|
+Άρθρο 162 2. |
Άρθρο 162 2.►M17 Για ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, η ληκτότητα («M») υπολογίζεται με τη χρήση περιόδων που εκφράζονται σε έτη, όπως ορίζεται στην παρούσα παράγραφο και με την επιφύλαξη των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου. Η Μ δεν υπερβαίνει την πενταετία πλην των περιπτώσεων του άρθρου 384 παράγραφος 2, στις οποίες θα χρησιμοποιείται η εκεί οριζόμενη Μ. Η M υπολογίζεται ως εξής σε καθεμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: ◄
α)
για τα μέσα με χρονοδιάγραμμα χρηματορροών, η M υπολογίζεται με τον ακόλουθο τύπο:
όπου CFt είναι οι χρηματορροές (κεφάλαιο, πληρωμές τόκων και προμήθειες) που καταβάλλει ο πιστούχοςστην περίοδο t βάσει της σύμβασης,
β)
για τα παράγωγα που υπάγονται σε σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού, η M αντιστοιχεί στη σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα του ανοίγματος, και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του έτους, και το ονομαστικό ποσό κάθε ανοίγματος χρησιμοποιείται για τη στάθμιση της ληκτότητας,
γ)
για ανοίγματα από πλήρως ή σχεδόν πλήρως εξασφαλισμένες συναλλαγές στα παράγωγα μέσα που παρατίθενται στο παράρτημα II και από πλήρως ή σχεδόν πλήρως εξασφαλισμένες πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης που υπάγονται σε σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού, η M είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 10 ημερών,
δ)
για συναλλαγές επαναγοράς ή συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων που υπάγονται σε σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού, η M είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 5 ημερών. Για τη στάθμιση της ληκτότητας χρησιμοποιείται το ονομαστικό ποσό κάθε συναλλαγής,
δα)
για εξασφαλισμένες συναλλαγές δανεισμού που υπάγονται σε σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού, η M είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 20 ημερών· για τη στάθμιση της ληκτότητας χρησιμοποιείται το ονομαστικό ποσό κάθε συναλλαγής,
δβ)
για σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού που περιλαμβάνει περισσότερα του ενός από τα είδη συναλλαγών που αντιστοιχούν στο στοιχείο γ), δ) ή δα) της παρούσας παραγράφου, η Μ είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη της μεγαλύτερης περιόδου διακράτησης, εκφρασμένης σε έτη, που εφαρμόζεται σε τέτοιες συναλλαγές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 224 παράγραφος 2, είτε 10 ημέρες είτε 20 ημέρες, ανάλογα με τις περιπτώσεις· για τη στάθμιση της ληκτότητας χρησιμοποιείται το ονομαστικό ποσό κάθε συναλλαγής,
ε)
ένα ίδρυμα που έχει λάβει την άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 143 να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της PD για τις αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις έναντι επιχειρήσεων, η Μ για τα εκταμιευθέντα ποσά ισούται με τη σταθμισμένη μέση ληκτότητα των εν λόγω απαιτήσεων και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 90 ημερών. Η ίδια τιμή Μ εφαρμόζεται επίσης στα μη αναληφθέντα ποσά πιστωτικής διευκόλυνσης αγοράς με δέσμευση εφόσον αυτή περιέχει περιοριστικές ρήτρες, σημεία ενεργοποίησης πρόωρης εξόφλησης ή άλλα χαρακτηριστικά που προστατεύουν το αποκτών ίδρυμα κατά μιας ουσιαστικής επιδείνωσης της ποιότητας των μελλοντικών εισπρακτέων απαιτήσεων που υποχρεούται να αγοράσει μέχρι τη λήξη ισχύος της διευκόλυνσης. Ελλείψει παρόμοιας αποτελεσματικής προστασίας, η M για τα μη αναληφθέντα ποσά ισούται με το άθροισμα της δυνητικής εισπρακτέας απαίτησης με τη μεγαλύτερη ληκτότητα δυνάμει της συμφωνίας αγοράς και της εναπομένουσας ληκτότητας της πιστωτικής διευκόλυνσης αγοράς, και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 90 ημερών,
στ)
για κάθε άλλο μέσο εκτός των μνημονευομένων στην παρούσα παράγραφο ή εάν το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να υπολογίσει τη M σύμφωνα με το στοιχείο α), η τιμή της M είναι το ανώτατο χρονικό διάστημα, σε έτη, που έχει ακόμη στη διάθεσή του ο πιστούχος για να εκπληρώσει πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, των τόκων και των προμηθειών, και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του έτους,
ζ)
για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων που περιγράφεται στο κεφάλαιο 6 τμήμα 6, για τον υπολογισμό της αξίας των ανοιγμάτων, η Μ υπολογίζεται για τα ανοίγματα στα οποία το ίδρυμα εφαρμόζει την εν λόγω προσέγγιση και για τα οποία η ληκτότητα της σύμβασης με τη μεγαλύτερη διάρκεια στο συμψηφιστικό σύνολο υπερβαίνει το έτος σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:
όπου:
η)
ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό μονομερούς προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (credit valuation adjustment ή CVA) μπορεί, με την άδεια των αρμόδιων αρχών, να λάβει ως τιμή της Μ την πραγματική μέση σταθμική διάρκεια (duration) όπως αυτή εκτιμάται βάσει του εσωτερικού υποδείγματος. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, για συμψηφιστικά σύνολα στα οποία όλες οι συμβάσεις έχουν αρχική ληκτότητα κάτω του έτους, εφαρμόζεται ο τύπος του στοιχείου α),
θ)
για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 382α παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β) για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA των συναλλαγών με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, η M δεν είναι μεγαλύτερη από 1 στον τύπο του άρθρου 153 παράγραφος 1 σημείο iii) για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου για τις ίδιες συναλλαγές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο α) ή ζ), κατά περίπτωση·
ι)
για τα ανακυκλούμενα ανοίγματα, η Μ προσδιορίζεται με χρήση της μέγιστης συμβατικής ημερομηνίας λήξης της διευκόλυνσης· τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν την ημερομηνία αποπληρωμής της τρέχουσας ανάληψης εάν η ημερομηνία αυτή δεν είναι η μέγιστη συμβατική ημερομηνία λήξης της διευκόλυνσης. 1. Επισκόπηση
1.1 Παραπομπές1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις1.3 Σχετικά πρότυπα2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
|