4. Όταν η αρχή εξυγίανσης σε συντονισμό με το σώμα εξυγίανσης κατά τη διαδικασία του άρθρου 17 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα που προτείνει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν περιορίζουν αποτελεσματικά ούτε αίρουν τα κωλύματα που προσδιορίζονται στην έκθεση, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει εναλλακτικά μέτρα τα οποία κοινοποιεί στο σώμα εξυγίανσης για τη λήψη κοινής απόφασης κατά το άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο γ).
Τα εναλλακτικά μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα:
|
α)
|
την απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που συνιστούν τα εν λόγω ουσιώδη κωλύματα στη δυνατότητα εξυγίανσης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου·
|
|
β)
|
τις πιθανές επιπτώσεις των εναλλακτικών μέτρων:
|
i)
|
στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένου του επιχειρηματικού του μοντέλου και της λειτουργικής του αποτελεσματικότητας·
|
|
ii)
|
στα εκκαθαριστικά μέλη του και, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες, τους πελάτες και τους έμμεσους πελάτες τους, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων όπου έχουν οριστεί ως O-SIIs κατά το άρθρο 131 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·
|
|
iii)
|
σε τυχόν συνδεδεμένες FΜΙ·
|
|
iv)
|
στις χρηματοπιστωτικές αγορές, συμπεριλαμβανομένων των τόπων διαπραγμάτευσης, που εξυπηρετούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·
|
|
v)
|
στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή στην Ένωση ως σύνολο· και
|
|
vi)
|
στην εσωτερική αγορά· και
|
|
|
γ)
|
τις επιπτώσεις στην παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών εκκαθάρισης για διαφορετικά προϊόντα και τον καθορισμό περιθωρίων βάσει χαρτοφυλακίου σε όλες τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού.
|
Για τους σκοπούς του δευτέρου εδαφίου στοιχεία α) και β), η αρχή εξυγίανσης συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή και το σώμα εξυγίανσης και, εφόσον αρμόζει, τις σχετικές ορισθείσες εθνικές αρχές μακροπροληπτικής εποπτείας.