει να ορίζουν τους συντελεστές μετατροπής έτσι ώστε να είναι εύλογα βέβαιοι ότι δεν επιδεινώνεται η θέση πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης ή μετόχων σε σύγκριση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας (στην περίπτωση αναδιάρθρωσης παθητικού) και ότι προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα ιδιοκτησίας τους. Αυτό σημαίνει ότι οι συντελεστές μετατροπής για τους πιστωτές αυξημένης εξασφάλισης δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογα υψηλοί. Δυσανάλογο όφελος θα προέκυπτε εάν αναμενόταν ότι οι εν λόγω πιστωτές θα είχαν απαιτήσεις σημαντικά υψηλότερης αξίας σύμφωνα με την εκτίμηση που προκύπτει βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 8 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση.
|