+ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2021/23 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
---+Preamble: 1
---+ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
------+Άρθρο 1 Αντικείμενο
------+Άρθρο 2 Ορισμοί
---------+Άρθρο 2 1)
---------+Άρθρο 2 2)
---------+Άρθρο 2 3)
---------+Άρθρο 2 4)
---------+Άρθρο 2 5)
---------+Άρθρο 2 6)
---------+Άρθρο 2 7)
---------+Άρθρο 2 8)
---------+Άρθρο 2 9)
---------+Άρθρο 2 10)
---------+Άρθρο 2 11)
---------+Άρθρο 2 12)
---------+Άρθρο 2 13)
---------+Άρθρο 2 14)
---------+Άρθρο 2 15)
---------+Άρθρο 2 16)
---------+Άρθρο 2 17)
---------+Άρθρο 2 18)
---------+Άρθρο 2 19)
---------+Άρθρο 2 20)
---------+Άρθρο 2 21)
---------+Άρθρο 2 22)
---------+Άρθρο 2 23)
---------+Άρθρο 2 24)
---------+Άρθρο 2 25)
---------+Άρθρο 2 26)
---------+Άρθρο 2 27)
---------+Άρθρο 2 28)
---------+Άρθρο 2 29)
---------+Άρθρο 2 30)
---------+Άρθρο 2 31)
---------+Άρθρο 2 32)
---------+Άρθρο 2 33)
---------+Άρθρο 2 34)
---------+Άρθρο 2 35)
---------+Άρθρο 2 36)
---------+Άρθρο 2 37)
---------+Άρθρο 2 38)
---------+Άρθρο 2 39)
---------+Άρθρο 2 40)
---------+Άρθρο 2 41)
---------+Άρθρο 2 42)
---------+Άρθρο 2 43)
---------+Άρθρο 2 44)
---------+Άρθρο 2 45)
---------+Άρθρο 2 46)
---------+Άρθρο 2 47)
---------+Άρθρο 2 48)
---------+Άρθρο 2 49)
---------+Άρθρο 2 50)
---------+Άρθρο 2 51)
---------+Άρθρο 2 52)
---------+Άρθρο 2 53)
---------+Άρθρο 2 54)
---+ΤΙΤΛΟΣ II ΑΡΧΕΣ, ΣΩΜΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
------+Section 1 Resolution authorities, resolution colleges and involvement of European Supervisory Authorities
---------+Άρθρο 3 Ορισμός των αρχών εξυγίανσης και των αρμόδιων υπουργείων
------------+Άρθρο 3 1
------------+Άρθρο 3 2
------------+Άρθρο 3 3
------------+Άρθρο 3 4
------------+Άρθρο 3 5
------------+Άρθρο 3 6
------------+Άρθρο 3 7
------------+Άρθρο 3 8
------------+Άρθρο 3 9
------------+Άρθρο 3 10
------------+Άρθρο 3 11
------------+Άρθρο 3 12
---------+Άρθρο 4 Σώματα εξυγίανσης
------------+Άρθρο 4 1
------------+Άρθρο 4 2
------------+Άρθρο 4 3
------------+Άρθρο 4 4
------------+Άρθρο 4 5
------------+Άρθρο 4 6
------------+Άρθρο 4 7
---------+Άρθρο 5 Επιτροπή εξυγίανσης στο πλαίσιο της ESMA
------------+Άρθρο 5 1
------------+Άρθρο 5 2
------------+Άρθρο 5 3
------------+Άρθρο 5 4
---------+Άρθρο 6 Συνεργασία μεταξύ αρχών
------------+Άρθρο 6 1
------------+Άρθρο 6 2
------------+Άρθρο 6 3
------+Τμήμα 2 Λήψη αποφάσεων και διαδικασίες
---------+Άρθρο 7 Γενικές αρχές όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων
------------+Article 7 (a)
------------+Article 7 (b)
------------+Article 7 (c)
------------+Article 7 (d)
------------+Article 7 (e)
------------+Article 7 (f)
------------+Article 7 (g)
------------+Article 7 (h)
------------+Article 7 (i)
------------+Article 7 (j)
------------+Article 7 (k)
------------+Article 7 (l)
------------+Article 7 (m)
------------+Article 7 (n)
---------+Άρθρο 8 Ανταλλαγή πληροφοριών
------------+Άρθρο 8 1
------------+Άρθρο 8 2
------------+Άρθρο 8 3
---+ΤΙΤΛΟΣ III ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Σχεδιασμός της ανάκαμψης και της εξυγίανσης
---------+Τμήμα 1 Σχεδιασμός της ανάκαμψης
------------+Άρθρο 9 Σχέδια ανάκαμψης
---------------+Άρθρο 9 1
---------------+Άρθρο 9 2
---------------+Άρθρο 9 3
---------------+Άρθρο 9 4
---------------+Άρθρο 9 5
---------------+Άρθρο 9 6
---------------+Άρθρο 9 7
---------------+Άρθρο 9 8
---------------+Άρθρο 9 9
---------------+Άρθρο 9 10
---------------+Άρθρο 9 11
---------------+Άρθρο 9 12
---------------+Άρθρο 9 13
---------------+Άρθρο 9 14
---------------+Άρθρο 9 15
---------------+Άρθρο 9 16
---------------+Άρθρο 9 17
---------------+Άρθρο 9 18
---------------+Άρθρο 9 19
---------------+Άρθρο 9 20
---------------+Άρθρο 9 21
---------------+Άρθρο 9 22
---------------+Άρθρο 9 23
------------+Άρθρο 10 Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης
---------------+Άρθρο 10 1
---------------+Άρθρο 10 2
---------------+Άρθρο 10 3
---------------+Άρθρο 10 4
---------------+Άρθρο 10 5
---------------+Άρθρο 10 6
---------------+Άρθρο 10 7
---------------+Άρθρο 10 8
---------------+Άρθρο 10 9
---------------+Άρθρο 10 10
---------------+Άρθρο 10 11
---------------+Άρθρο 10 12
------------+Άρθρο 11 Διαδικασία συντονισμού για σχέδια ανάκαμψης
---------------+Άρθρο 11 1
---------------+Άρθρο 11 2
---------------+Άρθρο 11 3
---------------+Άρθρο 11 4
---------------+Άρθρο 11 5
---------------+Άρθρο 11 6
---------+Τμήμα 2 Σχεδιασμός της εξυγίανσης
------------+Άρθρο 12 Σχέδια εξυγίανσης
---------------+Άρθρο 12 1
---------------+Άρθρο 12 2
---------------+Άρθρο 12 3
---------------+Άρθρο 12 4
---------------+Άρθρο 12 5
---------------+Άρθρο 12 6
---------------+Άρθρο 12 7
---------------+Άρθρο 12 8
---------------+Άρθρο 12 9
------------+Άρθρο 13 Το καθήκον συνεργασίας και παροχής πληροφοριών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου
---------------+Άρθρο 13 1
---------------+Άρθρο 13 2
---------------+Άρθρο 13 3
------------+Άρθρο 14 Διαδικασία συντονισμού για σχέδια εξυγίανσης
---------------+Άρθρο 14 1
---------------+Άρθρο 14 2
---------------+Άρθρο 14 3
---------------+Άρθρο 14 4
---------------+Άρθρο 14 5
---------------+Άρθρο 14 6
---------------+Άρθρο 14 7
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Δυνατότητα εξυγίανσης
---------+Άρθρο 15 Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης
------------+Άρθρο 15 1
------------+Άρθρο 15 2
------------+Άρθρο 15 3
------------+Άρθρο 15 4
------------+Άρθρο 15 5
------------+Άρθρο 15 6
---------+Άρθρο 16 Αντιμετώπιση ή άρση των κωλυμάτων στη δυνατότητα εξυγίανσης
------------+Άρθρο 16 1
------------+Άρθρο 16 2
------------+Άρθρο 16 3
------------+Άρθρο 16 4
------------+Άρθρο 16 5
------------+Άρθρο 16 6
------------+Άρθρο 16 7
---------+Άρθρο 17 Διαδικασία συντονισμού για την αντιμετώπιση ή την άρση των κωλυμάτων στη δυνατότητα εξυγίανσης
------------+Άρθρο 17 1
------------+Άρθρο 17 2
------------+Άρθρο 17 3
------------+Άρθρο 17 4
------------+Άρθρο 17 5
------------+Άρθρο 17 6
------------+Άρθρο 17 7
------------+Άρθρο 17 8
---+ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
------+Άρθρο 18 Μέτρα έγκαιρης παρέμβασης
---------+Άρθρο 18 1
---------+Άρθρο 18 2
---------+Άρθρο 18 3
---------+Άρθρο 18 4
---------+Άρθρο 18 5
---------+Άρθρο 18 6
---------+Άρθρο 18 7
---------+Άρθρο 18 8
------+Άρθρο 19 Απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών και του συμβουλίου
---------+Άρθρο 19 1
---------+Άρθρο 19 2
------+Άρθρο 20 Παροχή Αποζημίωσης σε μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη
---------+Άρθρο 20 1
---------+Άρθρο 20 2
---+ΤΙΤΛΟΣ V ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Στόχοι, προϋποθέσεις και γενικές αρχές
---------+Άρθρο 21 Στόχοι της εξυγίανσης
------------+Άρθρο 21 1
------------+Άρθρο 21 2
---------+Άρθρο 22 Προϋποθέσεις για την εξυγίανση
------------+Άρθρο 22 1
------------+Άρθρο 22 2
------------+Άρθρο 22 3
------------+Άρθρο 22 4
------------+Άρθρο 22 5
------------+Άρθρο 22 6
---------+Άρθρο 23 Γενικές αρχές όσον αφορά την εξυγίανση
------------+Άρθρο 23 1
------------+Άρθρο 23 2
------------+Άρθρο 23 3
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Αποτίμηση
---------+Άρθρο 24 Στόχοι της αποτίμησης
------------+Άρθρο 24 1
------------+Άρθρο 24 2
------------+Άρθρο 24 3
------------+Άρθρο 24 4
---------+Άρθρο 25 Απαιτήσεις για την αποτίμηση
------------+Άρθρο 25 1
------------+Άρθρο 25 2
------------+Άρθρο 25 3
------------+Άρθρο 25 4
------------+Άρθρο 25 5
------------+Άρθρο 25 6
---------+Άρθρο 26 Προσωρινή αποτίμηση
------------+Άρθρο 26 1
------------+Άρθρο 26 2
------------+Άρθρο 26 3
------------+Άρθρο 26 4
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Εργαλεία εξυγίανσης
---------+Τμήμα 1 Γενικές αρχές
------------+Άρθρο 27 Γενικές διατάξεις για τα εργαλεία εξυγίανσης
---------------+Άρθρο 27 1
---------------+Άρθρο 27 2
---------------+Άρθρο 27 3
---------------+Άρθρο 27 4
---------------+Άρθρο 27 5
---------------+Άρθρο 27 6
---------------+Άρθρο 27 7
---------------+Άρθρο 27 8
---------------+Άρθρο 27 9
---------------+Άρθρο 27 10
---------------+Άρθρο 27 11
---------+Τμήμα 2 Εργαλεία κατανομής θέσεων και ζημιών
------------+Άρθρο 28 Σκοπός και πεδίο εφαρμογής των εργαλείων κατανομής θέσεων και ζημιών
---------------+Άρθρο 28 1
---------------+Άρθρο 28 2
---------------+Άρθρο 28 3
---------------+Άρθρο 28 4
------------+Άρθρο 29 Καταγγελία συμβάσεων – μερική ή πλήρης
---------------+Άρθρο 29 1
---------------+Άρθρο 29 2
---------------+Άρθρο 29 3
---------------+Άρθρο 29 4
---------------+Άρθρο 29 5
---------------+Άρθρο 29 6
---------------+Άρθρο 29 7
------------+Άρθρο 30 Μείωση της αξίας τυχόν κερδών που καταβάλλονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη
---------------+Άρθρο 30 1
---------------+Άρθρο 30 2
---------------+Άρθρο 30 3
---------------+Άρθρο 30 4
---------------+Άρθρο 30 5
---------------+Άρθρο 30 6
------------+Άρθρο 31 Πρόσκληση καταβολής μετρητών για την εξυγίανση
---------------+Άρθρο 31 1
---------------+Άρθρο 31 2
---------+Τμήμα 3 Απομείωση και μετατροπή των μέσων ιδιοκτησίας και των χρεωστικών μέσων ή άλλων μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων
------------+Άρθρο 32 Απαίτηση απομείωσης και μετατροπής των μέσων ιδιοκτησίας και των χρεωστικών μέσων ή άλλων μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων
---------------+Άρθρο 32 1
---------------+Άρθρο 32 2
------------+Άρθρο 33 Διατάξεις που διέπουν την απομείωση ή τη μετατροπή των μέσων ιδιοκτησίας και των χρεωστικών μέσων ή άλλων μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων
---------------+Άρθρο 33 1
---------------+Άρθρο 33 2
---------------+Άρθρο 33 3
---------------+Άρθρο 33 4
---------------+Άρθρο 33 5
---------------+Άρθρο 33 6
---------------+Άρθρο 33 7
---------------+Άρθρο 33 8
------------+Άρθρο 34 Αποτέλεσμα της απομείωσης και μετατροπής
---------------+Article 34 (a)
---------------+Article 34 (b)
---------------+Article 34 (c)
---------------+Article 34 (d)
------------+Άρθρο 35 Άρση των διαδικαστικών εμποδίων για απομείωση και μετατροπή
---------------+Άρθρο 35 1
---------------+Άρθρο 35 2
------------+Άρθρο 36 Υποβολή σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης
---------------+Άρθρο 36 1
---------------+Άρθρο 36 2
---------------+Άρθρο 36 3
------------+Άρθρο 37 Περιεχόμενο του σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης
---------------+Άρθρο 37 1
---------------+Άρθρο 37 2
---------------+Άρθρο 37 3
---------------+Άρθρο 37 4
------------+Άρθρο 38 Αξιολόγηση και έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης
---------------+Άρθρο 38 1
---------------+Άρθρο 38 2
---------------+Άρθρο 38 3
---------------+Άρθρο 38 4
------------+Άρθρο 39 Εκτέλεση και παρακολούθηση του σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης
---------------+Άρθρο 39 1
---------------+Άρθρο 39 2
---------+Τμήμα 4 Εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων
------------+Άρθρο 40 Εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων
---------------+Άρθρο 40 1
---------------+Άρθρο 40 2
---------------+Άρθρο 40 3
---------------+Άρθρο 40 4
---------------+Άρθρο 40 5
---------------+Άρθρο 40 6
---------------+Άρθρο 40 7
---------------+Άρθρο 40 8
---------------+Άρθρο 40 9
---------------+Άρθρο 40 10
---------------+Άρθρο 40 11
---------------+Άρθρο 40 12
------------+Άρθρο 41 Εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων: διαδικαστικές απαιτήσεις
---------------+Άρθρο 41 1
---------------+Άρθρο 41 2
---------------+Άρθρο 41 3
---------+Τμήμα 5 Εργαλείο μεταβατικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου
------------+Άρθρο 42 Εργαλείο μεταβατικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου
---------------+Άρθρο 42 1
---------------+Άρθρο 42 2
---------------+Άρθρο 42 3
---------------+Άρθρο 42 4
---------------+Άρθρο 42 5
---------------+Άρθρο 42 6
---------------+Άρθρο 42 7
---------------+Άρθρο 42 8
---------------+Άρθρο 42 9
---------------+Άρθρο 42 10
---------------+Άρθρο 42 11
---------------+Άρθρο 42 12
---------------+Άρθρο 42 13
---------------+Άρθρο 42 14
------------+Άρθρο 43 Εργαλείο μεταβατικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου: διαδικαστικές απαιτήσεις
---------------+Άρθρο 43 1
---------------+Άρθρο 43 2
---------------+Άρθρο 43 3
---------------+Άρθρο 43 4
---------------+Άρθρο 43 5
---------------+Άρθρο 43 6
---------------+Άρθρο 43 7
---------+Τμήμα 6 Επιπρόσθετες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις
------------+Άρθρο 44 Εναλλακτικά χρηματοδοτικά μέσα
---------+Τμήμα 7 Κρατικά εργαλεία σταθεροποίησης
------------+Άρθρο 45 Κρατικά εργαλεία χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης
---------------+Άρθρο 45 1
---------------+Άρθρο 45 2
---------------+Άρθρο 45 3
------------+Άρθρο 46 Εργαλείο δημόσιας κεφαλαιακής στήριξης
---------------+Άρθρο 46 1
---------------+Άρθρο 46 2
---------------+Άρθρο 46 3
------------+Άρθρο 47 Εργαλείο προσωρινής δημόσιας ιδιοκτησίας
---------------+Άρθρο 47 1
---------------+Άρθρο 47 2
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Εξουσίες εξυγίανσης
---------+Άρθρο 48 Γενικές εξουσίες
------------+Άρθρο 48 1
------------+Άρθρο 48 2
---------+Άρθρο 49 Επικουρικές εξουσίες
------------+Άρθρο 49 1
------------+Άρθρο 49 2
------------+Άρθρο 49 3
---------+Άρθρο 50 Ειδική διαχείριση
------------+Άρθρο 50 1
------------+Άρθρο 50 2
------------+Άρθρο 50 3
------------+Άρθρο 50 4
------------+Άρθρο 50 5
------------+Άρθρο 50 6
---------+Άρθρο 51 Εξουσία απαίτησης παροχής υπηρεσιών και εγκαταστάσεων
------------+Άρθρο 51 1
------------+Άρθρο 51 2
------------+Άρθρο 51 3
------------+Άρθρο 51 4
---------+Άρθρο 52 Εξουσία επιβολής μέτρων πρόληψης κρίσεων ή δράσεων εξυγίανσης από άλλα κράτη μέλη
------------+Άρθρο 52 1
------------+Άρθρο 52 2
------------+Άρθρο 52 3
------------+Άρθρο 52 4
------------+Άρθρο 52 5
---------+Άρθρο 53 Εξουσία όσον αφορά στοιχεία ενεργητικού, συμβάσεις, δικαιώματα, στοιχεία παθητικού, υποχρεώσεις και μέσα ιδιοκτησίας προσώπων που βρίσκονται σε τρίτες χώρες ή διέπονται από το δίκαιο τρίτων χωρών
------------+Άρθρο 53 1
------------+Άρθρο 53 2
------------+Άρθρο 53 3
---------+Άρθρο 54 Αποκλεισμός ορισμένων συμβατικών ρητρών στην έγκαιρη παρέμβαση και στην εξυγίανση
------------+Άρθρο 54 1
------------+Άρθρο 54 2
---------+Άρθρο 55 Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων
------------+Άρθρο 55 1
------------+Άρθρο 55 2
------------+Άρθρο 55 3
---------+Άρθρο 56 Εξουσία να περιορίζεται η αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας
------------+Άρθρο 56 1
------------+Άρθρο 56 2
---------+Άρθρο 57 Εξουσία να αναστέλλονται προσωρινά τα δικαιώματα καταγγελίας
------------+Άρθρο 57 1
------------+Άρθρο 57 2
------------+Άρθρο 57 3
------------+Άρθρο 57 4
---------+Άρθρο 58 Εξουσία για άσκηση ελέγχου επί του κεντρικού αντισυμβαλλομένου
------------+Άρθρο 58 1
------------+Άρθρο 58 2
---------+Άρθρο 59 Άσκηση των εξουσιών από τις αρχές εξυγίανσης
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Διασφαλίσεις
---------+Άρθρο 60 Αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών
---------+Άρθρο 61 Αποτίμηση για την εφαρμογή της αρχής περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών
------------+Άρθρο 61 1
------------+Άρθρο 61 2
------------+Άρθρο 61 3
------------+Άρθρο 61 4
------------+Άρθρο 61 5
---------+Άρθρο 62 Διασφαλίσεις για μετόχους, εκκαθαριστικά μέλη και άλλους πιστωτές
---------+Άρθρο 63 Διασφαλίσεις για πελάτες και έμμεσους πελάτες
------------+Άρθρο 63 1
------------+Άρθρο 63 2
---------+Άρθρο 64 Ανάκτηση των πληρωμών
------------+Article 64 (a)
------------+Article 64 (b)
------------+Article 64 (c)
---------+Άρθρο 65 Διασφαλίσεις για τους αντισυμβαλλομένους στις μεταβιβάσεις εν μέρει
------------+Article 65 (a)
------------+Article 65 (b)
---------+Άρθρο 66 Προστασία των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, αλληλοσυμψηφισμού και συμψηφισμού
---------+Άρθρο 67 Προστασία των συμφωνιών εγγυοδοσίας
------------+Article 67 (a)
------------+Article 67 (b)
------------+Article 67 (c)
------------+Article 67 (d)
---------+Άρθρο 68 Προστασία των συμφωνιών δομημένης χρηματοδότησης και των καλυμμένων ομολόγων
------------+Article 68 (a)
------------+Article 68 (b)
------------+Άρθρο 68 2
---------+Άρθρο 69 Μεταβιβάσεις εν μέρει: προστασία των συστημάτων διαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού
------------+Άρθρο 69 1
------------+Άρθρο 69 2
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Διαδικαστικές διατάξεις
---------+Άρθρο 70 Απαιτήσεις κοινοποίησης
------------+Άρθρο 70 1
------------+Άρθρο 70 2
------------+Άρθρο 70 3
---------+Άρθρο 71 Απόφαση της αρχής εξυγίανσης
------------+Άρθρο 71 1
------------+Άρθρο 71 2
---------+Άρθρο 72 Διαδικαστικές υποχρεώσεις των αρχών εξυγίανσης
------------+Άρθρο 72 1
------------+Άρθρο 72 2
------------+Άρθρο 72 3
------------+Άρθρο 72 4
---------+Άρθρο 73 Απόρρητο
------------+Άρθρο 73 1
------------+Άρθρο 73 2
------------+Άρθρο 73 3
------------+Άρθρο 73 4
------------+Άρθρο 73 5
------------+Άρθρο 73 6
------+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII Δικαίωμα προσφυγής και αποκλεισμός άλλων μέτρων
---------+Άρθρο 74 Εκ των προτέρων δικαστική έγκριση και δικαιώματα προσφυγής
------------+Άρθρο 74 1
------------+Άρθρο 74 2
------------+Άρθρο 74 3
------------+Άρθρο 74 4
------------+Άρθρο 74 5
------------+Άρθρο 74 6
---------+Άρθρο 75 Περιορισμός άλλων δικαστικών διαδικασιών
------------+Άρθρο 75 1
------------+Άρθρο 75 2
------------+Άρθρο 75 3
---+ΤΙΤΛΟΣ VI ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
------+Άρθρο 76 Συμφωνίες με τρίτες χώρες
---------+Άρθρο 76 1
---------+Άρθρο 76 2
------+Άρθρο 77 Αναγνώριση και επιβολή της εφαρμογής των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτων χωρών
---------+Άρθρο 77 1
---------+Άρθρο 77 2
---------+Άρθρο 77 3
---------+Άρθρο 77 4
------+Άρθρο 78 Δικαίωμα άρνησης της αναγνώρισης ή της επιβολής της εφαρμογής των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτων χωρών
---------+Article 78 (a)
---------+Article 78 (b)
---------+Article 78 (c)
---------+Article 78 (d)
------+Άρθρο 79 Συνεργασία με τις αρχές τρίτων χωρών
---------+Άρθρο 79 1
---------+Άρθρο 79 2
---------+Άρθρο 79 3
---------+Άρθρο 79 4
---------+Άρθρο 79 5
------+Άρθρο 80 Ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών
---------+Άρθρο 80 1
---------+Άρθρο 80 2
---------+Άρθρο 80 3
---------+Άρθρο 80 4
---+ΤΙΤΛΟΣ VII ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
------+Άρθρο 81 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα
---------+Άρθρο 81 1
---------+Άρθρο 81 2
---------+Άρθρο 81 3
---------+Άρθρο 81 4
------+Άρθρο 82 Ειδικές διατάξεις
---------+Άρθρο 82 1
---------+Άρθρο 82 2
------+Άρθρο 83 Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων
---------+Άρθρο 83 1
---------+Άρθρο 83 2
---------+Άρθρο 83 3
---------+Άρθρο 83 4
------+Άρθρο 84 Τήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων από την ESMA
---------+Άρθρο 84 1
---------+Άρθρο 84 2
---------+Άρθρο 84 3
---------+Άρθρο 84 4
------+Άρθρο 85 Άσκηση εξουσιών για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων και αποτελεσματική εφαρμογή τους από τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης
---------+Article 85 (a)
---------+Article 85 (b)
---------+Article 85 (c)
---------+Article 85 (d)
---------+Article 85 (e)
---------+Article 85 (f)
---------+Article 85 (g)
---------+Article 85 (h)
---+ΤΙΤΛΟΣ VIII ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 1095/2010, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 648/2012, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 600/2014, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 806/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 2015/2365 ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ ΚΑΙ (ΕΕ) 2017/1132
------+Άρθρο 86 Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010
---------+Άρθρο 86 1)
---------+Άρθρο 86 2)
------+Άρθρο 87 Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012
---------+Άρθρο 87 1)
---------+Άρθρο 87 2)
---------+Άρθρο 87 3)
---------+Άρθρο 87 4)
---------+Άρθρο 87 5)
---------+Άρθρο 87 6)
---------+Άρθρο 87 7)
---------+Άρθρο 87 8)
---------+Άρθρο 87 9)
------+Άρθρο 88 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365
------+Άρθρο 89 Τροποποιήσεις της οδηγίας 2002/47/ΕΚ
---------+Άρθρο 89 1)
---------+Άρθρο 89 2)
------+Άρθρο 90 Τροποποίηση της οδηγίας 2004/25/ΕΚ
------+Άρθρο 91 Τροποποιήσεις της οδηγίας 2007/36/ΕΚ
---------+Άρθρο 91 1)
---------+Άρθρο 91 2)
------+Άρθρο 92 Τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132
---------+Άρθρο 92 1)
---------+Άρθρο 92 2)
---------+Άρθρο 92 3)
---------+Άρθρο 92 4)
---------+Άρθρο 92 5)
------+Άρθρο 93 Τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ
------+Άρθρο 94 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014
---------+Article 94 (a)
---------+Article 94 (b)
------+Άρθρο 95 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014
---+ΤΙΤΛΟΣ IX ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
------+Άρθρο 96 Επανεξέταση
---------+Άρθρο 96 2
---------+Article 96 (a)
---------+Article 96 (b)
---------+Article 96 (c)
---------+Άρθρο 96 3
---------+Άρθρο 96 4
---------+Άρθρο 96 5
------+Άρθρο 97 Έναρξη ισχύος
---------+Άρθρο 97 2
---------+Άρθρο 97 3
---------+Άρθρο 97 4
---------+Άρθρο 97 5
---------+Άρθρο 97 6
|
English -
European Union -
Financial Industry -
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2021/23 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2021/23 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 16ης Δεκεμβρίου 2020
σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Preamble: 1
|
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, (1)
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, (2)
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, (3)
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1)
|
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ζωτική σημασία για τη λειτουργία των σύγχρονων οικονομιών. Όσο πιο ολοκληρωμένες είναι, τόσο περισσότερες δυνατότητες υπάρχουν για αποτελεσματική διάθεση των κεφαλαίων, εν δυνάμει προς όφελος των οικονομικών επιδόσεων. Ωστόσο, προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία της ενιαίας αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, είναι σημαντικό να εφαρμόζονται διαδικασίες που να αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις των αναταραχών της αγοράς και να διασφαλίζουν ότι εάν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή υποδομή της χρηματοπιστωτικής αγοράς που δραστηριοποιείται στην εν λόγω αγορά αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες ή βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης, αυτό δεν αποσταθεροποιεί ολόκληρη τη χρηματοπιστωτική αγορά και δεν θα επηρεάσει την ανάπτυξη στην ευρύτερη οικονομία.
|
|
(2)
|
Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι (CCP) αποτελούν βασικές συνιστώσες των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών και παρεμβάλλονται μεταξύ των συμμετεχόντων ενεργώντας ως αγοραστής για κάθε πωλητή και ως πωλητής για κάθε αγοραστή· έχουν κεντρικό ρόλο στην επεξεργασία των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και τη διαχείριση ανοιγμάτων στους διάφορους κινδύνους που είναι εγγενείς σε αυτές τις συναλλαγές. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι συγκεντρώνουν τις συναλλαγές και τις θέσεις των αντισυμβαλλομένων, εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συναλλαγές, και απαιτούν επαρκή εξασφάλιση από τα μέλη τους ως περιθώριο ασφαλείας και ως εισφορές σε κεφάλαια εκκαθάρισης.
|
|
(3)
|
Η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης είχε ως αποτέλεσμα οι ενωσιακοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην Ένωση να εξελιχθούν από εξυπηρετούντες κατά κύριο λόγο τις εγχώριες ανάγκες και αγορές σε κόμβους ζωτικής σημασίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ένωσης γενικότερα. Οι εγκεκριμένοι στην Ένωση κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εκκαθαρίζουν διάφορες κατηγορίες προϊόντων, από εισηγμένα και εξωχρηματιστηριακά χρηματοπιστωτικά παράγωγα και παράγωγα επί βασικών εμπορευμάτων μέχρι εταιρικά μερίδια, ομόλογα και άλλα προϊόντα, όπως συμφωνίες επαναγοράς (repos). Παρέχουν υπηρεσίες πέρα από τα εθνικά σύνορα σε ένα ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων σε ολόκληρη την Ένωση. Ενώ ορισμένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι παραμένουν επικεντρωμένοι σε εγχώριες αγορές, είναι όλοι συστημικά σημαντικοί, τουλάχιστον στις εγχώριες αγορές τους.
|
|
(4)
|
Καθώς ένα σημαντικό μέρος του χρηματοοικονομικού κινδύνου του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης είναι συγκεντρωμένο στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι οποίοι και το διαχειρίζονται για λογαριασμό των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών τους, η αποτελεσματική ρύθμιση και η αυστηρή εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων είναι απολύτως αναγκαία. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) απαιτεί από τους εγκεκριμένους στην Ένωση κεντρικούς αντισυμβαλλομένους αυστηρά πρότυπα προληπτικής εποπτείας, οργάνωσης και επαγγελματικής δεοντολογίας. Οι αρμόδιες αρχές έχουν την πλήρη εποπτεία των δραστηριοτήτων των αντισυμβαλλομένων αυτών, συνεργαζόμενες στους κόλπους εποπτικών σωμάτων που συνενώνουν τις αρμόδιες αρχές για τα συγκεκριμένα καθήκοντα τους. Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι ηγέτες της G20 από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 απαιτεί, επίσης, τα τυποποιημένα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα να εκκαθαρίζονται κεντρικά από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Με την έναρξη της υποχρεωτικής κεντρικής εκκαθάρισης των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, ο όγκος και το φάσμα των συναλλαγών που πραγματοποιούνται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατά πάσα πιθανότητα θα αυξηθεί, κάτι που με τη σειρά του θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες προκλήσεις όσον αφορά τις στρατηγικές διαχείρισης κινδύνων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
|
|
(5)
|
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 βελτίωσε την ανθεκτικότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των ευρύτερων χρηματοπιστωτικών αγορών έναντι του ευρέος φάσματος κινδύνων που συγκεντρώνουν και διαχειρίζονται οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι. Ωστόσο, κανένα σύστημα κανόνων και πρακτικών δεν μπορεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο οι υφιστάμενοι πόροι να αποδειχθούν ανεπαρκείς για τη διαχείριση των οικονομικών κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, συμπεριλαμβανομένων μίας ή περισσότερων αθετήσεων υποχρεώσεων από την πλευρά των εκκαθαριστικών μελών. Σε περίπτωση έντονων χρηματοδοτικών δυσχερειών ή επικείμενης πτώχευσης, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει, καταρχήν, να υπόκεινται σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ωστόσο, όπως έχει δείξει η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής αστάθειας και αβεβαιότητας, οι εν λόγω διαδικασίες μπορούν να διαταράξουν λειτουργίες κρίσιμης σημασίας για την οικονομία, θέτοντας σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Δεν μπορεί πάντοτε να γίνει χρήση των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας των επιχειρήσεων για τη διασφάλιση αρκετά ταχείας παρέμβασης ή την επαρκή ιεράρχηση της συνέχισης των κρίσιμων λειτουργιών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για λόγους διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Με σκοπό να αποφευχθούν αυτές οι αρνητικές συνέπειες των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, πρέπει να δημιουργηθεί ειδικό πλαίσιο εξυγίανσης κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
|
|
(6)
|
Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έφερε στο προσκήνιο την έλλειψη επαρκών εργαλείων για τη διατήρηση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε σημείο πτώχευσης. Επιπλέον, κατέδειξε την απουσία πλαισίων για τη διευκόλυνση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των αρχών, ιδίως όσων βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη ή περιοχές δικαιοδοσίας, ώστε να διασφαλίζεται η ανάληψη ταχείας και αποφασιστικής δράσης. Μη διαθέτοντας τέτοια εργαλεία και με την απουσία συνεργασίας και συντονισμού, τα κράτη μέλη υποχρεώθηκαν να διασώσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με χρήματα των φορολογούμενων, προκειμένου να αποτραπεί η μετάδοση και να μειωθεί ο πανικός. Μολονότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν ήταν άμεσοι αποδέκτες της έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, προστατεύθηκαν από τις επιπτώσεις χρεοκοπίας των τραπεζών. Ένα πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συμπληρώνει το πλαίσιο εξυγίανσης των τραπεζών που εγκρίθηκε δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο για την πρόληψη της εξάρτησης από τα χρήματα των φορολογουμένων σε περίπτωση άτακτης κατάρρευσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει επίσης να καλύπτει το ενδεχόμενο οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι να υπαχθούν σε διαδικασία εξυγίανσης για λόγους μη συναρτώμενους με την αθέτηση υποχρέωσης από ένα ή περισσότερα εκκαθαριστικά μέλη τους.
|
|
(7)
|
Ο στόχος ενός αξιόπιστου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης είναι να διασφαλιστεί, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα έχουν τη δυνατότητα να ανακάμπτουν από οικονομικές δυσχέρειες, να διατηρούν τις κρίσιμες λειτουργίες τους ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που πτώχευσαν ή κινδυνεύουν να πτωχεύσουν ενώ παράλληλα οι εναπομένουσες δραστηριότητες θα εκκαθαρίζονται μέσω κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, και να διαφυλάσσεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να αποφεύγονται σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην ικανότητά του να εξυπηρετεί την πραγματική οικονομία, με ελαχιστοποίηση του κόστους της πτώχευσης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τους φορολογουμένους. Το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης ενισχύει περαιτέρω την ετοιμότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των αρχών για τον μετριασμό των οικονομικών πιέσεων και παρέχει στις αρχές περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά την προετοιμασία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων για σενάρια ακραίων καταστάσεων. Παρέχει, επίσης, στις αρχές τις εξουσίες που θα τους επιτρέψουν να προετοιμαστούν για την ενδεχόμενη εξυγίανση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και να αντιμετωπίσουν συντονισμένα τα προβλήματα της φθίνουσας υγείας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμβάλλοντας στην ομαλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
|
|
(8)
|
Σήμερα λείπουν εναρμονισμένες διατάξεις για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε ολόκληρη την Ένωση. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει νομοθετικές αλλαγές που υποχρεώνουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να καταρτίζουν σχέδια ανάκαμψης και καθιερώνουν μηχανισμούς εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που βρίσκονται σε σημείο πτώχευσης. Επιπλέον, υπάρχουν σημαντικές ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την αφερεγγυότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Η απουσία κοινών προϋποθέσεων, εξουσιών και διαδικασιών για την ανάκαμψη και εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων είναι πιθανόν να αποτελέσει εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να παρακωλύσει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών κατά την αντιμετώπιση της πτώχευσης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και την εφαρμογή κατάλληλων μηχανισμών κατανομής των ζημιών στα εκκαθαριστικά μέλη του, τόσο στην Ένωση όσο και παγκοσμίως. Αυτό ισχύει όταν εξαιτίας των διαφορετικών προσεγγίσεων οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν το ίδιο επίπεδο ελέγχου ή ικανότητα εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Οι εν λόγω διαφορές ενδέχεται να επηρεάζουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά τους μέλη και τους πελάτες των εκκαθαριστικών μελών με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη, δημιουργώντας στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η απουσία κοινών κανόνων και εργαλείων για τη διαχείριση της χρηματοοικονομικής δυσπραγίας ή της πτώχευσης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο είναι δυνατόν να επηρεάσει την επιλογή των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών τους να προβούν σε εκκαθάριση και την επιλογή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως προς τον τόπο εγκατάστασής του, και άρα δεν επιτρέπει στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να επωφελούνται πλήρως από τις θεμελιώδεις ελευθερίες τους εντός της εσωτερικής αγοράς. Με τη σειρά του, αυτό θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες τους από την πρόσβαση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά και να παρεμποδίσει την περαιτέρω ολοκλήρωση στις ενωσιακές κεφαλαιαγορές. Η ύπαρξη κοινών κανόνων ανάκαμψης και εξυγίανσης σε όλα τα κράτη μέλη είναι ως εκ τούτου απαραίτητη για να διασφαλισθεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, κατά την άσκηση των ελευθεριών τους στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, δεν περιορίζονται από τη δημοσιονομική ικανότητα των κρατών μελών και των αρχών να διαχειριστούν τυχόν πτώχευσή τους.
|
|
(9)
|
Η επανεξέταση του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου για τις τράπεζες και για άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που πραγματοποιήθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, και ιδίως η ενίσχυση του κεφαλαίου των τραπεζών και των αποθεμάτων ρευστότητας που διαθέτουν, τα βελτιωμένα εργαλεία για μακροπροληπτικές πολιτικές και οι ολοκληρωμένοι κανόνες για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών οδήγησαν σε μείωση της πιθανότητας μελλοντικών κρίσεων και ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και υποδομών της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, έναντι των οικονομικών πιέσεων, είτε αυτές οφείλονται σε συστημικές διαταραχές είτε σε γεγονότα που αφορούν ειδικά τα επιμέρους ιδρύματα. Από την 1η Ιανουαρίου 2015, εφαρμόζεται στα κράτη μέλη ένα καθεστώς για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών κατά την οδηγία 2014/59/ΕΕ.
|
|
(10)
|
Επιδιώκοντας την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών, οι αρμόδιες ενωσιακές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες και να διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία για τη διαχείριση της πτώχευσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Ωστόσο, λόγω των διαφορετικών τους λειτουργιών και επιχειρηματικών μοντέλων, οι κίνδυνοι που είναι εγγενείς στις τράπεζες είναι διαφορετικοί από ό,τι στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Είναι, ως εκ τούτου, απαραίτητα ειδικά εργαλεία και εξουσίες για σενάρια πτώχευσης κεντρικών αντισυμβαλλομένων είτε λόγω πτώχευσης των εκκαθαριστικών μελών τους είτε λόγω γεγονότων μη σχετιζόμενων με αθέτηση υποχρεώσεων.
|
|
(11)
|
Ο κανονισμός είναι η κατάλληλη επιλογή νομοθετικής πράξης ώστε να συμπληρωθεί και να επαυξηθεί η προσέγγιση που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, όπου προβλέπονται ενιαίες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας εφαρμοστέες στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Ο καθορισμός απαιτήσεων για την ανάκαμψη και την εξυγίανση μέσω οδηγίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασυνέπειες με την έκδοση ενδεχομένως διαφορετικών εθνικών κανόνων για έναν τομέα που κατά τα άλλα διέπεται από άμεσα εφαρμοστέα ενωσιακή νομοθεσία και χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν επίσης ενιαίοι και άμεσα εφαρμοστέοι κανόνες για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
|
|
(12)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί συνέπεια με την υφιστάμενη νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και το μέγιστο δυνατό επίπεδο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε ολόκληρη την Ένωση, το καθεστώς ανάκαμψης και εξυγίανσης του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζεται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, είτε διαθέτουν άδεια άσκησης τραπεζικών δραστηριοτήτων είτε όχι.. Μολονότι ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές στο προφίλ κινδύνου που συνδέεται με εναλλακτικές εταιρικές δομές δεδομένου ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι αυτοτελείς οντότητες που πρέπει να πληρούν όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ανεξάρτητα από τη μητρική τους επιχείρηση ή άλλες οντότητες του ίδιου ομίλου, ο όμιλος στον οποίο ανήκει ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν απαιτείται να υπόκειται στον παρόντα κανονισμό. Η διάσταση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρησιακών, προσωπικών και οικονομικών σχέσεων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις άλλες οντότητες του ομίλου θα πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό ανάκαμψης και εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, επειδή θα μπορούσε να τις επηρεάσει, ενώ οι δράσεις ανάκαμψης και εξυγίανσης θα μπορούσαν να επηρεάσουν και άλλες οντότητες του ομίλου.
|
|
(13)
|
Προκειμένου οι δράσεις εξυγίανσης να είναι αποτελεσματικές και αποδοτικές και σύμφωνες με τους στόχους της εξυγίανσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν ως αρχές εξυγίανσης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού την κεντρική εθνική τράπεζα, τα αρμόδια υπουργεία, τις δημόσιες διοικητικές αρχές ή αρχές επιφορτισμένες με δημόσιες διοικητικές εξουσίες που τους επιτρέπουν να εκτελούν τις λειτουργίες και τα καθήκοντα τα σχετιζόμενα με την εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένων τυχόν υφισταμένων αρχών εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται οι δέοντες πόροι στις αρχές εξυγίανσης. Στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένος ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, θα πρέπει να διαχωρίζονται καταλλήλως οι αρμοδιότητες εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου από άλλες αρμοδιότητες, ιδίως όταν η αρμόδια αρχή προληπτικής εποπτείας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ορίζεται ως η αρχή εξυγίανσης, ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων και η ρυθμιστική ανοχή. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της αρχής εξυγίανσης, χωρίς να αποκλείεται η λήψη αποφάσεων στο υψηλότερο επίπεδο.
|
|
(14)
|
Δεδομένων των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν η πτώχευση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και οι επακόλουθες δράσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην οικονομία ενός κράτους μέλους, καθώς και της πιθανότητας να χρειαστούν τελικά δημόσιοι πόροι για την επιτυχή αντιμετώπιση μιας κρίσης, τα υπουργεία οικονομικών ή άλλα σχετικά υπουργεία των κρατών μελών θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν αποφάσεις με τις εθνικές δημοκρατικές διαδικασίες όσον αφορά τη χρήση δημόσιου χρήματος ως έσχατη λύση και θα πρέπει κατά συνέπεια να συμμετέχουν εκ του σύνεγγυς και από την αρχή στη διαδικασία της ανάκαμψης και εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τη χρήση δημόσιου χρήματος ως έσχατη λύση, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων ή της κυβέρνησης και της αρχής εξυγίανσης, όπως προβλέπονται στα νομικά συστήματα των κρατών μελών.
|
|
(15)
|
Επειδή οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι συχνά προσφέρουν υπηρεσίες σε ολόκληρη την Ένωση, η αποτελεσματική ανάκαμψη και εξυγίανση απαιτεί τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών και των αρχών εξυγίανσης, στους κόλπους εποπτικών σωμάτων και σωμάτων εξυγίανσης, ιδίως στα προπαρασκευαστικά στάδια της ανάκαμψης και εξυγίανσης. Αυτό περιλαμβάνει την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης που καταρτίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τη συμβολή σε κοινή απόφαση σχετικά με τα σχέδια εξυγίανσης που καταρτίζονται από την αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τη λήψη της απόφασης αυτής, καθώς και την άρση των εμποδίων στην εξυγίανση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
|
|
(16)
|
H εξυγίανση των ενωσιακών κεντρικών αντισυμβαλλομένων θα πρέπει να επιτυγχάνει ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για διαδικασίες που λαμβάνουν υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης και προβλέπουν αποτελεσματικές, δίκαιες και έγκαιρες λύσεις και της ανάγκης να προστατευθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα κράτη μέλη στα οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει υπηρεσίες. Οι αρχές οι αρμόδιες σε τομείς που θα πλήττονταν από την πτώχευση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να ανταλλάσσουν απόψεις στους κόλπους του σώματος εξυγίανσης για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Πιο συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την προετοιμασία των εκκαθαριστικών μελών και, κατά περίπτωση, των πελατών όσον αφορά τα πιθανά μέτρα διαχείρισης της αθέτησης υποχρεώσεων, ανάκαμψης και εξυγίανσης και την εποπτική μεταχείριση των σχετικών ανοιγμάτων έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Οι αρχές των κρατών μελών των οποίων η χρηματοπιστωτική σταθερότητα θα μπορούσε να πληγεί από την πτώχευση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στο σώμα εξυγίανσης αν εκτιμούν ότι η εξυγίανση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα θίξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκπροσωπούνται στο σώμα εξυγίανσης από τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των εκκαθαριστικών μελών. Τα κράτη μέλη που δεν εκπροσωπούνται από κάποια αρχή εκκαθαριστικού μέλους θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν επιλέγοντας μεταξύ της συμμετοχής στο σώμα της αρμόδιας αρχής των πελατών των εκκαθαριστικών μελών και της αρχής εξυγίανσης των πελατών των εκκαθαριστικών μελών. Οι αρχές θα πρέπει να παρέχουν κατάλληλη αιτιολόγηση για τη συμμετοχή τους, βάσει της ανάλυσής τους σχετικά με τον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο της εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου στα κράτη μέλη τους, στην αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ομοίως, προκειμένου να διασφαλίζεται η τακτική ανταλλαγή απόψεων και ο συντονισμός με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να καλούνται να συμμετέχουν στα σώματα εξυγίανσης ως παρατηρητές, όποτε απαιτείται.
|
|
(17)
|
Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο πτώχευσης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατά τρόπο αποτελεσματικό και αναλογικό, οι αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μια σειρά παραγόντων κατά την άσκηση των εξουσιών ανάκαμψης και εξυγίανσης, όπως η φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η ιδιοκτησιακή δομή, η νομική και οργανωτική δομή, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος, το νομικό καθεστώς, η δυνατότητα υποκατάστασης και η διασυνδεσιμότητα με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι αρχές θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνουν υπόψη εάν η κατάρρευσή και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας θα ήταν πιθανόν να θίξει σημαντικά τις χρηματοπιστωτικές αγορές, άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ή την ευρύτερη οικονομία.
|
|
(18)
|
Προκειμένου να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι σε σημείο πτώχευσης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να τους επιβάλλουν προπαρασκευαστικά μέτρα. Θα πρέπει να καθοριστεί ένα ελάχιστο πρότυπο όσον αφορά το περιεχόμενο και τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στα σχέδια ανάκαμψης ώστε να διασφαλιστεί ότι όλοι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην Ένωση διαθέτουν επαρκώς λεπτομερή σχέδια ανάκαμψης αν αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσχέρειες. Ένα τέτοιο σχέδιο ανάκαμψης θα πρέπει να εξετάζει ένα κατάλληλο φάσμα σεναρίων, τα οποία να προβλέπουν τόσο συστημικές όσο και ειδικές πιέσεις προς τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά του, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της μετάδοσης σε περίπτωση κρίσης, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο. Τα σενάρια θα πρέπει να είναι αυστηρότερα από εκείνα που χρησιμοποιούνται σε τακτικές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κατά το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και ταυτόχρονα να παραμένουν ευλογοφανή. Το σχέδιο ανάκαμψης θα πρέπει να καλύπτει ευρύ φάσμα σεναρίων, συμπεριλαμβανομένων σεναρίων που προκύπτουν από γεγονότα αθέτησης υποχρεώσεων, γεγονότα μη σχετιζόμενα με αθέτηση υποχρεώσεων και συνδυασμό των δύο και θα πρέπει να περιλαμβάνουν συνολικές ρυθμίσεις για την αποκατάσταση ενός αντιστοιχισμένου χαρτοφυλακίου, για την πλήρη κατανομή των ζημιών από την αθέτηση υποχρεώσεων εκκαθαριστικού μέλους και την επαρκή απορροφητικότητα για όλα τα άλλα είδη ζημιών. Τα σχέδια ανάκαμψης θα πρέπει να κάνουν διάκριση μεταξύ των διαφόρων τύπων μη σχετιζόμενων με αθέτηση γεγονότων. Τα σενάρια του σχεδίου ανάκαμψης θα πρέπει να αποτελούν μέρος των κανόνων λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχουν συμφωνηθεί συμβατικώς με τα εκκαθαριστικά μέλη. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει επιπλέον να περιέχουν διατάξεις περί εκτελέσεως των μέτρων ανάκαμψης που περιγράφονται στο σχέδιο ανάκαμψης σε όλα τα σενάρια. Τα σχέδια ανάκαμψης δεν θα πρέπει να θεωρούν δεδομένη την πρόσβαση σε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη ούτε να εκθέτουν τους φορολογούμενους στον κίνδυνο ζημίας.
|
|
(19)
|
Θα πρέπει να απαιτείται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να καταρτίζουν και να επικαιροποιούν τακτικά τα σχέδια ανάκαμψής τους. Η φάση ανάκαμψης στο εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει να ξεκινά όταν συντρέχει σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή κίνδυνος παράβασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 με δυνητική συνέπεια παράβαση των απαιτήσεων αδειοδότησης που να δικαιολογεί ανάκληση της άδειας λειτουργίας του κατά τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Αυτό θα πρέπει να εξειδικεύεται με αναφορά σε ένα πλαίσιο ποιοτικών ή ποσοτικών δεικτών που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης.
|
|
(20)
|
Προκειμένου να δημιουργηθούν εκ των προτέρων σοβαρά κίνητρα και να διασφαλιστεί η δίκαιη κατανομή των ζημιών, τα σχέδια ανάκαμψης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η χρήση των εργαλείων ανάκαμψης κατανέμει δεόντως τις ζημίες μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων, εκκαθαριστικών μελών και, κατά περίπτωση, των πελατών τους. Ως γενική αρχή, οι απώλειες στο πλαίσιο της ανάκαμψης θα πρέπει να κατανέμονται μεταξύ των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των εκκαθαριστικών μελών και, κατά περίπτωση, των πελατών τους αναλόγως της ευθύνης τους για τον κίνδυνο που μεταφέρεται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και της ικανότητάς τους να ελέγχουν και να διαχειρίζονται τους κινδύνους αυτούς. Τα σχέδια ανάκαμψης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το κεφάλαιο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι εκτεθειμένο σε ζημίες που προκαλούνται τόσο από γεγονότα αθέτησης υποχρέωσης όσο και από γεγονότα μη σχετιζόμενα με αθέτηση υποχρεώσεων, πριν από την κατανομή των ζημιών στα εκκαθαριστικά μέλη. Ως κίνητρο για την ορθή διαχείριση κινδύνων και την περαιτέρω μείωση των κινδύνων απωλειών για τους φορολογούμενους, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να χρησιμοποιεί μέρος των προχρηματοδοτημένων ειδικών ιδίων πόρων του, ·όπως αναφέρονται στο άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει κάθε κεφάλαιο που κατέχει πέραν των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, προκειμένου να συμμορφώνεται με το όριο κοινοποίησης που αναφέρεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ως μέτρο ανάκαμψης πριν από την προσφυγή σε άλλα μέτρα ανάκαμψης που απαιτούν χρηματοδοτικές συνεισφορές από εκκαθαριστικά μέλη.
Το εν λόγω πρόσθετο ποσό των προχρηματοδοτημένων ειδικών ιδίων πόρων, το οποίο είναι διακριτό από τους προχρηματοδοτημένους ίδιους πόρους του άρθρου 45 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, δεν θα πρέπει να είναι χαμηλότερο από το 10 % ούτε υψηλότερο από το 25 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται με βάση τον κίνδυνο, όπως υπολογίζονται κατά το άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω απαιτήσεις είναι χαμηλότερες ή υψηλότερες από το αρχικό κεφάλαιο που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.
|
|
(21)
|
Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να υποβάλει το σχέδιο ανάκαμψής του στην αρμόδια αρχή η οποία θα πρέπει να το διαβιβάσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο εποπτικό σώμα, συσταθέν δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, για πλήρη αξιολόγηση, την οποία το σώμα διεξάγει με κοινή του απόφαση. Η αξιολόγηση θα πρέπει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, την πληρότητα του σχεδίου και το κατά πόσον αυτό θα μπορούσε όντως να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, έγκαιρα, ακόμη και σε περιόδους σοβαρής χρηματοοικονομικής δυσχέρειας.
|
|
(22)
|
Τα σχέδια ανάκαμψης θα πρέπει να προβλέπουν λεπτομερώς τις δράσεις που θα αναλάβει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος για την αντιμετώπιση τυχόν μη αντιστοιχισμένων εκκρεμών υποχρεώσεων, μη καλυπτόμενης ζημίας, έλλειψης ρευστότητας ή κεφαλαιακής ανεπάρκειας, καθώς και τις δράσεις για τον ανεφοδιασμό τυχόν εξαντλημένων προχρηματοδοτημένων χρηματοπιστωτικών πόρων και τις ρυθμίσεις ρευστότητας προκειμένου να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και η συνεχιζόμενη ικανότητά του να πληροί τις απαιτήσεις αδειοδότησης. Ούτε η εξουσία της αρχής εξυγίανσης να εφαρμόζει πρόσκληση καταβολής μετρητών για την εξυγίανση, ούτε η απαίτηση να υπάρχει μια ελάχιστη συμβατική δέσμευση για την πρόσκληση αυτή, θα πρέπει να επηρεάζουν το δικαίωμα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να εισάγει στους κανόνες του προσκλήσεις καταβολής μετρητών για την εξυγίανση που υπερβαίνουν την ελάχιστη υποχρεωτική συμβατική δέσμευση που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό ή τη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
|
|
(23)
|
Τα σχέδια ανάκαμψης θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις κυβερνοεπιθέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή σε κίνδυνο παραβίασης των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.
|
|
(24)
|
Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το σχέδιο ανάκαμψής τους δεν εισάγει διακρίσεις και ότι είναι ισορροπημένο από την άποψη των επιπτώσεών του, καθώς και ως προς τα κίνητρα που δημιουργεί. Τα αποτελέσματα των μέτρων ανάκαμψης για τα εκκαθαριστικά μέλη και, όταν οι σχετικές πληροφορίες είναι διαθέσιμες, για τους πελάτες τους και, για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων των κρατών μελών της γενικότερα θα πρέπει να είναι αναλογικά. Ειδικότερα, κατά τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα εκκαθαριστικά μέλη τους έχουν περιορισμένα ανοίγματα έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι όλοι οι σχετικοί ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στην κατάρτιση του σχεδίου ανάκαμψης μέσω της συμμετοχής τους στην επιτροπή κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, κατά περίπτωση, και ότι ζητείται δεόντως η γνώμη τους. Δεδομένου ότι οι γνώμες των ενδιαφερόμενων ενδέχεται να διαφέρουν, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πρέπει να καταρτίσει σαφείς διαδικασίες για τη διαχείριση της ποικιλίας των απόψεων των ενδιαφερόμενων, καθώς και τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των ενδιαφερόμενων και του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
|
|
(25)
|
Δεδομένου του παγκόσμιου χαρακτήρα των αγορών που εξυπηρετούνται από κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους, οι κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να περιλαμβάνουν συμβατικές διατάξεις για τον εν λόγω σκοπό για να εξασφαλιστεί η ικανότητά του να εφαρμόζει τις επιλογές ανάκαμψης, όταν είναι αναγκαίο, σε συμβάσεις ή στοιχεία ενεργητικού που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας ή σε οντότητες εγκατεστημένες εκεί.
|
|
(26)
|
Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλει κατάλληλο σχέδιο ανάκαμψης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να του ζητήσουν να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση των ουσιωδών ελλείψεων του σχεδίου ώστε να καταστεί πιο ανθεκτική η επιχειρηματική δραστηριότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και να εξασφαλιστεί ότι αυτός θα μπορούσε να επιμερίσει τις ζημίες, να αποκαταστήσει το κεφάλαιό του και, ενδεχομένως, να επαναντιστοιχίσει το χαρτοφυλάκιο σε περίπτωση πτώχευσης. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να αναλαμβάνουν προληπτική δράση στον βαθμό που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση ελλείψεων και, ως εκ τούτου, για την εκπλήρωση των στόχων της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
|
|
(27)
|
Στις εξαιρετικές περιπτώσεις περικοπών των κερδών από το περιθώριο διαφορών αποτίμησης μετά από γεγονός μη σχετιζόμενο με αθέτηση υποχρέωσης και εφόσον η ανάκαμψη είναι επιτυχής, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να αποζημιώνει τα εκκαθαριστικά μέλη του ανάλογα με τη ζημία τους που υπερβαίνει τις συμβατικές δεσμεύσεις τους, μέσω πληρωμών σε μετρητά ή, κατά περίπτωση, να απαιτεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να εκδίδει μέσα που θεμελιώνουν αξιώσεις επί των μελλοντικών κερδών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
|
|
(28)
|
Ο σχεδιασμός αποτελεί ουσιώδες στοιχείο μιας αποτελεσματικής εξυγίανση. Τα σχέδια θα πρέπει να καταρτίζονται από την αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και να συμφωνούνται από κοινού στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης. Τα σχέδια θα πρέπει να καλύπτουν ευρύ φάσμα σεναρίων, διακρίνοντας μεταξύ των σεναρίων που προκύπτουν από γεγονότα αθέτησης υποχρεώσεων, από γεγονότα μη σχετιζόμενα με αθέτηση και από συνδυασμό των δύο, καθώς και μεταξύ των διαφόρων τύπων γεγονότων μη αθέτησης. Οι αρχές θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την απρόσκοπτη συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών. Το περιεχόμενο ενός σχεδίου εξυγίανσης θα πρέπει, ωστόσο, να συνάδει με τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και με τα είδη προϊόντων που εκκαθαρίζει, και να βασίζεται, μεταξύ άλλων, στις πληροφορίες που ο ίδιος παρέχει. Προκειμένου να διευκολυνθεί η αναγκαστική εκτέλεση των προσκλήσεων καταβολής μετρητών για την εξυγίανση και της μείωσης του ποσού τυχόν κερδών που καταβάλλονται σε μη υπερήμερο εκκαθαριστικό μέλος ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου υπό εξυγίανση, οι κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου πρέπει να δίνουν εξουσία στην αρχή εξυγίανσης να απαιτεί προσκλήσεις καταβολής μετρητών για την εξυγίανση καθώς και τέτοια μείωση. Όπου απαιτείται, οι κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που συμφωνούνται συμβατικά με τα εκκαθαριστικά μέλη θα πρέπει να περιέχουν διατάξεις για την εξασφάλιση της εκτελεστότητας άλλων μέτρων εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης.
|
|
(29)
|
Οι αρχές εξυγίανσης, αφού εκτιμήσουν τη δυνατότητα εξυγίανσης, θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν αλλαγές στη νομική ή οργανωτική δομή και την οργάνωση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της αρμόδιας αρχής, να λαμβάνουν μέτρα, αναγκαία και αναλογικά, για τη μείωση ή την άρση των ουσιωδών κωλυμάτων στη χρήση των εργαλείων εξυγίανσης και να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης των σχετικών οντοτήτων. Λαμβανομένης υπόψη της διαφοροποιημένης δομής των ομίλων στους οποίους ανήκουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, της διαφορετικής δομής σε σύγκριση με τους τραπεζικούς ομίλους και των διαφορετικών ρυθμιστικών πλαισίων που διέπουν τις οντότητες εντός αυτών των ομίλων, η αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, σε διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογεί αν η επιβολή των αλλαγών στις νομικές ή λειτουργικές δομές του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου άμεσα ή έμμεσα υπό τον έλεγχό του συνεπάγεται αλλαγές στις δομές του ομίλου στον οποίο ανήκει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ζητήματα νομικής αμφισβήτησης ή ζητήματα σχετικά με την εκτελεστότητα, ανάλογα με τις νομικές περιστάσεις. Κατά την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο μπορούν να αρθούν τέτοιου είδους κωλύματα στην εξυγίανση, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να προτείνει διαφορετικό σύνολο μέτρων εξυγίανσης αντί να απαιτεί αλλαγές στις νομικές ή λειτουργικές δομές του ομίλου, εάν η χρήση τέτοιων εναλλακτικών μέτρων θα εξάλειφε με ισοδύναμο τρόπο τα κωλύματα στην εξυγίανση.
|
|
(30)
|
Σε ό,τι αφορά τα σχέδια εξυγίανσης και τις εκτιμήσεις της δυνατότητας εξυγίανσης, τα ζητήματα καθημερινής εποπτείας έχουν μικρότερη βαρύτητα από την ανάγκη να επιταχυνθούν και να εξασφαλιστούν ταχείες δράσεις αναδιάρθρωσης, προκειμένου να διασφαλιστούν οι κρίσιμες λειτουργίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Σε περίπτωση διαφωνίας ανάμεσα στα διάφορα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, την εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης αυτού και την απόφαση άρσης τυχόν κωλυμάτων, η Ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ESMA) θα πρέπει να διαδραματίζει ρόλο διαμεσολαβητή κατά το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Τυχόν δεσμευτική διαμεσολάβηση της ESMA θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να τίθεται υπόψιν εσωτερικής επιτροπής της ESMA, δεδομένων των αρμοδιοτήτων των μελών της ESMA να διασφαλίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών σε διάφορα κράτη μέλη. Ορισμένες αρμόδιες αρχές, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) θα πρέπει να καλούνται να συμμετέχουν ως παρατηρητές στην εν λόγω εσωτερική επιτροπή διότι εκτελούν παρόμοια καθήκοντα βάσει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Αυτή η δεσμευτική διαμεσολάβηση δεν αποκλείει τη μη δεσμευτική διαμεσολάβηση κατά το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σε άλλες περιπτώσεις. Κατά το άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η δεσμευτική αυτή διαμεσολάβηση δεν πρέπει να προσκρούει στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες των κρατών μελών.
|
|
(31)
|
Ενδέχεται να είναι αναγκαίο να καθοριστούν μέσα στο σχέδιο ανάκαμψης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου οι όροι υπό τους οποίους ενεργοποιείται η παροχή τυχόν συμβατικά δεσμευτικών συμφωνιών χρηματοπιστωτικής στήριξης, εγγυήσεων ή άλλων μορφών επιχειρησιακής στήριξης από μια μητρική επιχείρηση ή άλλη οντότητα του ομίλου σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εντός του ίδιου ομίλου. Η διαφάνεια των σχετικών ρυθμίσεων θα μετρίαζε τους κίνδυνους για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα της οντότητας του ομίλου, η οποία παρέχει τη στήριξη σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε αλλαγή στις εν λόγω ρυθμίσεις η οποία επηρεάζει την ποιότητα και τη φύση της εν λόγω στήριξης εκ μέρους του ομίλου θα πρέπει να θεωρείται ουσιώδης αλλαγή για τον σκοπό της εξέτασης του σχεδίου ανάκαμψης.
|
|
(32)
|
Δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονται στα σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης, τα σχέδια θα πρέπει να υπόκεινται στη δέουσα εμπιστευτικότητα.
|
|
(33)
|
Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν τα σχέδια ανάκαμψης και τυχόν αλλαγές τους στις αρχές εξυγίανσης και αυτές, με τη σειρά τους, θα πρέπει να διαβιβάζουν τα σχέδια εξυγίανσης και τυχόν αλλαγές τους στις αρμόδιες αρχές, ώστε κάθε σχετική αρχή να τηρείται πλήρως ενήμερη σε μόνιμη βάση.
|
|
(34)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι αναγκαίο οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να ανασχέσουν την επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κατάστασης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου προτού αυτός φτάσει σε σημείο που να μην αφήνει στις αρχές άλλη εναλλακτική λύση εκτός από το να τον εξυγιάνουν ή να τον κατευθύνουν σε αλλαγή των μέτρων ανάκαμψης εφόσον κρίνεται ότι αυτά ενδέχεται να θίξουν τη συνολική χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να χορηγούνται στις αρμόδιες αρχές οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης για την αποφυγή ή την ελαχιστοποίηση των δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή στα συμφέροντα των πελατών, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από την εφαρμογή ορισμένων μέτρων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να χορηγούνται στις αρμόδιες αρχές επιπρόσθετα προς τις αρμοδιότητες που προβλέπει η εθνική νομοθεσία των κρατών μελών ή ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 για περιστάσεις που δεν θεωρούνται έγκαιρη παρέμβαση. Στις εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να περιλαμβάνεται η εξουσία να περιορίζεται ή να απαγορεύεται οποιαδήποτε αμοιβή για συμμετοχικό κεφάλαιο και για μέσα που αντιμετωπίζονται ως συμμετοχικό κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένων της καταβολής μερισμάτων και της επαναγοράς ιδίων μετοχών από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο χωρίς να προκαλείται αθέτηση υποχρέωσης, καθώς επίσης η εξουσία να περιορίζεται ή να απαγορεύεται ή να παγώνει κάθε καταβολή μεταβλητών αποδοχών, όπως αυτή ορίζεται από την πολιτική αποδοχών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατά το άρθρο 26 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών ή αποζημιώσεων διακοπής της εργασιακής σχέσης προς τα ανώτατα διοικητικά στελέχη.
|
|
(35)
|
Στο πλαίσιο των εξουσιών έγκαιρης παρέμβασης και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, η αρμόδια αρχή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διορίσει προσωρινό διαχειριστή είτε προς αντικατάσταση του συμβουλίου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου είτε για προσωρινή συνεργασία με αυτά. Καθήκον του προσωρινού διαχειριστή θα πρέπει να είναι η άσκηση των εξουσιών που του ανατίθενται, με την επιφύλαξη τυχόν όρου που του έχει επιβληθεί κατά τον διορισμό του, με σκοπό την προώθηση λύσεων για την αποκατάσταση της οικονομικής κατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ο διορισμός του προσωρινού διαχειριστή δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αδικαιολόγητες παρεμβάσεις στα δικαιώματα των μετόχων ή των ιδιοκτητών ή στις διαδικαστικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο ενωσιακό ή το εθνικό εταιρικό δίκαιο, ούτε παραβιάσεις των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης και των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία των επενδύσεων.
|
|
(36)
|
Όσο διαρκούν τα στάδια της ανάκαμψης και της έγκαιρης παρέμβασης, οι μέτοχοι θα πρέπει να διατηρούν τα δικαιώματά τους στο ακέραιο. Θα πρέπει να χάνουν τα δικαιώματα αυτά όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει τεθεί υπό εξυγίανση. Κατά το στάδιο ανάκαμψης, θα πρέπει να περιορίζεται ή να απαγορεύεται, στο μέγιστο δυνατό βαθμό και χωρίς να προκαλείται αθέτηση υποχρέωσης, οποιαδήποτε αμοιβή για συμμετοχικό κεφάλαιο και για μέσα που θεωρούνται συμμετοχικό κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένων της καταβολής μερισμάτων και της επαναγοράς ιδίων μετοχών από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Οι μέτοχοι/εταίροι ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να απορροφούν πρώτοι τις ζημίες σε περίπτωση εξυγίανσης κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος νομικής αμφισβήτησης από αυτούς στις περιπτώσεις που οι ζημίες αυτές είναι μεγαλύτερες από τις ζημίες που θα είχαν υποστεί σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, γνωστή επίσης ως η «αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών». Μια αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να παρεκκλίνει από την αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών όταν κάνει χρήση εργαλείου απομείωσης και μετατροπής. Ωστόσο, ένας μέτοχος ή πιστωτής που υφίσταται ζημία μεγαλύτερη από αυτήν που θα υφίστατο σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας θα δικαιούται να εισπράξει τη διαφορά.
|
|
(37)
|
Το πλαίσιο εξυγίανσης θα πρέπει να προβλέπει έγκαιρη έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, προτού ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καταστεί αφερέγγυος. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης εάν παραβιάζει ή αναμένεται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις απαιτήσεις για τη διατήρηση της άδειας λειτουργίας του, όταν η ανάκαμψή του δεν αποκατέστησε, ή είναι απίθανο να αποκαταστήσει, τη βιωσιμότητά του, όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν είναι σε θέση, ή είναι πιθανό να μην είναι σε θέση, να εκτελέσει κάποια κρίσιμη λειτουργία, όταν τα περιουσιακά στοιχεία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου υπολείπονται ή είναι πιθανό στο εγγύς μέλλον να υπολείπονται των υποχρεώσεών του, όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν είναι σε θέση ή είναι πιθανό στο εγγύς μέλλον να μην είναι σε θέση να πληρώσει τις παντοειδείς οφειλές του όταν καθίστανται απαιτητές, ή όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ζητεί έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πληροί όλες τις απαιτήσεις της άδειας λειτουργίας δεν θα πρέπει να δικαιολογεί την υπαγωγή σε διαδικασία εξυγίανσης.
|
|
(38)
|
Η πρόβλεψη για επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από μια κεντρική τράπεζα, εάν μια τέτοια διευκόλυνση είναι διαθέσιμη, δεν θα πρέπει να είναι ένδειξη ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τελεί ή θα τελεί, στο εγγύς μέλλον, σε αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών. Προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως σε περίπτωση συστημικής έλλειψης ρευστότητας, οι κρατικές εγγυήσεις επί ταμειακών διευκολύνσεων που παρέχονται από τις κεντρικές τράπεζες ή οι κρατικές εγγυήσεις για νεοεκδοθείσες υποχρεώσεις για την αντιμετώπιση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία ενός κράτους μέλους δεν θα πρέπει να ενεργοποιούν τη διαδικασία εξυγίανσης, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
|
|
(39)
|
Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), οι οργανισμοί άλλων κρατών μελών που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες, οι λοιποί δημόσιοι φορείς της Ένωσης που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του, και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, καθώς επίσης άλλες οντότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 μπορούν να ενεργούν ως εκκαθαριστικό μέλος σε σχέση με τις εργασίες τους. Τα εργαλεία κατανομής των ζημιών που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαμψης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στις εν λόγω οντότητες. Ομοίως, οι αρχές εξυγίανσης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν εργαλεία κατανομής ζημιών όσον αφορά τις εν λόγω οντότητες, προκειμένου να αποφεύγεται η έκθεση δημόσιου χρήματος σε κίνδυνο.
|
|
(40)
|
Στις περιπτώσεις που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να έχει στη διάθεσή της μια εναρμονισμένη δέσμη εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να επιτρέπουν στην αρχή εξυγίανσης να αντιμετωπίζει επιτυχώς σενάρια που οφείλονται τόσο σε γεγονότα αθέτησης υποχρεώσεων όσο και σε γεγονότα μη σχετιζόμενα με αθέτηση υποχρεώσεων ή σε συνδυασμό και των δύο. Η χρήση τους θα πρέπει να υπόκειται σε κοινές προϋποθέσεις, στόχους και γενικές αρχές. Ειδικότερα, η χρήση των εν λόγω εργαλείων ή εξουσιών δεν θα πρέπει να παρεμποδίζει την αποτελεσματική εξυγίανση διασυνοριακών ομίλων.
|
|
(41)
|
Οι πρωταρχικοί στόχοι της εξυγίανσης θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών, η αποτροπή των δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η προστασία των δημόσιων πόρων.
|
|
(42)
|
Οι κρίσιμες λειτουργίες ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης θα πρέπει να διατηρηθούν, αλλά ωστόσο να αναδιαρθρωθούν με αλλαγές στη διοίκηση, όπου ενδείκνυται, μέσω της χρήσης των εργαλείων εξυγίανσης και, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, μέσω της χρήσης ιδιωτικών κεφαλαίων και χωρίς εξάρτηση από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί διά του επιμερισμού των εκκρεμών ζημιών και της επαναφοράς του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε αντιστοιχισμένο χαρτοφυλάκιο μέσω της χρήσης των εργαλείων κατανομής θέσεων και ζημιών στην περίπτωση ζημιών αθέτησης, ή, στην περίπτωση ζημιών μη σχετιζόμενων με αθέτηση, μέσω της απομείωσης και μετατροπής σε εταιρικό κεφάλαιο των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Για να προληφθεί η ανάγκη χρήσης κρατικών εργαλείων σταθεροποίησης, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί την πρόσκληση καταβολής μετρητών για την εξυγίανση και μετά από γεγονός μη σχετιζόμενο με αθέτηση υποχρεώσεων. Ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή συγκεκριμένη υπηρεσία εκκαθάρισης θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να πωληθεί ή να συγχωνευθεί με έναν φερέγγυο τρίτο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που είναι σε θέση να διεξαγάγει και να διαχειριστεί τις μεταβιβαζόμενες δραστηριότητες εκκαθάρισης. Σύμφωνα με τον στόχο της διατήρησης των κρίσιμων λειτουργιών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και πριν από την ανάληψη των ενεργειών που περιγράφονται ανωτέρω, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να καθιστά γενικά εκτελεστή κάθε υφιστάμενη ή εκκρεμή συμβατική υποχρέωση έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατά την προβλεπόμενη σειρά προτεραιότητας βάσει των κανόνων λειτουργίας του, συμπεριλαμβανομένων συγκεκριμένα τυχόν συμβατικών υποχρεώσεων από εκκαθαριστικά μέλη για την κάλυψη προσκλήσεων καταβολής μετρητών για την ανάκαμψη ή την ανάληψη θέσεων υπερήμερων εκκαθαριστικών μελών είτε μέσω δημοπρασίας είτε άλλου συμφωνηθέντος μέσου στους κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, καθώς και κάθε υφιστάμενης ή εκκρεμούς συμβατικής υποχρέωσης η οποία δεσμεύει μέρη εκτός από εκκαθαριστικά μέλη σε οποιαδήποτε μορφή χρηματοπιστωτικής στήριξης.
|
|
(43)
|
Η ταχεία και αποφασιστική δράση είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι μετάδοσης. Από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση, τότε η αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να αναλαμβάνει χωρίς καθυστέρηση κατάλληλη και συντονισμένη δράση εξυγίανσης προς το δημόσιο συμφέρον. Η πτώχευση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου μπορεί να συμβεί υπό περιστάσεις που απαιτούν άμεση αντίδραση από την αρμόδια αρχή εξυγίανσης. Θα πρέπει, επομένως, να επιτρέπεται στην εν λόγω αρχή να αναλαμβάνει δράσεις εξυγίανσης ανεξαρτήτως της άσκησης μέτρων ανάκαμψης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή χωρίς να επιβάλλεται υποχρέωση να χρησιμοποιούνται πρώτα οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης.
|
|
(44)
|
Κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και να ακολουθεί τα μέτρα που προβλέπονται στα σχέδια εξυγίανσης που καταρτίζονται στο σώμα εξυγίανσης, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη τις συντρέχουσες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν πιο αποτελεσματικά με δράσεις που δεν προβλέπονται στα σχέδια εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις γενικές αρχές της λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης να εξισορροπούνται τα συμφέροντα διαφορετικών ενδιαφερόμενων μερών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και να διασφαλίζεται η διαφάνεια έναντι των αρχών των κρατών μελών καθώς και η παρέμβαση αυτών στις περιπτώσεις στις οποίες η προτεινόμενη απόφαση ή δράση θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή στους δημοσιονομικούς πόρους. Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να ενημερώνει το σώμα εξυγίανσης για τις σχεδιαζόμενες δράσεις εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου οι ενέργειες αυτές αποκλίνουν από το σχέδιο εξυγίανσης.
|
|
(45)
|
Η παρέμβαση σε δικαιώματα ιδιοκτησίας θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα σε σχέση με τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον σε σχέση με εκείνους τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης, ήτοι όταν αυτό είναι αναγκαίο για την επιδίωξη του στόχου της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος. Τα εργαλεία και οι εξουσίες εξυγίανσης θα μπορούσαν να θίξουν τα δικαιώματα των μετόχων, των πιστωτών, των εκκαθαριστικών μελών και, κατά περίπτωση, των πελατών των εκκαθαριστικών μελών. Συνεπώς, η δράση εξυγίανσης θα πρέπει να αναλαμβάνεται μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο για το δημόσιο συμφέρον και οποιαδήποτε παρέμβαση στα εν λόγω δικαιώματα θα πρέπει να είναι συμβατή με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»).
|
|
(46)
|
Οι θιγόμενοι μέτοχοι, τα θιγόμενα εκκαθαριστικά μέλη και λοιποί πιστωτές του κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν θα πρέπει να υφίστανται ζημίες μεγαλύτερες από εκείνες που θα είχαν υποστεί εάν η αρχή εξυγίανσης δεν είχε αναλάβει δράση εξυγίανσης έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου —οπότε οι ανωτέρω αναφερόμενοι θα δεσμεύονταν από όλες τις σχετικές εκκρεμείς υποχρεώσεις σύμφωνα με τους κανόνες περί αθέτησης υποχρεώσεων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή άλλες συμβατικές ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στους κανόνες λειτουργίας του— και ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είχε εκκαθαριστεί με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας(αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών). Σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης του ενεργητικού ενός υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε ιδιώτη αγοραστή ή σε μεταβατικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το εναπομένον υπό εξυγίανση μέρος του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να εκκαθαρίζεται με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
|
|
(47)
|
Για τον σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων των μετόχων, των εκκαθαριστικών μελών και λοιπών πιστωτών, θα πρέπει να καθορίζονται σαφείς κανόνες όσον αφορά την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και την αποτίμηση της μεταχείρισης της οποίας θα ετύγχαναν μέτοχοι, εκκαθαριστικά μέλη και λοιποί πιστωτές εάν η αρχή εξυγίανσης δεν είχε αναλάβει δράση εξυγίανσης. Η σύγκριση θα πρέπει να γίνεται μεταξύ της μεταχείρισης που επιφυλάχθηκε στους μετόχους, τα εκκαθαριστικά μέλη και λοιπούς πιστωτές κατά την εξυγίανση και της μεταχείρισης τους στη θεωρητική περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης δεν είχε αναλάβει δράση εξυγίανσης έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και αντιθέτως είχαν υποστεί τις συνέπειες από πιθανές εκκρεμείς υποχρεώσεις σύμφωνα με το σχέδιο ανάκαμψης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή άλλες ρυθμίσεις στους κανόνες λειτουργίας του, ή εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είχε εκκαθαριστεί με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Δεδομένου ότι η πρόσκληση καταβολής μετρητών για την εξυγίανση, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο εγχειρίδιο κανόνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον από την αρχή εξυγίανσης κατά την εξυγίανση και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή από διαχειριστή ή εκκαθαριστή σε διαδικασίες αφερεγγυότητας, δεν θα πρέπει να αποτελεί μέρος της μεταχείρισης που θα είχαν λάβει οι μέτοχοι, τα εκκαθαριστικά μέλη και άλλοι πιστωτές εάν η αρχή εξυγίανσης δεν είχε αναλάβει δράση εξυγίανσης. Οποιαδήποτε χρήση της εξουσίας μείωσης του ποσού τυχόν κερδών που καταβάλλονται σε μη υπερήμερο εκκαθαριστικό μέλος από την αρχή εξυγίανσης, η οποία υπερβαίνει τα συμβατικά συμφωνηθέντα όρια για την εν λόγω μείωση, δεν θα πρέπει επίσης να αποτελεί μέρος της μεταχείρισης της οποίας θα είχαν λάβει οι μέτοχοι, τα εκκαθαριστικά μέλη και άλλοι πιστωτές εάν η αρχή εξυγίανσης δεν θα είχε αναλάβει δράση εξυγίανσης.
Αν οι μέτοχοι, τα εκκαθαριστικά μέλη και λοιποί πιστωτές έχουν λάβει, ως πληρωμή ή αποζημίωση, για αξιώσεις τους, ποσό μικρότερο από αυτό που θα είχαν λάβει εάν η αρχή εξυγίανσης δεν είχε αναλάβει δράση εξυγίανσης έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και είχαν υποστεί τις συνέπειες από πιθανές εκκρεμείς υποχρεώσεις σύμφωνα με τους κανόνες κήρυξης αφερεγγυότητας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή άλλες συμβατικές ρυθμίσεις στους κανόνες λειτουργίας του, ο δε κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είχε εκκαθαριστεί με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, θα πρέπει να δικαιούνται την καταβολή της διαφοράς. Οι πελάτες θα πρέπει να περιλαμβάνονται στη σύγκριση αυτή και να δικαιούνται την καταβολή οποιασδήποτε διαφοράς προκύπτει λόγω μεταχείρισης μόνον εάν υπάρχει συμβατική βάση για άμεση αξίωση από πελάτες κατά του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, καθιστώντας αυτούς πιστωτές του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί η αρχή εξυγίανσης να ελέγχει τον άμεσο αντίκτυπο των δράσεών της. Θα πρέπει να είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η ανωτέρω σύγκριση χωριστά από την απόφαση εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίζουν ως προς τη διαδικασία για τον τρόπο καταβολής οποιασδήποτε διαφοράς λόγω μεταχείρισης που δικαιούνται μέτοχοι, εκκαθαριστικά μέλη και λοιποί πιστωτές.
|
|
(48)
|
Οι δράσεις ανάκαμψης και εξυγίανσης μπορούν να επηρεάσουν έμμεσα πελάτες και έμμεσους πελάτες που δεν είναι πιστωτές του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, στον βαθμό που το κόστος ανάκαμψης και εξυγίανσης έχει μετακυλιστεί στους πελάτες αυτούς κατά τις ισχύουσες συμβατικές ρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, ο αντίκτυπος ενός σεναρίου ανάκαμψης και εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου στους πελάτες και τους έμμεσους πελάτες θα πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί μέσω των ίδιων συμβατικών ρυθμίσεων με τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες που τους παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί διασφαλίζοντας ότι, αν οι συμβατικές ρυθμίσεις επιτρέπουν στα εκκαθαριστικά μέλη να μετακυλίουν στους πελάτες τους τις αρνητικές συνέπειες των εργαλείων εξυγίανσης, οι συμβατικές αυτές ρυθμίσεις να περιλαμβάνουν επίσης, σε ισοδύναμη και αναλογική βάση, το δικαίωμα των πελατών σε κάθε αποζημίωση την οποία λαμβάνουν τα εκκαθαριστικά μέλη από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή τυχόν ταμειακό ισοδύναμο της εν λόγω αποζημίωσης ή τυχόν έσοδα που λαμβάνουν κατόπιν αξίωσης περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών, στον βαθμό που τα ανωτέρω σχετίζονται με θέσεις πελατών. Τέτοιες διατάξεις θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στις συμβατικές ρυθμίσεις από πελάτες και έμμεσους πελάτες που προσφέρουν υπηρεσίες έμμεσης εκκαθάρισης στους πελάτες τους.
|
|
(49)
|
Με σκοπό να εξασφαλιστεί αποτελεσματική εξυγίανση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η διαδικασία αποτίμησης θα πρέπει να προσδιορίζει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τυχόν ζημίες προς κατανομή ώστε ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να αποκαταστήσει ένα αντιστοιχισμένο χαρτοφυλάκιο εκκρεμών θέσεων και να εκπληρωθούν οι τρέχουσες υποχρεώσεις πληρωμών. Η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικές, συνετές και ρεαλιστικές παραδοχές κατά τη στιγμή που εφαρμόζονται τα εργαλεία εξυγίανσης. Η αξία των υποχρεώσεων δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Θα πρέπει να είναι δυνατόν, για λόγους επείγοντος, οι αρχές εξυγίανσης να προβαίνουν σε ταχεία αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης. Η αποτίμηση αυτή θα πρέπει να είναι προσωρινή και να ισχύει μέχρις ότου διενεργηθεί ανεξάρτητη αποτίμηση.
|
|
(50)
|
Με την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να καθιστά εκτελεστές τυχόν εκκρεμούσες συμβατικές υποχρεώσεις που ορίζονται στους κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων ανάκαμψης σε εκκρεμότητα, εκτός εάν η άσκηση κάποιας άλλης εξουσίας ή εργαλείου εξυγίανσης είναι καταλληλότερη για τον μετριασμό δυσμενών επιπτώσεων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή για τη διασφάλιση των κρίσιμων λειτουργιών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε εύθετο χρόνο. Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να επιβάλλει την εκπλήρωση των εν λόγω συμβατικών υποχρεώσεων ακόμη και μετά την εξυγίανση, εάν πάψουν να υφίστανται οι λόγοι της μη επιβολής τους. Για να είναι σε θέση τα εκκαθαριστικά μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να προετοιμαστούν για την εν λόγω αναγκαστική εκτέλεση, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να προειδοποιεί τα σχετικά εκκαθαριστικά μέλη και άλλα μέρη για τυχόν επικείμενη απόφασή της να καταστήσει εκτελεστές τις εναπομείνασες συμβατικές υποχρεώσεις. Η εν λόγω περίοδος προειδοποίησης θα πρέπει να είναι από τρεις έως έξι μήνες.
Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να καθορίζει, σε διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των θιγόμενων εκκαθαριστικών μελών και τυχόν άλλων μερών που δεσμεύονται από υφιστάμενες και εκκρεμείς υποχρεώσεις, κατά πόσον οι λόγοι για μη επιβολή της εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων έχουν παύσει να συντρέχουν και αν πρέπει να καταστούν εκτελεστές οι εναπομένουσες συμβατικές υποχρεώσεις. Αν οι λόγοι εξακολουθούν να συντρέχουν, η αρχή εξυγίανσης δεν θα πρέπει να καταστήσει εκτελεστές τις εν λόγω υποχρεώσεις. Τα έσοδα από την καθυστερημένη αναγκαστική εκτέλεση των εκκρεμών συμβατικών υποχρεώσεων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανάκτηση τυχόν δημόσιων πόρων που χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση απαιτήσεων σχετιζόμενων με την αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών, ως απόρροια της απόφασης της αρχής εξυγίανσης να μην καταστήσει εκτελεστές τις εν λόγω υποχρεώσεις ούτε να εφαρμόσει κρατικό εργαλείο σταθεροποίησης. Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί την προαναφερόμενη εξουσία καθυστερημένης αναγκαστικής εκτέλεσης μόνον εφόσον δεν παραβιάζεται κάποια διασφάλιση περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών αναφορικά με το ενδιαφερόμενο μέρος που θα υπόκειται στην καθυστερημένη αναγκαστική εκτέλεση. Στην περίπτωση ζημιών λόγω αθέτησης υποχρεώσεων, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να επαναφέρει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε αντιστοιχισμένο χαρτοφυλάκιο και να επιμερίσει τις εκκρεμείς ζημίες με τη χρήση εργαλείων κατανομής θέσεων και ζημιών. Σε περίπτωση ζημιών μη σχετιζόμενων με αθέτηση υποχρεώσεων, οι ζημίες θα πρέπει να απορροφώνται από μέσα ρυθμιστικών κεφαλαίων και να επιμερίζονται στους μετόχους έως το όριο των δυνατοτήτων τους είτε μέσω ακύρωσης ή μεταβίβασης μέσων ιδιοκτησίας, είτε με σημαντική αραίωση. Όταν τα εν λόγω μέσα δεν είναι επαρκή, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απομειώνουν τα μη εξασφαλισμένα χρεόγραφα και στοιχεία παθητικού, σύμφωνα με την κατάταξή τους βάσει του ισχύοντος εθνικού δικαίου περί αφερεγγυότητας, και να χρησιμοποιούν τα εργαλεία κατανομής ζημιών, στον βαθμό που απαιτείται, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ευρύτερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
|
|
(51)
|
Εάν, μετά την απορρόφηση των ζημιών και, κατά περίπτωση, την επαναφορά του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε αντιστοιχισμένο χαρτοφυλάκιο, οι προχρηματοδοτημένοι πόροι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου παραμένουν εξαντλημένοι, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι πόροι αυτοί αποκαθίστανται στα επίπεδα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των ρυθμιστικών απαιτήσεων, είτε μέσω της συνέχισης της χρήσης των εργαλείων που προβλέπονται στους κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου είτε μέσω άλλων δράσεων. Ειδικότερα, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποζημιώνουν μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη που θα δικαιούνταν αποζημίωση με βάση την αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών για τη χρήση εργαλείων κατανομής ζημιών με αποτέλεσμα ζημίες πέραν εκείνων τις οποίες θα υφίσταντο τα εκκαθαριστικά μέλη βάσει των υποχρεώσεών τους δυνάμει των κανόνων λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, με μέσα ιδιοκτησίας, χρεωστικούς τίτλους ή μέσα που θεμελιώνουν αξιώσεις επί των μελλοντικών κερδών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού και της μορφής της αποζημίωσης, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εξετάσει, για παράδειγμα, την οικονομική ευρωστία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, την ποιότητα των μέσων που είναι διαθέσιμα για αποζημίωση και για τη διασφάλιση της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Για τη διατήρηση επαρκούς πλέγματος κινήτρων, στην εν λόγω αποζημίωση θα πρέπει να αποτυπώνεται ο βαθμός στον οποίο ένα εκκαθαριστικό μέλος έχει στηρίξει την ανάκαμψη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και άρα να συνεκτιμώνται επίσης οι εναπομένουσες εκκρεμείς συμβατικές υποχρεώσεις των εκκαθαριστικών μελών έναντι του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Η αποζημίωση αυτή θα πρέπει να αφαιρείται από κάθε αξίωση πληρωμής λόγω της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών.
|
|
(52)
|
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, επίσης, να εξασφαλίζουν ότι το κόστος της εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ελαχιστοποιείται και ότι οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης. Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να αναλάβει δράση εξυγίανσης η οποία αποκλίνει από την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών εάν αυτό δικαιολογείται για λόγους δημόσιου συμφέροντος για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης και είναι αναλογικό σε σχέση με τον προς αντιμετώπιση κίνδυνο. Εάν η αρχή εξυγίανσης χρησιμοποιήσει τέτοιο μέτρο, δεν θα πρέπει να εισάγει διακρίσεις με βάση την εθνικότητα.
|
|
(53)
|
Η εξυγίανση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Τα υφιστάμενα εργαλεία ανάκαμψης και εργαλεία εξυγίανσης, ιδίως το εργαλείο απομείωσης, θα πρέπει να αξιοποιούνται στον μέγιστο δυνατό βαθμό πριν από ή ταυτόχρονα με κάθε εισφορά κεφαλαίου από τον δημόσιο τομέα ή ισοδύναμη έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη προς έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Η χρήση δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης επικουρικά προς την εξυγίανση των ιδρυμάτων που βρίσκονται σε σημείο πτώχευσης πρέπει να αποτελεί έσχατο μέσο, να είναι χρονικά περιορισμένη και να συνάδει με τις σχετικές διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις.
|
|
(54)
|
Ένα αποτελεσματικό καθεστώς εξυγίανσης θα πρέπει να ελαχιστοποιεί το κόστος της εξυγίανσης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης που βαρύνει τους φορολογουμένους. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να εξυγιανθούν χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Το εργαλείο απομείωσης και τα εργαλεία κατανομής ζημιών και θέσεων θα πρέπει να επιτυγχάνουν τον εν λόγω στόχο διασφαλίζοντας ότι οι μέτοχοι και οι αντισυμβαλλόμενοι που περιλαμβάνονται στους πιστωτές ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης υφίστανται τις δέουσες ζημίες και αναλαμβάνουν ανάλογο μέρος του κόστους που προκύπτει από την πτώχευση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Τα εργαλεία απομείωσης και κατανομής ζημιών και θέσεων παρέχουν, συνεπώς, στους μετόχους και τους αντισυμβαλλομένους των κεντρικών αντισυμβαλλομένων ισχυρότερο κίνητρο για την παρακολούθηση της κατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου υπό κανονικές συνθήκες κατά τις συστάσεις του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ) που είναι διαθέσιμες στο έγγραφό του με τίτλο: «Βασικά χαρακτηριστικά για αποτελεσματικά καθεστώτα εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων».
|
|
(55)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την αναγκαία ευελιξία να επιμερίσουν ζημίες και θέσεις στους αντισυμβαλλομένους σε ένα φάσμα περιπτώσεων, κρίνεται σκόπιμο οι εν λόγω αρχές να πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν τα εργαλεία κατανομής θέσεων και ζημιών τόσο όταν ο στόχος είναι να διατηρηθούν κρίσιμες λειτουργίες εκκαθάρισης εντός του υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλομένου όσο και όταν μεταβιβάζονται κρίσιμες υπηρεσίες σε μεταβατικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή σε τρίτο και εν συνεχεία το εναπομένον μέρος του κεντρικού αντισυμβαλλομένου παύει να λειτουργεί και εκκαθαρίζεται.
|
|
(56)
|
Στις περιπτώσεις που τα εργαλεία κατανομής θέσεων και ζημιών εφαρμόζονται με στόχο την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί σε συνεχή βάση, η εξυγίανση θα πρέπει να συνοδεύεται από αντικατάσταση της διοίκησης, εκτός αν η διατήρηση της διοίκησης είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης, και από επακόλουθη αναδιάρθρωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και των δραστηριοτήτων του ώστε να αντιμετωπιστούν τα αίτια της πτώχευσής του. Η εν λόγω αναδιάρθρωση θα πρέπει να επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης, το οποίο θα πρέπει να είναι συμβατό με το σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο ενδεχομένως οφείλει να υποβάλλει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δυνάμει του πλαισίου περί κρατικών ενισχύσεων.
|
|
(57)
|
Τα εργαλεία κατανομής θέσεων και ζημιών θα πρέπει να εφαρμόζονται με σκοπό την επαναντιστοίχιση του χαρτοφυλακίου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, την ανάσχεση περαιτέρω ζημιών και την εξασφάλιση πρόσθετων πόρων για την ανακεφαλαιοποίηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και την αναπλήρωση των προχρηματοδοτημένων πόρων του. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των εν λόγω εργαλείων και η επίτευξη του απώτερου στόχου τους, θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζονται σε όσον το δυνατόν πιο ευρύ φάσμα συμβάσεων που οδηγούν σε μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις ή δημιουργούν μη αντιστοιχισμένο χαρτοφυλάκιο για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης. Θα πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα εκπλειστηριασμού των θέσεων ασυνεπών οφειλετών μεταξύ των υπόλοιπων εκκαθαριστικών μελών ή την αναγκαστική κατανομή τους στον βαθμό που οι προαιρετικές ρυθμίσεις δυνάμει του σχεδίου ανάκαμψης δεν έχουν εξαντληθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, τη μερική ή πλήρη ακύρωση των συμβάσεων των ασυνεπών εκκαθαριστικών μελών, μιας θιγόμενης υπηρεσίας εκκαθάρισης ή κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων και λοιπών συμβάσεων του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, την περαιτέρω περικοπή των εξερχόμενων πληρωμών περιθωρίων διαφορών αποτίμησης προς τα εν λόγω μέλη και, κατά περίπτωση, τους πελάτες τους, την άσκηση τυχόν εναπομενουσών προσκλήσεων καταβολής μετρητών για την ανάκαμψη που προβλέπονται στα σχέδια ανάκαμψης και την άσκηση επιπρόσθετων προσκλήσεων καταβολής μετρητών για την εξυγίανση και την απομείωση των κεφαλαιακών και χρεωστικών μέσων που εκδίδονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή άλλων μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων και τη μετατροπή χρεωστικών μέσων σε μετοχές. Αυτό περιλαμβάνει τη δυνατότητα χρήσης των εργαλείων κατανομής των ζημιών για τη συμβολή στην επαναφορά αντιστοιχισμένου χαρτοφυλακίου με την παροχή χρηματοδότησης στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την αποδοχή προσφοράς σε πλειστηριασμό που επιτρέπει στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να κατανείμει τις θέσεις ασυνεπών οφειλετών ή να πραγματοποιήσει πληρωμές για καταγγελθείσες συμβάσεις.
|
|
(58)
|
Κατά τη χρήση του εργαλείου κατανομής ζημιών που επιτρέπει τη μείωση της αξίας τυχόν κερδών που καταβάλλονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να βασίζεται στην επεξεργασία του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης κατά τη δομή του λογαριασμού του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, την πράξη της μείωσης της αξίας τυχόν κερδών που καταβάλλονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη στο πλαίσιο της ανάκαμψης, κατά περίπτωση, και την αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών.
|
|
(59)
|
Με δέουσα μέριμνα για τον αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ως ύστατο μέτρο, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να αποκλείουν ή να αποκλείουν εν μέρει ορισμένες συμβάσεις στην κατανομή θέσεων και ζημιών σε ορισμένες περιστάσεις. Όταν εφαρμόζονται οι εν λόγω αποκλεισμοί, το επίπεδο του ανοίγματος ή της ζημίας που εφαρμόζεται σε άλλες συμβάσεις θα πρέπει να μπορεί να αυξηθεί, ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξαιρέσεις αυτές υπό τον όρο ότι η αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών γίνεται σεβαστή.
|
|
(60)
|
Στις περιπτώσεις όπου τα εργαλεία εξυγίανσης χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταβίβαση των κρίσιμων λειτουργιών ή των βιώσιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε μια υγιή οντότητα, όπως είναι ένας αγοραστής του ιδιωτικού τομέα ή ένας μεταβατικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, το εναπομένον μέρος του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να εκκαθαρίζεται εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ανάγκη παροχής υπηρεσιών ή στήριξης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σημείο πτώχευσης ώστε να μπορεί ο αγοραστής ή ο μεταβατικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να εκτελεί τις δραστηριότητες ή να παρέχει τις υπηρεσίες που αποκτώνται δυνάμει της εν λόγω μεταβίβασης.
|
|
(61)
|
Το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στις αρχές να πωλούν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή μέρη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του σε έναν ή περισσότερους αγοραστές, χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων. Όταν εφαρμόζουν το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, οι αρχές θα πρέπει να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για τη διάθεση προς πώληση του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή μέρους των δραστηριοτήτων του με ανοικτή, διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις, ενώ παράλληλα στοχεύουν στη μεγιστοποίηση, όσο είναι δυνατόν, της τιμής πώλησης.
|
|
(62)
|
Τυχόν καθαρά έσοδα από τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού του υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αποδίδονται στην οντότητα που απομένει στη διαδικασία εκκαθάρισης. Τυχόν καθαρά έσοδα από τη μεταβίβαση μέσων ιδιοκτησίας που εκδόθηκαν από τον υπό εξυγίανση κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αποδίδονται στους μετόχους. Οποιοδήποτε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από τον αγοραστή θα πρέπει να είναι προς όφελος και των μη υπερήμερων εκκαθαριστικών μελών που έχουν υποστεί ζημίες. Τυχόν τέτοια καθαρά έσοδα ή οφέλη θα πρέπει να υπόκεινται στην πλήρη ανάκτηση των δημόσιων πόρων που παρέχονται κατά την εξυγίανση. Τα έσοδα θα πρέπει να υπολογίζονται με αφαίρεση των εξόδων που προέκυψαν από την πτώχευση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και από τη διαδικασία εξυγίανσης.
|
|
(63)
|
Προκειμένου η πώληση της επιχειρηματικής δραστηριότητας να εκτελείται εγκαίρως και να προστατεύεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ο αγοραστής ειδικής συμμετοχής θα πρέπει να αξιολογείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ώστε να μην καθυστερεί η εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, ο αγοραστής ή και οι δύο, ανάλογα με τις επιπτώσεις του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων και της μορφής που λαμβάνει η απόκτηση συμμετοχής, θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν ή να διατηρούν τα υφιστάμενα δικαιώματά τους ως οντότητας που είναι μέλος και έχει πρόσβαση σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού και σε άλλες συνδεδεμένες υποδομές χρηματοπιστωτικής αγοράς και τόπους διαπραγμάτευσης. Τα εν λόγω δικαιώματα δεν θα πρέπει να τους έχουν αφαιρεθεί ούτε λόγω μη συμμόρφωσης με τα σχετικά κριτήρια για την ιδιότητα του μέλους ή για τη συμμετοχή, ούτε λόγω ανεπαρκούς κατάταξης πιστοληπτικής ικανότητας. Ο αγοραστής που δεν πληροί τα εν λόγω κριτήρια μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα αυτά μόνο για την περίοδο που καθορίζει η αρχή εξυγίανσης.
|
|
(64)
|
Οι πληροφορίες σχετικά με τη διάθεση προς πώληση των δραστηριοτήτων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης και οι διαπραγματεύσεις με πιθανούς αγοραστές πριν από την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ενδέχεται να είναι συστημικής σημασίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι σημαντικό η δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών, που απαιτείται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), να μπορεί να καθυστερήσει για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για τον προγραμματισμό και τη διοργάνωση της εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, σύμφωνα με τις καθυστερήσεις που επιτρέπονται βάσει του καθεστώτος κατάχρησης αγοράς.
|
|
(65)
|
Δεδομένου ότι είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που τελεί εν όλω ή εν μέρει υπό την κυριότητα μίας ή περισσότερων δημόσιων αρχών ή που ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης, ένας μεταβατικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να έχει ως πρωταρχικό σκοπό του να διασφαλίζει ότι εξακολουθούν να παρέχονται ουσιώδεις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που είχε τεθεί υπό εξυγίανση και ότι εξακολουθούν να ασκούνται ουσιώδεις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες. Ο μεταβατικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βιώσιμη συνεχώς λειτουργούσα επιχείρηση και να επανεντάσσεται στην αγορά μόλις οι συνθήκες είναι κατάλληλες ή να εκκαθαρίζεται, εάν δεν είναι πλέον βιώσιμος.
|
|
(66)
|
Όταν όλες οι άλλες επιλογές είναι μη διαθέσιμες ή καταφανώς ανεπαρκείς για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, θα πρέπει να είναι δυνατή η κρατική συμμετοχή με τη μορφή στήριξης του εταιρικού κεφαλαίου ή προσωρινής δημόσιας ιδιοκτησίας, κατά τους ισχύοντες κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, συμπεριλαμβανόμενης της αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Προκειμένου να αποφευχθεί ο ηθικός κίνδυνος, η εν λόγω έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη θα πρέπει να παρέχεται μόνο ως έσχατη λύση, να είναι προσωρινής φύσης και να ανακτάται πάντοτε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ως εκ τούτου, παρόλο που αυτό δεν συνιστά εμπόδιο στη χρήση κρατικών εργαλείων σταθεροποίησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν συνολικές και αξιόπιστες ρυθμίσεις για την ανάκτηση πόρων. Η χρήση κρατικών εργαλείων σταθεροποίησης βρίσκεται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της κεντρικής τράπεζας, ακόμη και σε περιόδους ακραίων καταστάσεων.
|
|
(67)
|
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα των αρχών εξυγίανσης να εφαρμόζουν τα εργαλεία κατανομής ζημιών και θέσεων σε συμβάσεις με οντότητες που έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, η αναγνώριση της εν λόγω δυνατότητας θα πρέπει να συμπεριληφθεί στους κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
|
|
(68)
|
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες νομικές εξουσίες οι οποίες, σε διάφορους συνδυασμούς, είναι δυνατόν να ασκηθούν κατά τη χρήση των εργαλείων εξυγίανσης. Σε αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνεται η εξουσία μεταβίβασης μέσων ιδιοκτησίας, στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης προς άλλη οντότητα, για παράδειγμα, άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή μεταβατικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, η εξουσία απομείωσης ή ακύρωσης μέσων ιδιοκτησίας, ή απομείωσης ή μετατροπής των στοιχείων παθητικού ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης, η εξουσία απομείωσης του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης, η εξουσία αναγκαστικής εκτέλεσης τυχόν εκκρεμών υποχρεώσεων τρίτων σε σχέση με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένης της πρόσκλησης καταβολής μετρητών για την ανάκαμψη, όπως προβλέπεται στους κανόνες λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, και των κατανομών θέσεων, η εξουσία άσκησης προσκλήσεων καταβολής μετρητών για την εξυγίανση, η εξουσία μερικής ή πλήρους ακύρωσης συμβάσεων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η εξουσία αντικατάστασης των διοικητικών στελεχών και η εξουσία επιβολής προσωρινής αναστολής στην εξόφληση απαιτήσεων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθώς και τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ευθύνονται, με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας, αστικού ή ποινικού δικαίου για την πτώχευση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.
|
|
(69)
|
Το πλαίσιο εξυγίανσης θα πρέπει να περιλαμβάνει διαδικαστικές απαιτήσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι δράσεις εξυγίανσης κοινοποιούνται δεόντως και γνωστοποιούνται στο κοινό. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης και τους επαγγελματικούς συμβούλους τους κατά τη διαδικασία εξυγίανσης είναι πιθανόν να είναι ευαίσθητες, θα πρέπει, έως τη στιγμή της γνωστοποίησης της απόφασης εξυγίανσης στο κοινό, να υπόκεινται σε αποτελεσματικό καθεστώς εμπιστευτικότητας. Το γεγονός ότι οι πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων εξυγίανσης και το αποτέλεσμα οποιασδήποτε αξιολόγησης των σχεδίων αυτών θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο, ιδίως στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη. Κάθε πληροφορία που παρέχεται σχετικά με μια απόφαση πριν από τη λήψη της, είτε πρόκειται για το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης είτε για τη χρήση ενός συγκεκριμένου εργαλείου ή την ανάληψη οποιασδήποτε δράσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι έχει αντίκτυπο στα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα που αφορά η δράση. Ωστόσο, και μόνο η πληροφορία ότι η αρχή εξυγίανσης εξετάζει ένα συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Είναι επομένως αναγκαίο να εξασφαλιστεί η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας τέτοιων πληροφοριών, ήτοι, όσον αφορά το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης ή όσον αφορά το αποτέλεσμα κάθε αξιολόγησης που διενεργείται στο εν λόγω πλαίσιο.
|
|
(70)
|
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν επικουρικές εξουσίες με τις οποίες να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της μεταβίβασης μέσων ιδιοκτησίας ή χρεωστικών μέσων, στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων θέσεων και σχετικών περιθωρίων. Υπό την επιφύλαξη των διασφαλίσεων που προβλέπονται σε αυτόν τον κανονισμό, οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εξουσία άρσης των δικαιωμάτων τρίτων από τα μεταβιβασθέντα μέσα ή στοιχεία ενεργητικού, την εξουσία αναγκαστικής εκτέλεσης συμβάσεων και πρόβλεψης για τη συνέχεια των ρυθμίσεων έναντι του αποδέκτη των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού και μέσων ιδιοκτησίας. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θίγονται τα δικαιώματα των εργαζομένων να καταγγείλουν συμβάσεις εργασίας. Το δικαίωμα ενός μέρους να καταγγείλει μια σύμβαση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο υπό εξυγίανση ή με θυγατρική του, για λόγους πέραν της εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης, δεν θα πρέπει επίσης να θίγεται. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν την επικουρική εξουσία να απαιτούν από τον εναπομένοντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που βρίσκεται υπό εκκαθάριση με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας να παρέχει τις υπηρεσίες που είναι αναγκαίες ώστε ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος στον οποίο έχουν μεταβιβαστεί στοιχεία ενεργητικού, συμβάσεις ή μέσα ιδιοκτησίας διά της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου να διεξάγει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
|
|
(71)
|
Δεδομένου ότι μπορεί να χρειαστεί να αναληφθούν επειγόντως μέτρα διαχείρισης κρίσεων, λόγω σοβαρών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα κράτη μέλη και στην Ένωση, κάθε διαδικασία βάσει του εθνικού δικαίου σχετικά με την αίτηση για εκ των προτέρων δικαστική έγκριση ενός μέτρου διαχείρισης κρίσεων και η εξέταση της αίτησης από το δικαστήριο θα πρέπει να είναι ταχεία. Λόγω της απαίτησης για επείγουσα λήψη μέτρων διαχείρισης κρίσεων, το δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει την απόφασή του εντός 24 ωρών και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η ενδιαφερόμενη αρχή μπορεί να λάβει απόφαση αμέσως μετά την απόφαση του δικαστηρίου. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει τυχόν δικαίωμα των ενδιαφερόμενων μερών να υποβάλουν στο δικαστήριο αίτημα ακύρωσης της απόφασης για περιορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη του μέτρου διαχείρισης κρίσεων από την αρχή εξυγίανσης.
|
|
(72)
|
Κατά το άρθρο 47 του Χάρτη, τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν δικαίωμα δίκαιης δίκης και πραγματικής προσφυγής κατά των μέτρων που τα θίγουν. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επομένως να υπόκεινται στην άσκηση προσφυγής.
|
|
(73)
|
Η δράση εξυγίανσης που αναλαμβάνεται από τις εθνικές αρχές εξυγίανσης ενδέχεται να απαιτεί οικονομικές εκτιμήσεις και μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την απαιτούμενη ειδική εμπειρογνωσία που χρειάζεται για τη διενέργεια τέτοιων εκτιμήσεων και τον προσδιορισμό της ενδεικνυόμενης χρήσης του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι οικονομικές εκτιμήσεις από τις εθνικές αρχές εξυγίανσης στο πλαίσιο αυτό θα χρησιμοποιούνται ως βάση από τα εθνικά δικαστήρια όταν εξετάζουν τα σχετικά μέτρα διαχείρισης κρίσεων. Εντούτοις, η συνθετότητα των εκτιμήσεων αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αν τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η αρχή εξυγίανσης είναι πραγματολογικώς ακριβή, αξιόπιστα και συνεκτικά, αν τα στοιχεία αυτά περιέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί μια πολύπλοκη κατάσταση και αν η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να τεκμηριώσει τα συμπεράσματά της.
|
|
(74)
|
Προκειμένου να καλυφθούν καταστάσεις εξαιρετικά επείγοντος χαρακτήρα και καθώς η αναστολή οποιασδήποτε απόφασης των αρχών εξυγίανσης είναι πιθανόν να διακόψει τη συνέχιση κρίσιμων λειτουργιών, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι τυχόν προσφυγή δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την αυτόματη αναστολή των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι η απόφαση της αρχής εξυγίανσης θα πρέπει να είναι άμεσα εκτελεστή.
|
|
(75)
|
Επιπλέον, όταν είναι αναγκαίο για την προστασία των τρίτων που απέκτησαν περιουσιακά στοιχεία, συμβάσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλομένου καλή την πίστει λόγω της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης, και προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, το δικαίωμα προσφυγής δεν θα πρέπει να επηρεάζει τυχόν μεταγενέστερες διοικητικές πράξεις ή συναλλαγές πραγματοποιηθείσες με βάση ακυρούμενη απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά καταχρηστικής απόφασης θα πρέπει να περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για τις ζημίες που υπέστησαν τα θιγόμενα πρόσωπα.
|
|
(76)
|
Προς όφελος της αποτελεσματικής εξυγίανσης, και προκειμένου να αποφεύγονται συγκρούσεις δικαιοδοσίας, δεν πρέπει να ανοίγονται ούτε να συνεχίζονται κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σημείο πτώχευσης ενόσω η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης ή χρησιμοποιεί τα εργαλεία εξυγίανσης, παρεκτός με πρωτοβουλία ή με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης. Είναι χρήσιμο και αναγκαίο να αναστέλλονται, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ορισμένες συμβατικές υποχρεώσεις, ώστε η αρχή εξυγίανσης να έχει στη διάθεσή της χρόνο για να εφαρμόσει τα εργαλεία εξυγίανσης. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται για υποχρεώσεις κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης έναντι των συστημάτων που αναφέρονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), μεταξύ άλλων έναντι άλλων κεντρικών αντισυμβαλλομένων και έναντι των κεντρικών τραπεζών. Η οδηγία 98/26/ΕΚ μειώνει τον κίνδυνο που συνδέεται με τη συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών και συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ιδίως μέσω της μείωσης της διαταραχής σε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός συμμετέχοντος σε τέτοιο σύστημα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η κατάλληλη εφαρμογή αυτών των προστατευτικών ρυθμίσεων σε καταστάσεις κρίσης, ενώ παράλληλα διατηρείται η προσήκουσα βεβαιότητα για τους διαχειριστές των συστημάτων πληρωμών και των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων και για τους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά, τα μέτρα πρόληψης κρίσεων ή οι δράσεις εξυγίανσης δεν θα πρέπει να θεωρούνται διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας 98/26/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι οι δυνάμει της σύμβασης ουσιαστικές υποχρεώσεις συνεχίζουν να εκπληρούνται. Ωστόσο, η λειτουργία ενός συστήματος που ορίζεται με βάση την οδηγία 98/26/ΕΚ ή το δικαίωμα επί ασφάλειας που κατοχυρώνεται από την εν λόγω οδηγία δεν θα πρέπει να υπονομεύονται.
|
|
(77)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης, κατά τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε αγοραστή του ιδιωτικού τομέα ή σε μεταβατικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, έχουν στη διάθεσή τους επαρκές χρονικό περιθώριο προκειμένου να εντοπίσουν συμβάσεις που χρειάζεται να μεταβιβαστούν, θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμη η επιβολή αναλογικών περιορισμών στα δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων να καταγγέλλουν, να επισπεύδουν ή να λύουν με άλλον τρόπο τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Ο εν λόγω περιορισμός θα ήταν αναγκαίος προκειμένου οι αρχές να αποκτήσουν πραγματική εικόνα του ισολογισμού του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης, χωρίς τις μεταβολές στην αξία και την εμβέλεια που θα επέφερε η εκτεταμένη άσκηση των δικαιωμάτων καταγγελίας. Προκειμένου ο αντίκτυπός του στα συμβατικά δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων να είναι ο ελάχιστος δυνατός, ο περιορισμός των δικαιωμάτων καταγγελίας θα πρέπει να περιορίζεται στην ελάχιστη δυνατή διάρκεια και να εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με το μέτρο πρόληψης κρίσεων ή τη δράση εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου, ενώ τα δικαιώματα καταγγελίας που προκύπτουν από κάθε άλλη αθέτηση, συμπεριλαμβανομένης της αδυναμίας πληρωμής ή παράδοσης περιθωρίων ασφάλειας, θα πρέπει να διατηρούνται.
|
|
(78)
|
Προκειμένου να διαφυλαχθούν τυχόν θεμιτές διευθετήσεις σε επίπεδο κεφαλαιαγοράς σε περίπτωση μεταβίβασης ορισμένων, αλλά όχι όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, των συμβάσεων και των δικαιωμάτων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε σημείο πτώχευσης, κρίνεται σκόπιμη η συμπερίληψη διασφαλίσεων ώστε να αποτρέπεται, κατά περίπτωση, ο διαχωρισμός συνδεδεμένων οφειλών, δικαιωμάτων και συμβάσεων. Ο εν λόγω περιορισμός σε επιλεγμένες πρακτικές όσον αφορά συνδεδεμένες συμβάσεις και σχετικές ασφάλειες θα πρέπει να επεκτείνεται και σε συμβάσεις με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο που καλύπτονται από συμφωνίες εγγυοδοσίας, συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού (set-off), συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close out netting), και συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η διασφάλιση, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να επιδιώκουν να μεταβιβάζουν όλες τις συνδεδεμένες συμβάσεις στο πλαίσιο μιας προστατευμένης διευθέτησης ή να τις αφήνουν όλες στον εναπομένοντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σημείο πτώχευσης. Οι διασφαλίσεις αυτές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η ρυθμιστική κεφαλαιακή μεταχείριση των ανοιγμάτων που καλύπτονται από συμφωνία συμψηφισμού για τους σκοπούς της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) επηρεάζεται σε ελάχιστο βαθμό.
|
|
(79)
|
Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης παρέχουν υπηρεσίες στα εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους που βρίσκονται σε τρίτες χώρες και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών παρέχουν υπηρεσίες στα εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Η αποτελεσματική εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων με διεθνείς δραστηριότητες απαιτεί συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών και των αρχών τρίτων χωρών. Για τον σκοπό αυτό, η ESMA θα πρέπει να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το περιεχόμενο των συμφωνιών συνεργασίας που συνάπτονται με τις αρχές τρίτων χωρών. Οι εν λόγω συμφωνίες συνεργασίας θα πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματικό προγραμματισμό, λήψη αποφάσεων και συντονισμό όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με διεθνείς δραστηριότητες. Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να αναγνωρίζουν και να επιβάλλουν διαδικασίες εξυγίανσης τρίτων χωρών σε ορισμένες περιπτώσεις. Η συνεργασία θα πρέπει επίσης να επιδιώκεται όσον αφορά τις θυγατρικές κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην Ένωση ή σε τρίτες χώρες καθώς επίσης τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες τους.
|
|
(80)
|
Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των διοικητικών κυρώσεων σε όλα τα κράτη μέλη σε περιπτώσεις παραβάσεων του παρόντος κανονισμού, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παρέχει κατάλογο βασικών διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που πρέπει να είναι στη διάθεση των αρχών εξυγίανσης και των αρμόδιων αρχών, προβλέποντας την εξουσία επιβολής των εν λόγω διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων σε όλα τα πρόσωπα, νομικά ή φυσικά, που ευθύνονται για παραβάσεις, και κατάλογο βασικών κριτηρίων για τον καθορισμό του επιπέδου και του είδους των εν λόγω διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων και τα επίπεδα των διοικητικών χρηματικών προστίμων. Στις διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως τυχόν διαπιστωθέντα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από την παράβαση, η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, τυχόν επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία, η ανάγκη για αποτρεπτικό αποτέλεσμα διοικητικών προστίμων και, κατά περίπτωση, η χορήγηση έκπτωσης για συνεργασία με την αρχή εξυγίανσης ή την αρμόδια αρχή. Η θέσπιση και η δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων θα πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως ορίζονται στον Χάρτη.
|
|
(81)
|
Προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνεπή εναρμόνιση και επαρκή προστασία για τους συμμετέχοντες στην αγορά σε όλη την Ένωση, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εκδίδει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, που έχει αναπτύξει η ΕΑΚΑΑ μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) και κατά τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 για τον καθορισμό των παρακάτω στοιχείων: α) του περιεχομένου των γραπτών ρυθμίσεων και διαδικασιών για τη λειτουργία των σωμάτων εξυγίανσης· β) τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό και τη διατήρηση του ποσού των πρόσθετων προχρηματοδοτημένων ειδικών ιδίων πόρων που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την ανάκαμψη και τις διαδικασίες, όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι ίδιοι πόροι, που ακολουθεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος για να απαιτεί εισφορές μη υπερήμερων εκκαθαριστικών μελών και να αποζημιώνει στη συνέχεια τα εν λόγω εκκαθαριστικά μέλη· γ) τη μεθοδολογία αξιολόγησης των σχεδίων ανάκαμψης· δ) το περιεχόμενο των σχεδίων εξυγίανσης· ε) τη σειρά κατανομής, τη μέγιστη διάρκεια και το μέγιστο ποσοστό των ετήσιων κερδών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου στο πλαίσιο του μηχανισμού αποζημίωσης κατά την ανάκαμψη· στ) στοιχεία που σχετίζονται με τη διεξαγωγή των αποτιμήσεων· ζ) τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του αποθέματος ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες προς συμπερίληψη στις προσωρινές αποτιμήσεις· η) τα ελάχιστα στοιχεία που θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων· θ) τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων· ι) τη μεθοδολογία για την τελική αποτίμηση βάσει της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών· ια) τους όρους για τη μεταβίβαση της αποζημίωσης από τα εκκαθαριστικά μέλη στους πελάτες τους σύμφωνα με την αρχή της συμβατικής ισορροπίας, και τους όρους υπό τους οποίους αυτό θεωρείται αναλογικό,
|
|
(82)
|
Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να αναστείλει κάθε υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ύστερα από αίτημα της αρχής εξυγίανσης ενός υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ή της αρμόδιας αρχής αυτού, με πρωτοβουλία αυτών ή κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία ενός εκκαθαριστικού μέλους του υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, και ύστερα από μη δεσμευτική γνωμοδότηση της ESMA, για συγκεκριμένο είδος αντισυμβαλλομένου ή για συγκεκριμένες κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων οι οποίες εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που τελεί υπό εξυγίανση. Η απόφαση αναστολής της υποχρέωσης εκκαθάρισης θα πρέπει να εγκρίνεται μόνον εφόσον η αναστολή είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της εμπιστοσύνης της αγοράς, ιδίως για να αποφευχθούν φαινόμενα μετάδοσης και να αποτρέπονται οι αντισυμβαλλόμενοι και οι επενδυτές από το να διατηρούν μεγάλη και αβέβαιη έκθεση κινδύνου έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Πριν από την έκδοση της απόφασής της, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και τα κριτήρια που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 για την υπαγωγή στην υποχρέωση εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σε ό,τι αφορά τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα για τα οποία ζητείται η αναστολή και για τη σκοπιμότητα αναστολής της υποχρέωσης αυτής για να διασφαλιστεί η δημοσιονομική σταθερότητα και η εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην ΕΕ, Η ESMA θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητήσει από την Επιτροπή να αναστείλει την υποχρέωση διαπραγμάτευσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), εφόσον θεωρεί ότι η αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης συνιστά ουσιώδη μεταβολή των κριτηρίων της υποχρέωσης διαπραγμάτευσης. Η αναστολή θα πρέπει να είναι προσωρινού χαρακτήρα, με δυνατότητα παράτασης. Ομοίως, ο ρόλος της επιτροπής κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όπως ορίζεται στο άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, θα πρέπει να ενισχυθεί, προκειμένου να ενθαρρυνθεί περαιτέρω ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να διαχειρίζεται τους κινδύνους με σύνεση και να βελτιώσει την ανθεκτικότητά του.
Τα μέλη της επιτροπής κινδύνου θα πρέπει να είναι σε θέση να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν ακολουθεί τη συμβουλή της επιτροπής κινδύνου, και οι εκπρόσωποι των εκκαθαριστικών μελών και πελατών στην επιτροπή κινδύνου θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που παρέχονται για την παρακολούθηση των ανοιγμάτων τους έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, σε συμμόρφωση με τις διασφαλίσεις εμπιστευτικότητας και με την επιφύλαξη των περιορισμών στην ανταλλαγή τέτοιων πληροφοριών που ορίζονται στη νομοθεσία περί ανταγωνισμού. Τέλος, οι αρχές εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων θα πρέπει επίσης να έχουν πρόσβαση σε όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) θα πρέπει επομένως να τροποποιηθούν ανάλογα.
|
|
(83)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της μεταρρύθμισης του δείκτη αναφοράς επιτοκίων του ΣΧΣ, είναι αναγκαίο να καθίσταται σαφές στους συμμετέχοντες στην αγορά ότι οι συναλλαγές οι οποίες συνάπτονται ή ανανεώνονται πριν από την έναρξη εφαρμογής των απαιτήσεων περί εκκαθάρισης ή περιθωρίου για τις συναλλαγές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που παραπέμπουν σε δείκτη αναφοράς επιτοκίου («συναλλαγές από προηγούμενες χρήσεις») δεν θα υπόκεινται στις απαιτήσεις του κανονισμού(ΕΕ) αριθ. 648/2012 όταν ανανεώνονται με αποκλειστικό σκοπό την εφαρμογή ή την προετοιμασία για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του δείκτη αναφοράς επιτοκίων. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί επίσης κάθε κίνδυνος οι αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης σε τέτοιες συναλλαγές από προηγούμενες χρήσεις να καταληφθούν εξαπίνης αν ένας συγκεκριμένος δείκτης αναφοράς έχει μεταβληθεί ουσιωδώς ή έχει διακοπεί, μετριάζοντας έτσι τις σχετικές ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τις διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS) και της Διεθνούς Οργάνωσης Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων (IOSCO).
|
|
(84)
|
Για να επιτευχθεί αποτελεσματική εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στην οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε οιονδήποτε περιορισμό της εκτέλεσης των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ή οιονδήποτε περιορισμό στα αποτελέσματα των συμφωνιών εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ρυθμίσεων εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close out netting) ή αμοιβαίου συμψηφισμού (set-off) που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
|
|
(85)
|
Οι οδηγίες (EE) 2017/1132 (14)
, 2004/25/ΕΚ (15) και 2007/36/ΕΚ (16) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περιέχουν κανόνες για την προστασία των μετόχων και των πιστωτών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών. Σε μια κατάσταση όπου οι αρχές εξυγίανσης πρέπει να ενεργήσουν γρήγορα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι εν λόγω κανόνες ενδέχεται να παρεμποδίζουν την αποτελεσματική δράση εξυγίανσης και τη χρήση των εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, οι παρεκκλίσεις βάσει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ θα πρέπει να επεκταθούν στις δράσεις που αναλαμβάνονται κατά τον παρόντα κανονισμό. Χάριν μεγίστης ασφαλείας δικαίου υπέρ των ενδιαφερομένων, οι παρεκκλίσεις θα πρέπει να ορίζονται στενά και με σαφήνεια, και να χρησιμοποιούνται μόνον προς το δημόσιο συμφέρον και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της εξυγίανσης.
|
|
(86)
|
Προκειμένου να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη των απαιτήσεων, η οδηγία 2014/59/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής τους οι οντότητες εκείνες που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας κατά τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012.
|
|
(87)
|
Το άρθρο 54 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 προβλέπει μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας το άρθρο 35 ή 36 του εν λόγω κανονισμού δεν θα ισχύει για εκείνους τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους ή τόπους διαπραγμάτευσης που ζήτησαν από την αρμόδια αρχή τους να επωφεληθούν από τις μεταβατικές ρυθμίσεις, όσον αφορά τα χρηματιστηριακά παράγωγα. Η μεταβατική περίοδος κατά την οποία ένας τόπος διαπραγμάτευσης ή ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εξαιρεθεί από την αρμόδια εθνική αρχή του, όσον αφορά τα χρηματιστηριακά παράγωγα, από την εφαρμογή των άρθρων 35 και 36 του εν λόγω κανονισμού έληξε στις 3 Ιουλίου 2020. Το τρέχον περιβάλλον της αγοράς, με υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και μεταβλητότητας λόγω της πανδημίας COVID-19, επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των τόπων διαπραγμάτευσης μέσω της αύξησης των λειτουργικών τους κινδύνων. Οι εν λόγω αυξημένοι κίνδυνοι, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ικανότητα αξιολόγησης των αιτημάτων πρόσβασης και διαχείρισης της μετατόπισης των ροών συναλλαγών, θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επιπλέον, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει νέο καθεστώς χρηματιστηριακών παραγώγων σχετικά με την πρόσβαση σε υποδομές ζωτικής σημασίας, στόχος του οποίου είναι η εξισορρόπηση του αυξημένου ανταγωνισμού μεταξύ των υποδομών αυτών και της ανάγκης να διατηρηθεί η λειτουργική τους ακεραιότητα.
Συνεπώς, ενώ ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπεί στη δημιουργία ανταγωνιστικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υποδομές, οι οικονομικοί φορείς δεν θα πρέπει να αναμένουν ότι οι υφιστάμενοι κανόνες και προτεραιότητες διατηρούνται όταν οι οικονομικές συνθήκες αλλάζουν εξαιτίας, ιδίως, μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε έναν τομέα στον οποίο η αλληλεπίδραση μεταξύ των κρίσιμων υποδομών της αγοράς, όπως οι υποδομές διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης, απαιτεί εξαιρετικά υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, καθώς τυχόν αστοχίες σε αυτές τις κρίσιμες υποδομές θα συνιστούσαν υψηλό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως συνέπεια της πανδημίας COVID-19, η ημερομηνία εφαρμογής του νέου καθεστώτος ανοικτής πρόσβασης για τόπους διαπραγμάτευσης και κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που παρέχουν υπηρεσίες διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης σε σχέση με χρηματιστηριακά παράγωγα αναβάλλεται για ένα έτος, έως τις 3 Ιουλίου 2021.
|
|
(88)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων εκπροσωπούνται σε όλα τα σχετικά φόρα και να διασφαλιστεί ότι η ESMA επωφελείται από όλη την εμπειρογνωσία που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αφορούν την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, ώστε να συμπεριληφθούν οι εθνικές αρχές εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην έννοια των αρμόδιων αρχών που ορίζεται στον εν λόγω κανονισμό.
|
|
(89)
|
Προκειμένου να προετοιμαστούν οι αποφάσεις της ESMA σε σχέση με τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί όσον αφορά την κατάρτιση σχεδίων τεχνικών κανόνων για τις εκ των προτέρων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις και για τα σώματα και σχέδια εξυγίανσης, καθώς και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις προϋποθέσεις για εξυγίανση, και σχετικά με τη δεσμευτική διαμεσολάβηση, και προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης συμμετοχή της Ευρωπαϊκής εποπτικής Αρχής (της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών) (ΕΑΤ) και των μελών της στην προετοιμασία των εν λόγω αποφάσεων, η ESMA θα πρέπει να δημιουργήσει μια εσωτερική επιτροπή εξυγίανσης («Επιτροπή εξυγίανσης στο πλαίσιο της ESMA») με τις αρχές εξυγίανσης ως μέλη. Κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και οι αρχές εξυγίανσης, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, θα πρέπει να καλούνται να συμμετέχουν ως παρατηρητές.
|
|
(90)
|
Η επιτροπή εξυγίανσης στο πλαίσιο της ESMA θα πρέπει να καλείται να γνωμοδοτεί κατά την εκπόνηση του εννοιολογικού πλαισίου για τις αξιολογήσεις της ανθεκτικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, όταν η εν λόγω αξιολόγηση περιλαμβάνει το συνολικό αποτέλεσμα των ρυθμίσεων ανάκαμψης και εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει επίσης να ζητείται η γνώμη της επιτροπής εξυγίανσης στο πλαίσιο της ESMA, όταν αξιολογούνται τα πορίσματα των εν λόγω ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.
|
|
(91)
|
Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη.
|
|
(92)
|
Όταν λαμβάνουν αποφάσεις ή αναλαμβάνουν δράσεις στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν πάντοτε δεόντως υπόψη τις επιπτώσεις των αποφάσεων και των δράσεών τους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών μελών και στην οικονομική κατάσταση σε άλλα κράτη μέλη, όπου οι δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι ουσιώδεις ή σημαντικές για τις τοπικές χρηματοπιστωτικές αγορές, ήτοι, μεταξύ άλλων, όπου είναι εγκατεστημένα τα εκκαθαριστικά μέλη και, εφόσον διατίθενται οι σχετικές πληροφορίες, όπου βρίσκονται οι πελάτες τους καθώς και όπου είναι εγκατεστημένοι οι συνδεδεμένοι τόποι διαπραγμάτευσης και υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένων των διαλειτουργικά συνδεδεμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων..
|
|
(93)
|
Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η εναρμόνιση των κανόνων και διαδικασιών για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, αλλά αντίθετα, λόγω των επιπτώσεων που θα είχε η πτώχευση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε ολόκληρη την Ένωση, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών.
|
|
(94)
|
Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αναβληθεί έως τις 12 Αυγούστου 2022 ώστε να θεσπιστούν όλα τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα και να μπορέσουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και λοιποί συμμετέχοντες στην αγορά να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες συμμόρφωσης. Ωστόσο, η απαίτηση να χρησιμοποιεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ειδικούς ίδιους πόρους κατά την ανάκαμψη και οι διατάξεις για την αποζημίωση εκκαθαριστικών μελών στην έκτακτη περίπτωση εφαρμογής περικοπών των κερδών από το περιθώριο διαφορών αποτίμησης κατά την ανάκαμψη, βασίζονται στα κατάλληλα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που πρέπει να εφαρμόζονται. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να παραταθεί η αναβολή της προθεσμίας εφαρμογής της εν λόγω διάταξης έως τις 12 Φεβρουαρίου 2023. Επιπλέον, ορισμένες διατάξεις για τα σχέδια ανάκαμψης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την έγκριση και επανεξέταση των σχεδίων ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής σχεδίου ανάκαμψης, θα πρέπει να εφαρμόζονται νωρίτερα, καθώς όλοι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν ήδη σχέδια ανάκαμψης, όπως απαιτείται βάσει των Αρχών για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών που δημοσιεύθηκαν από την Επιτροπή Πληρωμών και Υποδομών της Αγοράς και την IOSCO. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν ήδη λάβει άδεια βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι θα είναι σε θέση να υποβάλουν τα σχέδια ανάκαμψής τους στις αρμόδιες αρχές τους το αργότερο στις 12 Φεβρουαρίου 2022. Οι διατάξεις περί σχεδίων ανάκαμψης θα πρέπει να εφαρμόζονται από τις 12 Φεβρουαρίου 2022. Εάν δεν είχε ζητηθεί η γνώμη της αρχής εξυγίανσης σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, μόλις καταστούν εφαρμοστέες οι άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να διαβουλευτεί αμελλητί με την αρχή εξυγίανσης σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Για να εξασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου για τους αντισυμβαλλομένους, οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της μεταρρύθμισης του δείκτη αναφοράς επιτοκίων του ΣΧΣ θα πρέπει να εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.
|
|
(95)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αυξημένοι λειτουργικοί κίνδυνοι που απορρέουν από την εφαρμογή του καθεστώτος ανοικτής πρόσβασης για τα χρηματιστηριακά παράγωγα δεν θέτουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε ασυνέχεια, είναι αναγκαία η αναδρομική εφαρμογή της παράτασης των εν λόγω μεταβατικών περιόδων από τις 4 Ιουλίου 2020 έως τις 3 Ιουλίου 2021.
|
|
(96)
|
Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και η ανακεφαλαιοποίηση, με ελάχιστο αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στοχεύοντας παράλληλα στην αποφυγή επιπτώσεων στους φορολογούμενους. Κατά τις διεθνώς συμφωνημένες αρχές για αποτελεσματικά καθεστώτα εξυγίανσης για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχουν αναπτυχθεί από το ΣΧΣ, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι κάτοχοι μετοχών ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου απορροφούν πρώτοι τις ζημίες, κατά τρόπο που να ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο νομικής αμφισβήτησης από τους μετόχους/εταίρους λόγω ύψους ζημιών κατά την εξυγίανση μεγαλύτερου από τις ζημίες που θα είχαν υποστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σύμφωνα με την αρχή περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Στις 15 Νοεμβρίου 2018, το ΣΧΣ δημοσίευσε έγγραφο διαβούλευσης με τίτλο: «Χρηματοδοτικοί πόροι για τη στήριξη της εξυγίανσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τη μεταχείριση του εταιρικού κεφαλαίου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που τελούν υπό εξυγίανση».
Με βάση τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν σχετικά με το εν λόγω έγγραφο και περαιτέρω αξιολογήσεις, το ΣΧΣ σκοπεύει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές στο τέλος του 2020 σχετικά με το πώς πρέπει να χρησιμοποιείται το εταιρικό κεφάλαιο σε περίπτωση εξυγίανσης κεντρικών αντισυμβαλλομένων ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος νομικής αμφισβήτησης από μετόχους/εταίρους λόγω της εφαρμογής της αρχής περί μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Μετά τη δημοσίευση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την εφαρμογή των κανόνων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την απομείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά την εξυγίανση, λαμβάνοντας υπόψη τα εν λόγω διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα. Εκτός από αυτή την ειδική επανεξέταση, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πέντε έτη από την ημερομηνία της έναρξης ισχύος του, μεταξύ άλλων, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν περαιτέρω διεθνείς εξελίξεις. Η εν λόγω γενική επανεξέταση θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον ορισμένα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, όπως οι χρηματοδοτικοί πόροι που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές εξυγίανσης για την κάλυψη των ζημιών που δεν σχετίζονται με αθέτηση υποχρεώσεων και οι ίδιοι πόροι των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που χρησιμοποιούνται για την ανάκαμψη και την εξυγίανση,
|
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 16 Δεκεμβρίου 2020.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
D. M. SASSOLI
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. ROTH
|
|
ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
|
ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ II ΑΡΧΕΣ, ΣΩΜΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
|
ΤΙΤΛΟΣ II ΑΡΧΕΣ, ΣΩΜΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ III ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
|
ΤΙΤΛΟΣ III ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
|
ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ V ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ
|
ΤΙΤΛΟΣ V ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ VI ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
|
ΤΙΤΛΟΣ VI ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ VII ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
|
ΤΙΤΛΟΣ VII ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
|
|
ΤΙΤΛΟΣ VIII ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 1095/2010, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 648/2012, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 600/2014, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 806/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 2015/2365 ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ ΚΑΙ (ΕΕ) 2017/1132
|
ΤΙΤΛΟΣ VIII ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 1095/2010, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 648/2012, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 600/2014, (ΕΕ) ΑΡΙΘ. 806/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 2015/2365 ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ ΚΑΙ (ΕΕ) 2017/1132
|
|
ΤΙΤΛΟΣ IX ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
ΤΙΤΛΟΣ IX ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
Συνδεδεμένα ζητήματα
|