1. Σε περίπτωση που, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων κινδύνου που καθορίζονται στα παραρτήματα II και III, η επιχειρηματική σχέση ή η συναλλαγή παρουσιάζει χαμηλό βαθμό κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας:
|
α)
|
να επαληθεύουν την ταυτότητα του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου μετά τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης, υπό τον όρο ότι ο συγκεκριμένος χαμηλότερος κίνδυνος που εντοπίσθηκε δικαιολογούσε την εν λόγω αναβολή, αλλά σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 60 ημερών από τη σύναψη της σχέσης·
|
|
β)
|
να μειώνουν τη συχνότητα των επικαιροποιήσεων της ταυτότητας του πελάτη·
|
|
γ)
|
να μειώνουν τον όγκο των πληροφοριών που συλλέγονται με σκοπό τον προσδιορισμό του σκοπού και του σχεδιαζόμενου χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης ή της περιστασιακής συναλλαγής, ή τον συνάγουν από το είδος των συναλλαγών ή της συναφθείσας επιχειρηματικής σχέσης·
|
|
δ)
|
να μειώνουν τη συχνότητα ή τον βαθμό ενδελεχούς εξέτασης των συναλλαγών που πραγματοποιεί ο πελάτης·
|
|
ε)
|
να εφαρμόζουν τυχόν άλλο μέτρο απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας που προσδιόρισε η ΑΚΝΕΠΑΔ δυνάμει του άρθρου 28.
|
Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι αναλογικά προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος της επιχείρησης και προς τα ειδικά στοιχεία του προσδιορισθέντος χαμηλότερου κινδύνου. Ωστόσο, οι υπόχρεες οντότητες παρακολουθούν επαρκώς τις συναλλαγές και την επιχειρηματική σχέση ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.