+ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1624 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 31ης Μαΐου 2024 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
---+Preamble: 1
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
------+ΤΜΗΜΑ 1 Αντικείμενο και ορισμοί
---------+Άρθρο 1 Αντικείμενο
------------+Article 1 (a)
------------+Article 1 (b)
------------+Article 1 (c)
---------+Άρθρο 2 Ορισμοί
------------+Άρθρο 2 1
------------+Άρθρο 2 2
------------+Άρθρο 2 3
------------+Άρθρο 2 4
------------+Άρθρο 2 5
------+ΤΜΗΜΑ 2 Πεδίο εφαρμογής
---------+Άρθρο 3 Υπόχρεες οντότητες
------------+Άρθρο 3 1)
------------+Άρθρο 3 2)
------------+Άρθρο 3 3)
---------+Άρθρο 4 Εξαιρέσεις για ορισμένους παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιγνίων
------------+Άρθρο 4 1
------------+Άρθρο 4 2
------------+Άρθρο 4 3
---------+Άρθρο 5 Εξαιρέσεις για ορισμένους επαγγελματικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους
------------+Άρθρο 5 1
------------+Άρθρο 5 2
------------+Άρθρο 5 3
---------+Άρθρο 6 Εξαιρέσεις για ορισμένες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες
------------+Άρθρο 6 1
------------+Άρθρο 6 2
------------+Άρθρο 6 3
------------+Άρθρο 6 4
------------+Άρθρο 6 5
------------+Άρθρο 6 6
---------+Άρθρο 7 Προηγούμενη κοινοποίηση εξαιρέσεων
------------+Άρθρο 7 1
------------+Άρθρο 7 2
------------+Άρθρο 7 3
------------+Άρθρο 7 4
------------+Άρθρο 7 5
------+ΤΜΗΜΑ 3 Διασυνοριακές επιχειρήσεις
---------+Άρθρο 8 Κοινοποίηση διασυνοριακών δραστηριοτήτων και εφαρμογή του εθνικού δικαίου
------------+Άρθρο 8 1
------------+Άρθρο 8 2
------------+Άρθρο 8 3
------------+Άρθρο 8 4
------------+Άρθρο 8 5
------------+Άρθρο 8 6
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ
------+ΤΜΗΜΑ 1 Εσωτερικές πολιτικές, διαδικασίες και έλεγχοι, εκτίμηση κινδύνου και προσωπικό
---------+Άρθρο 9 Πεδίο εφαρμογής των εσωτερικών πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων
------------+Άρθρο 9 1
------------+Άρθρο 9 2
------------+Άρθρο 9 3
------------+Άρθρο 9 4
---------+Άρθρο 10 Εκτίμηση κινδύνου σε επίπεδο επιχείρησης
------------+Άρθρο 10 1
------------+Άρθρο 10 2
------------+Άρθρο 10 3
------------+Άρθρο 10 4
---------+Άρθρο 11 Λειτουργίες συμμόρφωσης
------------+Άρθρο 11 1
------------+Άρθρο 11 2
------------+Άρθρο 11 3
------------+Άρθρο 11 4
------------+Άρθρο 11 5
------------+Άρθρο 11 6
------------+Άρθρο 11 7
---------+Άρθρο 12 Ενημέρωση σχετικά με τις απαιτήσεις
---------+Άρθρο 13 Ακεραιότητα των υπαλλήλων
------------+Άρθρο 13 1
------------+Άρθρο 13 2
------------+Άρθρο 13 3
------------+Άρθρο 13 4
---------+Άρθρο 14 Αναφορά παραβιάσεων και προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις
------------+Άρθρο 14 1
------------+Άρθρο 14 2
------------+Άρθρο 14 3
---------+Άρθρο 15 Κατάσταση συγκεκριμένων υπαλλήλων
------+ΤΜΗΜΑ 2 Διατάξεις που εφαρμόζονται σε ομίλους
---------+Άρθρο 16 Απαιτήσεις σε επίπεδο ομίλου
------------+Άρθρο 16 1
------------+Άρθρο 16 2
------------+Άρθρο 16 3
------------+Άρθρο 16 4
------------+Άρθρο 16 5
---------+Άρθρο 17 Υποκαταστήματα και θυγατρικές σε τρίτες χώρες
------------+Άρθρο 17 1
------------+Άρθρο 17 2
------------+Άρθρο 17 3
------------+Άρθρο 17 4
------+ΤΜΗΜΑ 3 Εξωτερική ανάθεση
---------+Άρθρο 18 Εξωτερική ανάθεση
------------+Άρθρο 18 1
------------+Άρθρο 18 2
------------+Άρθρο 18 3
------------+Άρθρο 18 4
------------+Άρθρο 18 5
------------+Άρθρο 18 6
------------+Άρθρο 18 7
------------+Άρθρο 18 8
---+CHAPTER III CUSTOMER DUE DILIGENCE
------+SECTION 1 General provisions
---------+Άρθρο 19 Εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
------------+Άρθρο 19 1
------------+Άρθρο 19 2
------------+Άρθρο 19 3
------------+Άρθρο 19 4
------------+Άρθρο 19 5
------------+Άρθρο 19 6
------------+Άρθρο 19 7
------------+Άρθρο 19 8
------------+Άρθρο 19 9
------------+Άρθρο 19 10
---------+Άρθρο 20 Μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
------------+Άρθρο 20 1
------------+Άρθρο 20 2
------------+Άρθρο 20 3
------------+Άρθρο 20 4
---------+Άρθρο 21 Αδυναμία συμμόρφωσης με την απαίτηση περί εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
------------+Άρθρο 21 1
------------+Άρθρο 21 2
------------+Άρθρο 21 3
------------+Άρθρο 21 4
---------+Άρθρο 22 Προσδιορισμός και επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών και του πραγματικού δικαιούχου
------------+Άρθρο 22 1
------------+Άρθρο 22 2
------------+Άρθρο 22 3
------------+Άρθρο 22 4
------------+Άρθρο 22 5
------------+Άρθρο 22 6
------------+Άρθρο 22 7
---------+Άρθρο 23 Χρόνος διενέργειας της επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου
------------+Άρθρο 23 1
------------+Άρθρο 23 2
------------+Άρθρο 23 3
------------+Άρθρο 23 4
---------+Άρθρο 24 Αναφορά αναντιστοιχιών ως προς τις πληροφορίες που περιέχουν τα μητρώα πραγματικών δικαιούχων
------------+Άρθρο 24 1
------------+Άρθρο 24 2
------------+Άρθρο 24 3
------------+Άρθρο 24 4
---------+Άρθρο 25 Προσδιορισμός του σκοπού και του σχεδιαζόμενου χαρακτήρα μιας επιχειρηματικής σχέσης ή περιστασιακής συναλλαγής
------------+Article 25 (a)
------------+Article 25 (b)
------------+Article 25 (c)
------------+Article 25 (d)
------------+Article 25 (e)
------------+Άρθρο 25 2
---------+Άρθρο 26 Συνεχής παρακολούθηση της επιχειρηματικής σχέσης και παρακολούθηση των συναλλαγών που πραγματοποιούν οι πελάτες
------------+Άρθρο 26 1
------------+Άρθρο 26 2
------------+Άρθρο 26 3
------------+Άρθρο 26 4
------------+Άρθρο 26 5
---------+Άρθρο 27 Προσωρινά μέτρα για πελάτες που υπόκεινται σε οικονομικές κυρώσεις του ΟΗΕ
------------+Άρθρο 27 1
------------+Άρθρο 27 2
---------+Άρθρο 28 Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
------------+Άρθρο 28 1
------------+Άρθρο 28 2
------------+Άρθρο 28 3
------------+Άρθρο 28 4
------+SECTION 2 Third-country policy and money laundering and terrorist financing threats from outside the Union
---------+Άρθρο 29 Προσδιορισμός τρίτων χωρών με σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ
------------+Άρθρο 29 1
------------+Άρθρο 29 2
------------+Άρθρο 29 3
------------+Άρθρο 29 4
------------+Άρθρο 29 5
------------+Άρθρο 29 6
------------+Άρθρο 29 7
---------+Άρθρο 30 Προσδιορισμός τρίτων χωρών με σημαντικές ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση στα εθνικά καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ
------------+Άρθρο 30 1
------------+Άρθρο 30 2
------------+Άρθρο 30 3
------------+Άρθρο 30 4
------------+Άρθρο 30 5
---------+Άρθρο 31 Προσδιορισμός τρίτων χωρών που αποτελούν συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης
------------+Άρθρο 31 1
------------+Άρθρο 31 2
------------+Άρθρο 31 3
------------+Άρθρο 31 4
------------+Άρθρο 31 5
------------+Άρθρο 31 6
------------+Άρθρο 31 7
------------+Άρθρο 31 8
------------+Άρθρο 31 9
---------+Άρθρο 32 Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους κινδύνους, τις τάσεις και τις μεθόδους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας
------------+Άρθρο 32 1
------------+Άρθρο 32 2
------------+Άρθρο 32 3
------+SECTION 3 Simplified due diligence
---------+Άρθρο 33 Μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας
------------+Άρθρο 33 1
------------+Άρθρο 33 2
------------+Άρθρο 33 3
------------+Άρθρο 33 4
------------+Άρθρο 33 5
------+SECTION 4 Enhanced due diligence
---------+Άρθρο 34 Πεδίο εφαρμογής των μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας
------------+Άρθρο 34 1
------------+Άρθρο 34 2
------------+Άρθρο 34 3
------------+Άρθρο 34 4
------------+Άρθρο 34 5
------------+Άρθρο 34 6
------------+Άρθρο 34 7
------------+Άρθρο 34 8
---------+Άρθρο 35 Αντίμετρα για τον μετριασμό των απειλών της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που προέρχονται από χώρες εκτός της Ένωσης
------------+Article 35 (a)
------------+Article 35 (b)
---------+Άρθρο 36 Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης
------------+Article 36 (a)
------------+Article 36 (b)
------------+Article 36 (c)
------------+Article 36 (d)
------------+Article 36 (e)
------------+Άρθρο 36 2
---------+Άρθρο 37 Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης για παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων
------------+Άρθρο 37 1
------------+Άρθρο 37 2
------------+Άρθρο 37 3
---------+Άρθρο 38 Ειδικά μέτρα για μεμονωμένα ιδρύματα-πελατών τρίτων χωρών
------------+Άρθρο 38 1
------------+Άρθρο 38 2
------------+Άρθρο 38 3
------------+Άρθρο 38 4
------------+Άρθρο 38 5
------------+Άρθρο 38 6
------------+Άρθρο 38 7
---------+Άρθρο 39 Απαγόρευση των σχέσεων ανταπόκρισης με εικονικά ιδρύματα ή οργανισμούς
------------+Άρθρο 39 1
------------+Άρθρο 39 2
---------+Άρθρο 40 Μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων που αφορούν συναλλαγές με αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση
------------+Άρθρο 40 1
------------+Άρθρο 40 2
---------+Άρθρο 41 Ειδικές διατάξεις σχετικά με αιτούντες άδεια διαμονής μέσω επενδυτικών προγραμμάτων
---------+Άρθρο 42 Ειδικές διατάξεις αναφορικά με τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα
------------+Άρθρο 42 1
------------+Άρθρο 42 2
---------+Άρθρο 43 Κατάλογος σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων
------------+Άρθρο 43 1
------------+Άρθρο 43 2
------------+Άρθρο 43 3
------------+Άρθρο 43 4
------------+Άρθρο 43 5
---------+Άρθρο 44 Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα που είναι δικαιούχοι ασφαλιστήριων συμβολαίων
------------+Article 44 (a)
------------+Article 44 (b)
---------+Άρθρο 45 Μέτρα για πρόσωπα που παύουν να είναι πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα
------------+Άρθρο 45 1
------------+Άρθρο 45 2
------------+Άρθρο 45 3
---------+Άρθρο 46 Στενοί συγγενείς και πρόσωπα γνωστά ως στενοί συνεργάτες πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων
------+SECTION 5 Specific customer due diligence provisions
---------+Άρθρο 47 Διευκρινίσεις για τον τομέα ασφαλειών ζωής και άλλων ασφαλειών με επενδυτικό σκοπό
------------+Article 47 (a)
------------+Article 47 (b)
------------+Άρθρο 47 2
------+SECTION 6 Reliance on customer due diligence performed by other obliged entities
---------+Άρθρο 48 Γενικές διατάξεις σχετικά με τη στήριξη σε άλλες υπόχρεες οντότητες
------------+Άρθρο 48 1
------------+Άρθρο 48 2
------------+Άρθρο 48 3
------------+Άρθρο 48 4
---------+Άρθρο 49 Διαδικασία της στήριξης σε άλλη υπόχρεη οντότητα
------------+Άρθρο 49 1
------------+Άρθρο 49 2
------------+Άρθρο 49 3
------------+Άρθρο 49 4
------------+Άρθρο 49 5
---------+Άρθρο 50 Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη στήριξη σε άλλες υπόχρεες οντότητες
------------+Article 50 (a)
------------+Article 50 (b)
------------+Article 50 (c)
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ
------+Άρθρο 51 Προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων όσον αφορά νομικές οντότητες
---------+Article 51 (a)
---------+Article 51 (b)
---------+Άρθρο 51 2
------+Άρθρο 52 Πραγματικός δικαιούχος μέσω ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων
---------+Άρθρο 52 1
---------+Άρθρο 52 2
---------+Άρθρο 52 3
---------+Άρθρο 52 4
------+Άρθρο 53 Πραγματικός δικαιούχος μέσω ελέγχου
---------+Άρθρο 53 1
---------+Άρθρο 53 2
---------+Άρθρο 53 3
---------+Άρθρο 53 4
------+Άρθρο 54 Συνύπαρξη ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και ελέγχου στην ιδιοκτησιακή δομή
---------+Article 54 (a)
---------+Article 54 (b)
------+Άρθρο 55 Ιδιοκτησιακές δομές που περιλαμβάνουν νομικά μορφώματα ή παρεμφερή νομικές οντότητες
------+Άρθρο 56 Κοινοποιήσεις
------+Άρθρο 57 Προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων για νομικές οντότητες παρεμφερείς με ρητό εμπίστευμα
---------+Άρθρο 57 1
---------+Άρθρο 57 2
---------+Άρθρο 57 3
---------+Άρθρο 57 4
------+Άρθρο 58 Προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών μορφωμάτων
---------+Άρθρο 58 1
---------+Άρθρο 58 2
---------+Άρθρο 58 3
---------+Άρθρο 58 4
---------+Άρθρο 58 5
------+Άρθρο 59 Προσδιορισμός κατηγορίας δικαιούχων
---------+Άρθρο 59 1
---------+Άρθρο 59 2
---------+Άρθρο 59 3
------+Άρθρο 60 Προσδιορισμός των αντικειμένων εξουσίας και των υποκατάστατων ληπτών σε εμπιστεύματα διακριτικής ευχέρειας
------+Άρθρο 61 Προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων
---------+Article 61 (a)
---------+Article 61 (b)
---------+Article 61 (c)
------+Άρθρο 62 Πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο
---------+Άρθρο 62 1
---------+Άρθρο 62 2
------+Άρθρο 63 Υποχρεώσεις των νομικών οντοτήτων
---------+Άρθρο 63 1
---------+Άρθρο 63 2
---------+Άρθρο 63 3
---------+Άρθρο 63 4
---------+Άρθρο 63 5
---------+Άρθρο 63 6
------+Άρθρο 64 Υποχρεώσεις εμπιστευματοδόχων
---------+Άρθρο 64 1
---------+Άρθρο 64 2
---------+Άρθρο 64 3
---------+Άρθρο 64 4
---------+Άρθρο 64 5
---------+Άρθρο 64 6
---------+Άρθρο 64 7
------+Άρθρο 65 Εξαιρέσεις από τις υποχρεώσεις νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων
---------+Article 65 (a)
---------+Article 65 (b)
------+Άρθρο 66 Υποχρεώσεις ασκούντων καθήκοντα εξ ονόματος άλλου προσώπου
------+Άρθρο 67 Αλλοδαπές νομικές οντότητες και αλλοδαπά νομικά μορφώματα
---------+Άρθρο 67 1
---------+Άρθρο 67 2
---------+Άρθρο 67 3
---------+Άρθρο 67 4
---------+Άρθρο 67 5
---------+Άρθρο 67 6
---------+Άρθρο 67 7
---------+Άρθρο 67 8
------+Άρθρο 68 Κυρώσεις
---------+Άρθρο 68 1
---------+Άρθρο 68 2
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
------+Άρθρο 69 Αναφορά υπονοιών
---------+Άρθρο 69 1
---------+Άρθρο 69 2
---------+Άρθρο 69 3
---------+Άρθρο 69 4
---------+Άρθρο 69 5
---------+Άρθρο 69 6
---------+Άρθρο 69 7
---------+Άρθρο 69 8
---------+Άρθρο 69 9
------+Άρθρο 70 Ειδικές διατάξεις για την αναφορά υποψιών από ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων οντοτήτων
---------+Άρθρο 70 1
---------+Άρθρο 70 2
---------+Άρθρο 70 3
------+Άρθρο 71 Αποχή από τη διενέργεια συναλλαγών
---------+Άρθρο 71 1
---------+Άρθρο 71 2
------+Άρθρο 72 Γνωστοποίηση στη ΜΧΠ
------+Άρθρο 73 Απαγόρευση γνωστοποίησης
---------+Άρθρο 73 1
---------+Άρθρο 73 2
---------+Άρθρο 73 3
---------+Άρθρο 73 4
---------+Άρθρο 73 5
---------+Άρθρο 73 6
------+Άρθρο 74 Αναφορές συναλλαγών ορισμένων αγαθών υψηλής αξίας βάσει ορίου
---------+Άρθρο 74 1
---------+Άρθρο 74 2
---------+Άρθρο 74 3
---+ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
------+Άρθρο 75 Ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο συμπράξεων για τον διαμοιρασμό πληροφοριών
---------+Άρθρο 75 1
---------+Άρθρο 75 2
---------+Άρθρο 75 3
---------+Άρθρο 75 4
---------+Άρθρο 75 5
---------+Άρθρο 75 6
---------+Άρθρο 75 7
---+CHAPTER VII DATA PROTECTION AND RECORD RETENTION
------+Άρθρο 76 Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
---------+Άρθρο 76 1
---------+Άρθρο 76 2
---------+Άρθρο 76 3
---------+Άρθρο 76 4
---------+Άρθρο 76 5
------+Άρθρο 77 Τήρηση αρχείων
---------+Άρθρο 77 1
---------+Άρθρο 77 2
---------+Άρθρο 77 3
---------+Άρθρο 77 4
------+Άρθρο 78 Παροχή αρχείων στις αρμόδιες αρχές
---+CHAPTER VIII MEASURES TO MITIGATE RISKS DERIVING FROM ANONYMOUS INSTRUMENTS
------+Άρθρο 79 Ανώνυμοι λογαριασμοί και μετοχές στον κομιστή και δικαιώματα αγοράς μετοχών στον κομιστή
---------+Άρθρο 79 1
---------+Άρθρο 79 2
---------+Άρθρο 79 3
------+Άρθρο 80 Όρια συναλλαγών μεγάλων ποσών σε ρευστά διαθέσιμα έναντι αγαθών ή υπηρεσιών
---------+Άρθρο 80 1
---------+Άρθρο 80 2
---------+Άρθρο 80 3
---------+Άρθρο 80 4
---------+Άρθρο 80 5
---------+Άρθρο 80 6
---------+Άρθρο 80 7
---+CHAPTER IX FINAL PROVISIONS
------+SECTION 1 Cooperation between FIUs and the EPPO
---------+Άρθρο 81 Συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
------------+Άρθρο 81 1
------------+Άρθρο 81 2
------------+Άρθρο 81 3
---------+Άρθρο 82 Αιτήματα παροχής πληροφοριών προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
------------+Άρθρο 82 1
------------+Άρθρο 82 2
------+SECTION 2 Cooperation between FIUs and OLAF
---------+Άρθρο 83 Συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ και της OLAF
------------+Άρθρο 83 1
------------+Άρθρο 83 2
------------+Άρθρο 83 3
---------+Άρθρο 84 Αιτήματα παροχής πληροφοριών προς την OLAF
------------+Άρθρο 84 1
------------+Άρθρο 84 2
------+SECTION 3 Other provisions
---------+Άρθρο 85 Άσκηση της εξουσιοδότησης
------------+Άρθρο 85 1
------------+Άρθρο 85 2
------------+Άρθρο 85 3
------------+Άρθρο 85 4
------------+Άρθρο 85 5
------------+Άρθρο 85 6
------------+Άρθρο 85 7
---------+Άρθρο 86 Διαδικασία επιτροπής
------------+Άρθρο 86 1
------------+Άρθρο 86 2
---------+Άρθρο 87 Επανεξέταση
------------+Άρθρο 87 2
------------+Article 87 (a)
------------+Article 87 (b)
---------+Άρθρο 88 Εκθέσεις
------------+Article 88 (a)
------------+Article 88 (b)
------------+Article 88 (c)
------------+Article 88 (d)
---------+Άρθρο 89 Σχέση με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849
---------+Άρθρο 90 Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
|
English -
European Union -
Financial Industry -
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1624 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 31ης Μαΐου 2024 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1624 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 31ης Μαΐου 2024
σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
1. Επισκόπηση
| Τίτλος |
Κανονισμός |
|
Preamble: 1
|
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1)
|
Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) αποτελεί τη βασική νομική πράξη για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η εν λόγω οδηγία καθορίζει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο, το οποίο ενίσχυσε περαιτέρω η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) μέσω της αντιμετώπισης των αναδυόμενων κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της αύξησης της διαφάνειας σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Παρά τα επιτεύγματα βάσει του εν λόγω νομικού πλαισίου, η πείρα κατέδειξε ότι θα πρέπει να θεσπιστούν περαιτέρω βελτιώσεις προκειμένου να μετριαστούν επαρκώς οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να ανιχνεύονται με αποτελεσματικό τρόπο εγκληματικές απόπειρες κατάχρησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για εγκληματικούς σκοπούς.
|
|
(2)
|
Η βασική πρόκληση που διαπιστώθηκε όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 οι οποίες προβλέπουν υποχρεώσεις για τις υπόχρεες οντότητες, είναι η έλλειψη δυνατότητας άμεσης εφαρμογής των κανόνων που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις και η κατακερματισμένη προσέγγιση στα εθνικά πλαίσια. Παρότι οι εν λόγω κανόνες υφίστανται και έχουν εξελιχθεί επί διάστημα τριών δεκαετιών, εξακολουθούν να εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις μιας ολοκληρωμένης εσωτερικής αγοράς. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαίο οι κανόνες σχετικά με ζητήματα που επί του παρόντος εμπίπτουν στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι άμεσα εφαρμοστέοι από τις σχετικές υπόχρεες οντότητες να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο ενός κανονισμού, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η επιθυμητή ομοιομορφία στην εφαρμογή.
|
|
(3)
|
Η νέα αυτή νομική πράξη αποτελεί μέρος μιας ολοκληρωμένης δέσμης η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση του πλαισίου της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες («ξέπλυμα χρήματος») και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας («ΚΞΧ/ΧΤ»). Από κοινού, ο παρών κανονισμός, η οδηγία (EΕ) 2024/1640 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και οι κανονισμοί (EΕ) 2023/1113 (7) και (EΕ) 2024/1620 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) θα διαμορφώσουν το νομικό πλαίσιο που διέπει τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ τις οποίες πρέπει να εκπληρώνουν οι υπόχρεες οντότητες και στο οποίο στηρίζεται το θεσμικό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας («ΑΚΝΕΠΑΔ»).
|
|
(4)
|
Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας διενεργούνται συχνά σε διεθνές επίπεδο. Τα μέτρα που λαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο διεθνής συντονισμός και η διεθνής συνεργασία, έχουν πολύ περιορισμένα αποτελέσματα. Συνεπώς, τα μέτρα που θεσπίζονται από την Ένωση στον τομέα αυτόν θα πρέπει να είναι συμβατά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται σε διεθνές επίπεδο, και τουλάχιστον εξίσου αυστηρά με αυτές. Η δράση της Ένωσης θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τις συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force — FATF), καθώς και μέσα άλλων διεθνών φορέων που δραστηριοποιούνται στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι σχετικές ενωσιακές νομικές πράξεις θα πρέπει, όπου κρίνεται σκόπιμο, να ευθυγραμμιστούν με τα διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής που εγκρίθηκαν από την FATF τον Φεβρουάριο του 2012 («αναθεωρημένες συστάσεις της FATF»), καθώς και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις των εν λόγω προτύπων.
|
|
(5)
|
Μετά την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, οι πρόσφατες εξελίξεις στο πλαίσιο ποινικού δικαίου της Ένωσης συνέβαλαν στην ενίσχυση της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η οδηγία (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) οδήγησε σε μια κοινή αντίληψη περί του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των βασικών αδικημάτων της. Με την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) ορίστηκαν τα οικονομικά εγκλήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα οποία θα πρέπει επίσης να θεωρούνται βασικά αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Με την οδηγία (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) επιτεύχθηκε κοινή αντίληψη περί του εγκλήματος της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Δεδομένου ότι οι εν λόγω έννοιες αποσαφηνίζονται πλέον στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου της Ένωσης, δεν είναι στο εξής απαραίτητος ο ορισμός της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στο πλαίσιο των κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης. Αντιθέτως, το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης θα πρέπει να συνάδει πλήρως με το πλαίσιο ποινικού δικαίου της Ένωσης.
|
|
(6)
|
Η εναρμόνιση στον σχετικό τομέα του ποινικού δικαίου διαμορφώνει μια ισχυρή και συνεκτική προσέγγιση σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των βασικών αδικημάτων της, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς. Ταυτόχρονα, μια τέτοια προσέγγιση διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει ευρύτερη προσέγγιση όσον αφορά τον ορισμό των εγκληματικών δραστηριοτήτων που συνιστούν βασικά αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν αυτή την προσέγγιση. Για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1673, κάθε είδος αξιόποινης συμμετοχής στη διάπραξη βασικού αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως έχει ποινικοποιηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει επίσης να θεωρείται εγκληματική δραστηριότητα για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας και του παρόντος κανονισμού.
|
|
(7)
|
Η τεχνολογία εξελίσσεται διαρκώς, προσφέροντας ευκαιρίες στον ιδιωτικό τομέα για την ανάπτυξη νέων προϊόντων και συστημάτων ανταλλαγής κεφαλαίων ή αξίας. Παρότι πρόκειται για φαινόμενο που είναι θετικό, μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς οι εγκληματίες κατορθώνουν διαρκώς να εφευρίσκουν τρόπους εκμετάλλευσης των τρωτών σημείων με στόχο την απόκρυψη και τη μεταφορά παράνομων κεφαλαίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης είναι εκτεθειμένοι στην κατάχρηση των νέων διαύλων κυκλοφορίας παράνομου χρήματος και είναι σε θέση να εντοπίζουν τέτοιου είδους κυκλοφορία και να μετριάζουν τους κινδύνους. Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει τις εν λόγω οντότητες, σε συμφωνία με τα πρότυπα της FATF όσον αφορά τα κρυπτοστοιχεία. Ταυτόχρονα, καινοτόμα επιτεύγματα, όπως η ανάπτυξη του μετασύμπαντος, παρέχουν νέες ευρείες δυνατότητες για τη διάπραξη εγκλημάτων και για τη νομιμοποίηση των εσόδων τους. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό να επιδεικνύεται επαγρύπνηση όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με την παροχή καινοτόμων προϊόντων ή υπηρεσιών, είτε σε ενωσιακό είτε σε εθνικό επίπεδο, ή σε επίπεδο υπόχρεων οντοτήτων.
|
|
(8)
|
Οι οργανισμοί και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην περιφρούρηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού, με στόχο να μην επιτρέπεται σε εγκληματίες η νομιμοποίηση των εσόδων από τις παράνομες δραστηριότητές τους ή η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Επίσης, θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή μέτρα για τον μετριασμό του κινδύνου λόγω μη εφαρμογής ή αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων.
|
|
(9)
|
Ο ορισμός του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) καλύπτει ευρύ φάσμα φυσικών ή νομικών προσώπων που αναλαμβάνουν ή ασκούν τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Ορισμένοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές αναλαμβάνουν δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων υπό την πλήρη ευθύνη των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή διαμεσολαβητών και να ασκούν δραστηριότητες που υπόκεινται στις πολιτικές και τις διαδικασίες τους. Όταν οι εν λόγω διαμεσολαβητές δεν εισπράττουν ασφάλιστρα ή ποσά που προορίζονται για τον πελάτη, τον λήπτη της ασφάλισης ή τον δικαιούχο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν είναι σε θέση να επιδείξουν ουσιαστική δέουσα επιμέλεια ή να εντοπίσουν και να αναφέρουν ύποπτες συναλλαγές. Λόγω του περιορισμένου αυτού ρόλου και του γεγονότος ότι η πλήρης εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ διασφαλίζεται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές υπό την ευθύνη των οποίων παρέχουν υπηρεσίες, οι διαμεσολαβητές που δεν διαχειρίζονται κεφάλαια, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 25 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) δεν θα πρέπει να θεωρούνται υπόχρεες οντότητες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
|
|
(10)
|
Οι εταιρείες συμμετοχών που ασκούν μεικτές δραστηριότητες και έχουν τουλάχιστον μία θυγατρική η οποία είναι υπόχρεη οντότητα θα πρέπει οι ίδιες να συμπεριληφθούν ως υπόχρεες οντότητες στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Για να διασφαλιστεί η συνεπής εποπτεία από τις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας, στις περιπτώσεις που οι θυγατρικές μιας εταιρείας συμμετοχών μικτής δραστηριότητας περιλαμβάνουν τουλάχιστον ένα πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, η ίδια η εταιρεία συμμετοχών θα πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται ως χρηματοπιστωτικός οργανισμός.
|
|
(11)
|
Χρηματοοικονομικές συναλλαγές δύνανται επίσης να διενεργούνται στο πλαίσιο του ίδιου ομίλου ως ένα μέσο διαχείρισης των οικονομικών του ομίλου. Εντούτοις, οι εν λόγω συναλλαγές δεν πραγματοποιούνται έναντι πελατών και δεν απαιτούν την εφαρμογή μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου, είναι ανάγκη να αναγνωριστεί ότι ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες ή άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη ενός ομίλου σε άλλα μέλη του ίδιου ομίλου.
|
|
(12)
|
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες νομικοί θα πρέπει να υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό όταν συμμετέχουν σε χρηματοοικονομικές ή εταιρικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της παροχής φορολογικών συμβουλών, διότι υπάρχει κίνδυνος κατάχρησης των υπηρεσιών που παρέχουν οι εν λόγω επαγγελματίες νομικοί με σκοπό τη νομιμοποίηση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή για σκοπούς χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Σκόπιμο είναι, ωστόσο, να προβλεφθούν εξαιρέσεις από οποιαδήποτε υποχρέωση αναφοράς πληροφοριών που αποκτήθηκαν πριν, κατά τη διάρκεια ή έπειτα από νομικές διαδικασίες ή κατά τη διάρκεια της διαπίστωσης της νομικής θέσης του πελάτη, καθώς οι εν λόγω πληροφορίες καλύπτονται από δικηγορικό απόρρητο. Συνεπώς, η παροχή νομικών συμβουλών θα πρέπει να εξακολουθεί να υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός εάν ο ίδιος ο επαγγελματίας νομικός συμμετέχει σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή σε χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, εάν οι νομικές συμβουλές παρέχονται με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή εάν ο επαγγελματίας νομικός γνωρίζει ότι ο πελάτης ζητά νομικές συμβουλές με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η γνώση και ο σκοπός αυτός μπορούν να συναχθούν από αντικειμενικά πραγματικά περιστατικά. Δεδομένου ότι οι νομικές συμβουλές ενδέχεται ήδη να αναζητηθούν κατά το στάδιο της τέλεσης της εγκληματικής δραστηριότητας που παράγει έσοδα, είναι σημαντικό οι υποθέσεις που εξαιρούνται του δικηγορικού απορρήτου να επεκτείνονται σε περιπτώσεις στις οποίες οι νομικές συμβουλές παρέχονται στο πλαίσιο των βασικών αδικημάτων. Οι νομικές συμβουλές που ζητούνται σε σχέση με εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες δεν θα πρέπει να θεωρούνται νομικές συμβουλές για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
|
|
(13)
|
Προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»), όσον αφορά τους νόμιμους ελεγκτές, τους εξωτερικούς λογιστές και τους φορολογικούς συμβούλους, οι οποίοι, σε ορισμένα κράτη μέλη, δικαιούνται να υπερασπίζονται ή να εκπροσωπούν έναν πελάτη στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών ή να διαπιστώνουν τη νομική του θέση, οι πληροφορίες τις οποίες αποκτούν κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις υποχρεώσεις αναφοράς. Ωστόσο, οι ίδιες εξαιρέσεις που ισχύουν για τους συμβολαιογράφους και τους δικηγόρους θα πρέπει να ισχύουν και για τους επαγγελματίες όταν αυτοί ενεργούν κατά την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης ή όταν εξακριβώνουν τη νομική θέση του πελάτη.
|
|
(14)
|
Η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 ήταν η πρώτη νομική πράξη για την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που προκύπτουν από τα κρυπτοστοιχεία στην Ένωση. Επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ σε δύο είδη παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων: σε παρόχους υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων και σε παρόχους υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών. Λόγω των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και της προόδου στα πρότυπα της FATF, κρίνεται αναγκαία η επανεξέταση της εν λόγω προσέγγισης. Ένα πρώτο βήμα προς την ολοκλήρωση και την επικαιροποίηση του νομικού πλαισίου της Ένωσης συντελέστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), ο οποίος θεσπίζει απαιτήσεις για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για άδεια παροχής των υπηρεσιών τους στην εσωτερική αγορά. Ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε, επίσης, έναν ορισμό των κρυπτοστοιχείων και των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ο οποίος περιλαμβάνει ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1113 επέκτεινε τις απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας στις μεταφορές κρυπτοστοιχείων που πραγματοποιούνται από παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, και τροποποίησε την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 ώστε να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να καταστήσουν τους εν λόγω παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων υπόχρεες οντότητες. Οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα πρέπει επίσης να καλύπτονται και από τον παρόντα κανονισμό, ούτως ώστε να μετριαστεί τυχόν κίνδυνος κατάχρησης κρυπτοστοιχείων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
|
|
(15)
|
Η δημιουργία αγορών μοναδικών και μη αντικαταστατών κρυπτοστοιχείων είναι ακόμη πρόσφατη και δεν έχει οδηγήσει σε νομοθεσία που να ρυθμίζει τη λειτουργία τους. Η εξέλιξη των εν λόγω αγορών είναι αντικείμενο παρακολούθησης και είναι σημαντικό να μην οδηγήσει σε νέους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που δεν θα μπορούν να μετριαστούν δεόντως. Έως τις 30 Δεκεμβρίου 2024, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις όσον αφορά τα κρυπτοστοιχεία, μεταξύ των οποίων η αξιολόγηση της ανάπτυξης των αγορών μοναδικών και μη αντικαταστατών κρυπτοστοιχείων, η κατάλληλη ρυθμιστική αντιμετώπιση των εν λόγω κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης της αναγκαιότητας και της σκοπιμότητας της ρύθμισης των παρόχων υπηρεσιών που σχετίζονται με μοναδικά και μη αντικαταστατά κρυπτοστοιχεία. Εάν κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή πρέπει να συνοδεύει την εν λόγω έκθεση με νομοθετική πρόταση.
|
|
(16)
|
Τα τρωτά σημεία που εμφανίζουν οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας έχουν οριζόντιο χαρακτήρα και επηρεάζουν την εσωτερική αγορά στο σύνολό της. Έως σήμερα, οι προσεγγίσεις που εμφανίστηκαν στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη διαχείριση των εν λόγω κινδύνων ήταν αποκλίνουσες. Μολονότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) εναρμονίζει τη ρυθμιστική προσέγγιση για τις επιχειρηματικές επενδύσεις και τις πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης βάσει δανεισμού στο σύνολο της Ένωσης και εισάγει διάφορες διασφαλίσεις για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως η δέουσα επιμέλεια των πλατφορμών συμμετοχικής χρηματοδότησης όσον αφορά τους κυρίους των έργων και στο πλαίσιο των διαδικασιών αδειοδότησης, η έλλειψη εναρμονισμένου νομικού πλαισίου με ισχυρές υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ για τις πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης δημιουργεί κενά και αποδυναμώνει τις διασφαλίσεις ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης. Ως εκ τούτου είναι, αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι όλες οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503, υπόκεινται στη νομοθεσία ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης.
|
|
(17)
|
Οι διαμεσολαβητές συμμετοχικής χρηματοδότησης, οι οποίοι διαχειρίζονται ψηφιακή πλατφόρμα με σκοπό την αντιστοίχιση ή τη διευκόλυνση της αντιστοίχισης χρηματοδοτών με κυρίους έργων, όπως ενώσεις ή άτομα που αναζητούν χρηματοδότηση, εκτίθενται σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι επιχειρήσεις οι οποίες δεν είναι αδειοδοτημένες δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 επί του παρόντος είτε δεν υπόκεινται σε ρύθμιση είτε υπόκεινται σε αποκλίνουσες ρυθμιστικές προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους κανόνες και τις διαδικασίες για την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, οι διαμεσολαβητές αυτοί θα πρέπει να υπόκεινται στις υποχρεώσεις του παρόντος κανονισμού, ιδίως για την αποφυγή της εκτροπής χρηματικών ποσών, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 25) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, ή κρυπτοστοιχείων που αντλούνται για παράνομους σκοπούς από εγκληματίες. Προκειμένου να μετριαστούν οι εν λόγω κίνδυνοι, οι υποχρεώσεις αυτές ισχύουν για ευρύ φάσμα έργων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, εκπαιδευτικών ή πολιτιστικών έργων και για τη συλλογή των εν λόγω χρηματικών ποσών ή κρυπτοστοιχείων με στόχο τη στήριξη γενικότερων σκοπών, για παράδειγμα στον ανθρωπιστικό τομέα, ή για τη διοργάνωση ή τον εορτασμό οικογενειακών ή κοινωνικών εκδηλώσεων.
|
|
(18)
|
Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 έθεσε ως στόχο τον μετριασμό των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που απορρέουν από συναλλαγές μεγάλων ποσών σε μετρητά, συμπεριλαμβάνοντας στις υπόχρεες οντότητες τα πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά όταν καταβάλλουν ή λαμβάνουν πληρωμές σε μετρητά άνω των 10 000 EUR, ενώ, παράλληλα, επέτρεψε στα κράτη μέλη να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα. Η προσέγγιση αυτή αποδείχθηκε αναποτελεσματική, δεδομένης της ανεπαρκούς κατανόησης και εφαρμογής των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, της έλλειψης εποπτείας και του περιορισμένου αριθμού ύποπτων συναλλαγών που αναφέρονται στη μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ). Προκειμένου να μετριαστούν επαρκώς οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την αδιαφανή χρήση μεγάλων ποσών σε μετρητά, θα πρέπει να καθοριστεί ένα όριο σε επίπεδο Ένωσης για τις πληρωμές μεγάλων ποσών σε μετρητά άνω των 10 000 EUR. Συνεπώς, τα πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά δεν πρέπει πλέον να υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, με εξαίρεση τους εμπορευόμενους πολύτιμα μέταλλα και πολύτιμους λίθους, άλλα αγαθά υψηλής αξίας και πολιτιστικά αγαθά.
|
|
(19)
|
Ορισμένες κατηγορίες εμπόρων αγαθών είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, λόγω της υψηλής αξίας των συχνά μικρών σε μέγεθος, φορητών αγαθών τα οποία εμπορεύονται. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα πρόσωπα που εμπορεύονται πολύτιμα μέταλλα και πολύτιμους λίθους και άλλα αγαθά υψηλής αξίας θα πρέπει να υπόκεινται στις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ όταν το εν λόγω εμπόριο είναι είτε τακτική είτε κύρια επαγγελματική δραστηριότητα.
|
|
(20)
|
Τα μηχανοκίνητα οχήματα, τα σκάφη και τα αεροσκάφη στα υψηλότερα τμήματα της αγοράς είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους κατάχρησης για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, δεδομένης της υψηλής αξίας και της δυνατότητας μεταφοράς τους. Ως εκ τούτου, οι έμποροι των εν λόγω αγαθών θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Η δυνατότητα μεταφοράς των εν λόγω αγαθών τα καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικά για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δεδομένης της ευκολίας με την οποία τα εν λόγω αγαθά μπορούν να διακινούνται διαμέσου ή εκτός των συνόρων της Ένωσης, και του γεγονότος ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα εν λόγω αγαθά όταν είναι ταξινομημένα σε τρίτες χώρες ενδέχεται να μην είναι εύκολα προσβάσιμες από τις αρμόδιες αρχές. Για να μετριαστούν οι κίνδυνοι κατάχρησης ενωσιακών αγαθών υψηλής αξίας για εγκληματικούς σκοπούς και για να διασφαλιστεί η ευκρίνεια της κυριότητας των εν λόγω αγαθών, είναι αναγκαίο να απαιτείται από τους εμπόρους αγαθών υψηλής αξίας να αναφέρουν τις συναλλαγές που αφορούν την πώληση μηχανοκίνητων οχημάτων, σκαφών και αεροσκαφών. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί παρέχουν υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για τη σύναψη της πώλησης ή της μεταβίβασης της κυριότητας των εν λόγω αγαθών και θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να αναφέρουν τις εν λόγω συναλλαγές στη ΜΧΠ. Τα αγαθά που προορίζονται αποκλειστικά για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε τέτοιες γνωστοποιήσεις· εντούτοις, οι πωλήσεις για ιδιωτική και μη εμπορική χρήση δεν θα πρέπει να περιορίζονται σε περιπτώσεις στις οποίες ο πελάτης είναι φυσικό πρόσωπο, αλλά θα πρέπει επίσης να αφορούν πωλήσεις σε νομικές οντότητες και μορφώματα, ιδίως όταν αυτά έχουν συσταθεί για τη διαχείριση του πλούτου του πραγματικού δικαιούχου τους.
|
|
(21)
|
Οι φορείς επενδυτικής μετανάστευσης είναι ιδιωτικές εταιρείες, οργανισμοί ή πρόσωπα που ενεργούν ή έχουν άμεση επαφή με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση δικαιωμάτων διαμονής για λογαριασμό υπηκόων τρίτων χωρών ή παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι επιδιώκουν να αποκτήσουν δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος, με αντάλλαγμα κάθε είδους επένδυση, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κεφαλαίων, της αγοράς ή ενοικίασης ακίνητης περιουσίας, της επένδυσης σε κρατικά ομόλογα, της επένδυσης σε εταιρείες, της δωρεάς ή επιχορήγησης δραστηριότητας που συμβάλλει στο δημόσιο συμφέρον και των συνεισφορών στον κρατικό προϋπολογισμό. Τα προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές παρουσιάζουν κινδύνους και τρωτά σημεία σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη δωροδοκία και τη φοροδιαφυγή. Οι κίνδυνοι αυτοί εντείνονται λόγω των διασυνοριακών δικαιωμάτων που συνεπάγεται η διαμονή σε ένα κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο οι φορείς επενδυτικής μετανάστευσης να υπαχθούν σε υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές, τα οποία οδηγούν σε απόκτηση ιθαγένειας ως αντάλλαγμα για επένδυση αυτού του είδους, καθώς τα εν λόγω προγράμματα πρέπει να θεωρείται ότι υπονομεύουν το θεμελιώδες καθεστώς της ιθαγένειας της Ένωσης και την καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών.
|
|
(22)
|
Ενώ οι πιστωτικοί φορείς ενυπόθηκης και καταναλωτικής πίστης είναι συνήθως πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, υπάρχουν μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων που δεν χαρακτηρίζονται ως πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο Ένωσης, αλλά υπόκεινται σε ανάλογες υποχρεώσεις σε ορισμένα κράτη μέλη, λόγω της έκθεσής τους σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Αναλόγως του επιχειρηματικού τους μοντέλου, οι εν λόγω μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων μπορούν να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οντότητες με παρεμφερείς δραστηριότητες οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους αυτού του είδους εμπίπτουν σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, ανεξαρτήτως του αν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν οι μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς αλλά, συνεπεία των δραστηριοτήτων τους, είναι εκτεθειμένοι σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, ο μεσίτης πιστώσεων ενεργεί για λογαριασμό του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που χορηγεί και διεκπεραιώνει το δάνειο. Στις περιπτώσεις αυτές, οι απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ δεν θα πρέπει να ισχύουν για τους μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων, αλλά μόνο για τα πιστωτικά ιδρύματα ή τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
|
|
(23)
|
Για τη διασφάλιση συνεκτικής προσέγγισης, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ποιες οντότητες στον τομέα των επενδύσεων υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Παρά το γεγονός ότι οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, είναι ανάγκη να ευθυγραμμιστεί η σχετική ορολογία με την υφιστάμενη νομοθεσία της Ένωσης για τους οργανισμούς επενδύσεων, ήτοι τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ (16) και 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17). Δεδομένου ότι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να συσταθούν χωρίς νομική προσωπικότητα, είναι επίσης αναγκαίο να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού οι διαχειριστές τους. Οι απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της μορφής με την οποία τα μερίδια ή οι μετοχές ενός οργανισμού διατίθενται προς αγορά στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που τα μερίδια ή οι μετοχές προσφέρονται άμεσα ή έμμεσα σε επενδυτές εγκατεστημένους στην Ένωση ή προτείνονται στους εν λόγω επενδυτές με πρωτοβουλία του διαχειριστή ή εξ ονόματός του. Δεδομένου ότι τόσο οι οργανισμοί όσο και οι διαχειριστές οργανισμών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η αλληλεπικάλυψη των προσπαθειών. Για τον σκοπό αυτόν, τα μέτρα ΚΞΧ/ΧΤ που λαμβάνονται σε επίπεδο οργανισμού και στο επίπεδο του διαχειριστή του δεν θα πρέπει να είναι τα ίδια, αλλά θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την κατανομή των καθηκόντων μεταξύ του οργανισμού και του διαχειριστή του.
|
|
(24)
|
Οι δραστηριότητες των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων και των πρακτόρων ποδοσφαίρου εκτίθενται σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματά της που οφείλονται σε διάφορους παράγοντες εγγενείς στον τομέα του ποδοσφαίρου, όπως η παγκόσμια δημοφιλία του ποδοσφαίρου, τα σημαντικά ποσά, οι ταμειακές ροές και τα οικονομικά συμφέροντα που εμπλέκονται, η συχνότητα των διασυνοριακών συναλλαγών και οι ενίοτε αδιαφανείς ιδιοκτησιακές δομές. Όλοι οι εν λόγω παράγοντες εκθέτουν το ποδόσφαιρο σε δυνητικές καταχρήσεις από εγκληματίες που επιδιώκουν τη νομιμοποίηση παράνομων κεφαλαίων και, ως εκ τούτου, καθιστούν το άθλημα επιρρεπές στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματά της. Στους βασικούς τομείς που διατρέχουν κίνδυνο συγκαταλέγονται για παράδειγμα, οι συναλλαγές με επενδυτές και χορηγούς, συμπεριλαμβανομένων διαφημιστών, και η μεταγραφή παικτών. Ως εκ τούτου, οι επαγγελματικοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι και οι πράκτορες ποδοσφαίρου θα πρέπει να θεσπίσουν ισχυρά μέτρα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων η άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όσον αφορά επενδυτές, χορηγούς, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστών, και άλλους εταίρους και αντισυμβαλλομένους με τους οποίους συναλλάσσονται. Προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε δυσανάλογη επιβάρυνση για μικρότερους συλλόγους που είναι λιγότερο εκτεθειμένοι σε κινδύνους εγκληματικής κατάχρησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, βάσει αποδεδειγμένα χαμηλότερου κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, να εξαιρούν ορισμένους επαγγελματικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, εν όλω ή εν μέρει.
|
|
(25)
|
Οι δραστηριότητες των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων που ανταγωνίζονται στις υψηλότερες κατηγορίες των εθνικών ποδοσφαιρικών συλλόγων τους καθιστούν πιο εκτεθειμένους σε υψηλότερους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των βασικών αδικημάτων της σε σύγκριση με τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους που αγωνίζονται σε χαμηλότερες κατηγορίες. Για παράδειγμα, οι κορυφαίοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι προβαίνουν σε ουσιαστικότερες χρηματοοικονομικές συναλλαγές, όπως μεταγραφές ποδοσφαιριστών υψηλής αξίας και συμφωνίες χορηγίας, ενδέχεται να έχουν πιο σύνθετες εταιρικές δομές με πολλαπλά επίπεδα ιδιοκτησίας και είναι πιθανότερο να πραγματοποιούν διασυνοριακές συναλλαγές. Οι εν λόγω παράγοντες καθιστούν τους εν λόγω κορυφαίους συλλόγους ελκυστικότερους για τους εγκληματίες και προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες απόκρυψης παράνομων κεφαλαίων. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν τους επαγγελματικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους που αγωνίζονται στην υψηλότερη κατηγορία μόνο σε περιπτώσεις αποδεδειγμένα χαμηλού κινδύνου και υπό την προϋπόθεση ότι ο κύκλος εργασιών των συλλόγων αυτών για καθένα από τα 2 προηγούμενα έτη είναι μικρότερος των 5 000 000 EUR ή του ισόποσου σε εθνικό νόμισμα. Ωστόσο, ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την κατηγορία στην οποία αγωνίζεται ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος. Οι σύλλογοι χαμηλότερων κατηγοριών μπορούν επίσης να εκτίθενται σε σημαντικούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των βασικών αδικημάτων της. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εξαιρούν από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους χαμηλότερων κατηγοριών που συνδέονται με αποδεδειγμένα χαμηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
|
|
(26)
|
Ο παρών κανονισμός εναρμονίζει τα μέτρα που πρέπει να θεσπιστούν για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε επίπεδο Ένωσης. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις σε περιορισμένες περιπτώσεις όπου αντιμετωπίζουν ειδικούς κινδύνους. Για να διασφαλιστεί ότι οι κίνδυνοι αυτοί μετριάζονται επαρκώς, οι υπόχρεες οντότητες που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να εφαρμόζουν τις πρόσθετες αυτές απαιτήσεις, είτε δραστηριοποιούνται στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος στο πλαίσιο της ελευθερίας εγκατάστασης είτε στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν υποδομή στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος. Επιπλέον, προκειμένου να αποσαφηνιστεί η σχέση μεταξύ αυτών των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ποιες δραστηριότητες ισοδυναμούν με εγκατάσταση.
|
|
(27)
|
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός εάν ορίζεται ρητώς στην τομεακή νομοθεσία, η εγκατάσταση δεν χρειάζεται να έχει τη μορφή θυγατρικής, υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά μπορεί να αποτελείται από γραφείο το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό υπόχρεης οντότητας ή από πρόσωπο ανεξάρτητο αλλά εξουσιοδοτημένο να ενεργεί σε μόνιμη βάση για την υπόχρεη οντότητα. Σύμφωνα με τον εν λόγω ορισμό, που προϋποθέτει την πραγματική άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στον τόπο εγκατάστασης του παρόχου υπηρεσιών, μόνη η ύπαρξη γραμματοκιβωτίου δεν συνιστά εγκατάσταση. Ομοίως, τα γραφεία ή άλλες υποδομές που χρησιμοποιούνται για υποστηρικτικές δραστηριότητες, όπως απλές δραστηριότητες υποστήριξης, κόμβοι ΤΠ ή κέντρα δεδομένων τη διαχείριση των οποίων διενεργούν υπόχρεες οντότητες, δεν συνιστούν εγκατάσταση. Αντιστρόφως, δραστηριότητες όπως η παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων μέσω ΑΤΜ συνιστούν εγκατάσταση, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου υλικού εξοπλισμού που απαιτείται για τους φορείς εκμετάλλευσης που εξυπηρετούν κυρίως τους πελάτες τους μέσω του διαδικτύου, όπως συμβαίνει με τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
|
|
(28)
|
Είναι σημαντικό οι απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ να εφαρμόζονται κατά τρόπο αναλογικό και η επιβολή τυχόν απαίτησης να είναι ανάλογη προς τον ρόλο που οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να διαδραματίζουν στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα, σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου του παρόντος κανονισμού, να εξαιρούν ορισμένους οικονομικούς φορείς από τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, όταν οι δραστηριότητες που αυτοί ασκούν παρουσιάζουν χαμηλό επίπεδο κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και όταν οι εν λόγω δραστηριότητες έχουν περιορισμένο χαρακτήρα. Προκειμένου να διασφαλιστεί διαφάνεια και συνοχή στην εφαρμογή των εν λόγω εξαιρέσεων στο σύνολο της Ένωσης, θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ένας μηχανισμός που επιτρέπει στην Επιτροπή να επαληθεύει την αναγκαιότητα των εξαιρέσεων που πρόκειται να παραχωρηθούν. Επίσης, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει τις εν λόγω εξαιρέσεις σε ετήσια βάση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
|
|
(29)
|
Μια συνεκτική δέσμη κανόνων για τα εσωτερικά συστήματα και τους ελέγχους, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, θα ενισχύσει τη συμμόρφωση όσον αφορά την ΚΞΧ/ΧΤ και θα καταστήσει την εποπτεία πιο αποτελεσματική. Προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκής μετριασμός των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και των κινδύνων ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να εφαρμόζουν ένα πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, το οποίο συνίσταται σε πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους με βάση τους κινδύνους και σε ένα σαφή διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων στο σύνολο του οργανισμού. Σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου του παρόντος κανονισμού, οι εν λόγω πολιτικές, διαδικασίες και έλεγχοι θα πρέπει να είναι ανάλογοι προς τη φύση της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων και της πολυπλοκότητάς της, και του μεγέθους της υπόχρεης οντότητας και να ανταποκρίνονται στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διατρέχει η οντότητα, συμπεριλαμβανομένων, για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, των συναλλαγών με αυτοφιλοξενούμενα πορτοφόλια.
|
|
(30)
|
Για την ύπαρξη κατάλληλης προσέγγισης βάσει του κινδύνου, είναι απαραίτητο οι υπόχρεες οντότητες να εντοπίζουν τους εγγενείς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας καθώς και τους κινδύνους ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων που διατρέχουν λόγω των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, ούτως ώστε να επιτυγχάνουν τον αποτελεσματικό μετριασμό τους και να διασφαλίζουν ότι οι οικείες πολιτικές, διαδικασίες και εσωτερικοί έλεγχοι ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση των εν λόγω εγγενών κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα χαρακτηριστικά των πελατών τους, τα προσφερόμενα προϊόντα, τις προσφερόμενες υπηρεσίες ή συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων, για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, των συναλλαγών με αυτοφιλοξενούμενα πορτοφόλια, τις σχετικές χώρες ή τις γεωγραφικές περιοχές και τους διαύλους διανομής που χρησιμοποιούνται. Ενόψει της εξελισσόμενης φύσης των κινδύνων, οι εν λόγω εκτιμήσεις κινδύνου θα πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά.
|
|
(31)
|
Προκειμένου να υποστηριχθεί μια συνεκτική και αποτελεσματική προσέγγιση ως προς τον προσδιορισμό των κινδύνων που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις τους από τις υπόχρεες οντότητες, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για το περιεχόμενο της εκτίμησης κινδύνου σε επίπεδο επιχείρησης και τις πρόσθετες πηγές πληροφοριών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Οι εν λόγω πηγές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν πληροφορίες από διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων στον τομέα της ΚΞΧ/ΧΤ, όπως εκθέσεις αμοιβαίας αξιολόγησης της FATF, καθώς και άλλες έγκυρες και αξιόπιστες πηγές που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τυπολογίες, αναδυόμενους κινδύνους και εγκληματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς, όπως εκθέσεις από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, μέσα ενημέρωσης και πανεπιστήμια.
|
|
(32)
|
Είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά και οι ανάγκες των μικρότερων υπόχρεων οντοτήτων και να διασφαλιστεί μεταχείριση προσαρμοσμένη στις ειδικές ανάγκες τους και στη φύση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Αυτό ενδέχεται να περιλαμβάνει την εξαίρεση ορισμένων υπόχρεων οντοτήτων από τη διενέργεια εκτίμησης κινδύνου όταν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τον τομέα δραστηριότητας της οντότητας είναι επαρκώς κατανοητοί.
|
|
(33)
|
Η FATF έχει καταρτίσει πρότυπα για περιοχές δικαιοδοσίας προκειμένου να εντοπίζονται και να εκτιμώνται οι κίνδυνοι ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων που συνδέονται με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής και να λαμβάνονται μέτρα για τον μετριασμό τους. Τα νέα αυτά πρότυπα που καθόρισε η FATF δεν υποκαθιστούν ούτε υπονομεύουν τις υφιστάμενες αυστηρές υποχρεώσεις των χωρών να επιβάλλουν στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις ώστε να συμμορφώνονται με τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ) σχετικά με την πρόληψη, την καταστολή και τη διακοπή της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής και της χρηματοδότησής της. Οι εν λόγω υφιστάμενες υποχρεώσεις, όπως εφαρμόζονται σε επίπεδο Ένωσης βάσει των αποφάσεων 2010/413/ΚΕΠΠΑ (18) και (ΚΕΠΠΑ) 2016/849 του Συμβουλίου (19), καθώς και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 267/2012 (20) και (ΕΕ) 2017/1509 του Συμβουλίου (21), εξακολουθούν να δεσμεύουν όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός της Ένωσης. Δεδομένων των ειδικών κινδύνων μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων στους οποίους εκτίθεται η Ένωση, είναι σκόπιμο να επεκταθεί η αξιολόγηση των κινδύνων ώστε να συμπεριλάβει όλες τις στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις που θεσπίζονται σε επίπεδο Ένωσης. Η ανάλογη με τον βαθμό κινδύνου φύση των μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ που σχετίζονται με στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις δεν αίρει την υποχρέωση βάσει κανόνων, στην οποία υπόκεινται όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στην Ένωση, δέσμευσης και απαγόρευσης διάθεσης κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, άμεσα ή έμμεσα, προς όφελος καταχωρισμένων προσώπων και οντοτήτων.
|
|
(34)
|
Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι μετριάζονται κατάλληλα οι κίνδυνοι ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, είναι σημαντικό να καθοριστούν μέτρα που υποχρεούνται να εφαρμόζουν οι υπόχρεες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τον έλεγχο της πελατειακής βάσης τους έναντι των καταλόγων προσώπων ή οντοτήτων που έχουν κατονομαστεί δυνάμει στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων. Οι απαιτήσεις που υπέχουν οι υπόχρεες οντότητες δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν αίρουν την υποχρέωση βάσει κανόνων της δέσμευσης και μη διάθεσης κεφαλαίων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, άμεσα ή έμμεσα, σε πρόσωπα ή οντότητες που υπόκεινται σε στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις οι οποίες ισχύουν για όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στην Ένωση. Επιπλέον, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού δεν προορίζονται να αντικαταστήσουν τις υποχρεώσεις σχετικά με τον έλεγχο των πελατών για την εφαρμογή στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων δυνάμει άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης ή δυνάμει του εθνικού δικαίου.
|
|
(35)
|
Με στόχο να αποτυπωθούν οι τελευταίες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, στον παρόντα κανονισμό πρέπει να εισαχθεί απαίτηση για τον εντοπισμό, την κατανόηση, τη διαχείριση και τον μετριασμό, σε επίπεδο υπόχρεης οντότητας, των κινδύνων λόγω ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων.
|
|
(36)
|
Η καταχώριση ή η κατονομασία προσώπων ή οντοτήτων από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή την επιτροπή κυρώσεων του ΟΗΕ ενσωματώνεται στο δίκαιο της Ένωσης μέσω αποφάσεων και κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 29 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και του άρθρου 215 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αντίστοιχα, με τις οποίες επιβάλλονται στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις στα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες. Η διαδικασία έκδοσης των εν λόγω πράξεων σε επίπεδο Ένωσης απαιτεί τον έλεγχο της συμμόρφωσης κάθε κατονομασίας ή καταχώρισης σε κατάλογο με τα θεμελιώδη δικαιώματα που παρέχονται δυνάμει του Χάρτη. Μεταξύ της δημοσίευσης από τα Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ) και της έναρξης εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης για τη μεταφορά των καταχωρίσεων ή των κατονομασιών του ΟΗΕ ΗΕ, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, να τηρούν αρχεία των κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν για πελάτες που έχουν καταχωριστεί ή κατονομάζονται δυνάμει οικονομικών κυρώσεων του ΟΗΕ, ή για πελάτες υπό την κυριότητα ή τον έλεγχο καταχωρισμένων ή κατονομαζόμενων προσώπων ή οντοτήτων, όσον αφορά κάθε απόπειρα συναλλαγής και συναλλαγές που πραγματοποιούνται για τον πελάτη, όπως για την κάλυψη βασικών αναγκών του πελάτη.
|
|
(37)
|
Κατά την αξιολόγηση του εάν ένας πελάτης που είναι νομική οντότητα ανήκει σε πρόσωπα που έχουν κατονομαστεί δυνάμει στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων ή τελεί υπό τον έλεγχό τους, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή και την αξιολόγηση των περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων) στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και των βέλτιστων πρακτικών της Ένωσης για την αποτελεσματική εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων.
|
|
(38)
|
Είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να λαμβάνουν όλα τα μέτρα στο επίπεδο της διαχείρισής τους για την εφαρμογή εσωτερικών πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων και την υλοποίηση των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ. Παρότι για την εφαρμογή των εσωτερικών πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων της υπόχρεης οντότητας θα πρέπει να ορίζεται ως υπεύθυνο ένα μέλος του διοικητικού οργάνου, η ευθύνη συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να έγκειται τελικά στο διοικητικό όργανο της οντότητας. Η εν λόγω ανάθεση ευθύνης δεν θα πρέπει να θίγει τις εθνικές διατάξεις σχετικά με την κοινή αστική ή ποινική ευθύνη των διοικητικών οργάνων. Τα καθήκοντα που αφορούν την εφαρμογή των εσωτερικών πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων ΚΞΧ/ΧΤ της υπόχρεης οντότητας σε καθημερινή βάση θα πρέπει να ανατίθενται στον υπεύθυνο συμμόρφωσης.
|
|
(39)
|
Θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα κάθε κράτος μέλος να ορίζει στο εθνικό του δίκαιο ότι μια υπόχρεη οντότητα που υπόκειται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας οι οποίοι απαιτούν τον διορισμό υπευθύνου συμμόρφωσης ή προϊσταμένου του τμήματος εσωτερικού ελέγχου μπορεί να αναθέτει στα εν λόγω πρόσωπα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του υπευθύνου συμμόρφωσης σε θέματα ΚΞΧ/ΧΤ και του τμήματος εσωτερικού ελέγχου για σκοπούς ΚΞΧ/ΧΤ. Σε περιπτώσεις υψηλότερων κινδύνων ή όταν αυτό δικαιολογείται από το μέγεθος της υπόχρεης οντότητας, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα οι αρμοδιότητες των ελέγχων συμμόρφωσης και της καθημερινής εφαρμογής των πολιτικών και διαδικασιών ΚΞΧ/ΧΤ της υπόχρεης οντότητας να ανατίθενται σε δύο διαφορετικά πρόσωπα.
|
|
(40)
|
Για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ, είναι επίσης καθοριστικής σημασίας οι υπάλληλοι των υπόχρεων οντοτήτων, καθώς και οι αντιπρόσωποι ή οι διανομείς τους, οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην εν λόγω εφαρμογή, να κατανοούν τις απαιτήσεις και τις εσωτερικές πολιτικές, τις διαδικασίες και τους ελέγχους που θέτει σε εφαρμογή η υπόχρεη οντότητα. Για τον σκοπό αυτόν, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της παροχής προγραμμάτων κατάρτισης. Εφόσον απαιτείται, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να παρέχουν βασική κατάρτιση σχετικά με τα μέτρα ΚΞΧ/ΧΤ σε όλους όσοι διαδραματίζουν ρόλο στην εφαρμογή των εν λόγω μέτρων. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τους υπαλλήλους των υπόχρεων οντοτήτων, αλλά και τους αντιπροσώπους και τους διανομείς τους.
|
|
(41)
|
Τα άτομα που είναι επιφορτισμένα με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση των δεξιοτήτων, των γνώσεων, της εμπειρογνωσίας, της ακεραιότητας και της συμπεριφοράς τους. Η άσκηση από τους εργαζόμενους καθηκόντων σχετικών με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας προς στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ όσον αφορά πελάτες με τους οποίους διατηρούν στενή προσωπική ή επαγγελματική σχέση μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις συμφερόντων και να υπονομεύσει την ακεραιότητα του συστήματος. Τέτοιες σχέσεις ενδέχεται να υφίστανται κατά τον χρόνο σύναψης της επιχειρηματικής σχέσης, αλλά μπορούν επίσης να προκύψουν και στη συνέχεια. Κατά συνέπεια, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να εφαρμόζουν διαδικασίες για τη διαχείριση και την αντιμετώπιση συγκρούσεων συμφερόντων. Οι εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι απαγορεύεται να ασκούν οποιοδήποτε καθήκον αφορά τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας προς το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ σε σχέση με αντίστοιχους πελάτες.
|
|
(42)
|
Ενδέχεται να προκύψουν περιπτώσεις στις οποίες πρόσωπα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υπόχρεες οντότητες παρέχουν τις υπηρεσίες τους εσωτερικά σε επιχειρήσεις των οποίων οι δραστηριότητες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Δεδομένου ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν ενεργούν ως ρυθμιστές της πρόσβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω υπάλληλοι, για παράδειγμα οι εσωτερικοί νομικοί σύμβουλοι, δεν καλύπτονται από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Ομοίως, τα πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να θεωρούνται αυτοτελώς υπόχρεες οντότητες όταν οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται στο πλαίσιο της απασχόλησής τους σε υπόχρεη οντότητα, για παράδειγμα στην περίπτωση δικηγόρων ή λογιστών που απασχολούνται σε νομική ή λογιστική επιχείρηση.
|
|
(43)
|
Η συνεπής εφαρμογή πολιτικών και διαδικασιών ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο ομίλου έχει κομβική σημασία για την άρτια και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εντός ενός ομίλου. Για τον σκοπό αυτόν, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται από τη μητρική επιχείρηση. Οι οντότητες εντός ενός ομίλου θα πρέπει να υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες όταν ο διαμοιρασμός αυτός είναι σημαντικός για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ο διαμοιρασμός πληροφοριών θα πρέπει να υπόκειται σε επαρκείς εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, προστασίας των δεδομένων και χρήσης των πληροφοριών. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα κατάρτισης σχεδίων ρυθμιστικών προτύπων που καθορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις διαδικασιών και πολιτικών σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ελάχιστων προτύπων για τον διαμοιρασμό πληροφοριών εντός ενός ομίλου και των κριτηρίων για την ον προσδιορισμό μητρικών επιχειρήσεων για ομίλους με έδρα εκτός της Ένωσης.
|
|
(44)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ όταν διάφορες υπόχρεες οντότητες συνδέονται άμεσα ή έμμεσα μεταξύ τους και συνιστούν ή αποτελούν μέρος ομίλου οντοτήτων, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα του ευρύτερου δυνατού ορισμού ενός ομίλου. Για τον σκοπό αυτόν, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να ακολουθούν τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες, οι οποίοι επιτρέπουν σε δομές με διάφορα είδη οικονομικών δεσμών να θεωρούνται ως όμιλοι. Ενώ ένας παραδοσιακός όμιλος περιλαμβάνει μια μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, άλλα είδη δομών του ομίλου είναι εξίσου σημαντικά, όπως για παράδειγμα οι δομές ομίλων διαφόρων μητρικών οντοτήτων που κατέχουν μία μεμονωμένη θυγατρική, οι οποίες έχουν αναφερθεί ως οντότητες που συνδέονται μόνιμα με κεντρικό οργανισμό στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22), ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του εν λόγω κανονισμού. Οι εν λόγω δομές είναι όλες όμιλοι σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρούνται όμιλοι για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
|
|
(45)
|
Πέραν των ομίλων, υπάρχουν και άλλες δομές, όπως τα δίκτυα ή οι συμπράξεις, στις οποίες οι υπόχρεες οντότητες μπορεί να έχουν κοινή κυριότητα, διαχείριση και ελέγχους συμμόρφωσης. Προκειμένου να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των τομέων και παράλληλα να αποφευχθεί ο υπερβολικός φόρτος των εν λόγω τομέων, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να προσδιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στις εν λόγω δομές παρόμοιες πολιτικές σε επίπεδο ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
|
|
(46)
|
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες υποκαταστήματα και θυγατρικές υπόχρεων οντοτήτων βρίσκονται σε τρίτες χώρες όπου οι ελάχιστες απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων προστασίας των δεδομένων, είναι λιγότερο αυστηρές από αυτές που προβλέπει το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, και με στόχο να προλαμβάνεται πλήρως η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς να διασφαλίζονται τα βέλτιστα πρότυπα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πολιτών της Ένωσης, τα εν λόγω υποκαταστήματα και θυγατρικές θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ που καθορίζονται σε επίπεδο Ένωσης. Αν η νομοθεσία μιας τρίτης χώρας δεν επιτρέπει τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις, για παράδειγμα εξαιτίας περιορισμών στη δυνατότητα του ομίλου να έχει πρόσβαση, να επεξεργάζεται ή να ανταλλάσσει πληροφορίες λόγω ανεπαρκούς επιπέδου προστασίας των δεδομένων ή της νομοθεσίας περί τραπεζικού απορρήτου στην εν λόγω τρίτη χώρα, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω υποκαταστήματα και οι θυγατρικές στην εν λόγω χώρα διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους. Θα πρέπει να ανατεθεί στην ΑΚΝΕΠΑΔ η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν το είδος των εν λόγω πρόσθετων μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
|
|
(47)
|
Οι υπόχρεες οντότητες ενδέχεται να αναθέτουν καθήκοντα που σχετίζονται με την εκπλήρωση ορισμένων απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ σε πάροχο υπηρεσιών. Στις περιπτώσεις σχέσεων εξωτερικής ανάθεσης βάσει συμβάσεως μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων και παρόχων υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, κάθε υποχρέωση που αφορά την ΚΞΧ/ΧΤ την οποία υπέχουν οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών συστήνεται μόνον συμβατικά μεταξύ των μερών και δεν απορρέει από τον παρόντα κανονισμό. Συνεπώς, η ευθύνη για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εξακολουθεί να βαρύνει εξ ολοκλήρου την υπόχρεη οντότητα. Η υπόχρεη οντότητα θα πρέπει ιδίως να διασφαλίζει ότι, όταν ένας πάροχος υπηρεσιών συμμετέχει για σκοπούς εξ αποστάσεως προσδιορισμού του πελάτη, τηρείται η προσέγγιση βάσει κινδύνων. Δεν θεωρούνται εξωτερική ανάθεση διαδικασίες ή ρυθμίσεις που συμβάλλουν στην εκτέλεση απαίτησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου η ίδια η εκπλήρωση της απαίτησης δεν εκτελείται από πάροχο υπηρεσιών, όπως η χρήση ή η απόκτηση λογισμικού τρίτων ή η πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων ή υπηρεσίες ελέγχου από την υπόχρεη οντότητα.
|
|
(48)
|
Η δυνατότητα εξωτερικής ανάθεσης καθηκόντων σε πάροχο υπηρεσιών επιτρέπει στις υπόχρεες οντότητες να αποφασίζουν σχετικά με τον τρόπο κατανομής των πόρων τους για τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, αλλά δεν τις απαλλάσσει από την υποχρέωσή τους να κατανοήσουν εάν τα μέτρα που λαμβάνουν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανατίθενται εξωτερικά σε παρόχους υπηρεσιών, μετριάζουν τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που εντοπίζονται, και εάν τα εν λόγω μέτρα είναι κατάλληλα. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτό είναι κατανοητό, οι τελικές αποφάσεις σχετικά με μέτρα που επηρεάζουν την εφαρμογή πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται από την υπόχρεη οντότητα.
|
|
(49)
|
Η κοινοποίηση των ρυθμίσεων εξωτερικής ανάθεσης στον εποπτικό φορέα δεν συνεπάγεται αποδοχή της ρύθμισης εξωτερικής ανάθεσης. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην εν λόγω κοινοποίηση, ιδίως όταν κρίσιμα καθήκοντα ανατίθενται εξωτερικά ή όταν η υπόχρεη οντότητα συστηματικά αναθέτει εξωτερικά τα καθήκοντά της, ενδέχεται, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη από τους εποπτικούς φορείς κατά την αξιολόγηση των συστημάτων και των ελέγχων της υπόχρεης οντότητας, καθώς και κατά τον καθορισμό του προφίλ εναπομένοντος κινδύνου ή κατά την προετοιμασία για επιθεωρήσεις.
|
|
(50)
|
Για την αποδοτική λειτουργία των σχέσεων εξωτερικής ανάθεσης, απαιτείται περαιτέρω αποσαφήνιση των όρων που διέπουν την εξωτερική ανάθεση. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να επιφορτιστεί με την κατάρτιση κατευθυντήριων οδηγιών σχετικά με τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να υπάρχει εξωτερική ανάθεση, καθώς και με τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των αντίστοιχων μερών. Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στην εποπτεία των πρακτικών εξωτερικής ανάθεσης στο σύνολο της Ένωσης, οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει επίσης να παρέχουν σαφήνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εποπτικοί φορείς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τέτοιου είδους πρακτικές και να ελέγχουν τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ όταν οι υπόχρεες οντότητες προσφεύγουν στις εν λόγω πρακτικές.
|
|
(51)
|
Οι απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι υπόχρεες οντότητες προσδιορίζουν, ελέγχουν και παρακολουθούν τις επιχειρηματικές σχέσεις με τους πελάτες τους ως προς τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που αυτές θέτουν. Ο ακριβής προσδιορισμός μελλοντικών και υφιστάμενων πελατών και η επαλήθευση των στοιχείων τους είναι σημαντικά για την κατανόηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που σχετίζονται με πελάτες, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να κατανοούν για λογαριασμό ή προς όφελος ποιου πραγματοποιείται η συναλλαγή, για παράδειγμα σε περιπτώσεις στις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα ή οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί παρέχουν λογαριασμούς σε επαγγελματίες του νομικού κλάδου με σκοπό τη λήψη ή την κατοχή χρηματικών ποσών του πελάτη τους, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 25) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366. Στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου πραγματοποιείται μια συναλλαγή ή δραστηριότητα δεν αναφέρεται στον αποδέκτη ή τον δικαιούχο συναλλαγής που πραγματοποιείται από την υπόχρεη οντότητα για τον πελάτη της.
|
|
(52)
|
Είναι απαραίτητο να επιτευχθούν ενιαία και υψηλά πρότυπα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στην Ένωση, με βάση εναρμονισμένες απαιτήσεις για τον προσδιορισμό των πελατών και την επαλήθευση της ταυτότητάς τους και μέσω περιορισμού των αποκλίσεων σε εθνικό επίπεδο, ώστε να υπάρξουν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς και συνεπής εφαρμογή των διατάξεων σε ολόκληρη την Ένωση. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε συνάρτηση με τον κίνδυνο. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου δεν είναι αδικαιολόγητα ανεκτική επιλογή για τις υπόχρεες οντότητες. Προϋποθέτει τη λήψη αποφάσεων βάσει τεκμηρίων, ούτως ώστε να υπάρχει αποτελεσματικότερη εστίαση στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπη η Ένωση, και σε εκείνους που δρουν στο πλαίσιο αυτό.
|
|
(53)
|
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που επιτελούν φιλανθρωπικό ή ανθρωπιστικό έργο σε τρίτες χώρες συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την επίτευξη ειρήνης, σταθερότητας, δημοκρατίας και ευημερίας. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω οργανισμοί μπορούν να συνεχίσουν το έργο τους, αφού παρέχουν πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και σε σημαντικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που επιτρέπουν τη διοχέτευση αναπτυξιακής και ανθρωπιστικής χρηματοδότησης σε αναπτυσσόμενες περιοχές ή περιοχές συγκρούσεων. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι δραστηριότητες που διεξάγονται σε ορισμένες δικαιοδοσίες τις εκθέτουν σε υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· ωστόσο, η δραστηριότητα των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στις εν λόγω δικαιοδοσίες δεν θα πρέπει, από μόνες τους, να έχουν ως αποτέλεσμα την άρνηση παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή τον τερματισμό των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς η προσέγγιση βάσει κινδύνου απαιτεί ολιστική αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχουν οι μεμονωμένες επιχειρηματικές σχέσεις, και την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων για τον μετριασμό των συγκεκριμένων κινδύνων. Μολονότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί παραμένουν ελεύθερα να αποφασίζουν με ποιον συνάπτουν συμβατικές σχέσεις, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τον κεντρικό ρόλο τους στη λειτουργία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και στη διευκόλυνση της διακίνησης χρηματικών ποσών, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 25) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, ή κρυπτοστοιχείων, για τους σημαντικούς αναπτυξιακούς και ανθρωπιστικούς στόχους που επιδιώκουν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω ιδρύματα και οργανισμοί θα πρέπει να κάνουν χρήση της ευελιξίας που επιτρέπει η προσέγγιση βάσει κινδύνου για τον μετριασμό των κινδύνων που συνδέονται με τις επιχειρηματικές σχέσεις με αναλογικό τρόπο. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνεται επίκληση λόγων ΚΞΧ/ΧΤ για την αιτιολόγηση εμπορικών αποφάσεων όσον αφορά μελλοντικούς ή υφιστάμενους πελάτες.
|
|
(54)
|
Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να προσδιορίζουν και να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την επαλήθευση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου χρησιμοποιώντας αξιόπιστα έγγραφα και πηγές πληροφοριών. Η αναζήτηση στα κεντρικά μητρώα πληροφοριών για τους πραγματικούς δικαιούχους («κεντρικά μητρώα») δίνει στις υπόχρεες οντότητες τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τη συνοχή με τις πληροφορίες που αποκτώνται μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης και δεν θα πρέπει να αποτελεί για την υπόχρεη οντότητα την πρωταρχική πηγή επαλήθευσης. Όταν οι υπόχρεες οντότητες εντοπίζουν αναντιστοιχίες μεταξύ των πληροφοριών που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα και των πληροφοριών που λαμβάνουν από τον πελάτη ή άλλες αξιόπιστες πηγές στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, θα πρέπει να αναφέρουν τις εν λόγω αναντιστοιχίες στην οντότητα που είναι αρμόδια για το σχετικό κεντρικό μητρώο, ώστε να μπορούν να ληφθούν μέτρα για τη διόρθωση των ανακολουθιών. Η εν λόγω διαδικασία συμβάλλει στην ποιότητα και την εγκυρότητα των πληροφοριών που τηρούνται στα εν λόγω μητρώα, στο πλαίσιο μιας πολύπλευρης προσέγγισης για τη διασφάλιση της ακρίβειας, της επάρκειας και της επικαιροποίησης των πληροφοριών που περιέχονται στα κεντρικά μητρώα. Σε περιπτώσεις χαμηλού κινδύνου και όταν οι πραγματικοί δικαιούχοι είναι γνωστοί στην υπόχρεη οντότητα, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν στον πελάτη να αναφέρει αναντιστοιχίες όπου εντοπίζονται ελάσσονος σημασίας διαφορές που συνίστανται σε τυπογραφικά ή παρόμοια τεχνικής φύσεως σφάλματα.
|
|
(55)
|
Οι κίνδυνοι που ενέχουν οι αλλοδαπές νομικές οντότητες και τα αλλοδαπά νομικά μορφώματα πρέπει να μετριάζονται επαρκώς. Όταν μία νομική οντότητα που έχει συσταθεί εκτός της Ένωσης ή ένα ρητό εμπίστευμα ή παρόμοιο νομικό μόρφωμα που τελεί υπό διαχείριση εκτός της Ένωσης, ή του οποίου ο εμπιστευματοδόχος ή το πρόσωπο σε ισοδύναμη θέση διαμένει ή είναι εγκατεστημένο εκτός της Ένωσης πρόκειται να συνάψει επιχειρηματική σχέση με υπόχρεη οντότητα, η καταχώριση των πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους στο κεντρικό μητρώο του κράτους μέλους θα πρέπει να είναι προϋπόθεση για τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης. Ωστόσο, για νομικές οντότητες που έχουν συσταθεί εκτός της Ένωσης, η απαίτηση θα πρέπει να ισχύει μόνο στην περίπτωση μέτριων έως υψηλών ή υψηλών κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέονται με την κατηγορία της αλλοδαπής νομικής οντότητας, του τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η αλλοδαπή νομική οντότητα, ή στην περίπτωση μέτριων έως υψηλών ή υψηλών κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέονται με τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η υπόχρεη οντότητα. Η καταχώριση των πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους θα πρέπει επίσης να αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση μιας επιχειρηματικής σχέσης με μία νομική οντότητα που έχει συσταθεί εκτός της Ένωσης σε περίπτωση που η εν λόγω σχέση ενέχει μέτριους προς υψηλούς ή υψηλούς κινδύνους μετά τη σύναψή της.
|
|
(56)
|
Η διαδικασία σύναψης επιχειρηματικής σχέσης ή εκτέλεσης των αναγκαίων ενεργειών για τη διενέργεια περιστασιακής συναλλαγής ενεργοποιείται όταν ο πελάτης εκδηλώνει ενδιαφέρον για την απόκτηση προϊόντος ή τη λήψη υπηρεσίας από υπόχρεη οντότητα. Οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι κτηματομεσίτες περιλαμβάνουν την παροχή βοήθειας στους πελάτες για την εξεύρεση ακινήτου με σκοπό την αγορά, την πώληση, την ενοικίαση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση. Οι εν λόγω υπηρεσίες αποκτούν σημασία για τους σκοπούς ΚΞΧ/ΧΤ όταν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι τα μέρη είναι πρόθυμα να προβούν στην αγορά, την πώληση, την ενοικίαση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση ή στη λήψη των αναγκαίων προπαρασκευαστικών μέτρων. Τέτοια ένδειξη θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, η στιγμή κατά την οποία τα μέρη υποβάλλουν προσφορά για την αγορά ή τη μίσθωση του ακινήτου και η προσφορά γίνεται δεκτή από τα μέρη. Δεν είναι απαραίτητο πριν από τη στιγμή αυτή να επιδεικνύεται δέουσα επιμέλεια ως προς κανέναν μελλοντικό πελάτη. Ομοίως, δεν θα ήταν αναλογικό να επιδεικνύεται δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη σε πρόσωπα που δεν έχουν ακόμη εκδηλώσει ενδιαφέρον να προβούν στην αγορά ή τη μίσθωση συγκεκριμένου ακινήτου.
|
|
(57)
|
Οι συναλλαγές επί ακινήτων εκτίθενται σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να μετριαστούν οι εν λόγω κίνδυνοι, οι διαχειριστές ακινήτων που διαμεσολαβούν στην αγορά, πώληση και εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας θα πρέπει να υπόκεινται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό τους ή την κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των κατασκευαστών όταν και στον βαθμό που διαμεσολαβούν στην αγορά, την πώληση και την εκμίσθωση ακινήτων.
|
|
(58)
|
Η ανωνυμία που συνδέεται με ορισμένα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος τα εκθέτει σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές εντός του τομέα και δεν ενέχουν όλα τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος το ίδιο επίπεδο κινδύνου. Για παράδειγμα, ορισμένα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος χαμηλής αξίας, όπως οι προπληρωμένες κάρτες δώρων ή τα προπληρωμένα κουπόνια, ενδέχεται να ενέχουν χαμηλούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις που επιβάλλονται στον τομέα είναι ανάλογες προς τον κίνδυνο που συνεπάγεται και δεν παρεμποδίζουν ουσιαστικά τη λειτουργία του, θα πρέπει να είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιστάσεις αποδεδειγμένα χαμηλού κινδύνου και υπό αυστηρές προϋποθέσεις μετριασμού του κινδύνου, τα εν λόγω προϊόντα να εξαιρούνται από ορισμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όπως ο προσδιορισμός του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου και η επαλήθευση της ταυτότητάς τους, αλλά όχι από την παρακολούθηση των συναλλαγών ή των επιχειρηματικών σχέσεων. Μόνο οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να χορηγήσουν την εν λόγω εξαίρεση κατόπιν επαλήθευσης του αποδεδειγμένα χαμηλού κινδύνου που αφορά τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου που θα προσδιορίζει η ΑΚΝΕΠΑΔ και κατά τρόπο που να μετριάζει αποτελεσματικά κάθε κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να αποκλείει την καταστρατήγηση των κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε εξαίρεση θα πρέπει να εξαρτάται από αυστηρά όρια όσον αφορά τη μέγιστη αξία του προϊόντος, την αποκλειστική χρήση του για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών και υπό την προϋπόθεση ότι η ποσότητα που αποθηκεύεται δεν μπορεί να ανταλλαγεί με άλλη αξία.
|
|
(59)
|
Δεν θα πρέπει να ζητείται από τις υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας σε πελάτες που διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές ή συνδεδεμένες συναλλαγές οι οποίες δεν υπερβαίνουν μια συγκεκριμένη αξία, εκτός αν υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Παρότι για τις περισσότερες περιστασιακές συναλλαγές ισχύει ανώτατο όριο 10 000 EUR, ή το ισόποσο σε εθνικό νόμισμα, οι υπόχρεες οντότητες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τομείς ή διενεργούν συναλλαγές που παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θα πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για συναλλαγές με χαμηλότερο όριο. Για τον προσδιορισμό των τομέων ή των συναλλαγών, καθώς και των ενδεδειγμένων ορίων για τους εν λόγω τομείς και συναλλαγές, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να καταρτίσει ειδικά σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.
|
|
(60)
|
Υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, για τους σκοπούς της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ο πελάτης δεν περιορίζεται στο πρόσωπο που συναλλάσσεται με την υπόχρεη οντότητα. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν μόνο ένας συμβολαιογράφος συμμετέχει σε συναλλαγή επί ακινήτων. Στις περιπτώσεις αυτές, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι διενεργούνται επαρκείς έλεγχοι στη συναλλαγή για τον εντοπισμό ενδεχόμενων περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να θεωρούν τόσο τον αγοραστή όσο και τον πωλητή ως πελάτες και να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και για τα δύο μέρη. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παρέχει κατάλογο τέτοιων περιπτώσεων στις οποίες ο πελάτης δεν είναι, ή δεν είναι μόνον, ο άμεσος πελάτης της υπόχρεης οντότητας. Ο κατάλογος αυτός θα πρέπει να συμπληρώνει την αντίληψη του ποιος είναι ο πελάτης σε συνήθεις περιπτώσεις και δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει εξαντλητική ερμηνεία του όρου. Ομοίως, μια επιχειρηματική σχέση δεν θα πρέπει πάντα να απαιτεί συμβατική σχέση ή άλλη επίσημη δέσμευση, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται κατ’ επανάληψη ή για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να συνεπάγονται ένα στοιχείο διάρκειας. Όταν το εθνικό δίκαιο απαγορεύει στις υπόχρεες οντότητες που είναι δημόσιοι λειτουργοί να συνάπτουν συμβατικές σχέσεις με πελάτες, το εν λόγω εθνικό δίκαιο δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως απαγόρευση στις υπόχρεες οντότητες να θεωρούν μια σειρά συναλλαγών ως επιχειρηματική σχέση για τους σκοπούς της ΚΞΧ/ΧΤ.
|
|
(61)
|
Η θέσπιση ορίου σε επίπεδο Ένωσης για τις πληρωμές μεγάλων ποσών σε μετρητά μετριάζει τους κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση των εν λόγω πληρωμών. Ωστόσο, οι υπόχρεες οντότητες που πραγματοποιούν συναλλαγές σε μετρητά κάτω του εν λόγω ορίου παραμένουν ευάλωτες σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς παρέχουν ένα σημείο εισόδου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να απαιτείται η εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για να μετριάζονται οι κίνδυνοι αδιαφάνειας στη χρήση μετρητών. Για να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα είναι αναλογικά προς τους κινδύνους που ενέχουν οι συναλλαγές αξίας μικρότερης των 10 000 EUR, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιορίζονται στον προσδιορισμό του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου και την επαλήθευση της ταυτότητάς τους κατά τη διενέργεια περιστασιακών συναλλαγών σε μετρητά ύψους τουλάχιστον 3 000 EUR. Ο εν λόγω περιορισμός δεν απαλλάσσει την υπόχρεη οντότητα από την εφαρμογή όλων των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή από την αναφορά ύποπτων συναλλαγών στη ΜΧΠ.
|
|
(62)
|
Ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα βασίζονται στην διατήρηση επιχειρηματικής σχέσης της υπόχρεης οντότητας με έναν έμπορο για την προσφορά υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής μέσω των οποίων ο έμπορος αμείβεται για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, και όχι με τον πελάτη του εμπόρου, ο οποίος εξουσιοδοτεί την υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής να δρομολογήσει μια μεμονωμένη ή εφάπαξ συναλλαγή με τον έμπορο. Σε επιχειρηματικά μοντέλα αυτού του είδους, πελάτης της υπόχρεης οντότητας για τους σκοπούς των κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ είναι ο έμπορος και όχι ο πελάτης του εμπόρου. Συνεπώς, όσον αφορά τις υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θα πρέπει να εφαρμόζονται από την υπόχρεη οντότητα έναντι του εμπόρου. Σε σχέση με άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων όσων παρέχονται από τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης, ο προσδιορισμός του πελάτη θα πρέπει να γίνεται λαμβανομένων υπόψη των παρεχόμενων υπηρεσιών.
|
|
(63)
|
Οι δραστηριότητες τυχερών παιγνίων ποικίλλουν ως προς τη φύση, τη γεωγραφική εμβέλεια και τους συναφείς κινδύνους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αναλογική και βάσει κινδύνου εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσδιορίζουν τις υπηρεσίες τυχερών παιγνίων που συνδέονται με χαμηλούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως κρατικές ή ιδιωτικές λαχειοφόρες αγορές ή δραστηριότητες τυχερών παιγνίων που τελούν υπό κρατική διαχείριση, και να αποφασίζουν να μην εφαρμόζουν σε αυτές όλες ή ορισμένες από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Δεδομένων των δυνητικών διασυνοριακών επιπτώσεων των εθνικών εξαιρέσεων, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή μιας αυστηρής προσέγγισης βάσει κινδύνου σε ολόκληρη την Ένωση. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να εγκρίνει τις αποφάσεις των κρατών μελών ή να τις απορρίπτει όταν η εξαίρεση δεν δικαιολογείται από αποδεδειγμένα χαμηλό κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση, καμία εξαίρεση δεν θα πρέπει να χορηγείται σε σχέση με δραστηριότητες που ενέχουν υψηλότερους κινδύνους. Αυτό ισχύει για δραστηριότητες όπως τα καζίνο, τα διαδικτυακά τυχερά παίγνια και τα αθλητικά στοιχήματα, αλλά δεν ισχύει για διαδικτυακές δραστηριότητες τυχερών παιγνίων υπό κρατική διαχείριση, είτε μέσω της άμεσης παροχής των εν λόγω υπηρεσιών είτε μέσω ρύθμισης του τρόπου οργάνωσης, εκμετάλλευσης και διαχείρισης των εν λόγω υπηρεσιών τυχερών παιγνίων. Λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων για τη δημόσια υγεία ή των εγκληματικών δραστηριοτήτων που μπορούν να συνδέονται με τα τυχερά παίγνια, τα εθνικά μέτρα που ρυθμίζουν την οργάνωση, τη λειτουργία και τη διαχείριση τυχερών παιγνίων, όταν εξυπηρετούν πραγματικά σκοπούς δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, να συμβάλουν στη μείωση των κινδύνων που σχετίζονται με την εν λόγω δραστηριότητα.
|
|
(64)
|
Το όριο των 2 000 EUR, ή το ισόποσο σε εθνικό νόμισμα, που ισχύει για τους παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιγνίων πληρούται ανεξάρτητα από το αν ο πελάτης πραγματοποιεί μία μόνο συναλλαγή τουλάχιστον του ποσού αυτού ή περισσότερες μικρότερες συναλλαγές που αθροίζουν το ποσό αυτό. Για τον σκοπό αυτόν, οι πάροχοι υπηρεσιών τυχερών παιγνίων θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδίδουν συναλλαγές σε συγκεκριμένο πελάτη, ακόμη και αν δεν έχουν ακόμη επαληθεύσει την ταυτότητα του πελάτη, ώστε να είναι σε θέση να προσδιορίσουν αν και πότε έχει τηρηθεί το εν λόγω όριο. Ως εκ τούτου, οι πάροχοι υπηρεσιών τυχερών παιγνίων θα πρέπει να διαθέτουν συστήματα που επιτρέπουν την απόδοση και την παρακολούθηση των συναλλαγών πριν από την εφαρμογή της απαίτησης για διενέργεια δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Στην περίπτωση των επιχειρήσεων καζίνο ή άλλων χώρων τυχερών παιγνίων με φυσική παρουσία, μπορεί να είναι ανέφικτο να ελέγχεται η ταυτότητα του πελάτη σε κάθε συναλλαγή. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του πελάτη και η επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη κατά την είσοδο στον χώρο τυχερών παιγνίων, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν συστήματα για την απόδοση συναλλαγών που πραγματοποιούνται στους χώρους τυχερών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς ή της ανταλλαγής μαρκών, στον εν λόγω πελάτη.
|
|
(65)
|
Αν και η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 έχει επιτύχει, έως έναν βαθμό, εναρμόνιση στους κανόνες των κρατών μελών στον τομέα των υποχρεώσεων εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη, δεν καθόρισε λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι υπόχρεες οντότητες. Δεδομένης της κομβικής σημασίας που έχει η εν λόγω πτυχή στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κρίνεται σκόπιμο, σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνων, να θεσπιστούν πιο ειδικές και λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά τον προσδιορισμό του πελάτη και την επαλήθευση της ταυτότητάς του, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα, νομικά μορφώματα όπως τα εμπιστεύματα ή οντότητες με ικανότητα δικαίου δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.
|
|
(66)
|
Οι τεχνολογικές εξελίξεις και η πρόοδος στην ψηφιοποίηση επιτρέπουν την ασφαλή εξ αποστάσεως ή ηλεκτρονική ταυτοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας μελλοντικών και υφιστάμενων πελατών και μπορούν να διευκολύνουν την εξ αποστάσεως άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Οι λύσεις ταυτοποίησης, όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23) καθιστούν εφικτά ασφαλή και αξιόπιστα μέσα προσδιορισμού μελλοντικών και υφιστάμενων πελατών και επαλήθευσης της ταυτότητάς τους και μπορούν να διευκολύνουν την εξ αποστάσεως άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Η ηλεκτρονική ταυτοποίηση, όπως καθορίζεται στον εν λόγω κανονισμό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να γίνεται αποδεκτή από τις υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της διαδικασίας εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη. Η χρήση των εν λόγω μέσων ταυτοποίησης μπορεί να μειώσει, εφόσον λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου, το επίπεδο κινδύνου σε σύνηθες ή ακόμη και χαμηλό. Όταν ο πελάτης δεν έχει στη διάθεσή του την εν λόγω ηλεκτρονική ταυτοποίηση, για παράδειγμα λόγω της φύσης του καθεστώτος διαμονής του σε ένα δεδομένο κράτος μέλος ή της διαμονής του σε τρίτη χώρα, η επαλήθευση θα πρέπει να πραγματοποιείται μέσω των σχετικών εγκεκριμένων υπηρεσιών εμπιστοσύνης.
|
|
(67)
|
Για να διασφαλιστεί ότι το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ αποτρέπει την εισδοχή παράνομων κεφαλαίων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να ασκούν δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης με μελλοντικούς πελάτες, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνων. Εντούτοις, για να μην προκαλείται άσκοπη καθυστέρηση στην ομαλή διεξαγωγή των δραστηριοτήτων, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συλλέγουν πληροφορίες από τον μελλοντικό πελάτη κατά τη διάρκεια της σύναψης επιχειρηματικής σχέσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποκτούν τις απαραίτητες πληροφορίες από τους μελλοντικούς πελάτες αφότου συναφθεί η επιχειρηματική σχέση, υπό την προϋπόθεση ότι οι συναλλαγές δεν ξεκινούν έως ότου ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
|
|
(68)
|
Η διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δεν περιορίζεται στον προσδιορισμό και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη. Πριν από την σύναψη επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια περιστασιακών συναλλαγών, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να αξιολογούν τον σκοπό και τη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή της περιστασιακής συναλλαγής. Προσυμβατικές και άλλες πληροφορίες για το προτεινόμενο προϊόν ή την προτεινόμενη υπηρεσία οι οποίες διαβιβάζονται στον μελλοντικό πελάτη μπορούν να συνεισφέρουν στην κατανόηση του εν λόγω σκοπού. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να αξιολογούν τον σκοπό και τη φύση της μελλοντικής επιχειρηματικής σχέσης ή της μελλοντικής συναλλαγής κατά τρόπο που δεν επιδέχεται παρανοήσεις. Όταν οι προσφερόμενες υπηρεσίες ή προϊόντα επιτρέπουν στους πελάτες τη διενέργεια διαφόρων ειδών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση του πελάτη όσον αφορά τη σκοπούμενη χρήση της εν λόγω σχέσης.
|
|
(69)
|
Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να επανεξετάζουν τακτικά τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τους πελάτες τους, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνων. Οι επιχειρηματικές σχέσεις ενδέχεται να εξελίσσονται καθώς οι περιστάσεις των πελατών και οι δραστηριότητες που ασκούν μέσω της επιχειρηματικής σχέσης αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Προκειμένου να διατηρηθεί η ολοκληρωμένη κατανόηση του προφίλ κινδύνου του πελάτη και να διενεργείται ουσιαστικός έλεγχος των συναλλαγών, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να επανεξετάζουν τακτικά τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τους πελάτες τους, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνων. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να διενεργείται σε περιοδική βάση, αλλά ενδέχεται επίσης να ενεργοποιείται μετά από αλλαγές στις σχετικές περιστάσεις του πελάτη, όταν τα γεγονότα και οι πληροφορίες υποδεικνύουν δυνητική αλλαγή στο προφίλ κινδύνου ή στα στοιχεία ταυτοποίησης του πελάτη. Για τον σκοπό αυτόν, η υπόχρεη οντότητα θα πρέπει να εξετάζει την ανάγκη επανεξέτασης του φακέλου του πελάτη ως απάντηση σε ουσιώδεις αλλαγές, όπως μια αλλαγή στις δικαιοδοσίες με τις οποίες συναλλάσσεται, στην αξία ή τον όγκο των συναλλαγών, κατόπιν αιτημάτων για νέα προϊόντα ή υπηρεσίες που διαφέρουν σημαντικά ως προς τον κίνδυνο ή μετά από αλλαγές που αφορούν τον πραγματικό δικαιούχο.
|
|
(70)
|
Στην περίπτωση τακτικών πελατών για τους οποίους εφαρμόστηκαν πρόσφατα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη να υλοποιηθούν με τη λήψη επιβεβαίωσης από τον πελάτη ότι οι πληροφορίες και τα έγγραφα που τηρούνται στα αρχεία δεν έχουν μεταβληθεί. Η εν λόγω μέθοδος διευκολύνει την εφαρμογή των υποχρεώσεων ΚΞΧ/ΧΤ σε περιπτώσεις όπου η υπόχρεη οντότητα είναι πεπεισμένη ότι οι πληροφορίες που αφορούν τον πελάτη δεν έχουν αλλάξει, καθώς εναπόκειται στις υπόχρεες οντότητες να διασφαλίζουν ότι λαμβάνουν επαρκή μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να καταγράφονται η επιβεβαίωση που λαμβάνεται από τον πελάτη, καθώς και τυχόν αλλαγές στις πληροφορίες που τηρούνται σχετικά με τον πελάτη.
|
|
(71)
|
Οι υπόχρεες οντότητες ενδέχεται να παρέχουν περισσότερα από ένα προϊόντα ή υπηρεσίες στο πλαίσιο επιχειρηματικής σχέσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η απαίτηση για επικαιροποίηση των πληροφοριών, δεδομένων και εγγράφων ανά τακτά χρονικά διαστήματα δεν στοχεύει το συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία, αλλά την επιχειρηματική σχέση στο σύνολό της. Εναπόκειται στις υπόχρεες οντότητες να κρίνουν, σε ολόκληρο το φάσμα των προϊόντων ή υπηρεσιών που παρέχουν, πότε αλλάζουν οι σχετικές περιστάσεις του πελάτη ή πότε συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις που ενεργοποιούν την απαίτηση για επικαιροποίηση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, και να προβαίνουν σε επανεξέταση του φακέλου πελάτη ως προς το σύνολο της επιχειρηματικής σχέσης.
|
|
(72)
|
Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν ένα σύστημα παρακολούθησης για τον εντοπισμό συναλλαγών που ενδεχομένως εγείρουν υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης των συναλλαγών, οι δραστηριότητες παρακολούθησης των υπόχρεων οντοτήτων θα πρέπει κατά κανόνα να καλύπτουν όλες τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρονται σε πελάτες και όλες τις συναλλαγές που διενεργούν για λογαριασμό του πελάτη ή προσφέρουν σε αυτόν οι υπόχρεες οντότητες. Εντούτοις, δεν είναι απαραίτητο να εξετάζονται χωριστά όλες οι συναλλαγές. Η ένταση της παρακολούθησης θα πρέπει να τηρεί την προσέγγιση βάσει κινδύνου και να σχεδιάζεται με βάση ακριβή και συναφή κριτήρια, τα οποία λαμβάνουν υπόψη ιδίως τα χαρακτηριστικά του πελάτη και το σχετικό με αυτόν επίπεδο κινδύνου, τα προσφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες και τις οικείες χώρες και γεωγραφικές περιοχές. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ένταση της παρακολούθησης των επιχειρηματικών σχέσεων και των συναλλαγών είναι κατάλληλη και ανάλογη προς το επίπεδο του κινδύνου.
|
|
(73)
|
Ο τερματισμός της επιχειρηματικής σχέσης, όταν δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, μειώνει την έκθεση της υπόχρεης οντότητας σε κινδύνους που απορρέουν από ενδεχόμενες αλλαγές στο προφίλ του πελάτη. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο τερματισμός δεν θα πρέπει να επιδιώκεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέτοιες περιπτώσεις είναι, για παράδειγμα, οι σχετικές με συμβάσεις ασφάλειας ζωής, όπου οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει, κατά περίπτωση, εναλλακτικά προς τον τερματισμό, να λαμβάνουν μέτρα για το πάγωμα της επιχειρηματικής σχέσης, μεταξύ άλλων απαγορεύοντας την παροχή τυχόν περαιτέρω υπηρεσιών στον εν λόγω πελάτη και παρακρατώντας την πληρωμή προς τους δικαιούχους, έως ότου καταστεί δυνατόν να τηρηθούν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Επιπλέον, ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες απαιτούν από την υπόχρεη οντότητα να συνεχίσει να κρατά ή να λαμβάνει χρηματικά ποσά του πελάτη, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 25) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, για παράδειγμα στο πλαίσιο δανεισμού, λογαριασμών πληρωμών ή αποδοχής καταθέσεων. Τα προαναφερόμενα, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κώλυμα όσον αφορά την απαίτηση για τερματισμό της επιχειρηματικής σχέσης, γεγονός που επέρχεται όταν εξασφαλίζεται ότι δεν διενεργούνται συναλλαγές ή δραστηριότητες για τον πελάτη.
|
|
(74)
|
Για τη διασφάλιση συνοχής στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να επιφορτιστεί με την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη. Τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να καθορίζουν το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών που πρέπει να λαμβάνουν οι υπόχρεες οντότητες, προκειμένου να συνάψουν νέες επιχειρηματικές σχέσεις με πελάτες ή να αξιολογήσουν όσες βρίσκονται σε εξέλιξη, αναλόγως του επιπέδου κινδύνου που σχετίζεται με τον εκάστοτε πελάτη. Επιπλέον, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να είναι επαρκώς σαφή ώστε να επιτρέπουν στους παράγοντες της αγοράς να αναπτύσσουν ασφαλή, προσβάσιμα και καινοτόμα μέσα επαλήθευσης της ταυτότητας των πελατών και άσκησης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, μεταξύ άλλων και εξ αποστάσεως, και παράλληλα να τηρούν την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας. Τα προαναφερθέντα ειδικά καθήκοντα συνάδουν με τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της ΑΚΝΕΠΑΔ που προβλέπονται στον κανονισμό (EE) 2024/1620.
|
|
(75)
|
Η εναρμόνιση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θα συμβάλει στην επίτευξη συνεπούς, και συνεχώς αποτελεσματικής, κατανόησης των κινδύνων που σχετίζονται με υφιστάμενους ή μελλοντικούς πελάτες ανεξάρτητα από τον τόπο όπου συνάπτεται η επιχειρηματική σχέση στην Ένωση. Η εν λόγω εναρμόνιση θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατά την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δεν χρησιμοποιούνται από τις υπόχρεες οντότητες για την επιδίωξη πρακτικών ελαχιστοποίησης των κινδύνων οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν στην παράκαμψη άλλων νομικών υποχρεώσεων, ιδίως όσων καθορίζονται στην οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) ή στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, χωρίς να επιτυγχάνονται οι στόχοι της Ένωσης για πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση κατάλληλης εποπτείας της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να τηρούν αρχεία των ενεργειών που αναλαμβάνονται και των πληροφοριών που αποκτώνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ανεξαρτήτως του αν συνάπτουν νέα επιχειρηματική σχέση με αυτόν ή αν έχουν υποβάλει αναφορά ύποπτης συναλλαγής κατόπιν άρνησης να συνάψουν επιχειρηματική σχέση. Όταν η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει απόφαση για μη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης με μελλοντικό πελάτη, ή για τον τερματισμό υφιστάμενης επιχειρηματικής σχέσης, ή την άρνηση για εκτέλεση περιστασιακής συναλλαγής, ή για να εφαρμόσουν εναλλακτικά μέτρα για τον τερματισμό επιχειρηματικής σχέσης, στα αρχεία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θα πρέπει να περιλαμβάνονται οι λόγοι αυτής της απόφασης. Τούτο θα επιτρέψει στις εποπτικές αρχές να αξιολογήσουν αν οι υπόχρεες οντότητες έχουν προσαρμόσει κατάλληλα τις οικείες πρακτικές δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η έκθεση της οντότητας στον κίνδυνο, ενώ θα συμβάλει επίσης στη δημιουργία στατιστικών στοιχείων σε σχέση με την εφαρμογή των κανόνων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη από τις υπόχρεες οντότητες στο σύνολο της Ένωσης.
|
|
(76)
|
Η προσέγγιση για την επανεξέταση των υφιστάμενων πελατών στο σημερινό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ ήδη βασίζεται στον κίνδυνο. Ωστόσο, δεδομένου του υψηλότερου κινδύνου της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέεται με ορισμένες ενδιάμεσες δομές, η εν λόγω προσέγγιση ενδέχεται να μην επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση και εκτίμηση των κινδύνων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι παρακολουθούνται επίσης σε τακτική βάση σαφώς προσδιορισμένες κατηγορίες υφιστάμενων πελατών.
|
|
(77)
|
Ο κίνδυνος ο ίδιος έχει μεταβλητό χαρακτήρα, και οι παράμετροι κινδύνου, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό, μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν τον δυνητικό κίνδυνο που προκύπτει, επηρεάζοντας με τον τρόπο αυτόν τα ενδεδειγμένα επίπεδα προληπτικών μέτρων, όπως τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
|
|
(78)
|
Σε καταστάσεις χαμηλού κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας. Αυτό δεν ισοδυναμεί με εξαίρεση ή απουσία των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Συνιστά περισσότερο μια απλουστευμένη ή περιορισμένη δέσμη μέτρων ελέγχου, τα οποία, ωστόσο, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν όλες τις συνιστώσες της τυποποιημένης διαδικασίας δέουσας επιμέλειας. Σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει, εντούτοις, να μπορούν να μειώνουν τη συχνότητα ή την ένταση του ελέγχου επί των πελατών ή των συναλλαγών τους ή να βασίζονται σε επαρκείς παραδοχές όσον αφορά τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης ή τη χρήση απλών προϊόντων. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη θα πρέπει να καθορίζουν τα ειδικά απλουστευμένα μέτρα που μπορούν να εφαρμόσουν οι υπόχρεες οντότητες στην περίπτωση προσδιορισμού καταστάσεων χαμηλότερου κινδύνου στο πλαίσιο της σε ενωσιακό επίπεδο εκτίμησης κινδύνων της Επιτροπής. Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τη διατήρηση της κοινωνικής και χρηματοοικονομικής ένταξης.
|
|
(79)
|
Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ορισμένες καταστάσεις ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Μολονότι θα πρέπει να διαπιστώνονται η ταυτότητα και η επιχειρηματική εικόνα όλων των πελατών με την τακτική εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες απαιτούνται ιδιαίτερα αυστηρές διαδικασίες εξακρίβωσης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες για τα εν λόγω μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης.
|
|
(80)
|
Οι διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης με ίδρυμα-πελάτη τρίτης χώρας χαρακτηρίζονται από τον διαρκή, επαναληπτικό χαρακτήρα τους. Επιπλέον, όλες οι διασυνοριακές υπηρεσίες τραπεζικής ανταπόκρισης δεν παρουσιάζουν το ίδιο επίπεδο κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, η ένταση των μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας θα πρέπει να καθορίζεται μέσω της εφαρμογής των αρχών της προσέγγισης με βάση τον κίνδυνο. Ωστόσο, η προσέγγιση βάσει κινδύνου δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις σχέσεις με ίδρυμα-πελάτη τρίτης χώρας το οποίο δεν έχει φυσική παρουσία στον τόπο όπου έχει συσταθεί, ή με μη καταχωρισμένες και μη αδειοδοτημένες οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων. Δεδομένου του υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που ενέχουν τα εικονικά ιδρύματα και οργανισμοί, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα πρέπει να απέχουν από τη συμμετοχή σε οποιασδήποτε σχέση ανταπόκρισης με τέτοιου είδους εικονικά ιδρύματα και οργανισμούς, καθώς και με ομόλογα ιδρύματα και οργανισμούς σε τρίτες χώρες που επιτρέπουν να χρησιμοποιούνται οι λογαριασμοί τους από εικονικά ιδρύματα και οργανισμούς. Για να αποφεύγεται η κατάχρηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης με σκοπό την παροχή μη ρυθμιζόμενων υπηρεσιών, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί τους δεν χρησιμοποιούνται από εμφωλευμένα ανταλλακτήρια και θα πρέπει να διαθέτουν πολιτικές και διαδικασίες για την ανίχνευση οποιασδήποτε τέτοιας απόπειρας.
|
|
(81)
|
Στο πλαίσιο της άσκησης των οικείων καθηκόντων εποπτείας, οι εποπτικές αρχές ενδέχεται να ανιχνεύουν περιπτώσεις στις οποίες οι παραβιάσεις των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ από ιδρύματα-πελάτες τρίτης χώρας ή οι αδυναμίες στην εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, προκαλούν κινδύνους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Για να μετριαστούν οι εν λόγω κίνδυνοι, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απευθύνει συστάσεις σε πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στην Ένωση, προκειμένου να τα ενημερώνει για τις απόψεις της σχετικά με τις ανεπάρκειες που διαπιστώνονται στα εν λόγω ιδρύματα-πελάτες τρίτης χώρας. Οι εν λόγω συστάσεις θα πρέπει να εκδίδονται όταν η ΑΚΝΕΠΑΔ και οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας στην Ένωση συμφωνούν ότι οι παραβιάσεις και οι αδυναμίες που εντοπίζονται στα ιδρύματα-πελάτες τρίτης χώρας είναι πιθανόν να επηρεάσουν την έκθεση σε κίνδυνο των σχέσεων ανταπόκρισης από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στην Ένωση, και υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα-πελάτης τρίτης χώρας και η εποπτική αρχή του είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους. Για να διατηρηθεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ανταποκρινόμενα στις συστάσεις της ΑΚΝΕΠΑΔ, μεταξύ άλλων απέχοντας από τη σύναψη ή τη συνέχιση σχέσης ανταπόκρισης, εκτός αν μπορούν να θέσουν σε εφαρμογή επαρκή μέτρα μετριασμού για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχει η σχέση ανταπόκρισης.
|
|
(82)
|
Στο πλαίσιο των μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας, η λήψη έγκρισης από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη για τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων δεν είναι ανάγκη να συνεπάγεται, σε όλες τις περιπτώσεις, τη λήψη έγκρισης από το διοικητικό συμβούλιο. Η εν λόγω έγκριση θα πρέπει να είναι δυνατόν να χορηγείται από πρόσωπο με επαρκείς γνώσεις της έκθεσης της οντότητας στον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και με επαρκή αρχαιότητα για τη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν την έκθεση σε κίνδυνο.
|
|
(83)
|
Προκειμένου να προστατευθεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για να προσδιορίζει τις τρίτες χώρες των οποίων οι ανεπάρκειες στα εθνικά συστήματα ΚΞΧ/ΧΤ αντιπροσωπεύουν απειλή για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης. Η μεταβαλλόμενη φύση των απειλών της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που προέρχονται από χώρες εκτός της Ένωσης, η οποία διευκολύνεται από τη συνεχή εξέλιξη της τεχνολογίας και των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους οι εγκληματίες, απαιτεί ταχείες και συνεχείς προσαρμογές του νομικού πλαισίου όσον αφορά τις τρίτες χώρες, με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση των υφιστάμενων κινδύνων και την αποτροπή της εμφάνισης νέων. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, ως βάση αναφοράς για την εκτίμησή της, τις πληροφορίες από διεθνείς οργανισμούς και φορείς καθορισμού προτύπων στον τομέα ΚΞΧ/ΧΤ, όπως οι δημόσιες δηλώσεις της FATF, οι εκθέσεις αμοιβαίας αξιολόγησης ή οι λεπτομερείς εκθέσεις αξιολόγησης ή οι δημοσιευμένες εκθέσεις παρακολούθησης, και να προσαρμόζει τις εκτιμήσεις της βάσει των μεταβολών τους, ανάλογα με την περίπτωση. Η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί εντός 20 ημερών από τη διαπίστωση ανεπαρκειών στο καθεστώς ΚΞΧ/ΧΤ τρίτης χώρας που συνιστούν απειλή για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης.
|
|
(84)
|
Οι τρίτες χώρες οι οποίες είναι «αποδέκτες πρόσκλησης για ανάληψη δράσης» από τον σχετικό διεθνή φορέα καθορισμού προτύπων, ήτοι την FATF, παρουσιάζουν σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες διαρκούς χαρακτήρα στα οικεία νομικά και θεσμικά πλαίσια ΚΞΧ/ΧΤ και στην εφαρμογή τους, οι οποίες είναι πιθανόν να αποτελέσουν υψηλό κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Ο διαρκής χαρακτήρας των εν λόγω σημαντικών στρατηγικών ανεπαρκειών, που αντικατοπτρίζει την έλλειψη δέσμευσης ή τη διαρκή αδυναμία της τρίτης χώρας να τις αντιμετωπίσει, υποδηλώνει τον αυξημένο βαθμό απειλής που απορρέει από τις εν λόγω τρίτες χώρες, ο οποίος απαιτεί αποτελεσματικές, συνεκτικές και εναρμονισμένες ενέργειες μετριασμού σε επίπεδο Ένωσης. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ζητείται από τις υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν τη συνολική δέσμη διαθέσιμων μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας στις περιστασιακές συναλλαγές και στις επιχειρηματικές σχέσεις με τις εν λόγω τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου, ώστε να διαχειρίζονται και να μετριάζουν τους υποκείμενους κινδύνους. Επιπλέον, το υψηλό επίπεδο κινδύνου δικαιολογεί την εφαρμογή πρόσθετων ειδικών αντίμετρων, είτε σε επίπεδο υπόχρεων οντοτήτων είτε από τα κράτη μέλη. Η εν λόγω προσέγγιση θα αποτρέπει διαφοροποιήσεις στον καθορισμό των σχετικών αντίμετρων, οι οποίες θα εξέθεταν σε κινδύνους το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης στο σύνολό του. Όταν τα κράτη μέλη εντοπίζουν συγκεκριμένους κινδύνους που δεν μετριάζονται, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν πρόσθετα αντίμετρα, οπότε θα πρέπει να ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω κίνδυνοι είναι σημαντικοί για την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαιροποιήσει τη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ώστε να συμπεριλάβει τα αναγκαία πρόσθετα αντίμετρα για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι τα εν λόγω αντίμετρα δεν είναι αναγκαία και υπονομεύουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης, θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να αποφασίζει ότι το κράτος μέλος θα θέσει τέλος στο συγκεκριμένο αντίμετρο. Πριν από την κίνηση της διαδικασίας για την έκδοση της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει στο σχετικό κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις απόψεις του σχετικά με την κρίση της Επιτροπής. Δεδομένης της τεχνικής εμπειρογνωσίας της, η ΑΚΝΕΠΑΔ μπορεί να παράσχει χρήσιμη συμβολή στην Επιτροπή για τον προσδιορισμό των κατάλληλων αντίμετρων.
|
|
(85)
|
Οι ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση, τόσο όσον αφορά το νομικό και θεσμικό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ όσο και την εφαρμογή του σε τρίτες χώρες οι οποίες υπόκεινται σε «αυξημένη παρακολούθηση» από την FATF μπορεί να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εγκληματίες. Πρόκειται για στοιχείο που πιθανόν να αποτελεί κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, και ο εν λόγω κίνδυνος χρήζει διαχείρισης και μετριασμού. Η δέσμευση των εν λόγω τρίτων χωρών να αντιμετωπίσουν τις διαπιστωθείσες αδυναμίες, παρότι δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, δικαιολογεί ενέργειες μετριασμού λιγότερο αυστηρές από αυτές που εφαρμόζονται στις τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου. Όπου οι εν λόγω τρίτες χώρες δεσμεύονται να αντιμετωπίσουν εντοπισμένες αδυναμίες, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να εφαρμόζουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας στις περιστασιακές συναλλαγές και τις επιχειρηματικές σχέσεις με φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες εγκατεστημένες στις εν λόγω τρίτες χώρες, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στην εκάστοτε τρίτη χώρα. Αυτού του είδους ο αναλυτικός προσδιορισμός των μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας που πρέπει να εφαρμόζονται θα μπορεί επίσης, σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου, να διασφαλίσει ότι τα μέτρα είναι ανάλογα προς το επίπεδο κινδύνου. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εν λόγω συνεκτική και αναλογική προσέγγιση, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίζει ποια είναι τα συγκεκριμένα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας που απαιτούνται για τον μετριασμό των ειδικών ανά χώρα κινδύνων. Δεδομένης της τεχνικής εμπειρογνωσίας της, η ΑΚΝΕΠΑΔ μπορεί να παράσχει χρήσιμη συμβολή στην Επιτροπή για τον προσδιορισμό των κατάλληλων μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας.
|
|
(86)
|
Χώρες που δεν προσδιορίζονται δημοσίως ως αποδέκτες πρόσκλησης για ανάληψη δράσης ή που υπόκεινται σε αυξημένη παρακολούθηση από την FATF, ενδέχεται παρά ταύτα να συνιστούν συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή για την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση είτε σε σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες διαρκούς χαρακτήρα στο οικείο καθεστώς ΚΞΧ/ΧΤ. Για τον μετριασμό των εν λόγω συγκεκριμένων κινδύνων, οι οποίοι δεν μπορούν να μετριαστούν μέσω μέτρων που θα εφαρμόζονται σε χώρες με στρατηγικές ανεπάρκειες ή χώρες με ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναλαμβάνει δράση σε εξαιρετικές περιστάσεις, προσδιορίζοντας τις εν λόγω τρίτες χώρες, βάσει σαφούς συνόλου κριτηρίων και με την υποστήριξη της ΑΚΝΕΠΑΔ. Αναλόγως του επιπέδου κινδύνου που συνιστούν για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητά την εφαρμογή είτε του συνόλου των μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας και των ειδικών ανά χώρα αντίμετρων, σε σχέση με τις τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου, είτε ειδικών ανά χώρα μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας, σε σχέση με τρίτες χώρες που παρουσιάζουν ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση.
|
|
(87)
|
Για να εξασφαλιστεί ο συνεπής προσδιορισμός των τρίτων χωρών που συνιστούν συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, χωρίς αυτές να προσδιορίζονται δημοσίως ως αποδέκτες προσκλήσεων για ανάληψη δράσης ή αυξημένης παρακολούθησης από την FATF, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζει μέσω εκτελεστικής πράξης τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό, σε εξαιρετικές περιστάσεις, των εν λόγω τρίτων χωρών. Η εν λόγω μεθοδολογία θα πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως τον τρόπο αξιολόγησης των κριτηρίων και τη διαδικασία για την αλληλεπίδραση με τις εν λόγω τρίτες χώρες και για τη συμμετοχή των κρατών μελών και της ΑΚΝΕΠΑΔ στα προπαρασκευαστικά στάδια του εν λόγω προσδιορισμού.
|
|
(88)
|
Λαμβανομένου υπόψη ότι ενδέχεται να επέλθουν αλλαγές στα πλαίσια ΚΞΧ/ΧΤ των τρίτων χωρών που προσδιορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού, ή στην εφαρμογή τους, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα της δέσμευσης της χώρας να αντιμετωπίσει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες ή της θέσπισης σχετικών μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ για την αντιμετώπισή τους, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη φύση και το επίπεδο των κινδύνων που απορρέουν από αυτές, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά τον προσδιορισμό των εν λόγω ειδικών μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας, ώστε να διασφαλίζει ότι εξακολουθούν να είναι αναλογικά και κατάλληλα.
|
|
(89)
|
Οι δυνητικές εξωτερικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης δεν προέρχονται μόνο από τρίτες χώρες, αλλά μπορούν επίσης να προκύψουν σε σχέση με παράγοντες κινδύνου που αφορούν ειδικά έναν πελάτη ή προϊόντα, υπηρεσίες, συναλλαγές ή διαύλους παροχής υπηρεσιών που σχετίζονται με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εκτός της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να προσδιοριστούν οι τάσεις, οι κίνδυνοι και οι μέθοδοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στους οποίους ενδέχεται να εκτίθενται οι υπόχρεες οντότητες της Ένωσης. Η ΑΚΝΕΠΑΔ είναι η πλέον κατάλληλη για τον εντοπισμό τυχόν αναδυόμενων τυπολογιών νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που προέρχονται από χώρες εκτός της Ένωσης και ώστε να παρακολουθεί την εξέλιξή τους, με στόχο να παράσχει καθοδήγηση στις υπόχρεες οντότητες της Ένωσης όσον αφορά την ανάγκη εφαρμογής μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων.
|
|
(90)
|
Οι σχέσεις με πρόσωπα που κατέχουν ή κατείχαν σημαντικά δημόσια λειτουργήματα, στο εσωτερικό της Ένωσης ή σε διεθνές επίπεδο, και ιδίως πρόσωπα που προέρχονται από χώρες όπου η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη, θα μπορούσαν να εκθέσουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα σε σοβαρούς νομικούς κινδύνους και σε κινδύνους για τη φήμη του. Οι διεθνείς προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς δικαιολογούν επίσης την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα πρόσωπα αυτά και να εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας όσον αφορά πρόσωπα που ασκούν ή ασκούσαν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα, καθώς και υψηλόβαθμα στελέχη διεθνών οργανισμών. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καθοριστούν ειδικά μέτρα τα οποία θα πρέπει να εφαρμόζουν οι υπόχρεες οντότητες σε συναλλαγές ή επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα. Για τη διευκόλυνση της προσέγγισης βάσει κινδύνου, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΑΚΝΕΠΑΔ η έκδοση κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εκτίμηση του επιπέδου κινδύνων που σχετίζονται με μια ιδιαίτερη κατηγορία πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων, τους στενούς συγγενείς τους ή πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες τους.
|
|
(91)
|
Οι κίνδυνοι που συνδέονται με πρόσωπα που κατέχουν ή που ασκούν σημαντικά δημόσια λειτουργήματα δεν περιορίζονται σε εθνικό επίπεδο, αλλά μπορούν επίσης να υπάρχουν σε περιφερειακό ή δημοτικό επίπεδο. Στο τοπικό επίπεδο, το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στις πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπως οι πόλεις, οι οποίες, παράλληλα με τις περιφέρειες, συχνά διαχειρίζονται σημαντικά δημόσια κονδύλια και την πρόσβαση σε κρίσιμες υπηρεσίες ή άδειες, με τον συνακόλουθο κίνδυνο διαφθοράς και συναφούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των προσώπων που κατέχουν ή που ασκούν σημαντικά δημόσια λειτουργήματα οι επικεφαλής των περιφερειακών και τοπικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των ενώσεων δήμων και μητροπολιτικών περιφερειών με τουλάχιστον 50 000 κατοίκους. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η γεωγραφία και η διοικητική οργάνωση των κρατών μελών διαφέρουν σημαντικά, και τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν, όταν κρίνεται σκόπιμο να καθορίσουν χαμηλότερο όριο για την κάλυψη των σχετικών τοπικών αρχών με βάση τον κίνδυνο. Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να καθορίσουν χαμηλότερα όρια, θα πρέπει να κοινοποιούν τα εν λόγω χαμηλότερα όρια στην Επιτροπή.
|
|
(92)
|
Τα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων των επιχειρήσεων που ελέγχονται από το κράτος η από περιφερειακές ή τοπικές αρχές μπορούν επίσης να εκτεθούν σε κινδύνους διαφθοράς και συναφούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Δεδομένου του μεγέθους του προϋπολογισμού των εν λόγω επιχειρήσεων και των υπό διαχείριση χρηματικών ποσών, οι κίνδυνοι αυτοί είναι ιδιαίτερα σοβαροί σε σχέση με τα ανώτερα εκτελεστικά μέλη των επιχειρήσεων που ελέγχονται από το κράτος. Μπορούν επίσης να προκύψουν κίνδυνοι σε σχέση με επιχειρήσεις σημαντικού μεγέθους που ελέγχονται από περιφερειακές και τοπικές αρχές. Ως εκ τούτου, τα ανώτερα εκτελεστικά στελέχη επιχειρήσεων που ελέγχονται από περιφερειακές ή τοπικές αρχές θα πρέπει να θεωρούνται πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται ως μεσαίες ή μεγάλες επιχειρήσεις ή όμιλοι, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25). Ωστόσο, αναγνωρίζοντας τις γεωγραφικές και διοικητικές οργανωτικές διαφορές, καθώς και τις εξουσίες και τις ευθύνες που συνδέονται με τις εν λόγω επιχειρήσεις και τα ανώτερα εκτελεστικά στελέχη τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέγουν να καθορίσουν χαμηλότερο όριο ετήσιου κύκλου εργασιών με βάση τον κίνδυνο. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή για την εν λόγω απόφαση.
|
|
(93)
|
Για τον προσδιορισμό των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων στην Ένωση, θα πρέπει να εκδοθούν από τα κράτη μέλη κατάλογοι που να προσδιορίζουν τα ειδικά καθήκοντα τα οποία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται σημαντικό δημόσιο λειτούργημα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από κάθε διαπιστευμένο διεθνή οργανισμό στην επικράτειά τους να εκδώσει και να διατηρεί ενήμερο έναν κατάλογο σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων στους κόλπους του. Η Επιτροπή θα πρέπει να επιφορτιστεί με τη σύνταξη και την έκδοση καταλόγου, ο οποίος θα πρέπει να έχει ισχύ στο σύνολο της Ένωσης, σχετικά με πρόσωπα που ασκούν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα στα θεσμικά ή λοιπά όργανα της Ένωσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τον προσδιορισμό και την κοινοποίηση σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζει μέσω εκτελεστικών πράξεων τον μορφότυπο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις κοινοποιήσεις των κρατών μελών, και θα πρέπει της ανατεθεί η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση των κατηγοριών σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό, εφόσον είναι κοινά σε όλα τα κράτη μέλη.
|
|
(94)
|
Πελάτες οι οποίοι έχουν παύσει να ασκούν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα μπορεί να εξακολουθούν να συνιστούν υψηλότερο κίνδυνο, λόγω, για παράδειγμα, της άτυπης επιρροής που ενδεχομένως συνεχίζουν να ασκούν ή διότι τα προηγούμενα και τα τρέχοντα λειτουργήματά τους συνδέονται. Είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να λαμβάνουν υπόψη τούς εν λόγω συνεχείς κινδύνους και να εφαρμόζουν ένα ή περισσότερα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως ότου θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν πλέον κίνδυνο, και σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 12 μηνών αφότου έπαψαν να ασκούν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα.
|
|
(95)
|
Συχνά οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν διατηρούν σχέσεις πελατών με δικαιούχους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Εντούτοις, θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου, όπως στην περίπτωση που τις προσόδους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προσπορίζεται πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο. Για να καθοριστεί αν συμβαίνει αυτό, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα πρέπει να περιλαμβάνει εύλογα μέτρα για τον προσδιορισμό του δικαιούχου, ωσάν επρόκειτο για νέο πελάτη. Θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα τα εν λόγω μέτρα να λαμβάνονται το αργότερο κατά τον χρόνο της πληρωμής ή κατά τον χρόνο της εκχώρησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
|
|
(96)
|
Οι στενές προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις ενδέχεται να γίνουν αντικείμενο κατάχρησης για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα μέτρα που αφορούν τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στους στενούς συγγενείς τους και σε πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες τους. Η ορθή ταυτοποίηση των στενών συγγενών και των προσώπων που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες ενδέχεται να εξαρτάται από την κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική δομή της χώρας του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου. Στο εν λόγω πλαίσιο, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΑΚΝΕΠΑΔ η έκδοση κατευθυντήριων οδηγιών σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των προσώπων που θα πρέπει να θεωρούνται στενοί συνεργάτες.
|
|
(97)
|
Οι σχέσεις με τους στενούς συγγενείς που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα δεν καλύπτει μόνο τις σχέσεις με τους γονείς και τους κατιόντες, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και τις σχέσεις με τα αδέλφια. Αυτό ισχύει ιδίως για τις κατηγορίες πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων που κατέχουν ανώτερες θέσεις της κεντρικής κυβέρνησης. Αναγνωρίζοντας, εντούτοις, τις διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές δομές που υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα κατάχρησης των σχέσεων μεταξύ αδελφών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδίδουν ευρύτερη εμβέλεια στον προσδιορισμό των αδελφών ως στενών συγγενών πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων, ώστε να μετριάζονται επαρκώς οι κίνδυνοι κατάχρησης των εν λόγω σχέσεων. Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να εφαρμόσουν ευρύτερο πεδίο προσδιορισμού, θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις λεπτομέρειες αυτού του ευρύτερου πεδίου.
|
|
(98)
|
Οι απαιτήσεις σχετικά με τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, τους στενούς συγγενείς και τα πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες, έχουν προληπτική και όχι ποινική διάσταση, και δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι υπονοούν ότι τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, οι στενοί συγγενείς ή οι στενοί συνεργάτες τους εμπλέκονται σε εγκληματική δραστηριότητα. Η άρνηση επιχειρηματικής σχέσης με πρόσωπο απλώς λόγω του προσδιορισμού του ως πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου, ή στενού συγγενούς ή προσώπου που είναι γνωστό ως στενός συνεργάτης ενός πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου είναι αντίθετη με το πνεύμα και το γράμμα του παρόντος κανονισμού.
|
|
(99)
|
Δεδομένου του ευάλωτου χαρακτήρα των προγραμμάτων χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα φορολογικά εγκλήματα, τη διαφθορά και την αποφυγή στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων, καθώς και τις οποιεσδήποτε συναφείς σημαντικές απειλές κατά της ασφάλειας για την Ένωση στο σύνολό της, είναι σκόπιμο οι υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν, τουλάχιστον, ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στην περίπτωση πελατών που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών και βρίσκονται σε διαδικασία υποβολής αίτησης δικαιώματος διαμονής σε κράτος μέλος στο πλαίσιο των εν λόγω προγραμμάτων.
|
|
(100)
|
Η παροχή εξατομικευμένων υπηρεσιών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε πρόσωπα με υψηλό επίπεδο πλούτου ενδέχεται να εκθέσει τα πιστωτικά ιδρύματα, τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς και τους παρόχους υπηρεσιών εμπιστευματικής διαχείρισης ή εταιρικών υπηρεσιών, σε συγκεκριμένους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανακύπτουν λόγω του πολύπλοκου και συχνά εξατομικευμένου χαρακτήρα των εν λόγω υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καθοριστεί ένα σύνολο μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας τα οποία θα πρέπει να εφαρμόζονται, τουλάχιστον, όπου οι εν λόγω επιχειρηματικές σχέσεις θεωρείται ότι ενέχουν υψηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η διαπίστωση ότι ο πελάτης κατέχει περιουσιακά στοιχεία αξίας ύψους τουλάχιστον 50 000 000 EUR, ή του ισόποσου σε εθνικό ή ξένο νόμισμα, λαμβάνει υπόψη τα χρηματοοικονομικά ή επενδύσιμα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των ρευστών διαθεσίμων ή ισοδυνάμων, είτε σε καταθέσεις είτε σε αποταμιευτικά προϊόντα, καθώς και επενδύσεις όπως μετοχές, ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια, ακόμη και όταν τηρούνται βάσει μακροπρόθεσμων συμφωνιών με την εν λόγω υπόχρεη οντότητα. Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του πελάτη, εξαιρουμένης της ιδιωτικής κατοικίας του. Για τους σκοπούς της διαπίστωσης αυτής, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών καταπιστευτικής διαχείρισης ή εταιρικών υπηρεσιών δεν υποχρεούνται να διενεργούν ή να ζητούν ακριβή υπολογισμό των συνολικών περιουσιακών στοιχείων του πελάτη. Απεναντίας, οι εν λόγω οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για να προσδιορίζουν αν ένας πελάτης κατέχει περιουσιακά στοιχεία αξίας ύψους τουλάχιστον 50 000 000 EUR ή του ισόποσου σε εθνικό ή ξένο νόμισμα, σε χρηματοοικονομικά, επενδύσιμα ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία.
|
|
(101)
|
Για την αποφυγή επαναλαμβανόμενων διαδικασιών εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη, κρίνεται σκόπιμο, υπό την επιφύλαξη κατάλληλων διασφαλίσεων, να επιτρέπεται στις υπόχρεες οντότητες να βασίζονται σε πληροφορίες σχετικά με τον πελάτη τις οποίες έχουν συλλέξει άλλες υπόχρεες οντότητες. Όταν μια υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε άλλη υπόχρεη οντότητα, η τελική ευθύνη για τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη θα πρέπει να εξακολουθεί να βαρύνει την υπόχρεη οντότητα η οποία επιλέγει να βασιστεί στη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη που έχει ασκήσει άλλη υπόχρεη οντότητα. Η υπόχρεη οντότητα που χρησιμοποιήθηκε ως βάση θα πρέπει επίσης να εξακολουθεί να υπέχει ιδία ευθύνη για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης αναφοράς ύποπτων συναλλαγών και τήρησης αρχείων.
|
|
(102)
|
Η θέσπιση εναρμονισμένων απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις πολιτικές και τις διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, την ανταλλαγή πληροφοριών και την εξάρτηση επιτρέπει στις υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται εντός ενός ομίλου να αξιοποιούν στο μέγιστο τα συστήματα που εφαρμόζονται εντός του εν λόγω ομίλου σε καταστάσεις που αφορούν τους ίδιους πελάτες. Οι εν λόγω κανόνες επιτρέπουν όχι μόνο τη συνεπή και αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ σε ολόκληρο τον όμιλο, αλλά και την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας σε επίπεδο ομίλου, επιτρέποντας, για παράδειγμα, στις υπόχρεες οντότητες εντός του ομίλου να βασίζονται στα αποτελέσματα των διαδικασιών που διενεργούν άλλες υπόχρεες οντότητες εντός του ομίλου για να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις εξακρίβωσης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη τους.
|
|
(103)
|
Για την αποδοτική λειτουργία της εξάρτησης από μέτρα που λαμβάνονται από τρίτους, απαιτείται περαιτέρω αποσαφήνιση των όρων βάσει των οποίων υπάρχει η εν λόγω εξάρτηση. Η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να επιφορτιστεί με την κατάρτιση κατευθυντήριων οδηγιών σχετικά με τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να υπάρχει εξάρτηση, καθώς και με τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των αντίστοιχων μερών. Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στην εποπτεία των σχέσεων εξάρτησης στο σύνολο της Ένωσης, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει επίσης να παρέχουν σαφήνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εποπτικοί φορείς οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τέτοιου είδους πρακτικές και να ελέγχουν τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ όταν οι υπόχρεες οντότητες προσφεύγουν στις εν λόγω πρακτικές.
|
|
(104)
|
Η έννοια του πραγματικού δικαιούχου εισήχθη προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια στο πλαίσιο πολύπλοκων εταιρικών δομών. Η ανάγκη για πρόσβαση σε ακριβείς, επικαιροποιημένες και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό των εγκληματιών, οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από ανάλογες αδιαφανείς δομές. Επί του παρόντος, απαιτείται από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες, καθώς και τα ρητά εμπιστεύματα και άλλα παρεμφερή νομικά μορφώματα, αποκτούν και διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο τους. Εντούτοις, ο βαθμός διαφάνειας που επιβάλλουν τα κράτη μέλη ποικίλλει. Οι κανόνες υπόκεινται σε αποκλίνουσες ερμηνείες, γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικές μεθόδους προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου μιας δεδομένης νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στις ανακόλουθες μεθόδους υπολογισμού της έμμεσης ιδιοκτησίας μιας νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος, και στις διαφορές μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών. Πρόκειται για στοιχείο που δυσχεραίνει τη σκοπούμενη επίτευξη διαφάνειας. Είναι ανάγκη, συνεπώς, να αποσαφηνιστούν οι κανόνες ώστε να επιτευχθεί συνεπής ορισμός του πραγματικού δικαιούχου και της εφαρμογής του στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς.
|
|
(105)
|
Η εφαρμογή των κανόνων για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου νομικών οντοτήτων, καθώς και νομικών μορφωμάτων, μπορεί να εγείρει ζητήματα επιβολής όταν τα οικεία ενδιαφερόμενα μέρη έρχονται αντιμέτωπα με συγκεκριμένες υποθέσεις, ιδίως σε περιπτώσεις πολύπλοκων εταιρικών δομών, όπου συνυπάρχουν τα κριτήρια των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και του ελέγχου, ή για τους σκοπούς του προσδιορισμού της έμμεσης ιδιοκτησίας ή του ελέγχου. Προκειμένου να υποστηριχθεί η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων από νομικές οντότητες, εμπιστευματοδόχους ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερή νομικά μορφώματα και υπόχρεες οντότητες, και σύμφωνα με τον στόχο εναρμόνισης του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων σε διαφορετικές υποθετικές περιπτώσεις, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης παραδειγμάτων περιπτώσεων..
|
|
(106)
|
Για τον ουσιαστικό προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων απαιτείται να διαπιστωθεί αν ασκείται έλεγχος με άλλα μέσα. Η διαπίστωση της ύπαρξης ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή ελέγχου μέσω ιδιοκτησιακού δικαιώματος είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής και δεν αποκλείει την ανάγκη ελέγχων για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων. Η εξέταση του αν ένα φυσικό πρόσωπο ασκεί έλεγχο με άλλα μέσα δεν συνιστά επακόλουθη εξέταση που πρέπει να διενεργηθεί μόνον στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατή η διαπίστωση ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Τα δύο είδη εξέτασης, δηλαδή αφενός της ύπαρξης ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή ελέγχου μέσω ιδιοκτησιακού δικαιώματος και αφετέρου του ελέγχου που ασκείται με άλλα μέσα, θα πρέπει να διενεργούνται παράλληλα.
|
|
(107)
|
Η κατοχή ιδιοκτησιακού δικαιώματος ίσου με το 25 % ή άνω των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλου ιδιοκτησιακού δικαιώματος γενικά προσδιορίζει τον πραγματικό δικαιούχο μίας εταιρικής οντότητας. Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα θα πρέπει να περιλαμβάνουν τόσο δικαιώματα ελέγχου όσο και δικαιώματα που είναι ουσιώδη ως προς την απόσπαση οφέλους, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα σε μερίδιο επί των κερδών ή άλλους εσωτερικούς πόρους ή υπόλοιπο εκκαθάρισης. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο κίνδυνος κατάχρησης ορισμένων κατηγοριών εταιρικών οντοτήτων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι υψηλότερος, για παράδειγμα λόγω των ειδικών τομέων υψηλότερου κινδύνου στους οποίους δραστηριοποιούνται οι εν λόγω εταιρικές οντότητες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, απαιτούνται ενισχυμένα μέτρα διαφάνειας για να αποτρέπονται οι εγκληματίες από τη σύσταση ή την παρείσφρηση στις εν λόγω οντότητες, είτε μέσω άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας είτε μέσω ελέγχου. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Ένωση είναι σε θέση να μετριάσει επαρκώς αυτά τα διαφορετικά επίπεδα κινδύνου, είναι αναγκαίο να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να προσδιορίσει τις κατηγορίες εταιρικών οντοτήτων που θα πρέπει να υπόκεινται σε χαμηλότερα ευεργετικά όρια διαφάνειας. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή όταν προσδιορίζουν κατηγορίες εταιρικών οντοτήτων που εκτίθενται σε υψηλότερους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Στις εν λόγω κοινοποιήσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επισημάνουν χαμηλότερο ποσοστιαίο όριο δικαιωμάτων ιδιοκτησίας το οποίο θεωρούν ότι θα μπορούσε να μετριάσει τους εν λόγω κινδύνους. Ο προσδιορισμός αυτός θα πρέπει να είναι συνεχής και να βασίζεται στα αποτελέσματα της σε ενωσιακό επίπεδο εκτίμησης κινδύνου και της εθνικής εκτίμησης κινδύνου, καθώς και σε σχετικές αναλύσεις και εκθέσεις που εκπονούνται από την ΑΚΝΕΠΑΔ, την Ευρωπόλ ή άλλα όργανα της Ένωσης που συμμετέχουν στην πρόληψη, τη διερεύνηση και τη δίωξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Το εν λόγω χαμηλότερο όριο θα πρέπει να είναι αρκετά χαμηλό ώστε να μετριάζονται οι υψηλότεροι κίνδυνοι κατάχρησης εταιρικών οντοτήτων για εγκληματικούς σκοπούς. Για τον σκοπό αυτόν, το εν λόγω χαμηλότερο όριο δεν θα πρέπει γενικά να ορίζεται σε ποσοστό άνω του 15 % των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλου ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, βάσει αξιολόγησης ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, ένα υψηλότερο όριο θα ήταν πιο αναλογικό για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων κινδύνων. Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει το όριο μεταξύ του 15 % και του 25 % του ιδιοκτησιακού δικαιώματος.
|
|
(108)
|
Λόγω του πολύπλοκου χαρακτήρα τους, οι πολυεπίπεδες δομές ιδιοκτησίας και ελέγχου καθιστούν δυσχερέστερη τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων. Η έννοια της «δομής ιδιοκτησίας ή ελέγχου» αποσκοπεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο μια νομική οντότητα ανήκει ή ελέγχεται έμμεσα, ή ένα νομικό μόρφωμα ελέγχεται έμμεσα, ως αποτέλεσμα των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ νομικών οντοτήτων ή μορφωμάτων σε πολλαπλά επίπεδα. Για να εξασφαλιστεί μια συνεκτική προσέγγιση σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν οι κανόνες που εφαρμόζονται σε αυτές τις καταστάσεις. Για τον σκοπό αυτόν, είναι αναγκαίο να αξιολογείται ταυτόχρονα αν οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο έχει άμεση ή έμμεση συμμετοχή με ποσοστό ύψους 25 % ή άνω των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλου ιδιοκτησιακού δικαιώματος, και αν οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ελέγχει τον άμεσο μέτοχο με ποσοστό ύψους 25 % ή άνω των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλου ιδιοκτησιακού δικαιώματος στην εταιρική οντότητα. Στην περίπτωση έμμεσης συμμετοχής, οι πραγματικοί δικαιούχοι θα πρέπει να προσδιορίζονται με πολλαπλασιασμό των μετοχών στην αλυσίδα ιδιοκτησίας. Για τον σκοπό αυτόν, όλες οι μετοχές που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο ίδιο φυσικό πρόσωπο θα πρέπει να αθροίζονται. Αυτό απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η συμμετοχή σε κάθε επίπεδο ιδιοκτησίας. Όταν το 25 % των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλου ιδιοκτησιακού δικαιώματος στην εταιρική οντότητα ανήκει σε μέτοχο που είναι νομική οντότητα διαφορετική από εταιρική οντότητα, ο πραγματικός δικαιούχος θα πρέπει να προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη δομή του μετόχου, μεταξύ άλλων του αν οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ασκεί έλεγχο σε μέτοχο με άλλα μέσα.
|
|
(109)
|
Ο προσδιορισμός του πραγματικού δικαιούχου μιας εταιρικής οντότητας σε καταστάσεις όπου οι μετοχές της εταιρικής οντότητας βρίσκονται στην κατοχή νομικού μορφώματος, ή όταν κατέχονται από ίδρυμα ή παρόμοια νομική οντότητα, ενδέχεται να είναι δυσκολότερος λόγω της διαφορετικής φύσης και των κριτηρίων προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου μεταξύ νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν σαφείς κανόνες για την αντιμετώπιση των εν λόγω καταστάσεων πολυεπίπεδης δομής. Στις περιπτώσεις αυτές, όλοι οι πραγματικοί δικαιούχοι του νομικού μορφώματος, ή μίας παρόμοιας νομικής οντότητας, όπως ένα ίδρυμα, θα πρέπει να είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι της εταιρικής οντότητας της οποίας οι μετοχές βρίσκονται στην κατοχή του νομικού μορφώματος ή κατέχονται από το ίδρυμα.
|
|
(110)
|
Απαιτείται μια κοινή αντίληψη της έννοιας του ελέγχου και ακριβέστερος ορισμός των μέσων ελέγχου, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των κανόνων σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Ως έλεγχος θα πρέπει να νοείται η αποτελεσματική ικανότητα επιβολής της βούλησης ενός εκάστου στη λήψη αποφάσεων της εταιρικής οντότητας επί ουσιαστικών ζητημάτων. Το σύνηθες μέσο ελέγχου είναι το πλειοψηφικό μερίδιο των δικαιωμάτων ψήφου. Η θέση του πραγματικού δικαιούχου μπορεί επίσης να προκύψει μέσω ελέγχου με άλλα μέσα, χωρίς να υπάρχει σημαντικό, ή και οποιοδήποτε, ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Για τον λόγο αυτόν, προκειμένου να προσδιοριστούν όλα τα πρόσωπα που είναι πραγματικοί δικαιούχοι μιας νομικής οντότητας, ο έλεγχος θα πρέπει να προσδιορίζεται ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό δικαίωμα. Ο έλεγχος μπορεί γενικά να ασκείται με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένων νομικών και μη νομικών μέσων. Τα εν λόγω μέσα ενδέχεται να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση του αν ασκείται έλεγχος με άλλα μέσα, ανάλογα με την ιδιαίτερη κατάσταση κάθε νομικής οντότητας.
|
|
(111)
|
Για την έμμεση κυριότητα ή έλεγχο ενδέχεται να μεσολαβούν πολλαπλοί κρίκοι αλυσίδας ή πολλαπλές μεμονωμένες ή διασυνδεδεμένες αλυσίδες. Κρίκος αλυσίδας θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα. Οι σχέσεις μεταξύ των κρίκων ενδέχεται να συνίστανται σε ιδιοκτησιακό δικαίωμα ή δικαιώματα ψήφου ή άλλα μέσα ελέγχου. Στις περιπτώσεις αυτές, όταν το ιδιοκτησιακό δικαίωμα και ο έλεγχος συνυπάρχουν στην ιδιοκτησιακή δομή, απαιτούνται ειδικοί και λεπτομερείς κανόεας για τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου προκειμένου να υποστηριχθεί μια εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων.
|
|
(112)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική διαφάνεια, οι κανόνες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα πρέπει να διέπουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων που συστήνονται ή δημιουργούνται στην επικράτεια των κρατών μελών. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται εταιρικές οντότητες, που χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα να κατέχουν ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε αυτά, καθώς και άλλες νομικές οντότητες και νομικά μορφώματα παρεμφερή με τα ρητά εμπιστεύματα. Λόγω διαφορών στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, οι εν λόγω εκτενείς κατηγορίες περιλαμβάνουν πληθώρα διαφορετικών οργανωτικών δομών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάλογο με τους τύπους νομικών οντοτήτων στις οποίες οι πραγματικοί δικαιούχοι προσδιορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες προσδιορισμού των πραγματικών δικαιούχων εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων.
|
|
(113)
|
Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ορισμένων νομικών οντοτήτων, όπως ενώσεων, συνδικάτων, πολιτικών κομμάτων ή εκκλησιών, δεν οδηγεί στον προσδιορισμό τους ως πραγματικών δικαιούχων μέσω των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ή της σύνθεσης των μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, ωστόσο, μπορεί τα ανώτερα διοικητικά στελέχη να ασκούν έλεγχο επί της νομικής οντότητας με άλλα μέσα. Στις εν λόγω περιπτώσεις, θα πρέπει τα εν λόγω στελέχη να αναφέρονται ως πραγματικοί δικαιούχοι.
|
|
(114)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών οντοτήτων, όπως τα ιδρύματα, ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Θα πρέπει να απαιτείται τα κράτη μέλη να κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάλογο με τους τύπους των νομικών οντοτήτων και των παρεμφερών προς τα ρητά εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων στους οποίους οι πραγματικοί δικαιούχοι προσδιορίζονται κατά τα προβλεπόμενα για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών οντοτήτων ή μορφωμάτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδει, μέσω εκτελεστικής πράξης, κατάλογο νομικών μορφωμάτων και νομικών οντοτήτων που διέπονται από την νομοθεσία των κρατών μελών και τα οποία διαθέτουν δομή ή λειτουργία παρόμοια με των ρητών εμπιστευμάτων.
|
|
(115)
|
Τα εμπιστεύματα διακριτικής ευχέρειας παρέχουν στους εμπιστευματοδόχους τους διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων ή των οφελών που απορρέουν από αυτά. Ως εκ τούτου, δεν καθορίζεται εξαρχής κανένας δικαιούχος ή κατηγορία δικαιούχων, αλλά ομάδα προσώπων από τα οποία οι εμπιστευματοδόχοι μπορούν να επιλέξουν τους δικαιούχους, ή πρόσωπα που θα καταστούν δικαιούχοι σε περίπτωση που οι εμπιστευματοδόχοι δεν ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια. Όπως αναγνωρίζεται από την πρόσφατη αναθεώρηση των προτύπων της FATF όσον αφορά τα νομικά μορφώματα, η εν λόγω διακριτική ευχέρεια μπορεί να χρησιμοποιείται καταχρηστικά και να επιτρέπει την απόκρυψη των πραγματικών δικαιούχων εάν δεν επιβληθεί ένα ελάχιστο επίπεδο διαφάνειας για τα εμπιστεύματα διακριτικής ευχέρειας, δεδομένου ότι η διαφάνεια στους δικαιούχους θα επιτευχθεί μόνο με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των εμπιστευματοδόχων. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκής και συνεπής διαφάνεια για όλους τους τύπους νομικών μορφωμάτων, είναι σημαντικό, στην περίπτωση εμπιστευμάτων διακριτικής ευχέρειας, να συλλέγονται επίσης πληροφορίες σχετικά με τα αντικείμενα της εξουσίας εμπιστευματοδόχου, καθώς και σχετικά με τους υποκατάστατους λήπτες των περιουσιακών στοιχείων ή των οφελών σε περίπτωση που οι εμπιστευματοδόχοι δεν ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αντικείμενα εξουσίας ή οι υποκατάστατοι λήπτες δεν μπορούν να προσδιοριστούν εξατομικευμένα, αλλά ως κατηγορία. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να συλλέγονται πληροφορίες σχετικά με την κατηγορία, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που επιλέγονται από την κατηγορία.
|
|
(116)
|
Τα χαρακτηριστικά των ρητών εμπιστευμάτων και παρόμοιων νομικών μορφωμάτων στα κράτη μέλη διαφέρουν. Προκειμένου να εξασφαλιστεί εναρμονισμένη προσέγγιση, είναι σκόπιμο να καθοριστούν κοινές αρχές για τον προσδιορισμό των εν λόγω μορφωμάτων. Τα ρητά εμπιστεύματα είναι εμπιστεύματα που δημιουργούνται με πρωτοβουλία του εμπιστευματοπάροχου. Τα εμπιστεύματα που έχουν συσταθεί με νόμο ή δεν προκύπτουν από τη ρητή πρόθεση του εμπιστευματοπάροχου να τα δημιουργήσει θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Τα ρητά εμπιστεύματα δημιουργούνται συνήθως με τη μορφή εγγράφου, όπως για παράδειγμα μία γραπτή πράξη ή γραπτό μέσο εμπιστοσύνης και συνήθως ανταποκρίνονται σε επιχειρηματική ή προσωπική ανάγκη. Νομικά μορφώματα παρόμοια με τα ρητά εμπιστεύματα είναι μορφώματα χωρίς νομική προσωπικότητα τα οποία είναι παρόμοια ως προς τη δομή ή τα καθήκοντα. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι ο προσδιορισμός του είδους του νομικού μορφώματος, αλλά η εκπλήρωση των βασικών χαρακτηριστικών του ορισμού του ρητού εμπιστεύματος, δηλαδή η πρόθεση του εμπιστευματοπάροχου να θέσει τα περιουσιακά στοιχεία υπό τη διαχείριση και τον έλεγχο συγκεκριμένου προσώπου για συγκεκριμένο σκοπό, συνήθως επιχειρηματικής ή προσωπικής φύσης, όπως το όφελος των δικαιούχων. Για να διασφαλιστεί ο συνεπής προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων νομικών μορφωμάτων παρόμοιων με τα ρητά εμπιστεύματα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάλογο των τύπων νομικών μορφωμάτων που είναι παρόμοια με τα ρητά εμπιστεύματα. Η εν λόγω κοινοποίηση θα πρέπει να συνοδεύεται από αξιολόγηση που να δικαιολογεί τον προσδιορισμό ορισμένων νομικών μορφωμάτων ως παρόμοιων με τα ρητά εμπιστεύματα, καθώς και να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους άλλα νομικά μορφώματα θεωρήθηκαν διαφορετικά από τα ρητά εμπιστεύματα ως προς τη δομή ή τη λειτουργία. Κατά τη διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλα τα νομικά μορφώματα που διέπονται από το δίκαιό τους.
|
|
(117)
|
Σε σχέση με κάποιους τύπους νομικών οντοτήτων, όπως ιδρύματα, ρητά εμπιστεύματα και παρόμοια νομικά μορφώματα, δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός μεμονωμένων δικαιούχων, διότι δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Στις περιπτώσεις αυτές, οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα πρέπει αντ’ αυτού να περιλαμβάνουν περιγραφή της κατηγορίας των δικαιούχων και των χαρακτηριστικών της. Αφού οριστούν οι δικαιούχοι εντός της κατηγορίας, τότε θα είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι. Επιπλέον, υπάρχουν συγκεκριμένοι τύποι νομικών προσώπων και νομικών μορφωμάτων όπου υπάρχουν δικαιούχοι, αλλά όπου ο φόρτος για τον προσδιορισμό τους δεν είναι αναλογικός προς τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέονται με τα εν λόγω νομικά πρόσωπα ή νομικά μορφώματα. Αυτό ισχύει σε σχέση με ρυθμιζόμενα προϊόντα όπως τα συνταξιοδοτικά συστήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26), και θα μπορούσε να ισχύει, για παράδειγμα, σε σχέση με τα συστήματα οικονομικής ιδιοκτησίας ή συμμετοχής των εργαζομένων, ή νομικές οντότητες ή νομικά μορφώματα μη κερδοσκοπικού ή φιλανθρωπικού σκοπού, υπό την προϋπόθεση ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα εν λόγω νομικά πρόσωπα και νομικά μορφώματα είναι χαμηλοί. Στις εν λόγω περιπτώσεις, θα πρέπει να αρκεί ο προσδιορισμός της κατηγορίας των δικαιούχων.
|
|
(118)
|
Τα συνταξιοδοτικά συστήματα που ρυθμίζονται από την οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 είναι ρυθμιζόμενα προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε αυστηρά εποπτικά πρότυπα και παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Όταν τα εν λόγω συνταξιοδοτικά συστήματα συστήνονται υπό τη μορφή νομικού μορφώματος, οι δικαιούχοι του είναι μισθωτοί και εργαζόμενοι που βασίζονται στα προϊόντα αυτά, τα οποία συνδέονται με τις συμβάσεις εργασίας τους, για τη διαχείριση των συνταξιοδοτικών τους παροχών. Λόγω του ειδικού χαρακτήρα της συνταξιοδοτικής παροχής, ο οποίος ενέχει χαμηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δεν θα ήταν αναλογικό να απαιτείται ο προσδιορισμός καθενός από τους εν λόγω δικαιούχους, και ο προσδιορισμός της κατηγορίας και των χαρακτηριστικών της θα πρέπει να επαρκεί για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων διαφάνειας.
|
|
(119)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Ανεξαρτήτως του αν οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων υπάρχουν στο κράτος μέλος με τη μορφή νομικής οντότητας με νομική προσωπικότητα, ως νομικό μόρφωμα χωρίς νομική προσωπικότητα, ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή, η προσέγγιση για τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου θα πρέπει να είναι συνεπής με τον σκοπό και τη λειτουργία τους.
|
|
(120)
|
Στο πλαίσιο μιας συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά το καθεστώς διαφάνειας σε σχέση με τον πραγματικό δικαιούχο απαιτείται επίσης να διασφαλιστεί ότι συλλέγονται οι ίδιες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν ακριβείς απαιτήσεις όσον αφορά τις πληροφορίες που θα πρέπει να συλλέγονται σε κάθε περίπτωση. Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν ένα ελάχιστο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, πληροφορίες για τη φύση και την έκταση του εμπράγματου δικαιώματος που διακρατείται στη νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα και πληροφορίες σχετικά με τη νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα, απαραίτητες για να εξασφαλιστεί ο κατάλληλος προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και τους λόγους για τους οποίους το εν λόγω φυσικό πρόσωπο προσδιορίστηκε ως πραγματικός δικαιούχος.
|
|
(121)
|
Ένα αποτελεσματικό πλαίσιο διαφάνειας όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο απαιτεί τη συλλογή πληροφοριών μέσω διαφόρων διαύλων. Μια τέτοια πολύπλευρη προσέγγιση περιλαμβάνει τις πληροφορίες που κατέχει η νομική οντότητα ή ο εμπιστευματοδόχος ρητού εμπιστεύματος ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρόμοιο νομικό μόρφωμα, τις πληροφορίες που λαμβάνουν οι υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τις πληροφορίες που τηρούνται στα κεντρικά μητρώα πραγματικών δικαιούχων. Η διασταύρωση των πληροφοριών μεταξύ των εν λόγω πυλώνων συμβάλλει στο να εξασφαλιστεί ότι κάθε πυλώνας διαθέτει επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες. Για τον σκοπό αυτόν, και προκειμένου να αποφευχθούν αναντιστοιχίες που προκαλούνται από διαφορετικές προσεγγίσεις, είναι σημαντικό να προσδιοριστούν οι κατηγορίες δεδομένων που θα πρέπει πάντα να συλλέγονται προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο είναι επαρκείς. Σε αυτές περιλαμβάνονται βασικές πληροφορίες σχετικά με τη νομική οντότητα και το νομικό μόρφωμα, οι οποίες αποτελούν την προϋπόθεση που επιτρέπει στην ίδια την οντότητα ή το μόρφωμα να κατανοήσει τη δομή του, είτε μέσω ιδιοκτησίας είτε μέσω ελέγχου.
|
|
(122)
|
Όταν οι νομικές οντότητες και τα νομικά μορφώματα αποτελούν μέρος μιας πολύπλοκης δομής, η σαφήνεια σχετικά με την ιδιοκτησία ή τη δομή ελέγχου τους είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να προσδιοριστεί ποιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι τους. Για τον σκοπό αυτόν, είναι σημαντικό οι νομικές οντότητες και τα νομικά μορφώματα να έχουν ξεκάθαρη αντίληψη των σχέσεων που καθορίζουν την έμμεση ιδιοκτησία ή τον έμμεσο έλεγχό τους, συμπεριλαμβανομένων όλων των ενδιάμεσων σταδίων μεταξύ των πραγματικών δικαιούχων και της ίδιας της νομικής οντότητας ή του νομικού μορφώματος, είτε οι εν λόγω σχέσεις έχουν τη μορφή άλλων νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων είτε σχέσεων εντολοδόχου. Ο προσδιορισμός της δομής ιδιοκτησίας και ελέγχου επιτρέπει τον προσδιορισμό των τρόπων με τους οποίους θεμελιώνεται η κυριότητα ή μπορεί να ασκηθεί ο έλεγχος μιας νομικής οντότητας και, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητος για την ολοκληρωμένη κατανόηση της θέσης του πραγματικού δικαιούχου. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο θα πρέπει πάντα να περιλαμβάνουν περιγραφή της δομής των σχέσεων.
|
|
(123)
|
Ένα αποτελεσματικό πλαίσιο διαφάνειας σε σχέση με τον πραγματικό δικαιούχο στηρίζεται στη γνώση που έχουν οι νομικές οντότητες για τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν πραγματικούς δικαιούχους τους. Ως εκ τούτου, όλες οι νομικές οντότητες στην Ένωση θα πρέπει να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να διατηρούνται για διάστημα 5 ετών και η ταυτότητα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση των πληροφοριών θα πρέπει να κοινοποιείται στα κεντρικά μητρώα. Η εν λόγω περίοδος διατήρησης είναι ισόχρονη με την περίοδο διατήρησης των πληροφοριών που αποκτώνται μέσω της εφαρμογής των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, όπως τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα διασταύρωσης και επαλήθευσης των πληροφοριών, για παράδειγμα μέσω του μηχανισμού αναφοράς αναντιστοιχιών, κρίνεται σκόπιμο να εξασφαλιστεί ευθυγράμμιση των περιόδων διατήρησης των σχετικών δεδομένων.
|
|
(124)
|
Για να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο είναι επικαιροποιημένες, η νομική οντότητα θα πρέπει να επικαιροποιεί τις εν λόγω πληροφορίες αμέσως μετά από οποιαδήποτε αλλαγή και θα πρέπει να τις επαληθεύει περιοδικά, για παράδειγμα κατά την υποβολή των οικονομικών καταστάσεων ή με αφορμή άλλες επαναλαμβανόμενες αλληλενέργειες με δημόσιες αρχές. Η προθεσμία για την επικαιροποίηση των πληροφοριών θα πρέπει να είναι εύλογη ενόψει ενδεχόμενων πολύπλοκων καταστάσεων.
|
|
(125)
|
Οι νομικές οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων τους. Εντούτοις, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός φυσικού προσώπου το οποίο εν τέλει κατέχει μία οντότητα ή ασκεί έλεγχο επ’ αυτής. Σε τέτοιου είδους εξαιρετικές περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα προσδιορισμού, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να δηλώνονται αντί των πραγματικών δικαιούχων όταν παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στις υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ή όταν υποβάλλονται οι πληροφορίες στο κεντρικό μητρώο. Μολονότι προσδιορίζονται στις εν λόγω περιπτώσεις, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη δεν είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι. Οι νομικές οντότητες θα πρέπει να τηρούν αρχεία των δράσεων που αναλήφθηκαν για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων τους, ιδίως όταν βασίζονται στο προαναφερθέν μέτρο έσχατης ανάγκης, το οποίο θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται δεόντως.
|
|
(126)
|
Οι δυσκολίες στη λήψη των πληροφοριών δεν θα πρέπει να αποτελούν βάσιμο λόγο για αποφυγή της προσπάθειας προσδιορισμού των πραγματικών δικαιούχων και για προσφυγή στην αντ’ αυτών δήλωση των ανώτερων διοικητικών στελεχών. Ως εκ τούτου, οι νομικές οντότητες θα πρέπει πάντα να είναι σε θέση να τεκμηριώνουν τις αμφιβολίες τους ως προς την ακρίβεια των συλλεγόμενων πληροφοριών. Η αιτιολόγηση αυτή θα πρέπει να είναι αναλογική προς τον κίνδυνο της νομικής οντότητας και την πολυπλοκότητα της ιδιοκτησιακής δομής της. Ειδικότερα, το αρχείο των ενεργειών που αναλαμβάνονται θα πρέπει να παρέχεται αμέσως στις αρμόδιες αρχές, όταν απαιτείται, και, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, θα πρέπει να είναι δυνατό το εν λόγω αρχείο να περιλαμβάνει αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και πρακτικά των συνεδριάσεών του, συμφωνίες σύμπραξης, πράξεις εμπίστευσης, άτυπες ρυθμίσεις που καθορίζουν εξουσίες ισοδύναμες με πληρεξούσια ή άλλες συμβατικές συμφωνίες και έγγραφα. Σε περιπτώσεις όπου η απουσία πραγματικών δικαιούχων είναι προφανής όσον αφορά τη συγκεκριμένη μορφή και δομή της νομικής οντότητας, η αιτιολόγηση θα πρέπει να νοείται ως αναφορά στο εν λόγω γεγονός, δηλαδή ότι η νομική οντότητα δεν έχει πραγματικό δικαιούχο λόγω της συγκεκριμένης μορφής και δομής της. Η εν λόγω απουσία πραγματικών δικαιούχων θα μπορούσε να προκύψει όταν, για παράδειγμα, δεν υπάρχουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη νομική οντότητα ή όταν η νομική οντότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί τελικά με άλλα μέσα.
|
|
(127)
|
Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου, ο οποίος είναι η διασφάλιση αποτελεσματικής διαφάνειας των νομικών οντοτήτων, είναι αναλογικό να εξαιρούνται ορισμένες οντότητες από την υποχρέωση προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου τους. Ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε οντότητες για τις οποίες ο προσδιορισμός και η καταχώριση των πραγματικών δικαιούχων τους δεν έχουν χρησιμότητα και όταν το παρόμοιο επίπεδο διαφάνειας επιτυγχάνεται με μέσα διαφορετικά από τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου. Στο εν λόγω πλαίσιο, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου των κρατών μελών δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να καθορίζουν τον πραγματικό δικαιούχο τους. Η οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27) εισήγαγε αυστηρές απαιτήσεις διαφάνειας για τις εταιρείες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εν λόγω απαιτήσεις διαφάνειας μπορούν να επιτύχουν ισοδύναμο καθεστώς διαφάνειας με τους κανόνες διαφάνειας για τον πραγματικό δικαιούχο του παρόντος κανονισμού. Αυτό συμβαίνει όταν ο έλεγχος επί της εταιρείας ασκείται μέσω δικαιωμάτων ψήφου και η δομή ιδιοκτησίας ή ελέγχου της εταιρείας περιλαμβάνει μόνο φυσικά πρόσωπα. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται απαιτήσεις σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους στις εν λόγω εισηγμένες εταιρείες. Η εξαίρεση των νομικών οντοτήτων από την υποχρέωση προσδιορισμού του δικού τους πραγματικού δικαιούχου και καταγραφής του στο μητρώο δεν θα πρέπει να επηρεάζει την υποχρέωση των υπόχρεων οντοτήτων να προσδιορίζουν τον πραγματικό δικαιούχο ενός πελάτη κατά την άσκηση της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
|
|
(128)
|
Είναι ανάγκη να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων τύπων νομικών μορφών και να αποφευχθεί η κατάχρηση των ρητών εμπιστευμάτων και των νομικών μορφωμάτων, τα οποία συχνά είναι διαρθρωμένα σε πολύπλοκες δομές για την περαιτέρω απόκρυψη του πραγματικού δικαιούχου. Θα πρέπει, συνεπώς, οι εμπιστευματοδόχοι ρητού εμπιστεύματος του οποίου η διαχείριση γίνεται σε κράτος μέλος ή το οποίο έχει συσταθεί σε κράτος μέλος, ή οι οποίοι κατοικούν σε κράτος μέλος, να είναι υπεύθυνοι για την απόκτηση και τη διατήρηση επαρκών, επακριβών και επικαιροποιημένων πληροφοριών για τον πραγματικό δικαιούχο όσον αφορά το ρητό εμπίστευμα, καθώς και για τη γνωστοποίηση της ιδιότητάς τους και την παροχή των εν λόγω πληροφοριών στις υπόχρεες οντότητες που ασκούν δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη. Κάθε άλλος πραγματικός δικαιούχος του ρητού εμπιστεύματος θα πρέπει να επικουρεί τον εμπιστευματοδόχο στην απόκτηση των εν λόγω πληροφοριών.
|
|
(129)
|
Η φύση των νομικών μορφωμάτων και η έλλειψη δημοσιότητας σχετικά με τις δομές και τον σκοπό τους επιβάλλουν ιδιαίτερο βάρος στους εμπιστευματοδόχους, ή στα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις σε παρόμοια νομικά μορφώματα, να αποκτούν και να διατηρούν όλες τις συναφείς πληροφορίες σχετικά με το νομικό μόρφωμα. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα προσδιορισμού του νομικού μορφώματος, των περιουσιακών στοιχείων που τοποθετούνται σε αυτό ή τελούν υπό διαχείριση μέσω αυτού, καθώς και κάθε αντιπροσώπου ή παρόχου υπηρεσιών στο εμπίστευμα. Προκειμένου να διευκολυνθούν οι δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών για την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, είναι σημαντικό οι εμπιστευματοδόχοι να τηρούν επικαιροποιημένες τις εν λόγω πληροφορίες και να τις διατηρούν για επαρκές χρονικό διάστημα μετά την παύση των καθηκόντων τους ως εμπιστευματοδόχων ή ισοδύναμων. Η παροχή ενός βασικού όγκου πληροφοριών σχετικά με το νομικό μόρφωμα στις υπόχρεες οντότητες είναι επίσης απαραίτητη για να έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώνουν πλήρως τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης ή της περιστασιακής συναλλαγής που αφορά το νομικό μόρφωμα, να αξιολογούν επαρκώς τους σχετικούς κινδύνους και να εφαρμόζουν ανάλογα μέτρα για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων.
|
|
(130)
|
Δεδομένης της ιδιαίτερης δομής ορισμένων νομικών μορφωμάτων, και της ανάγκης να διασφαλιστεί επαρκής διαφάνεια όσον αφορά τον πραγματικό τους δικαιούχο, τα εν λόγω νομικά μορφώματα που είναι παρεμφερή προς τα ρητά εμπιστεύματα θα πρέπει να υπόκεινται σε αντίστοιχες απαιτήσεις σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο με αυτές που ισχύουν για τα ρητά εμπιστεύματα.
|
|
(131)
|
Οι συμφωνίες εκπροσώπησης ενέχουν τη δυνατότητα απόκρυψης της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων, διότι ένας εντολοδόχος θα μπορούσε να ενεργεί ως διευθυντής ή μέτοχος μιας νομικής οντότητας ενώ ο εντολέας δεν αποκαλύπτεται πάντοτε. Οι εν λόγω συμφωνίες ενδέχεται να αποκρύπτουν τον πραγματικό δικαιούχο και τη δομή ελέγχου εάν οι πραγματικοί δικαιούχοι δεν επιθυμούν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους ή τον ρόλο που κατέχουν στο πλαίσιό τους. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να θεσπιστούν απαιτήσεις διαφάνειας προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των εν λόγω συμφωνιών και να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι εγκληματίες να αποκρύπτονται πίσω από πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματός τους. Η σχέση μεταξύ εντολοδόχου και εντολέα δεν καθορίζεται από το αν επηρεάζει το κοινό ή τρίτα μέρη. Μολονότι οι εντολοδόχοι μέτοχοι των οποίων το όνομα εμφανίζεται σε δημόσια ή επίσημα αρχεία θα έχουν τυπικά ανεξάρτητο έλεγχο επί της εταιρείας, θα πρέπει να απαιτείται να γνωστοποιούν εάν ενεργούν κατ’ εντολή άλλου προσώπου βάσει ιδιωτικής συμφωνίας. Οι εντολοδόχοι μέτοχοι και οι εντολοδόχοι διευθυντές νομικών οντοτήτων θα πρέπει να διατηρούν και να γνωστοποιούν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του εντολέα τους και κάθε πραγματικού δικαιούχου του εντολέα, καθώς και να γνωστοποιούν την ιδιότητα που έχουν στις νομικές οντότητες. Τις ίδιες πληροφορίες θα πρέπει επίσης να αναφέρουν οι νομικές οντότητες στις υπόχρεες οντότητες, σε περίπτωση εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, και στα κεντρικά μητρώα.
|
|
(132)
|
Οι κίνδυνοι που προέρχονται από αλλοδαπές νομικές οντότητες και αλλοδαπά νομικά μορφώματα, των οποίων γίνεται κατάχρηση για τη διοχέτευση εσόδων από κεφάλαια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, είναι ανάγκη να μετριαστούν. Δεδομένου ότι τα πρότυπα που εφαρμόζονται σε τρίτες χώρες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ενδέχεται να μην επαρκούν ώστε να επιτυγχάνεται το ίδιο επίπεδο διαφάνειας και η έγκαιρη διαθεσιμότητα πληροφοριών για τον πραγματικό δικαιούχο σε σχέση με ό,τι ισχύει στην Ένωση, είναι ανάγκη να διασφαλιστούν κατάλληλα μέσα για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων αλλοδαπών νομικών οντοτήτων ή αλλοδαπών νομικών μορφωμάτων σε ειδικές περιστάσεις. Ως εκ τούτου, οι νομικές οντότητες που έχουν συσταθεί εκτός της Ένωσης και τα ρητά εμπιστεύματα ή παρόμοια νομικά μορφώματα που τελούν υπό διαχείριση εκτός της Ένωσης ή των οποίων οι εμπιστευματοδόχοι ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα εκτός της Ένωσης θα πρέπει να υποχρεούνται να γνωστοποιούν τους πραγματικούς δικαιούχους τους όταν δραστηριοποιούνται στην Ένωση συνάπτοντας επιχειρηματική σχέση με υπόχρεη οντότητα της Ένωσης, αποκτώντας ακίνητα στην Ένωση ή ορισμένα αγαθά υψηλής αξίας από υπόχρεες οντότητες που βρίσκονται στην Ένωση, ή με την ανάθεση σύμβασης κατόπιν διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων για αγαθά ή υπηρεσίες, ή συμβάσεις παραχώρησης. Ενδέχεται να υπάρχουν διακυμάνσεις στην έκθεση σε κίνδυνο μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων ανάλογα με την κατηγορία ή το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται από υπόχρεες οντότητες και ανάλογα με την ελκυστικότητα που έχουν για τους εγκληματίες τα ακίνητα στην επικράτειά τους. Ως εκ τούτου, όταν τα κράτη μέλη εντοπίζουν περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου, θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα μετριασμού για την αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων.
|
|
(133)
|
Οι απαιτήσεις καταχώρισης για αλλοδαπές νομικές οντότητες και αλλοδαπά νομικά μορφώματα θα πρέπει να είναι αναλογικές προς τους κινδύνους που συνδέονται με τις δραστηριότητές τους στην Ένωση. Δεδομένου του ανοικτού χαρακτήρα της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης και της χρήσης από αλλοδαπές νομικές οντότητες των υπηρεσιών που προσφέρονται από υπόχρεες οντότητες εγκατεστημένες στην Ένωση, πολλές από τις οποίες συνδέονται με χαμηλότερους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, είναι σκόπιμο να περιοριστεί η απαίτηση καταχώρισης στις νομικές οντότητες που ανήκουν σε τομείς υψηλού κινδύνου ή δραστηριοποιούνται σε κατηγορίες υψηλότερου κινδύνου ή λαμβάνουν υπηρεσίες από υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται σε τομείς που συνδέονται με υψηλότερους κινδύνους. Ο ιδιωτικός χαρακτήρας των νομικών μορφωμάτων, και τα εμπόδια πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στην περίπτωση αλλοδαπών νομικών μορφωμάτων, δικαιολογούν την εφαρμογή απαίτησης καταχώρισης ανεξαρτήτως του επιπέδου κινδύνου που συνδέεται με την υπόχρεη οντότητα που παρέχει υπηρεσίες στο νομικό μόρφωμα ή, κατά περίπτωση, με τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται το νομικό μόρφωμα. Η αναφορά στην σε ενωσιακό επίπεδο εκτίμηση κινδύνου δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1640 θα πρέπει να νοείται ως αναφορά στην εκτίμηση κινδύνου που εκδίδεται από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 έως την πρώτη έκδοση της έκθεσης βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1640.
|
|
(134)
|
Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμμόρφωση και να διασφαλιστεί αποτελεσματική διαφάνεια σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι απαιτήσεις σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλλουν κυρώσεις για παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων. Οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και να μην υπερβαίνουν τα απαιτούμενα όρια για την ενθάρρυνση της συμμόρφωσης. Οι κυρώσεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν ισοδύναμο αποτρεπτικό αποτέλεσμα στο σύνολο της Ένωσης για τις παραβάσεις των απαιτήσεων σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Θα πρέπει να είναι δυνατό οι κυρώσεις να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, πρόστιμα για νομικές οντότητες και σε εμπιστευματοδόχους ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρόμοιο νομικό μόρφωμα που επιβάλλονται λόγω της μη διατήρησης ακριβών, κατάλληλων ή επικαιροποιημένων πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους, διαγραφή νομικών οντοτήτων που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση τήρησης πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους ή υποβολής πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, πρόστιμα για πραγματικούς δικαιούχους και άλλα πρόσωπα που δεν συνεργάζονται με νομική οντότητα ή εμπιστευματοδόχο ρητού εμπιστεύματος ή πρόσωπο που κατέχει αντίστοιχη θέση σε παρόμοιο νομικό μόρφωμα, πρόστιμα για εντολοδόχους μετόχους και εντολοδόχους διευθυντές που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση γνωστοποίησης ή συνέπειες του ιδιωτικού δικαίου για τους μη γνωστοποιούμενους πραγματικούς δικαιούχους με τη μορφή απαγόρευσης καταβολής κερδών ή απαγόρευσης άσκησης δικαιωμάτων ψήφου.
|
|
(135)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά την επιβολή των απαιτήσεων περί πραγματικών δικαιούχων σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, θα πρέπει να ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό των κατηγοριών παραβάσεων που υπόκεινται σε κυρώσεις και των προσώπων που ευθύνονται για τις εν λόγω παραβάσεις, καθώς και δεικτών σχετικά με το επίπεδο σοβαρότητας και κριτηρίων για τον καθορισμό του επιπέδου των κυρώσεων. Επιπλέον, προκειμένου να υποστηριχθεί ο καθορισμός του εν λόγω επιπέδου των κυρώσεων, και σε συνέπεια με τον στόχο του παρόντος κανονισμού για εναρμόνιση, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τα ποσά βάσης που ισχύουν για κάθε κατηγορία παράβασης.
|
|
(136)
|
Οι ύποπτες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απόπειρας συναλλαγών, και άλλες πληροφορίες σχετικές με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά αδικήματά της και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας θα πρέπει να γνωστοποιούνται στη ΜΧΠ, η οποία θα πρέπει να λειτουργεί ως ενιαία κεντρική εθνική μονάδα για τη λήψη και ανάλυση των αναφερόμενων υπονοιών, καθώς και τη διαβίβαση προς τις αρμόδιες αρχές των αποτελεσμάτων της ανάλυσής της. Όλες οι ύποπτες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απόπειρας συναλλαγής, θα πρέπει να αναφέρονται, ανεξαρτήτως του ποσού συναλλαγής, και η αναφορά σε υπόνοιες θα πρέπει να ερμηνεύεται ως περιλαμβάνουσα ύποπτες συναλλαγές, ύποπτες δραστηριότητες, ύποπτη συμπεριφορά και ύποπτα μοτίβα συναλλαγών. Στις αναφερόμενες πληροφορίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται επίσης πληροφορίες υποβαλλόμενες βάσει της υπέρβασης ενός ποσοτικού ορίου. Προκειμένου να υποστηριχθούν οι υπόχρεες οντότητες στον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους δείκτες ύποπτης δραστηριότητας ή συμπεριφοράς. Δεδομένου του εξελισσόμενου περιβάλλοντος κινδύνων, η εν λόγω καθοδήγηση θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά και δεν θα πρέπει να προδικάζει την έκδοση από τη ΜΧΠ κατευθυντήριων γραμμών ή δεικτών σχετικά με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και τις μεθόδους που εντοπίζονται σε εθνικό επίπεδο. Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση πληροφοριών από υπόχρεη οντότητα ή από υπάλληλο ή διευθυντή τέτοιας οντότητας στη ΜΧΠ δεν θα πρέπει να αποτελεί παράβαση οποιασδήποτε απαγόρευσης γνωστοποίησης πληροφοριών, ούτε να συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για την υπόχρεη οντότητα ή τους διευθυντές ή τους υπαλλήλους της.
|
|
(137)
|
Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να θεσπίσουν ολοκληρωμένα καθεστώτα αναφοράς που θα περιλαμβάνουν όλες τις υποψίες, ανεξάρτητα από την αξία ή την εικαζόμενη σοβαρότητα της συναφούς εγκληματικής δραστηριότητας. Θα πρέπει να γνωρίζουν τις προσδοκίες των ΜΧΠ και θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να προσαρμόζουν τα συστήματα ανίχνευσης και τις αναλυτικές διαδικασίες τους στους βασικούς κινδύνους που επηρεάζουν το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένες και, όπου απαιτείται, να δίνουν προτεραιότητα στην ανάλυσή τους για την αντιμετώπιση των εν λόγω βασικών κινδύνων.
|
|
(138)
|
Οι συναλλαγές θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση πληροφορίες που είναι γνωστές ή θα έπρεπε να είναι γνωστές στην υπόχρεη οντότητα. Σε αυτές περιλαμβάνονται σχετικές πληροφορίες από αντιπροσώπους, διανομείς και παρόχους υπηρεσιών. Όταν το υποκείμενο βασικό αδίκημα δεν είναι γνωστό ή εμφανές στην υπόχρεη οντότητα, ο ρόλος του εντοπισμού και της αναφοράς ύποπτων συναλλαγών επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα με την επικέντρωση στην ανίχνευση υπονοιών και στην άμεση υποβολή αναφορών. Στις περιπτώσεις αυτές, το βασικό αδίκημα δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται από την υπόχρεη οντότητα κατά την αναφορά ύποπτης συναλλαγής στη ΜΧΠ, εάν δεν τους είναι γνωστό. Όταν οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες, θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκθεση. Ως ρυθμιστές της πρόσβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να υποβάλλουν αναφορά όταν γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι χρηματικά ποσά έχουν χρησιμοποιηθεί ή θα χρησιμοποιηθούν για την άσκηση εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η αγορά παράνομων αγαθών, ακόμη και αν οι πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους δεν δείχνουν ότι τα χρηματικά ποσά που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονται από παράνομες πηγές.
|
|
(139)
|
Οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών στις υποχρεώσεις αναφοράς ύποπτων συναλλαγών θα μπορούσαν να εντείνουν τις δυσκολίες συμμόρφωσης στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ που αντιμετωπίζουν οι υπόχρεες οντότητες με διασυνοριακή παρουσία ή δραστηριότητες. Επιπλέον, η δομή και το περιεχόμενο των αναφορών για ύποπτες συναλλαγές έχει συνέπειες στην ικανότητα της ΜΧΠ να διενεργεί ανάλυση και στο είδος της εν λόγω ανάλυσης, και επηρεάζει επίσης τη δυνατότητα των ΜΧΠ να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες. Με στόχο να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των υπόχρεων οντοτήτων προς τις οικείες υποχρεώσεις αναφοράς και να καταστεί εφικτή η αποτελεσματικότερη λειτουργία των δραστηριοτήτων ανάλυσης και της συνεργασίας των ΜΧΠ, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που θα καθορίζουν κοινό υπόδειγμα αναφοράς των ύποπτων συναλλαγών, το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως ενιαία βάση στο σύνολο της Ένωσης.
|
|
(140)
|
Οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν άμεσα από οποιαδήποτε υπόχρεη οντότητα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα καθήκοντά τους. Η απρόσκοπτη και άμεση πρόσβασή τους στις πληροφορίες είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί ότι οι ροές χρήματος μπορούν να εντοπιστούν σωστά και τα παράνομα δίκτυα και οι ροές να ανιχνεύονται σε πρώιμο στάδιο. Η ανάγκη των ΜΧΠ να λάβουν πρόσθετες πληροφορίες από υπόχρεες οντότητες βάσει υπόνοιας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας μπορεί να προκληθεί από προηγούμενη αναφορά για ύποπτες συναλλαγές που υποβάλλεται στη ΜΧΠ, αλλά μπορεί επίσης να προκληθεί και από άλλα μέσα, όπως ανάλυση από την ίδια τη ΜΧΠ, πληροφορίες που παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές ή πληροφορίες που τηρούνται από άλλη ΜΧΠ. Ως εκ τούτου, οι ΜΧΠ θα πρέπει να μπορούν, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, να λαμβάνουν πληροφορίες από οποιαδήποτε υπόχρεη οντότητα, ακόμη και χωρίς να συνταχθεί προηγούμενη έκθεση. Ειδικότερα, τα αρχεία χρηματοοικονομικών συναλλαγών και μεταφορών που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού λογαριασμού, λογαριασμού πληρωμών ή λογαριασμού κρυπτοστοιχείων είναι κρίσιμης σημασίας για το έργο ανάλυσης των ΜΧΠ. Ωστόσο, λόγω της έλλειψης εναρμόνισης, επί του παρόντος τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί παρέχουν στις ΜΧΠ αρχεία συναλλαγών σε διαφορετικούς μορφότυπους, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εύκολα για ανάλυση. Λαμβανομένου υπόψη του διασυνοριακού χαρακτήρα των δραστηριοτήτων ανάλυσης των ΜΧΠ, η ανομοιογένεια των μορφοτύπων και οι δυσκολίες επεξεργασίας των αρχείων συναλλαγών παρεμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ και την εκπόνηση διασυνοριακών χρηματοοικονομικών αναλύσεων. Ως εκ τούτου, η ΑΚΝΕΠΑΔ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που θα καθορίζουν κοινό υπόδειγμα για την παροχή αρχείων συναλλαγών από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στις ΜΧΠ, το οποίο θα χρησιμοποιείται ως ενιαία βάση σε ολόκληρη την Ένωση.
|
|
(141)
|
Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να απαντούν σε αίτηση για παροχή πληροφοριών που υποβάλλει η ΜΧΠ το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος ή εντός οποιασδήποτε μικρότερης ή μεγαλύτερης προθεσμίας που επιβάλλει η ΜΧΠ. Σε αιτιολογημένες και επείγουσες περιπτώσεις, η υπόχρεη οντότητα θα πρέπει να απαντά στην αίτηση της ΜΧΠ εντός 24 ωρών. Οι εν λόγω προθεσμίες θα πρέπει να ισχύουν για αιτήσεις παροχής πληροφοριών που βασίζονται σε επαρκώς καθορισμένες προϋποθέσεις. Μια ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να μπορεί να αποκτήσει τις εν λόγω πληροφορίες βάσει αίτησης που υποβάλλεται από άλλη ΜΧΠ της Ένωσης και να ανταλλάσσει τις πληροφορίες με την αιτούσα ΜΧΠ. Τα αιτήματα προς τις υπόχρεες οντότητες ποικίλλουν ως προς τη φύση τους. Για παράδειγμα, τα πολύπλοκα αιτήματα ενδέχεται να απαιτούν περισσότερο χρόνο και να δικαιολογούν παράταση στην προθεσμία για απάντηση. Για τον σκοπό αυτόν, οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να χορηγούν παράταση σε προθεσμίες στις υπόχρεες οντότητες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανάλυση της ΜΧΠ.
|
|
(142)
|
Για ορισμένες υπόχρεες οντότητες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν προσήκοντα αυτορρυθμιζόμενο φορέα που πρέπει να ενημερώνεται κατά πρώτον αντί της ΜΧΠ. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η ύπαρξη συστήματος πρωτοβάθμιας αναφοράς σε αυτορρυθμιζόμενο φορέα αποτελεί σημαντική διασφάλιση που κατοχυρώνει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όσον αφορά τις υποχρεώσεις αναφοράς που ισχύουν για τους νομικούς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τα μέσα και τον τρόπο για την επίτευξη της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου, της εμπιστευτικότητας και της ιδιωτικής ζωής.
|
|
(143)
|
Οι συμβολαιογράφοι, οι νομικοί, άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες νομικοί, ελεγκτές, εξωτερικοί λογιστές και φορολογικοί σύμβουλοι δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να μεταβιβάζουν στη ΜΧΠ ή σε αυτορρυθμιζόμενο φορέα οποιαδήποτε πληροφορία που λαμβάνουν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά την αξιολόγηση της νομικής κατάστασης του εν λόγω πελάτη, ή όταν υπερασπίζονται ή εκπροσωπούν τον εν λόγω πελάτη σε δίκη ή σχετικά με δίκη, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών για την κίνηση ή την αποφυγή δίκης, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες λαμβάνονται πριν, κατά ή μετά τη δίκη. Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν ο ίδιος ο επαγγελματίας νομικός, ο ελεγκτής, ο εξωτερικός λογιστής ή ο φορολογικός σύμβουλος συμμετέχει σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή σε χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, εάν οι νομικές συμβουλές παρέχονται με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή εάν ο επαγγελματίας νομικός, ο ελεγκτής, ο εξωτερικός λογιστής ή ο φορολογικός σύμβουλος γνωρίζει ότι ο πελάτης ζητά νομικές συμβουλές με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η γνώση και ο σκοπός αυτός μπορούν να συναχθούν από αντικειμενικά, πραγματικά περιστατικά. Οι νομικές συμβουλές που ζητούνται σε σχέση με εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες δεν θα πρέπει να θεωρούνται νομικές συμβουλές για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν πρόσθετες καταστάσεις στις οποίες, λαμβανομένου υπόψη του υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέονται με ορισμένα είδη συναλλαγών, δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση από την απαίτηση αναφοράς. Κατά τον εντοπισμό τέτοιων πρόσθετων καταστάσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση ιδίως προς τα άρθρα 7 και 47 του Χάρτη.
|
|
(144)
|
Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει κατ’ εξαίρεση να έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ύποπτες συναλλαγές προτού ενημερώσουν τη ΜΧΠ, όταν η αποφυγή τους είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των προσώπων υπέρ των οποίων διενεργείται η εικαζόμενη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να γίνεται επίκληση της εν λόγω εξαίρεσης όσον αφορά συναλλαγές που διέπονται από τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει κράτος μέλος της ΜΧΠ να δεσμεύει αμελλητί χρηματικά ποσά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία των τρομοκρατών, των τρομοκρατικών οργανώσεων ή όσων χρηματοδοτούν την τρομοκρατία, βάσει των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
|
|
(145)
|
Η εμπιστευτικότητα σε σχέση με την αναφορά ύποπτων συναλλαγών και την παροχή άλλων σχετικών πληροφοριών στις ΜΧΠ είναι απαραίτητη προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να έχουν τη δυνατότητα δέσμευσης και κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων δυνητικά συνδεόμενων με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με τα βασικά αδικήματά της ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Μια ύποπτη συναλλαγή δεν συνιστά ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. Η γνωστοποίηση υπόνοιας που έχει αναφερθεί ενδέχεται να αμαυρώσει τη φήμη των προσώπων που συμμετέχουν στη συναλλαγή και να θέσει σε κίνδυνο τη διενέργεια αναλύσεων και ερευνών. Συνεπώς, οι υπόχρεες οντότητες και οι διευθυντές και οι υπάλληλοί τους, ή πρόσωπα σε παρεμφερείς θέσεις, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων και των διανομέων, δεν θα πρέπει γνωστοποιούν στον οικείο πελάτη ή σε τρίτους το γεγονός ότι διαβιβάζονται, θα διαβιβαστούν ή διαβιβάστηκαν πληροφορίες στη ΜΧΠ, είτε άμεσα είτε μέσω του αυτορρυθμιζόμενου φορέα, ή ότι διεξάγεται ή ενδέχεται να διεξαχθεί ανάλυση όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η απαγόρευση γνωστοποίησης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ειδικές περιπτώσεις που αφορούν, για παράδειγμα, γνωστοποιήσεις προς αρμόδιες αρχές και αυτορρυθμιζόμενους φορείς κατά την άσκηση εποπτικών καθηκόντων ή γνωστοποιήσεις για σκοπούς επιβολής του νόμου ή όταν οι γνωστοποιήσεις πραγματοποιούνται μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο.
|
|
(146)
|
Οι εγκληματίες διακινούν παράνομες προσόδους μέσω πολυάριθμων διαμεσολαβητών για να μην εντοπιστούν. Συνεπώς, είναι σημαντικό να επιτρέπεται στις υπόχρεες οντότητες η ανταλλαγή πληροφοριών όχι μόνο μεταξύ των μελών ενός ομίλου, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών και άλλων οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο δικτύων, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των κανόνων περί προστασίας των δεδομένων. Εκτός του πλαισίου σύμπραξης για τον διαμοιρασμό πληροφοριών, η γνωστοποίηση που επιτρέπεται μεταξύ ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων οντοτήτων σε περιπτώσεις που αφορούν την ίδια συναλλαγή θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη συναλλαγή που πραγματοποιείται μεταξύ των εν λόγω υπόχρεων οντοτήτων ή διευκολύνεται από αυτές, και όχι σε σχέση με συνδεδεμένες προηγούμενες ή μεταγενέστερες συναλλαγές.
|
|
(147)
|
Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων και, κατά περίπτωση, αρμόδιων αρχών ενδέχεται να αυξήσει τις δυνατότητες εντοπισμού παράνομων χρηματοοικονομικών ροών που σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και με προϊόντα εγκλήματος. Για τον λόγο αυτόν, οι υπόχρεες οντότητες και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες στο πλαίσιο σύμπραξης για τον διαμοιρασμό πληροφοριών όποτε κρίνουν ότι η εν λόγω ανταλλαγή είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά τους στον τομέα της ΚΞΧ/ΧΤ. Ο διαμοιρασμός πληροφοριών θα πρέπει να υπόκειται σε ισχυρές διασφαλίσεις όσον αφορά την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων, τη χρήση πληροφοριών και την ποινική διαδικασία. Οι υπόχρεες οντότητες δεν θα πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στις πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας όσον αφορά τον πελάτη ή τη συναλλαγή ή τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη δημιουργία ή τον τερματισμό επιχειρηματικής σχέσης ή την εκτέλεση συναλλαγής. Όπως αναγνωρίζεται στην οδηγία 2014/92/ΕΕ, η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η ανάπτυξη μιας σύγχρονης οικονομίας χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς εξαρτάται όλο και περισσότερο από την καθολική παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να απαγορεύεται η πρόσβαση σε βασικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες βάσει πληροφοριών που ανταλλάσσονται μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων ή μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων και αρμόδιων αρχών ή της ΑΚΝΕΠΑΔ.
|
|
(148)
|
Η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού υπόκειται σε ελέγχους από τους εποπτικούς φορείς. Όταν υπόχρεες οντότητες ανταλλάσσουν πληροφορίες στο πλαίσιο σύμπραξης για τον διαμοιρασμό πληροφοριών, οι εν λόγω έλεγχοι θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν τη συμμόρφωση προς τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό για τις εν λόγω ανταλλαγές πληροφοριών. Ενώ οι εποπτικοί έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται βάσει κινδύνου, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εκτελούνται πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων της σύμπραξης για τον διαμοιρασμό πληροφοριών. Οι συμπράξεις για τον διαμοιρασμό πληροφοριών που περιλαμβάνουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενδέχεται να συνεπάγονται υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διενεργηθεί εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την προστασία των δεδομένων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28) πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων της σύμπραξης. Στο πλαίσιο των εποπτικών ελέγχων, οι εποπτικοί φορείς θα πρέπει να διαβουλεύονται, κατά περίπτωση, με τις αρχές προστασίας δεδομένων, οι οποίες είναι οι μόνες αρμόδιες για την αξιολόγηση της εκτίμησης επιπτώσεων σχετικά με την προστασία των δεδομένων. Οι διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων και όλες οι απαιτήσεις σχετικά με την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών σχετικά με ύποπτες συναλλαγές που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζονται στις πληροφορίες που διαμοιράζονται στο πλαίσιο σύμπραξης. Σε συνέπεια με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν ειδικότερες διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, ώστε να προβλέπονται πιο συγκεκριμένες απαιτήσεις σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο σύμπραξης για τον διαμοιρασμό πληροφοριών.
|
|
(149)
|
Ενώ οι συμπράξεις για τον διαμοιρασμό πληροφοριών επιτρέπει την ανταλλαγή επιχειρησιακών πληροφοριών και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει αυστηρών διασφαλίσεων, οι εν λόγω ανταλλαγές δεν θα πρέπει να αντικαθιστούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για την αναφορά οποιωνδήποτε υπονοιών στην αρμόδια ΜΧΠ. Ως εκ τούτου, όταν υπόχρεες οντότητες εντοπίζουν ύποπτες δραστηριότητες βάσει πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο σύμπραξης για τον διαμοιρασμό πληροφοριών, θα πρέπει να αναφέρουν την υπόνοια αυτή στη ΜΧΠ του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένες. Οι πληροφορίες που υποδεικνύουν ύποπτη δραστηριότητα υπόκεινται σε αυστηρότερους κανόνες που απαγορεύουν τη γνωστοποίησή τους και θα πρέπει να διαμοιράζονται μόνο όταν είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και με την επιφύλαξη των διασφαλίσεων που προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, την εμπιστευτικότητα του έργου των ΜΧΠ και την ακεραιότητα των ερευνών επιβολής του νόμου.
|
|
(150)
|
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αναγνωρίζεται από όλα τα κράτη μέλη ως λόγος σημαντικού δημοσίου συμφέροντος. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις αρχές βάσει των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τις οικείες υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ απαιτείται να είναι ακριβή, αξιόπιστα και επικαιροποιημένα. Για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν διαδικασίες που επιτρέπουν την αυτοματοποιημένη ατομική λήψη αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, όπως ορίζεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Στο πλαίσιο αυτό, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των προσώπων που υπόκεινται σε τέτοιες διαδικασίες θα πρέπει να εφαρμόζονται επιπλέον κάθε άλλης σχετικής απαίτησης που ορίζεται στο δίκαιο της Ένωσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
|
|
(151)
|
Ουσιώδη σημασία έχει να πραγματοποιηθεί η ευθυγράμμιση του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ προς τις αναθεωρημένες συστάσεις της FATF με πλήρη σεβασμό της ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Ορισμένες πτυχές της εφαρμογής του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ περιλαμβάνουν τη συλλογή, την ανάλυση, την αποθήκευση και τον διαμοιρασμό δεδομένων. Η εν λόγω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να επιτρέπεται με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και μόνο για τους σκοπούς που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και για την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τη συνεχή εποπτεία, την ανάλυση και την αναφορά ύποπτων συναλλαγών, τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου ενός νομικού προσώπου ή νομικού μορφώματος, τον προσδιορισμό ενός πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και τον διαμοιρασμό πληροφοριών από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλες υπόχρεες οντότητες. Η συλλογή και η επακόλουθη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να τυγχάνουν περαιτέρω επεξεργασίας κατά τρόπο ασύμβατο με τους σκοπούς αυτούς. Ειδικότερα, θα πρέπει να απαγορεύεται αυστηρά η περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για εμπορικούς σκοπούς.
|
|
(152)
|
Η επεξεργασία ορισμένων κατηγοριών ευαίσθητων δεδομένων, όπως ορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των εν λόγω δεδομένων. Για να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων από υπόχρεες οντότητες να οδηγήσει σε αποτελέσματα που εισάγουν διακρίσεις ή είναι μεροληπτικά και επηρεάζουν αρνητικά τον πελάτη, όπως ο τερματισμός ή η άρνηση σύναψης επιχειρηματικής σχέσης, οι υπόχρεες οντότητες δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις αποκλειστικά βάσει των πληροφοριών που έχουν στην κατοχή τους σχετικά με ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, όταν οι εν λόγω πληροφορίες δεν έχουν σχέση με τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που ενέχει μια συναλλαγή ή σχέση. Ομοίως, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ένταση της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη βασίζεται σε μια ολιστική κατανόηση των κινδύνων που συνδέονται με τον πελάτη, οι υπόχρεες οντότητες δεν θα πρέπει να βασίζουν την εφαρμογή υψηλότερου ή χαμηλότερου επιπέδου μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη αποκλειστικά και μόνο στα ευαίσθητα δεδομένα που διαθέτουν σχετικά με τον πελάτη.
|
|
(153)
|
Οι αναθεωρημένες συστάσεις της FATF φανερώνουν ότι, προκειμένου να μπορούν να συνεργάζονται πλήρως και να απαντούν γρήγορα σε αιτήματα παροχής πληροφοριών από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, του εντοπισμού ή της διερεύνησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να διατηρούν, για τουλάχιστον 5 έτη, τις απαραίτητες πληροφορίες που συγκεντρώνουν μέσω μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τα αρχεία των συναλλαγών. Προκειμένου να αποφευχθούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις και να τηρηθούν οι απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ασφάλεια δικαίου, η διάρκεια της εν λόγω περιόδου διατήρησης θα πρέπει να οριστεί στα 5 έτη μετά το τέλος μιας επιχειρηματικής σχέσης ή μιας περιστασιακής συναλλαγής. Ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών δεν μπορούν να εκτελεστούν αποτελεσματικά εάν οι σχετικές πληροφορίες που κατέχουν οι υπόχρεες οντότητες διαγράφονται λόγω της λήξης της περιόδου διατήρησης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να ζητούν από τις υπόχρεες οντότητες να διατηρούν πληροφορίες κατά περίπτωση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 5 έτη.
|
|
(154)
|
Όταν η έννοια «αρμόδιες αρχές» αναφέρεται στις αρμόδιες αρχές έρευνας και δίωξης, θα πρέπει να νοείται ότι περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
|
|
(155)
|
Οι διαβιβάσεις πληροφοριών από τις ΜΧΠ έχουν καίριο ρόλο στον εντοπισμό ενδεχόμενων εγκληματικών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), ή σε σχέση με τις οποίες η Ευρωπόλ και η Eurojust έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν επιχειρησιακή υποστήριξη σε πρώιμο στάδιο σύμφωνα με τις αντίστοιχες εντολές τους, και να στηρίζουν ταχείες και αποτελεσματικές έρευνες και διώξεις. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσουν οι ΜΧΠ με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την OLAF θα πρέπει να περιλαμβάνουν τους λόγους για την υπόνοια ότι ένα έγκλημα που εμπίπτει στις αντίστοιχες αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF ενδέχεται να διαπράττεται ή να έχει διαπραχθεί, και να συνοδεύονται από όλες τις σχετικές πληροφορίες που διαθέτει η ΜΧΠ και οι οποίες μπορούν να στηρίξουν την ανάληψη δράσης, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών χρηματοοικονομικών και διοικητικών πληροφοριών. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η OLAF ζητούν πληροφορίες από τις ΜΧΠ, είναι εξίσου σημαντικό οι ΜΧΠ να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που κατέχουν σε σχέση με την υπόθεση. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις στις ιδρυτικές νομικές πράξεις τους, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η OLAF θα πρέπει να ενημερώνουν τις ΜΧΠ για τα μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με τις πληροφορίες που διαβιβάστηκαν και οποιαδήποτε σχετικά αποτελέσματα.
|
|
(156)
|
Με σκοπό να εξασφαλιστεί η κατάλληλη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης στο διάστημα μεταξύ της έναρξης ισχύος και της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να επιτραπεί η ομαλή αλληλεπίδρασή του με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, πληροφορίες και έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει νομικές διαδικασίες για τους σκοπούς της πρόληψης, του εντοπισμού ή της διερεύνησης ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όταν οι εν λόγω διαδικασίες εκκρεμούν στα κράτη μέλη κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να διατηρούνται για περίοδο 5 ετών από την εν λόγω ημερομηνία, και η περίοδος αυτή θα πρέπει να μπορεί να επεκταθεί για 5 επιπλέον έτη.
|
|
(157)
|
Τα δικαιώματα πρόσβασης στα δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων ισχύουν για τα προσωπικά δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, η πρόσβαση του υποκειμένου των δεδομένων σε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετίζονται με αναφορά ύποπτης συναλλαγής θα υπονόμευε σοβαρά την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επομένως, ενδέχεται να δικαιολογηθούν εξαιρέσεις και περιορισμοί του δικαιώματος αυτού σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της επεξεργασίας από αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, καθώς και το δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου όπως αναφέρεται στο άρθρο 79 του εν λόγω κανονισμού. Η εν λόγω αρχή έχει επίσης τη δυνατότητα να ενεργήσει αυτεπάγγελτα όταν αυτό προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. Με την επιφύλαξη των περιορισμών στο δικαίωμα πρόσβασης, η εποπτική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων ότι όλες οι απαραίτητες επαληθεύσεις έχουν πραγματοποιηθεί από την εποπτική αρχή, καθώς και όσον αφορά τη νομιμότητα της σχετικής επεξεργασίας.
|
|
(158)
|
Οι υπόχρεες οντότητες ενδέχεται να προσφεύγουν στις υπηρεσίες άλλων ιδιωτικών φορέων. Ωστόσο, το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις υπόχρεες οντότητες και οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να υπέχουν πλήρη ευθύνη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και να αποτραπεί το ενδεχόμενο ορισμένες υπηρεσίες να υπαχθούν ακουσίως στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι πρόσωπα που απλώς μετατρέπουν έντυπα έγγραφα σε ηλεκτρονικά δεδομένα και ενεργούν στο πλαίσιο σύμβασης με υπόχρεη οντότητα και πρόσωπα που παρέχουν σε πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς μόνο συστήματα μηνυμάτων ή άλλα συστήματα υποστήριξης για τη μεταφορά χρηματικών ποσών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 25 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 ή συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
|
|
(159)
|
Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να συγκεντρώνουν και να διατηρούν επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο και τον έλεγχο των νομικών προσώπων. Δεδομένου ότι οι μετοχές στον κομιστή παραχωρούν την κυριότητα στο πρόσωπο που κατέχει το πιστοποιητικό κυριότητας μετοχών, επιτρέπουν να παραμείνει ανώνυμος ο πραγματικός δικαιούχος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν γίνεται κατάχρηση των μετοχών αυτών για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι εταιρίες, εκτός των εταιρειών με εισηγμένες μετοχές σε ρυθμιζόμενη αγορά ή των οποίων οι μετοχές εκδίδονται ως τίτλοι που κατέχονται από διαμεσολαβητές, θα πρέπει να μετατρέπουν όλες τις υπάρχουσες μετοχές στον κομιστή σε ονομαστικές μετοχές, να τις ακινητοποιούν ή να τις καταθέτουν σε χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Επιπλέον, δικαιώματα αγοράς μετοχών στον κομιστή θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο όταν κατέχονται από διαμεσολαβητές.
|
|
(160)
|
Λόγω της ανωνυμίας τους, τα κρυπτοστοιχεία είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους κατάχρησης για εγκληματικούς σκοπούς. Οι ανώνυμοι λογαριασμοί κρυπτοστοιχείων, καθώς και άλλοι μηχανισμοί ανωνυμοποίησης, δεν επιτρέπουν την ιχνηλασιμότητα των μεταφορών κρυπτοστοιχείων και δυσχεραίνουν τον εντοπισμό συνδεδεμένων συναλλαγών που ενδέχεται να εγείρουν υποψίες ή την εφαρμογή κατάλληλου επιπέδου δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ στα κρυπτοστοιχεία, είναι απαραίτητο να απαγορευτεί η παροχή και φύλαξη ανώνυμων λογαριασμών κρυπτοστοιχείων ή λογαριασμών που επιτρέπουν την ανωνυμοποίηση ή την αυξημένη συγκάλυψη των συναλλαγών από παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, μεταξύ άλλων μέσω νομισμάτων που ευνοούν την ανωνυμία. Η εν λόγω απαγόρευση δεν εφαρμόζεται σε παρόχους υλισμικού και λογισμικού ή σε παρόχους αυτοφιλοξενούμενων πορτοφολιών εφόσον δεν διαθέτουν πρόσβαση στα εν λόγω πορτοφόλια κρυπτοστοιχείων ή δεν έχουν έλεγχο επ’ αυτών.
|
|
(161)
|
Οι πληρωμές μεγάλων ποσών σε ρευστά διαθέσιμα προσφέρονται ιδιαίτερα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και το εν λόγω τρωτό σημείο δεν έχει μετριαστεί επαρκώς από την απαίτηση να υπόκεινται σε κανόνες καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες οι έμποροι αγαθών όταν καταβάλλουν ή λαμβάνουν πληρωμές σε ρευστά διαθέσιμα που ανέρχονται σε 10 000 EUR ή περισσότερο. Ταυτόχρονα, οι διαφορές στις προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών μελών έχουν υπονομεύσει τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς εις βάρος των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτη μέλη με αυστηρότερους ελέγχους. Είναι, συνεπώς, ανάγκη να θεσπιστεί όριο 10 000 EUR στις μεγάλες συναλλαγές σε ρευστά διαθέσιμα σε επίπεδο Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζουν χαμηλότερα κατώτατα όρια και περαιτέρω αυστηρές διατάξεις στον βαθμό που επιδιώκουν θεμιτούς στόχους δημοσίου συμφέροντος. Δεδομένου ότι το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ βασίζεται στη ρύθμιση της επιχειρηματικής οικονομίας, το όριο δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις πληρωμές μεταξύ φυσικών προσώπων τα οποία δεν ενεργούν υπό επαγγελματική ιδιότητα. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το όριο σε επίπεδο Ένωσης δεν δημιουργεί ακούσια εμπόδια για την πραγματοποίηση πληρωμών σε πρόσωπα που δεν χρησιμοποιούν ή δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες ή για τις, από πλευράς επιχειρήσεων, καταθέσεις των εσόδων από δραστηριότητές τους στους λογαριασμούς τους, οι πληρωμές ή οι καταθέσεις που πραγματοποιούνται στις εγκαταστάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών ή των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει επίσης να εξαιρούνται από την εφαρμογή του ορίου.
|
|
(162)
|
Οι πληρωμές ή καταθέσεις σε ρευστά διαθέσιμα που πραγματοποιούνται στις εγκαταστάσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και παρόχων ηλεκτρονικού χρήματος και οι οποίες υπερβαίνουν το κατώτατο όριο για τις μεγάλες πληρωμές σε ρευστά διαθέσιμα δεν θα πρέπει, αυτομάτως, να θεωρούνται ένδειξη για υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η αναφορά των εν λόγω συναλλαγών επιτρέπει στη ΜΧΠ να αξιολογεί και να εντοπίζει μοτίβα σχετικά με τη διακίνηση ρευστών διαθεσίμων και, ενώ οι εν λόγω πληροφορίες συμβάλλουν στις επιχειρησιακές ή στρατηγικές αναλύσεις της ΜΧΠ, η φύση των γνωστοποιήσεων βάσει του κατώτατου ορίου τις καθιστά διακριτές από τις αναφορές ύποπτων συναλλαγών. Για τον σκοπό αυτόν, οι γνωστοποιήσεις βάσει του κατώτατου ορίου δεν αντικαθιστούν την απαίτηση αναφοράς ύποπτων συναλλαγών ή εφαρμογής μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας σε περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου. Οι ΜΧΠ θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν την υποβολή των αναφορών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, απαίτηση που θα μπορούσε να περιλαμβάνει την περιοδική υποβολή σε συγκεντρωτική βάση.
|
|
(163)
|
Ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες λόγοι ανωτέρας βίας, όπως εκείνοι που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές, οδηγούν σε εκτεταμένη απώλεια της πρόσβασης σε μηχανισμούς πληρωμών πλην των ρευστών διαθεσίμων. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αναστέλλουν την εφαρμογή του ορίου για τις πληρωμές μεγάλων ποσών σε ρευστά διαθέσιμα. Η εν λόγω αναστολή αποτελεί έκτακτο μέτρο και θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν είναι αναγκαίο ως απάντηση σε εξαιρετικές, δεόντως αιτιολογημένες καταστάσεις. Η αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες δεν συνιστά βάσιμο λόγο αναστολής του ορίου όταν αυτό οφείλεται στην αδυναμία ενός κράτους μέλους να εγγυηθεί την πρόσβαση των καταναλωτών σε χρηματοπιστωτικές υποδομές σε ολόκληρη την επικράτειά του.
|
|
(164)
|
Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τις επιβαρύνσεις, τα οφέλη και τις συνέπειες από την προσαρμογή του ορίου για μεγάλες συναλλαγές σε ρευστά διαθέσιμα σε επίπεδο Ένωσης, με στόχο να προωθήσει περαιτέρω ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και να μειώσει τις ευκαιρίες των εγκληματιών να χρησιμοποιούν ρευστά διαθέσιμα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κατά την εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να εξεταστεί ιδίως ποιο είναι το πλέον κατάλληλο επίπεδο εναρμονισμένου ορίου για τις συναλλαγές σε ρευστά διαθέσιμα σε επίπεδο Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων υφιστάμενων ορίων στις πληρωμές σε ρευστά διαθέσιμα που εφαρμόζει μεγάλος αριθμός κρατών μελών, της δυνατότητας επιβολής ενός τέτοιου ορίου σε επίπεδο Ένωσης και των συνεπειών ενός τέτοιου ορίου όσον αφορά την ιδιότητα νόμιμου χρήματος του ευρώ.
|
|
(165)
|
Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αξιολογήσει τις επιβαρύνσεις, τα οφέλη και τις συνέπειες από τη μείωση του κατώτατου ορίου του 25 % σε σχέση με τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων όπου ο έλεγχος ασκείται μέσω ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Κατά την εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να ληφθούν ιδίως υπόψη τα διδάγματα που αντλήθηκαν από κράτη μέλη ή τρίτες χώρες που έχουν θεσπίσει χαμηλότερα κατώτατα όρια.
|
|
(166)
|
Οι κίνδυνοι που συνδέονται με αγαθά υψηλής αξίας ενδέχεται επίσης να εκτείνονται και σε άλλα αγαθά που είναι σε μεγάλο βαθμό φορητά, όπως τα ενδύματα και τα εξαρτήματα ένδυσης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των υπόχρεων οντοτήτων ώστε να συμπεριλαμβάνουν και τους εμπόρους τέτοιων αγαθών υψηλής αξίας. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός θεσπίζει για πρώτη φορά σε επίπεδο Ένωσης υποχρεωτικές γνωστοποιήσεις βάσει κατώτατου ορίου σε σχέση με ορισμένα αγαθά υψηλής αξίας, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει, με βάση την πείρα που αποκτήθηκε σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, την ανάγκη επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των αγαθών που υπόκεινται σε γνωστοποιήσεις βάσει κατώτατου ορίου, και την ανάγκη εναρμόνισης του μορφότυπου για τις εν λόγω γνωστοποιήσεις υπό το πρίσμα της χρήσης γνωστοποιήσεων βάσει κατώτατου ορίου από τις ΜΧΠ. Τέλος, δεδομένων των κινδύνων που συνδέονται με τα αγαθά υψηλής αξίας σε ζώνες ελεύθερων συναλλαγών, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την ανάγκη επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης που εμπορεύονται και αποθηκεύουν αγαθά υψηλής αξίας σε αυτές τις ζώνες ελεύθερων συναλλαγών.
|
|
(167)
|
Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στην εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ για τον προσδιορισμό των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου, των τρίτων χωρών με ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση και των τρίτων χωρών που συνιστούν συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης καθώς και αντιμέτρων και συγκεκριμένων μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας για τον μετριασμό των κινδύνων που απορρέουν από τέτοιες τρίτες χώρες· για τον προσδιορισμό επιπλέον περιπτώσεων υψηλότερου κινδύνου σε βάρος της Ένωσης και των σχετικών μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας· για τον προσδιορισμό συνήθων επιπρόσθετων κατηγοριών σημαντικών δημοσίων λειτουργημάτων· για τον προσδιορισμό των κατηγοριών εταιρικών οντοτήτων που σχετίζονται με υψηλότερους κινδύνους και των σχετικών χαμηλότερων κατώτατων ορίων για τους σκοπούς του προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου μέσω ιδιοκτησιακού δικαιώματος· για τον ορισμό των κατηγοριών παραβάσεων των απαιτήσεων διαφάνειας σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο που υπόκεινται σε κυρώσεις, των προσώπων που είναι υπεύθυνα γι’ αυτές, των δεικτών για την ταξινόμηση του επιπέδου της σοβαρότητας των εν λόγω παραβάσεων και των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του επιπέδου των κυρώσεων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (29). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
|
|
(168)
|
Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται από την ΑΚΝΕΠΑΔ και τα οποία καθορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τις πολιτικές, τις διαδικασίες και τους ελέγχους σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ελάχιστων προτύπων για τον διαμοιρασμό πληροφοριών, των κριτηρίων για τον προσδιορισμό της μητρικής επιχείρησης και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες δομές με κοινή κυριότητα, διοίκηση ή ελέγχους συμμόρφωσης υποχρεούνται να εφαρμόζουν πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους σε επίπεδο ομίλου· καθορίζουν το είδος των πρόσθετων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης δράσης που πρέπει να αναλαμβάνουν οι όμιλοι όταν η νομοθεσία τρίτων χωρών δεν επιτρέπει την εφαρμογή πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων και πρόσθετων εποπτικών μέτρων σε επίπεδο ομίλου· καθορίζουν τις υπόχρεες οντότητες, τους τομείς και τις συναλλαγές που σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο και πραγματοποιούν χαμηλής αξίας περιστασιακές συναλλαγές, τις σχετικές αξίες, τα κριτήρια για τον εντοπισμό περιστασιακών συναλλαγών και επιχειρηματικής σχέσης και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό συνδεδεμένης συναλλαγής για το σκοπό της άσκησης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη· και καθορίζουν τις απαραίτητες πληροφορίες για την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1620.
|
|
(169)
|
Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες προκειμένου: να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την αναστολή εθνικών αντίμετρων· να καθορίζει τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό τρίτων χωρών που συνιστούν συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή για το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης· να καθορίζει τον μορφότυπο για τη δημιουργία και την κοινοποίηση των καταλόγων σημαντικών δημοσίων λειτουργημάτων των κρατών μελών· και να προσδιορίζει τύπους νομικών οντοτήτων και τύπους νομικών μορφωμάτων παρεμφερών προς τα ρητά εμπιστεύματα τα οποία διέπονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30). Θα πρέπει επίσης να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες προκειμένου να αποφασίζει να τερματίζει τα συγκεκριμένα πρόσθετα εθνικά αντίμετρα.
|
|
(170)
|
Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται από την ΑΚΝΕΠΑΔ για τον καθορισμό του μορφότυπου που πρέπει να χρησιμοποιείται για την αναφορά υπονοιών και για την παροχή αρχείων συναλλαγών, και τον μορφότυπο που πρέπει να χρησιμοποιείται από τις ΜΧΠ για την αναφορά πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1620.
|
|
(171)
|
Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, και ιδίως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την επιχειρηματική ελευθερία.
|
|
(172)
|
Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Χάρτη, που απαγορεύει κάθε διάκριση για οποιονδήποτε λόγο, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να διενεργούν εκτιμήσεις κινδύνου στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη χωρίς διακρίσεις.
|
|
(173)
|
Κατά την εκπόνηση έκθεσης αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδεικνύει τη δέουσα προσοχή στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των αρχών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη.
|
|
(174)
|
Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας βάσει του άρθρου 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου.
|
|
(175)
|
Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2021 (31),
|
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 31 Μαΐου 2024.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
H. LAHBIB
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ
|
|
CHAPTER III CUSTOMER DUE DILIGENCE
|
CHAPTER III CUSTOMER DUE DILIGENCE
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
|
|
CHAPTER VII DATA PROTECTION AND RECORD RETENTION
|
CHAPTER VII DATA PROTECTION AND RECORD RETENTION
|
|
CHAPTER VIII MEASURES TO MITIGATE RISKS DERIVING FROM ANONYMOUS INSTRUMENTS
|
CHAPTER VIII MEASURES TO MITIGATE RISKS DERIVING FROM ANONYMOUS INSTRUMENTS
|
|
CHAPTER IX FINAL PROVISIONS
|
CHAPTER IX FINAL PROVISIONS
|
,
1.1 Παραπομπές
1.2 Εντοπισμένες απαιτήσεις
1.3 Σχετικά πρότυπα
2. Εντοπισμένες απαιτήσεις
3. Σχετικά πρότυπα
Συνδεδεμένα ζητήματα
|