+4 Αναλογικότητα

4 Αναλογικότητα

85.Η αρχή της αναλογικότητας η οποία κωδικοποιείται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπεί στην αξιόπιστη αντιστοίχιση των πολιτικών και των πρακτικών αποδοχών με το ατομικό προφίλ κινδύνου, τη διάθεση ανάληψης κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου του ιδρύματος, ούτως ώστε να επιτυγχάνονται αποτελεσματικά οι στόχοι των απαιτήσεων για τις αποδοχές.

86.Για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις απαιτήσεις περί αποδοχών και στα προβλεπόμενα στο παρόν έγγραφο , τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξετάζουν τα ακόλουθα κριτήρια συνδυαστικά:

  • α) το μέγεθος,
  • β) την εσωτερική οργάνωση και
  • γ) τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.

87.Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας και κατά τον καθορισμό του απαιτούμενου επιπέδου εξειδίκευσης των πολιτικών αποδοχών και των προσεγγίσεων μέτρησης του κινδύνου, τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον συνδυασμό των ποιοτικών και ποσοτικών παραμέτρων όλων των προαναφερθέντων κριτηρίων. Για παράδειγμα, μια επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να είναι μικρής κλίμακας αλλά θα μπορούσε πάντα να περιλαμβάνει πολύπλοκες δραστηριότητες και προφίλ κινδύνου λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων της ή της πολυπλοκότητας των προϊόντων της.

88.Για τους σκοπούς ανωτέρω, τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τα εξής κριτήρια:

  • α) αν το ίδρυμα πληροί τα κριτήρια για μικρό ή μη πολύπλοκο ίδρυμα ή μεγάλο ίδρυμα όπως ορίζεται στα στοιχεία 145 και 146 του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
  • β) αν το ίδρυμα πληροί τα κριτήρια και τα όρια που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 94 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε σχέση με τις παρεκκλίσεις από τη διαδικασία καταβολής των μεταβλητών αποδοχών·
  • γ) τη γεωγραφική παρουσία του ιδρύματος και το μέγεθος των δραστηριοτήτων του σε κάθε δικαιοδοσία·
  • δ) τη νομική μορφή και τα διαθέσιμα μετοχικά και χρεωστικά μέσα·
  • ε) την έγκριση της χρήσης εσωτερικών μεθόδων για τη μέτρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων (π.χ. προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων, εξελιγμένη προσέγγιση μέτρησης)·
  • στ) αν το ίδρυμα ανήκει σε όμιλο και, εάν ναι, την αξιολόγηση αναλογικότητας που πραγματοποιείται για τον όμιλο και τα χαρακτηριστικά του ομίλου στον οποίο ανήκει το ίδρυμα·
  • ζ) τον τύπο δραστηριότητας και υπηρεσιών για τις οποίες έχει ληφθεί άδεια λειτουργίας (π.χ. δάνεια και καταθέσεις, επενδυτική τραπεζική)·
  • η) την υποκείμενη επιχειρηματική στρατηγική·
  • θ) τη δομή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, και τον χρονικό ορίζοντα, τον μετρήσιμο χαρακτήρα και την προβλεψιμότητα των κινδύνων των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων·
  • ι) τη χρηματοδοτική διάρθρωση του ιδρύματος·
  • ια) την εσωτερική οργάνωση του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου των μεταβλητών αποδοχών που μπορούν να καταβάλλονται σε συγκεκριμένα μέλη του προσωπικού·
  • ιβ) τη δομή των κερδών και ζημιών του ιδρύματος·
  • ιγ) το είδος των πελατών (π.χ. πελάτες λιανικής, εταιρικοί πελάτες, μικρές επιχειρήσεις, δημόσιος φορέας)·
  • ιδ) την πολυπλοκότητα των προϊόντων ή των συμβάσεων.

89.Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων αποδοχών και των διατάξεων που περιλαμβάνονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές με αναλογικό τρόπο, τα ιδρύματα έχουν ευθύνη να εξετάζουν το προφίλ κινδύνου, τη διάθεση ανάληψης κινδύνου και άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και να αναπτύσσουν και να εφαρμόζουν πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που εναρμονίζονται κατάλληλα με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος. Ωστόσο, η υποχρέωση τήρησης άρτιων και αποτελεσματικών πολιτικών και πρακτικών αποδοχών ισχύει για όλα τα ιδρύματα και για το σύνολο του προσωπικού, ανεξαρτήτως των διαφορετικών χαρακτηριστικών των ιδρυμάτων.

90. Πριν από την εφαρμογή των απαιτήσεων για τις αποδοχές και των διατάξεων που περιλαμβάνονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές με αναλογικό τρόπο, θα πρέπει να πραγματοποιείται ο προσδιορισμός του προσωπικού, με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής βάσει του άρθρου 94 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και πρόσθετα εσωτερικά κριτήρια24 .

91. Ο περιορισμός της μέγιστης αναλογίας ανάμεσα στις μεταβλητές συνιστώσες των αποδοχών και τις σταθερές συνιστώσες σε 100% (200% με έγκριση των μετόχων) θα πρέπει να ισχύει για όλα τα συγκεκριμένα μέλη του προσωπικού στο ίδρυμα.

92. Κατά την εφαρμογή ειδικών πολιτικών αποδοχών για διαφορετικές κατηγορίες συγκεκριμένων μελών του προσωπικού σύμφωνα με τις ενότητες 3 και 4 του παρόντος εγγράφου, για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος της εκάστοτε κατηγορίας συγκεκριμένων μελών του προσωπικού στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος.

93.Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για τις αποδοχές και τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές με τρόπο που προβλέπει ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων ιδρυμάτων.

Παρεκκλίσεις από τη διαδικασία καταβολής μεταβλητών αποδοχών

94. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 94 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ από τα κράτη μέλη, τα ιδρύματα που δεν είναι μεγάλα ιδρύματα όπως ορίζονται στο σημείο 146 του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και των οποίων το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού είναι κάτω από το όριο που καθορίζεται στο εθνικό δίκαιο μπορούν να μην εφαρμόσουν τις απαιτήσεις για την αναβολή των μεταβλητών αποδοχών και να τις καταβάλουν σε μέσα όπως ορίζεται στα στοιχεία ιβ), ιγ) και στη δεύτερη παράγραφο του στοιχείου ε) του άρθρου 94 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Ένα ίδρυμα που πληροί ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια του σημείου 146 του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 είναι μεγάλο ίδρυμα.

  • α) Η αξιολόγηση του αν ένα ίδρυμα είναι G - SII ή O - SII πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής (ΕΕ) 2016/1608 όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την εξειδίκευση της μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό των παγκόσμιων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων και για τον ορισμό υποκατηγοριών παγκόσμιων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων και τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για τα κριτήρια προσδιορισμού των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 131 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις) σε σχέση με την αξιολόγηση άλλων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων.
  • β) Για να αξιολογηθεί αν ένα ίδρυμα που ενοποιεί πληροί το όριο του σημείου 146 στοιχείο
  • δ) του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα κριτήρια πληρούνται αν το ποσό σε ενοποιημένη βάση25 υπερβαίνει το κατώτατο όριο. Τα ποσά, εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να μετατρέπονται σε ευρώ, με τη συναλλαγματική ισοτιμία που δημοσιεύει η Επιτροπή για λόγους δημοσιονομικού προγραμματισμού και προϋπολογισμού κατά τον τελευταίο μήνα του οικονομικού έτους του ιδρύματος που ενοποιεί .

95.Κατά τον προσδιορισμό του ποσού των ετήσιων μεταβλητών αποδοχών που καταβάλλονται σε ένα μέλος του προσωπικού και της αναλογίας μεταξύ των μεταβλητών και των σταθερών ετήσιων αποδοχών για τους σκοπούς του άρθρου 94 παράγραφος 3 στοιχείο β), δηλαδή την εφαρμογή των παρεκκλίσεων από την απαίτηση αναβολής και καταβολής σε μέσα των μεταβλητών αποδοχών σε μεμονωμένα μέλη του προσωπικού, τα ιδρύματα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα ποσά που εξειδικεύονται στα στοιχεία α) και β) και να εφαρμόζουν τους περαιτέρω όρους στα στοιχεία γ) έως στ):

  • α) ετήσιες μεταβλητές αποδοχές που αποδίδονται για την περίοδο επιδόσεων που αντιστοιχεί στο οικονομικό έτος για το οποίο καθορίζεται αν μπορεί να ισχύσει η παρέκκλιση και όλες τις περιόδους επιδόσεων που έληξαν σε αυτό το οικονομικό έτος, ανεξάρτητα από τη διάρκεια των υποκείμενων περιόδων επιδόσεων που έληξαν εντός αυτού του οικονομικού έτους, π.χ. θα πρέπει να περιλαμβάνουν το πλήρες ποσό των μεταβλητών αποδοχών με βάση ανανεούμενες και μη ανανεούμενες πολυετείς δεδουλευμένες περιόδους και μεταβλητές αποδοχές διακράτησης για περιόδους άνω του ενός έτους όποτε η υποκείμενη περίοδος έληξε εντός του δεδομένου οικονομικού έτους·
  • β) ετήσιες σταθερές αποδοχές που αποδίδονται για το οικονομικό έτος για το οποίο μπορεί να ισχύσει η παρέκκλιση· τα ιδρύματα μπορούν να αποκλείσουν άλλες συνιστώσες των σταθερών αποδοχών όπως ορίζεται στις παραγράφους 132 και 133 για τον υπολογισμό·
  • γ) τα ποσά θα πρέπει να βασίζονται στον ορισμό για σταθερές και μεταβλητές αποδοχές όπως περιλαμβάνεται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές και θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση τις ακαθάριστες αποδιδόμενες αποδοχές·
  • δ) οι μεταβλητές αποδοχές θα πρέπει να αποτελούνται από όλες τις μορφές των αποδιδόμενων μεταβλητών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των μεταβλητών αποδοχών βάσει επιδόσεων, των ποσών που καταβάλλονται ως εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές, των μεταβλητές αποδοχές διακράτησης, της αποζημίωσης λόγω αποχώρησης ή των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών·
  • ε) όταν τα ποσά καθορίζονται από τα ιδρύματα σε εξατομικευμένη βάση, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που αποδίδονται από το ίδρυμα· όταν το ποσό καθορίζεται σε ενοποιημένη βάση από το ίδρυμα που ενοποιεί, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι αποδοχές που αποδίδονται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών·
  • στ) όποτε οι αποδοχές καταβάλλονται σε άλλο νόμισμα πλην ευρώ, τα ποσά θα πρέπει να μετατρέπονται σε ευρώ, με τη συναλλαγματική ισοτιμία που δημοσιεύει η Επιτροπή για λόγους δημοσιονομικού προγραμματισμού και προϋπολογισμού κατά τον τελευταίο μήνα του οικονομικού έτους του ιδρύματος .

96.Κατά τον υπολογισμό του μέσου όρου της αξίας των στοιχείων ενεργητικού για την τετραετία ακριβώς πριν από το τρέχον οικονομικό έτος για τους σκοπούς του στοιχείου α) του άρθρου 94 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τα ιδρύματα θα πρέπει να χρησιμοποιούν τον απλό μέσο όρο αυτής της αξίας στη λήξη της προηγούμενης τετραετίας. Όποτε τα ποσά τηρούνται σε άλλο νόμισμα πλην ευρώ, τα ποσά θα πρέπει να μετατρέπονται σε ευρώ, με τη συναλλαγματική ισοτιμία που δημοσιεύει η Επιτροπή για λόγους δημοσιονομικού προγραμματισμού και του προϋπολογισμού κατά τον τελευταίο μήνα κάθε οικονομικού έτους.

97. Όταν το εθνικό δίκαιο εξουσιοδοτεί τις αρμόδιες αρχές να καθορίζουν τα κατώτατα όρια βάσει του άρθρου 94 παράγραφος 3 και του άρθρου 94 παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για μεμονωμένα ιδρύματα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, κατά τη μείωση ή αύξηση των ορίων βάσει του άρθρου 94 παράγραφος 3 και του άρθρου 94 παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, να λαμβάνουν υπόψη τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος, την εσωτερική του οργάνωση ή, κατά περίπτωση, τα χαρακτηριστικά του ομίλου στον οποίο ανήκει, καθώς επίσης να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια αναλογικότητας που καθορίζονται στην παρούσα ενότητα.


24 Ανατρέξτε στις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαδικασία προσδιορισμού που περιγράφεται στην ενότητα 5 στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές.

25 Ισχύει το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε σχέση με οντότητες που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης.

1. Επισκόπηση

,
Τίτλος Κανονισμός

1.1 Παραπομπές

1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις

1.3 Σχετικά πρότυπα

2. Εντοπισμένες απαιτήσεις

Απαιτήσεις
Πηγή Απαίτηση

3. Σχετικά πρότυπα

Πρότυπα
Πηγή Απαίτηση
  • EBA - Published by the European Banking Authority at https://www.eba.europa.eu/