+Άρθρο 166 Ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα και ανοίγματα λιανικής
---+Άρθρο 166 1.
---+Άρθρο 166 2.
---+Άρθρο 166 3.
---+Άρθρο 166 4.
---+Άρθρο 166 5.
---+Άρθρο 166 6.
---+Άρθρο 166 7.
---+Άρθρο 166 8.
---+Article 166 8a.
---+Article 166 8b.
---+Article 166 8c.
---+Άρθρο 166 9.

Άρθρο 166 Ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα και ανοίγματα λιανικής

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός
Άρθρο 166 1.
Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά, η αξία των ανοιγμάτων εντός ισολογισμού είναι η λογιστική αξία που υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν προσαρμογές του πιστωτικού κινδύνου.

Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται επίσης σε στοιχεία ενεργητικού που αποκτήθηκαν σε τιμή διαφορετική από το οφειλόμενο ποσό.

Για τα αποκτηθέντα στοιχεία ενεργητικού, η διαφορά μεταξύ του οφειλόμενου ποσού και της λογιστικής αξίας που απομένει μετά από την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών του πιστωτικού κινδύνου, η οποία εγγράφεται στον ισολογισμό των ιδρυμάτων κατά την αγορά του στοιχείου ενεργητικού καταχωρίζεται ως μείωση αξίας εάν το οφειλόμενο ποσό είναι μεγαλύτερο και ως αύξηση αξίας εάν είναι μικρότερο.

Άρθρο 166 2.
Εάν τα ιδρύματα χρησιμοποιούν συμβάσεις-πλαίσια συμψηφισμού για τις συναλλαγές επαναγοράς και τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων, η αξία ανοίγματος υπολογίζεται σύμφωνα με τα κεφάλαια 4 ή 6.
Άρθρο 166 3.
Προκειμένου να υπολογιστεί η αξία ανοίγματος για τον συμψηφισμό δανείων και καταθέσεων εντός ισολογισμού, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις προσεγγίσεις του κεφαλαίου 4.
Άρθρο 166 4.
Η αξία ανοίγματος των χρηματοδοτικών μισθώσεων είναι η παρούσα αξία των ελάχιστων μισθωμάτων τους. Τα ελάχιστα μισθώματα περιλαμβάνουν τις πληρωμές καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης που ο μισθωτής καλείται ή μπορεί να κληθεί να πραγματοποιήσει και κάθε δικαίωμα έκπτωσης (δηλ. δικαίωμα του οποίου η άσκηση είναι λογικώς βέβαιη). Εάν άλλο μέρος εκτός του μισθωτή υποχρεούται να καταβάλει πληρωμή που σχετίζεται με την υπολειμματική αξία μισθωμένου περιουσιακού στοιχείου και η εν λόγω υποχρέωση πληρωμής πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 201 περί επιλεξιμότητας παρόχων προστασίας καθώς και τις ελάχιστες προϋποθέσεις αναγνώρισης άλλων τύπων εγγυήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 213, η υποχρέωση πληρωμής μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ως μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία δυνάμει του κεφαλαίου 4.
Άρθρο 166 5.
Όσον αφορά οποιοδήποτε συμβόλαιο που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ, η αξία ανοίγματος προσδιορίζεται βάσει των προσεγγίσεων του κεφαλαίου 6 και δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προσαρμογές του πιστωτικού κινδύνου.
Άρθρο 166 6.
Για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις, η αξία ανοίγματος είναι η αξία που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μείον την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας πριν από τη μείωση πιστωτικού κινδύνου.
Άρθρο 166 7.
Για τα ανοίγματα με μορφή πώλησης, κατάθεσης ή δανεισμού τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων στο πλαίσιο συναλλαγών επαναγοράς ή συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων, συναλλαγών με μακρά προθεσμία διακανονισμού και συναλλαγών δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, η αξία ανοίγματος είναι η αξία των τίτλων ή των εμπορευμάτων που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 24. Εάν χρησιμοποιείται η αναλυτική προσέγγιση χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων του άρθρου 223, η αξία ανοίγματος προσαυξάνεται με την προσαρμογή μεταβλητότητας που είναι κατάλληλη για αυτούς τους τίτλους ή εμπορεύματα σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Η αξία ανοίγματος των συναλλαγών επαναγοράς, των συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων, των συναλλαγών με μακρά προθεσμία διακανονισμού και των συναλλαγών δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης μπορεί να προσδιορίζεται είτε σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 είτε σύμφωνα με το άρθρο 220 παράγραφος 2.
Άρθρο 166 8.
Η αξία ανοίγματος των εκτός ισολογισμού στοιχείων που δεν είναι συμβάσεις όπως παρατίθενται στο παράρτημα II υπολογίζεται με τη χρήση είτε του ΠΕΔ-CCF είτε του SA-CCF, σύμφωνα με τις παραγράφους 8α και 8β του παρόντος άρθρου και το άρθρο 151 παράγραφος 8.

Εάν μόνο τα αναληφθέντα υπόλοιπα των ανακυκλούμενων διευκολύνσεων έχουν τιτλοποιηθεί, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι εξακολουθούν να διατηρούν το απαιτούμενο ποσό ιδίων κεφαλαίων έναντι των μη αναληφθέντων υπολοίπων που συνδέονται με την τιτλοποίηση.

Ένα ίδρυμα που δεν έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί ΠΕΔ-CCF υπολογίζει την αξία ανοίγματος ως το δεσμευμένο αλλά μη αναληφθέν ποσό πολλαπλασιασμένο με τον σχετικό SA-CCF.

Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί ΠΕΔ-CCF υπολογίζει την αξία ανοίγματος για μη αναληφθείσες πιστοδοτήσεις ως το μη αναληφθέν ποσό πολλαπλασιασμένο με τον ΠΕΔ-CCF.

Article 166 8a.
For an exposure for which an institution has not received permission to use IRB-CCF, the applicable CCF shall be the SA-CCF as provided for in Chapter 2 for the same types of items as laid down in Article 111. The amount to which the SA-CCF is to be applied shall be the lower of the value of the committed but undrawn amount and the value that reflects any possible constraining of the availability of the facility, including the existence of an upper limit on the potential lending amount which is related to an obligor’s reported cash flow. Where a facility is constrained in that way, the institution shall have sufficient line monitoring and management procedures to support the existence of that constraining.
Article 166 8b.

Subject to the permission of competent authorities, institutions that meet the requirements for the use of IRB-CCF as specified in Section 6 shall use IRB-CCF for exposures arising from undrawn revolving commitments treated under the IRB Approach provided that those exposures would not be subject to a SA-CCF of 100 % under the Standardised Approach. SA-CCFs shall be used for:

(a) 

all other off-balance-sheet items, in particular undrawn non-revolving commitments;

(b) 

exposures where the minimum requirements for calculating IRB-CCF as specified in Section 6 are not met by the institution or where the competent authority has not permitted the use of IRB-CCF.

For the purposes of this Article, a commitment shall be deemed ‘revolving’ where it lets an obligor obtain a loan where the obligor has the flexibility to decide how often to withdraw from the loan and at what intervals, allowing the obligor to drawdown, repay and redraw loans advanced to it. Contractual arrangements that allow prepayments and subsequent redraws of those prepayments shall be considered revolving.

Article 166 8c.

Where IRB-CCF are used for the sole purpose of calculating risk-weighted exposure amounts and expected loss amounts of exposures arising from revolving commitments other than exposures assigned to the exposure class in accordance with Article 147(2), point (a), in particular pursuant to Article 153(1), Article 157 and Article 158(1), (5) and (10), the exposure value for each exposure used as an input of the risk-weighted exposure amount and expected loss formulae shall not be less than the sum of:

(a) 

the drawn amount of the revolving commitment;

(b) 

50 % of the off-balance exposure amount of the remaining undrawn part of the revolving commitment calculated using the applicable SA-CCF provided for in Article 111.

The sum of points (a) and (b) shall be referred to as the ‘CCF input floor’.

Άρθρο 166 9.
Εάν η πιστωτική διευκόλυνση αφορά την επέκταση άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης, εφαρμόζεται ο μικρότερος από τους δύο συντελεστές μετατροπής που συνδέονται με τις μεμονωμένες πιστωτικές διευκολύνσεις.

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση